Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019

Παπούτσια εισβολείς




Τώρα πια δύσκολα βρίσκει κανείς τόσο καλά παπούτσια. Είναι καλοβαλμένα, χωρίς κοκεταρίες, παπούτσια με γερή βούληση απ' ό,τι βλέπω. Πέρα όμως απ' όλα αυτά, κυρίως είναι παπούτσια που σας πηγαίνουν τέλεια. Θα  'λεγε κανείς πως γεννηθήκατε μ' αυτά πάνω στα πόδια σας. 
Φαίνεται ότι ξέρετε από παπούτσια. 
Ε, κάπως έτσι είναι. Γυαλίζω παπούτσια εδώ και πενήντα χρόνια. Μια ματιά και τα καταλαβαίνω όλα, τι θέλετε, υλικό, τιμή εποχή, κατασκευαστή; Στην ιστορία μου των πενήντα χρόνων στιλβώματος δεν έχω, απ' ό,τι θυμάμαι, συναντήσει τέτοιο είδος. 
Ο γεράκος έκανε κουβάρι το μαντίλι μαζί με το πάνινο πορτοφόλι που ήταν τώρα άδειο και τα έχωσε στην τσέπη του. 
Θα σας δώσω όμως μια συμβουλή. Όσο κι αν σας είναι άνετα, νομίζω πως δεν είναι καλό να τα έχετε στα πόδια σας εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. 
Και γιατί αυτό;
─ Επειδή, δεσποινίς μου, εφαρμόζουν στα πόδια σας υπερβολικά καλά. Ακόμα κι όταν τα βλέπει κανείς απ' έξω, ως τρίτος, έχουν κάτι το σχεδόν τρομαχτικό. Το στρώσιμό τους είναι τέλειο. Δεν βλέπετε πως τα όρια ανάμεσα στα παπούτσια και το πόδι είναι δυσδιάκριτα; Απόδειξη ότι το παπούτσι έχει αρχίσει να εισβάλλει στο πόδι.
─  Να εισβάλλει;
─ Ναι, έτσι όπως σας το λέω. Σπανιότατα βρίσκει κανείς τόσο φοβερά παπούτσια. Παπούτσια εισβολείς. Μόνον πριν από σαρανταδύο χρόνια μου έτυχε κι εμένα να γυαλίσω μία και μόνη φορά έναν τύπο παπουτσιών ίδιον με αυτά εδώ. Γι' αυτό και τα ξέρω. Δεν θέλω να πω τίποτε κακό, προς Θεού. Απλώς μην τα φοράτε παραπάνω από μία φορά την εβδομάδα. Αν δεν το κάνετε αυτό, δεσποινίς μου, κινδυνεύετε να χάσετε τα πόδια σας. 


***

[1] Yoko Ogawa, Ο παράμεσος (μετάφραση από τα Ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης), Άγρα, Αθήνα 2011.
[2] Φωτογραφία: Rufen Afanador

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Η αλήθεια βαδίζει στα δάση


Οι Γερμανοί είναι ωστόσο παράξενοι άνθρωποι. Τη μία με τις βαθυστόχαστες σκέψεις τους και την άλλη με τις ιδέες εκείνες που ακατάπαυστα αναζητούν κι εισάγουν σ' όλες τις φάσεις της ζωής, φθάνουν στο σημείο να δυσκολεύουν τη ζωή τους υπερβολικά. 
Λότε Άισνερ (1896 - 1983)

Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς έναν σκηνοθέτη πιο αντισυμβατικό από τον Βέρνερ Χέρτσογκ. Παράφρων ιδεαλιστής, μονομανής καλλιτέχνης, συνεργάστηκε επανειλημμένα με έναν ηθοποιό που μισούσε θανάσιμα: τον Κλάους Κίνσκι. Ο Χέρτσογκ ευχόταν καθημερινά τον θάνατο και την καταστροφή του ηθοποιού, ενώ κόντεψαν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον στην περουβιανή ζούγκλα όπου γυρίστηκε η ταινία Αγκουίρε: Η μάστιγα του θεού. Οι συντελεστές μαρτυρούν πως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ο Χέρτσογκ βασάνισε μέχρις εσχάτων ζώα, ηθοποιούς και ιθαγενείς. Κι όμως, ο ίδιος άνθρωπος συνέλαβε τον λυρικό Νοσφεράτου και τις ανεπανάληπτες εικόνες του Grizly Man

Όταν αρρώστησε η θεωρητικός του γερμανικού εξπρεσιονισμού και καλή του φίλη Λότε Άισνερ, την οποία θεωρούσε ιέρεια και μέντορά του, ο Βέρνερ Χέρτσογκ υποσχέθηκε στον εαυτό του πως αν ξεκινούσε με τα πόδια από το σπίτι του και έφτανε οδοιπορώντας μέχρι το δικό της, θα την απέτρεπε από τον θάνατο. Έτσι ξεκίνησε η "Οδοιπορία στον πάγο": μια πεζοπορία από το Μόναχο μέχρι το Παρίσι, ένα τάμα τριών εβδομάδων, που θα ξόρκιζε τον θάνατο.

Προχωρώ με βήμα αποφασιστικό και η γη σείεται και στενάζει. Όταν βαδίζω, βαδίζει ένας βίσονας. Όταν ξαποσταίνω, ξαποσταίνει ένα βουνό. 

“Όλα λύνονται βαδίζοντας. Το βάδισμα μας διδάσκει ό,τι η τέχνη δεν μπορεί” σημειώνει η επιμελήτρια του βιβλίου Ελένη Γιαννάτου.



Η φύση επιβάλλεται στον μοναχικό οδοιπόρο: κάθε πόνος βιώνεται εντονότερα, το φυσικό τοπίο γιγαντώνεται, ήχοι και εικόνες γίνονται απόλυτοι κυρίαρχοι του νου. Στις παρυφές των εθνικών οδών, ο εξαθλιωμένος άντρας περπατά μέχρι να τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του. Τις νύχτες αναζητά καταφύγια σε εγκαταλελειμένα καταλύματα, άδεια σκυλόσπιτα, παρατημένα σχολεία και ερημικές καλύβες. Κοιμάται κάτω από ηλεκτροφόρα καλώδια και αφουγκράζεται το ρεύμα να κυλά στις αρτηρίες τους. Ο ήλιος χάνει τη μία μάχη μετά την άλλη.

Μια βαριά υγρασία πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Ο δρόμος όσο πάει και ανηφορίζει. Κιτρινισμένες φτέρες, τσακισμένες από τη βροχή και το χιόνι, σκουπίζουν με το φύλλωμά τους το έδαφος. Τα σύννεφα και η ομίχλη τραβούν το δρόμο τους δίχως να με λογαριάζουν. Το νερό από τα λιωμένα χιόνια κελαρύζει στα ρυάκια. Φτάνοντας στην κορυφή, βρίσκομαι ξάφνου να βαδίζω μέσα στα σύννεφα. Γύρω μου όλα τα βράχια στάζουν. 

Ένα σκηνικό από βαριά σύννεφα, έρημα δάση, πεσμένα δέντρα, κοιλάδες και λιβάδια εναλλάσσεται με την αίσθηση του πόνου, της δίψας και της σιωπής. Κανένα συναίσθημα δεν εκφράζεται παρά μόνο μια προτίμηση για την απόλυτη μοναξιά: "Είναι καλή η μοναξιά; Ναι, είναι. Με τη διαφορά ότι μας αποκαλύπτει δραματικές προοπτικές για το μέλλον". 

Απόλυτη μοναξιά. Μοναδικός μου σύντροφος ένα μικρό ποτάμι που διασχίζει μια κοιλάδα. Για κάμποσα χιλιόμετρα ένας γκρίζος ερωδιός φτερουγίζει μπροστά μου. Κάθε τόσο σταματά να ξαποστάσει, περιμένοντας να πλησιάσω, για να ξανασηκωθεί από το έδαφος και να συνεχίσει την πτήση του. Είμαι αποφασισμένος να τον ακολουθήσω όπου κι αν πηγαίνει. Η πάχνη καλύπτει τα πάντα. Στα γυμνά κλαδιά των θάμνων κρέμονται δροσοσταλίδες.

Αμπελώνες, σπουργίτια, φύλλα που θροΐζουν στον άνεμο δημιουργούν μια αίσθηση φρεσκάδας. Το τοπίο γίνεται όλο και πιο πληκτικό, οι λέξεις στα βάθη της σκέψης αρχίζουν να χάνονται, ο έναρθρος λόγος μετατρέπεται σε ακατάληπτες κραυγές και κρωξίματα.

Όταν η μηλιά γαλήνεψε, και τα μήλα έπαψαν να κατρακυλούν εδώ κι εκεί στο χώμα, σκέφτηκα ότι τέτοια εγκατάλειψη από τον άνθρωπο είναι στ' αλήθεια απερίγραπτη. Η σημερινή μέρα είναι, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μέρα ερημιάς και απόλυτης εγκατάλειψης. Με αυτές τις σκέψεις πλησίασα το δέντρο κι έπιασα να το ταρακουνώ, ώσπου απέμεινε ολόγυμνο. Μες στην απόλυτη ησυχία τα μήλα ηχούσαν σαν ταμπούρλα, μόλις έπεφταν στη γη. Όταν τελείωσα, ένιωσα να παραλύω από την τρομακτική σιωπή. 

Μετά από είκοσι μέρες πεζοπορίας, αγκαλιά με τη φύση και τον κίνδυνο, ο οδοιπόρος μπαίνει στο σπίτι της λατρεμένης του φίλης. Εκείνη του χαμογελά και το τσακισμένο του κορμί γεμίζει ευφορία. "Ανοίξτε το παράθυρο", είπε, "εδώ και μερικές μέρες μπορώ και πετάω". 

Η Λότε Άισνερ έζησε άλλα οκτώ χρόνια. 


***

[1] Βέρνερ Χέρτσογκ, Οδοιπορία στον πάγο: Μόναχο-Παρίσι, 23 Νοεμβρίου - 14 Δεκεμβρίου 1974 (μτφρ: Γιάννης Καλιφατίδης), Alloglotta, Αθήνα 2019. 
[2] Το κείμενο συνοδεύουν δύο πορτρέτα του σκηνοθέτη και δύο φωτογραφίες οδοιπορικών στα ελληνικά βουνά. 

Κυριακή 4 Αυγούστου 2019

Miren Asiain Lora: Μια Ισπανίδα ζωγραφίζει τη φύση


Στη Βίκυ.

Η Miren Asiain Lora είναι μια νεαρή Ισπανίδα εικονογράφος. Γεννήθηκε το 1988 στην Παμπλόνα, αλλά σήμερα ζει και εργάζεται στο Μπουένος Άιρες. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής στην Ισπανία, την Ιταλία, την Αργεντινή, το Μεξικό, την Κίνα, την Ιαπωνία, την Κορέα και τις ΗΠΑ και έχει βραβευθεί τόσο ως εικονογράφος όσο και ως συγγραφέας παιδικών βιβλίων. 


Το πρώτο της βιβλίο που ανακάλυψα ήταν το Versos de la Τierra. Το βιβλίο είναι αφιερωμένο στον πλανήτη Γη και αυτό που κάνει εντύπωση στον αναγνώστη είναι πως σε κάθε εικόνα ο άνθρωπος είναι μικροσκοπικός. Φαίνεται πως, παρά τη νεαρή ηλικία της, η εικονογράφος έχει συλλάβει πόσο μικρός και ασήμαντος μοιάζει ο καθένας από μας μπροστά στο θαύμα της φύσης και την απεραντοσύνη του κόσμου. 


Στις σελίδες του βιβλίου απεικονίζονται δάση, παγωμένες θάλασσες κι ωκεανοί, αστερισμοί του ουρανού και ζώα που κατοικούν σε διαφορετικούς τόπους και κλίματα. 


Τα ζώα και ο άνθρωπος συνυπάρχουν ειρηνικά. Επικοινωνούν, μοιράζονται γη, νερό και αέρα χωρίς να εκμεταλλεύονται ο ένας τον άλλο. Μια τεράστια φάλαινα χτυπά την ουρά της στο νερό ενώ μια παρέα απολαμβάνει τη βαρκάδα της. 


Άνθρωποι παρατηρούν αποδημητικά πουλιά να φεύγουν για τις νέες τους πατρίδες φτεροκοπώντας μακριά. 


Μια ομάδα παιδιών διασχίζει το γεφύρι που ενώνει δυο βουνοπλαγιές. Αλλού κυριαρχούν τροπικά δάση και αλλού χιονισμένα τοπία...


Σε κάθε σελίδα, όμως, υπενθυμίζεται στον λιλιπούτειο αναγνώστη πόσα λίγα μας χρειάζονται για να είμαστε ευτυχισμένοι.


 Να μπορούμε να χαιρόμαστε την παγωνιά...


Να κολυμπάμε σε μια καθαρή θάλασσα...


Να παρατηρούμε έναν ξάστερο ουρανό...


Να περάσουμε μια νύχτα κοιτώντας το φεγγάρι...


Να κοιμηθούμε ένα βράδυ στο δάσος...


Να ζούμε σε αρμονία με ό,τι μας περιβάλλει...


Πρόσφατα, η Ισπανίδα εικονογράφος διαφήμισε με τα έργα της το πρόγραμμα "Huertas amigas", μια συλλογική εθελοντική πρωτοβουλία της Παμπλόνας. Πρόκειται για μια δράση αλληλεγγύης που αρχικά ανακούφιζε περίπου 300 οικογένειες της Ισπανίας και σήμερα έχει ξεπεράσει τις 700. 

























Το πρόγραμμα είχε στόχο να αξιοποιήσει το πλεόνασμα των οπωροκηπευτικών που μπορούν να διαθέσουν οι παραγωγοί, για να βοηθηθούν ευάλωτες και οικονομικά ασθενέστερες οικογένειες. Το πλεόνασμα διοχετεύεται σε τράπεζες τροφίμων κι αργότερα το δίκτυο "Βοήθησε τον γείτονά σου" αναλαμβάνει τη διανομή του. Είναι μια μικρή δημοτική πρωτοβουλία που απασχολεί αρκετούς εργαζόμενους, ενώ πέτυχε να αυξήσει την παραγωγή και να ενθαρρύνει τη βιολογική καλλιέργεια.

Όπως λέει και μια αγαπημένη μου φίλη, "οι μεγάλες αλλαγές γίνονται με μικρά βήματα". Ας τα κάνουμε λοιπόν κι ας ευχηθούμε ο κόσμος να επιβιώσει από τις καταστροφές που παρακολουθούμε κάθε χρόνο στις τηλεοράσεις μας. 

***

[1] Για την Miren ρίξτε μια ματιά εδώ
[2] Και για το "Huertas amigas" εδώ

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Από κίλερ στην Τουρκιά νόκερ στο Σικάγο

Chicago meat packing industry, 1900's


Τα βαλα κάτ’ και πιο μακριά απ’ την Αμερική δεν ήξερα, ώστε είπα, να, κει θα πάω. Το πολιέμησα, γιατί δεν ήταν εύκολο τότες να σε δεχτούνε, αλλά το πέτυχα. Κι όταν θα ’φευγα, μάζεψα ό,τι δικό μ’ είχα στο σπίτ’, από βρακιά μέχρι φωτογραφίες. Έπεσ’ η μάνα μ’ στα γόνατα, λέει τι είν’ αυτά; Φεύγεις κι ούτε τίποτα δεν αφήνεις δικό σ’ να σε θυμόμαστε. Της λέω τη φωτογραφία τη θες να την κοιτάς και να με κηδεύεις κάθε μέρα με τα δάκρυα, γιατί όσο μ’ είχες κοντά για τούτο παρακάλαες από μέσα σ’. Κείθε πέρα στην Τουρκιά χίλιες μάνες καταριούνται τ’ όνομά μ’, ε, ας είν’ κι εδώ ακόμα μία, έτσ’ της είπα κι έφκα. Δω που ήρθα άνθρωπος δε με γνώριζε και λίγο σα να λευτερώθηκα. Αλλά το ’ξερα ότι η βρωμιά θα μ’ ακολούθαγε. Δέκα χρόνια ήταν αυτά. [...]

Κι ήρθα το λοιπόν μια μέρα στο Γιούνιον και λέω δώμτε δουλειά. Κι αφού σ’ αυτή τη δουλειά ήμανε ο καλύτερος, στέριωσα κι όλοι έρχονται και μου χτυπάνε την πλάτ’, Εγγλιέζοι, Έλληνες, Ρούσοι, Γερμανοί, όλοι. Αλλά πάλι άμα ξέρανε τι είναι η δουλειά που κάνω, ότι σπάω κεφάλια, πάλιε με σιχασιά θα με κοιτάγανε, παρόλο που την κάνω άξια. Αυτά που αηδιάζει ο κόσμος δεν τον πειράζει να γίνονται, αρκεί να μην τα βλέπει και να τα κάνει άλλος. Να μπορούνε να βγούνε σενιαρισμένοι αλαμπρατσέτα με τις κυράδες τους και να μη βρωμάνε, να πιάνουνε τα μαχαιροπίρουνα με χέρια που δεν είναι πρησμένα απ’ το αίμα και να κόβουνε τη μπριζόλα χωρίς να λερωθούνε. Αυτό πάει να πει να ’σαι σιβιλάιζντ. Να πατάς στα σκατά με αψηλό τακούνι. Κρυφή η δουλειά που κάνω στο Γιούνιον, κρυφή κι αυτή που έκανα στον πόλιεμο, απλά εδώ δε με λένε κίλλερ, εδώ με λένε νόκερ, κι είν’ έτσ’ στ’ αυτιά πιο ωραίο.
"Νόκερ" (απόσπασμα)[1]

***
[1] Από τη συλλογή του Δημοσθένη Παπαμάρκου Γκιάκ, Αντίποδες, Αθήνα 2014. 
[2] Στην κρεατοβιομηχανία των ΗΠΑ εργάστηκαν πολλοί έλληνες μετανάστες στις αρχές του 2οού αιώνα. Στο μυθιστόρημα του Άπτον Σίνκλερ Η ζούγκλα (1906) περιγράφονται η φρίκη των σφαγείων, οι βάρβαρες συνθήκες εργασίας, η φτώχεια, οι αρρώστιες, η διαφθορά -για να μη μιλήσουμε για τις συνθήκες "ζωής" και σφαγής των ζώων. Η απελπισία αποκαλύπτεται μέσα από τα μάτια του Γιούργκις Ρούντκους, ενός νεαρού μετανάστη που φτάνει στον Νέο Κόσμο με την αρραβωνιαστικιά του και την οικογένειά της για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Η έκδοση του μυθιστορήματος καθιέρωσε τον νεαρό συγγραφέα ως σταυροφόρο των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ως έναν από τους σημαντικότερους υπερασπιστές της ισότητας και της ανθρωπιάς, ενώ ανάγκασε την αμερικανική κυβέρνηση να διατάξει έρευνες που οδήγησαν σε νόμο περί καθαρής τροφής. [Άπτον Σίνκλερ, Η ζούγκλα, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2008]
[3] Για τα σφαγεία του Σικάγο δείτε εδώ

Σάββατο 6 Ιουλίου 2019

Χτυπήματα στην πλάτη



Δεν ξέρω να μιλήσω για την ποίηση κι ούτε γράφω γι' αυτή. Ας μην είμαστε και τόσο πολυσχιδείς. Μα τώρα που δικτυωνόμαστε πολλαπλώς, αναλογικώς και ψηφιακώς, σαν να 'χει αρχίσει να μου λείπει η έκπληξη και θυμάμαι κάτι στίχους του Γιάννη Βαρβέρη. 

Θέλω να έρθει ένα καλοκαίρι που θα γυρίσουμε από τις διακοπές κι οι φίλοι θα πούνε ιστορίες που δεν βρέθηκαν πουθενά αναρτημένες. Θα μας εκμυστηρευτούν λογιών λογιών κάλπη-κες επιλογές τους και θα πάψουμε να ψαχουλεύουμε ποστ και κόμεντς.

Παραήρθαμε κοντά και μοναδικό μας καταφύγιο απέμεινε η θάλασσα. Εκεί που οι άνθρωποι μιλούν λιγότερο, ξεγυμνώνονται ζωγραφισμένα σώματα. Λαδιά επιβλητικά σχέδια δεν αφήνουν ν' αφουγκραστούμε τη σιωπή και τη γύμνια. 

Τώρα μας ξεκουράζουν αυτά τα πρόσωπα που όσο γερνούν ομορφαίνουν, παίρνοντας τα "ομορφότερα χαρακτηριστικά των συνανθρώπων τους".[1] "Αν τους ρωτήσεις απαντούν και μόνον τ' απαραίτητα σε μια γλώσσα παλιά ευγενική σανσκριτική ακατανόητη κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται στη μερική τους άνοια, μακρινοί."

Πόσα μπορείς να μάθεις απ’ τα σπαράγματα των φράσεων
και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
επειδή κώφευσαν
τίποτε απ’ όλα αυτά δεν διδαχθήκαν
τα παιδιά τους –
κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
με τα τενεκεδένια δούρεια δώρα
της οικειότητας. [2]


[1] Γιάννης Βαρβέρης, "Δανεική ομορφιά". Από τη συλλογή Στα ξένα.
[2] Γιάννης Βαρβέρης, "Ο ενικός, χτυπήματα στην πλάτη". Από τη συλλογή Στα ξένα.

***


Σάββατο 22 Ιουνίου 2019

"Πίσω από το γαλανόλευκο παραπέτασμα"

Μαρτυρία από τη Μακρόνησο

Η εμπειρία των βασανιστηρίων δεν είναι μόνο, ίσως ούτε καν κυρίως, εμπειρία του πόνου, της αβάσταχτης μοναξιάς του πόνου. Είναι επίσης, ίσως και προπαντός, εμπειρία της αδελφοσύνης.
Χόρχε Σεμπρούν, Ασκήσεις επιβίωσης[1]



Για τη Μακρόνησο έχουν ακουστεί και γραφτεί πολλά. Η προπαγανδιστική αφήγηση του μετεμφυλιακού κράτους παρουσίαζε το νησί ως αναμορφωτήριο, χώρο αναψυχής, ξεκούρασης και ανάρρωσης μετανοημένων κομμουνιστών. Από την άλλη, ο Γιώργης Λαμπρινός με το βιβλίο του Μακρονήσι το 1949 και ο Θέμος Κορνάρος με τη συλλογή Γράμματα απ' το Μακρονήσι το 1952 υπήρξαν οι πρώτοι που μίλησαν για κολαστήριο. Η εικόνα ενός εφιαλτικού χώρου εγκλεισμού και μαζικής βίας προκάλεσε τις πρώτες ρωγμές στο επίσημο αφήγημα, που έτσι κι αλλιώς επρόκειτο να διαρραγεί από τις μαρτυρίες κρατουμένων, συγγενικών και φιλικών τους προσώπων. Τα βιβλία που προαναφέρθηκαν, βέβαια, δεν κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα. Εκδόθηκαν στο Βουκουρέστι από τον εκδοτικό οίκο που είχε ιδρύσει το παράνομο ΚΚΕ για να διαφωτίζει τους έλληνες πολιτικούς πρόσφυγες που μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου είχαν καταφύγει στις Λαϊκές Δημοκρατίες. 

Αυτός ο περίπατος των έξι επτά ωρών, η μόστρα από τους ΑΜ και η μόστρα της πολιτείας Μακρονήσι και ξανά πάλι βόλτα, ήταν ένα από τα ψυχολογικά και βασανιστικά σχέδια σε βάρος των κρατουμένων. Η θάλασσα λίμνη, και βασανίζουμαι: "Τι μπορεί να γίνει; Πώς θα μας βγάλουν έξω;"
Εγώ κοίταζα τα τσαντίρια αραδιασμένα πολλά-πολλά, πλατείες, εξωραϊσμούς, δρόμους, μικρά σπιτάκια ολόλευκα και πολλές κολόνες ηλεκτρικού και πολλά φώτα. Διακρίνονταν ακόμα και πολλά μεγάφωνα. [...] Έξω διέκρινα από τα πολλά φώτα με πολύ μεγάλα γράμματα: "Ζήτω ο βασιλιάς Παύλος", "Ζήτω το Έθνος", με κάτασπρα, ασβεστωμένα γράμματα στις πλαγιές. [2] 



Ένας ηλικιωμένος άνθρωπος καλεί τα φαντάσματα της ζωής του για να αφήσει στα παιδιά του την κληρονομιά τους, μιας και "έχασε τόσες ευκαιρίες να πεθάνει νέος", όπως γράφει ο Χόρχε Σεμπρούν. Μοιάζει ευκολότερο να μιλήσει κανείς για τον θάνατο, παρά για τον πόνο ενός σώματος που βασανίζεται. Στις "Ασκήσεις επιβίωσης", ο Σεμπρούν υπογραμμίζει ότι το βασανιστήριο εκπλήσσει τη σάρκα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, το σώμα υποφέρει αγριότερα  από ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. 


Και το ξύλο έπεφτε μέσα στα καΐκια. Αυτά τα θεριά να βαράνε με τα κλομπς, ένας κράταγε καντρόνι. Είχαν αποκάμει οι κρατούμενοι και μόλις άρχισε το ξύλο αυτοί κοιμόντουσαν και όταν άνοιξαν τα μάτια τους βρέθηκαν στην κόλαση. Το περίεργο είναι ότι είχαν όρεξη. Και πού βρέθηκε τέτοια όρεξη για ξύλο, να χτυπούν αλύπητα στις δύο η ώρα τη νύχτα; [...] Να δεις, τι να πρωτοδείς, να πιάσουμε όλη την εικόνα, όλο τον περίγυρο, από τα καΐκια που βγαίνει ο κόσμος, να πέφτει το ξύλο, ο εξωραϊσμός, η ομορφιά αντίθεση με τις πράξεις, η φάλαγγα που τη βάζουν στη σειρά, εις παράταξη, διμοιρίες και τα κλομπς, μια εικόνα τρόμου. 



Στην έκδοση-μαρτυρία του για τη Μακρόνησο με τίτλο Μακρονήσι: Το βιβλίο που ήθελα ν' αφήσω, ο Απόστολος Μπογιατζής αφηγείται την οδυνηρή προσωπική του ιστορία. Φυλακίσεις, εξορίες, απηνείς διωγμοί, στρατοδικεία, κι όμως, σε πείσμα όλων, βγήκε ζωντανός και με σώας τας φρένας. Οι περιγραφές των βασανιστηρίων είναι γροθιά στο στομάχι και σκόπιμα δεν παρατίθενται εδώ. Η θύμηση του παρελθόντος γίνεται χωρίς ίχνος "αυταρέσκειας" και το βάρος δίνεται πάντοτε στη γενναιότητα του συντρόφου. Άλλωστε, στη Μακρόνησο "κανείς δεν υπήρξε μπροστάρης". 

Όμως ο ένας τράβαγε τον άλλον και το μεγάλο κουράγιο από αυτή τη μάχη έδωσε και πήρε το αγωνιστικό ανάστημα που σήκωσε και πήρε το παλικαρίσιο ανάστημα του κομμουνιστή. 



Μακρονήσι. Αυτό τον τίτλο έχω γι' αυτό το βιβλιαράκι που θ' αφήσω ενθύμιο για τον τιτάνιο αγώνα που έκανα και πίστεψα και αγάπησα και ρήμαξα και καταστράφηκα από τη ρίζα, από παιδιά, από γυναίκα και αδερφό και έμεινα στον δρόμο. Όμως έζησα, έζησα γιατί αγαπούσα τον αγώνα του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας. 

Η μαρτυρία του Απόστολου Μπογιατζή περιλαμβάνει πολλές πληροφορίες για την καθημερινότητα των κρατουμένων, τις μεθόδους βασανισμού, την εναλλαγή των ρόλων θύματος-θύτη ("όπως έσπασα εγώ θα σπάσεις κι εσύ!"), την υπογραφή της δήλωσης μετανοίας, τα στρατιωτικά εμβατήρια, τα μαθήματα "διαφώτισης" που έκαναν πολλούς επισήμους να μιλούν για το "θαύμα της Μακρονήσου" (που παραλληλίστηκε ακόμη και με τον Παρθενώνα), τη μαζική εξόντωση του αμετανόητου Α' Τάγματος και τη μαζική απόπειρα αυτοκτονίας περίπου τριάντα παιδιών που κατάπιαν κουτάλια για να ξεψυχήσουν προτού βασανιστούν στο καμίνι, στη θάλασσα, στη φάλαγγα. Σ' αυτή την κόλαση, μόνο η αίσθηση αλληλεγγύης για τον απομακρυσμένο σύντροφο βοηθούσε τον κρατούμενο να αντέξει τον ανυπόφορο πόνο του βασανιστηρίου και την απομόνωση. Μόνο η θέα μιας σφιγμένης γροθιάς που δεν υπέγραψε. 

Όποιος έχει βασανιστεί σε στρατόπεδο παύει να αισθάνεται τον κόσμο οικείο, είχε γράψει ο Ζαν Αμερύ[3]. Αλλά ο Απόστολος Μπογιατζής δεν έχασε στιγμή την πίστη του στον κόσμο. Μπορεί να είναι αδύνατο να νιώσει στη Μακρόνησο την ομορφιά της ζωής και της φύσης, τις ανακαλεί όμως στη μνήμη του τριάντα χρόνια μετά. Άλλωστε, πρόκειται για έναν άνθρωπο που αντιστάθηκε ακόμη και στη συντηρητική ηθική του κόμματός του προκειμένου να συνεχίσει να ζει και να αγαπά.



Η μαρτυρία διασώθηκε, μεταγράφηκε και σχολιάστηκε από τον γιο του αφηγητή, Βασίλη Μπογιατζή, ιστορικό, ο οποίος ανέλαβε την επιστημονική τεκμηρίωση και  επιμέλεια της έκδοσης. Οι υποσημειώσεις περιέχουν πολλές ιστορικές πληροφορίες και τεκμήρια και μαρτυρούν πρωτοφανή εκδοτική φροντίδα. Επιπλέον, ο Βασίλης Μπογιατζής εμπλούτισε το υλικό με προλογικό σημείωμα και αρκετά εκτενή επίλογο, όπου πιάνει το νήμα της αφήγησης του πατέρα και, κατά κάποιο τρόπο, ολοκληρώνει τη βιογραφία του. Ο προσωπικός και εξομολογητικός τόνος αρχικά ξενίζει, αλλά αργότερα συγκινεί τον αναγνώστη, τόσο στη μαρτυρία, όσο και στα συνοδευτικά κείμενα. Τρυφερότητα, περίσσευμα καρδιάς, υποκορισμός φωτίζουν το μεγαλείο ψυχής και ήθους ενός μάρτυρα που καλεί τον γιο του να αναμετρηθεί με την οικογενειακή ιστορία. 



Εδώ μπορεί να ξεκινήσει μια μεγάλη κουβέντα για τη μαρτυρία εν γένει, για τη συνάντηση των μικρών ιστοριών με τη μεγάλη Ιστορία, την κληρονομιά όσων οι γονείς δεν είχαν τίποτα άλλο να αφήσουν παρά μόνο μια πορεία που διδάσκει ανθρωπιά, αξιοπρέπεια και πίστη στο όραμα μιας δικαιότερης κοινωνίας. 

Η μνήμη διατηρεί τα τραύματα ακόμη και σε καιρούς ειρηνικούς. Ωστόσο, πέρα από τη βία της εξορίας, είναι εντυπωσιακό ότι ο αφηγητής δεν κάνει απολύτως καμία κριτική στο Κομμουνιστικό Κόμμα, αν και προδοσίες υπέστησαν αρκετοί από τους πιστούς του, όπως κι ο ίδιος. Τριάντα χρόνια μετά -το κείμενο γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του '80- η εξομολόγηση παραμένει βαθιά αλλά και νηφάλια, με την απλή διαπίστωση ότι οι σκληρότεροι βασανισμοί δεν αφορούσαν τα ηγετικά στελέχη, αλλά τη βάση του κόμματος. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, τριάντα χρόνια μετά τη συγγραφή της μαρτυρίας, ο Βασίλης Μπογιατζής τοποθετεί τα γεγονότα της ζωής του πατέρα του στο διεθνές κάδρο της ιστορίας και ο σχολιασμός του παρουσιάζει μια σπάνια ισορροπία: από τη μια υποκλίνεται μπροστά στο μαρτύριο του πατέρα κι από την άλλη κρίνει ψύχραιμα όσα αποκαλύφθηκαν εκ των υστέρων για τις ολοκληρωτικές πρακτικές που εδραίωσαν το όραμα για το οποίο θυσιάστηκαν χιλιάδες μάρτυρες σε όλο τον κόσμο. 


***

[1] Χόρχε Σεμπρούν, Ασκήσεις επιβίωσης (μτρφ. Έφη Κορομηλά), Πόλις, Αθήνα 2014.
[2] Απόστολος Μπογιατζής, Μακρονήσι: το βιβλίο που ήθελα ν' αφήσω (μεταγραφή, επιστημονική επιμέλεια, επιλεγόμενα: Βασίλης Μπογιατζής), Πληθώρα, Αθήνα 2019.
[3] Ζαν Αμερύ, Πέρα από την ενοχή και την εξιλέωση (μτφρ. Γιάννης Καλλιφατίδης), Άγρα, Αθήνα 2009.

[4] Οι φωτογραφίες που συνοδεύουν το κείμενο είναι του φωτογράφου Δημήτρη Κλεάνθη. Για το πρότζεκτ του Makronisos δείτε εδώ

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

Το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη: Εύη Τσακνιά

Ο Εξώστης


Η Εύη Τσακνιά είναι ζωγράφος. Σπούδασε ζωγραφική στην Ecole Nationale Superieure des Beaux Arts στο Παρίσι και συνέχισε τις σπουδές της στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μαδρίτης παρακολουθώντας μαθήματα λιθογραφίας και χαρακτικής. Στη στήλη Κυριολεξίες του dimartblog σχολίαζε εύστοχα την επικαιρότητα συνδυάζοντας την εικόνα με το λογοπαίγνιο, ενώ τα εξώφυλλά της για τις εκδόσεις Κίχλη έδωσαν νέα πνοή σε κλασικά βιβλία και συχνά καθόρισαν τις αναγνωστικές μας επιλογές. Μεταξύ άλλων, έχει εικονογραφήσει και αρκετά παιδικά βιβλία.

Ο Καρεκλοκένταυρος
Πες μας λίγα λόγια για τη ζωή σου. Πότε ξεκίνησες να ζωγραφίζεις, πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με το σχέδιο;

Ξεκίνησα να ζωγραφίζω, ή να μουτζουρώνω, από τότε που δεν θυμάμαι. Ευτυχώς υπάρχουν αρκετές σχετικές φωτογραφίες όπου είμαι «επί το έργον», καθώς και πάρα πολλά από τα πρώτα μου «έργα», με χρονολογία, τίτλο κλπ., και ευγνωμονώ τη μητέρα μου που τα αρχειοθέτησε και τα φύλαξε. Είναι πάρα πολύ σημαντικό να έχεις εικόνα, στην κυριολεξία, του πρώιμου εαυτού σου όταν μεγαλώνεις, πόσο μάλλον όταν τελικά καταλήξεις να γίνεις καλλιτέχνης. Όταν άρχισα λοιπόν να θυμάμαι, άρχισα και να καταλαβαίνω πως η ζωγραφική δεν ήταν απλώς κάτι για να περνάω την ώρα μου. Μπορεί να ακούγεται αστείο όταν μιλάμε για τέτοιες ηλικίες, αλλά με απασχολούσε πολύ. Ζωγράφιζα τα πάντα, αλλά κυρίως ανθρώπους, τόσο σε σκηνές της καθημερινότητας, όσο και σε εντελώς φανταστικές καταστάσεις. Θυμάμαι να προσπαθώ να πετύχω δύσκολες στάσεις του σώματος, δύσκολες «λήψεις», όπως την κάτοψη ας πούμε, και να υποφέρω μέχρι να το πετύχω. Η παραγωγή ήταν συνεχής και τεράστια, όπως και η αγωνία μου όταν άρχιζαν να εκπνέουν οι μαρκαδόροι μου. Οι γονείς μου, έχοντας καταλάβει βέβαια ότι αυτό ήταν το οξυγόνο μου, φρόντιζαν να με προμηθεύουν συνεχώς με υλικά.

Θέλεις να μοιραστείς μαζί μας μια ξεχωριστή εμπειρία σου στην εικονογράφηση ενός βιβλίου; 

Μια ξεχωριστή εμπειρία μου ήταν όταν εικονογραφούσα τον Εξώστη του Νίκου Καχτίτση, που κυκλοφόρησε το 2012 από την Κίχλη. Το βιβλίο, που δεν το είχα διαβάσει παλιότερα, με μάγεψε. Με μάγεψε στ’ αλήθεια, όχι μεταφορικά, γιατί, ενώ ήταν χειμώνας όταν δούλευα τις εικόνες, εγώ αισθανόμουν τη ζέστη και την υγρασία της Αφρικής που περιγράφει ο ήρωας του Εξώστη. Η ακοή μου είχε οξυνθεί –όπως και εκείνου– σε τέτοιο βαθμό που, αν και με κλειστά παράθυρα, άκουγα ακόμα και το ελαφρύ περπάτημα μιας γάτας πάνω στα φύλλα του κήπου. Εν ολίγοις, θα μπορούσε να πει κανείς, ψιλοτρελάθηκα, σαν τον ήρωα του βιβλίου, και όταν τέλειωσα την εικονογράφηση, δυσκολεύτηκα να βγω απ’ το κλίμα του Εξώστη και της Αφρικής. Αλλά αν δεν τρελαινόμαστε με κάποια πράγματα πού και πού, πώς θα θυμόμαστε ότι τα αγαπήσαμε;

Άγρια χόρτα
Από ποιους εικονογράφους (κλασικούς ή σύγχρονους) έχεις εμπνευστεί; Υπάρχει κάποια τάση ή κίνημα στην τέχνη που σε έχει επηρεάσει περισσότερο;

Έχω επηρεαστεί από διαφόρους ζωγράφους, διαφορετικών εποχών, σχολών και τεχνοτροπίας, δημιουργούς κόμικς, και αργότερα φωτογράφους. Θαύμαζα από μικρή τους Φλαμανδούς ζωγράφους, μια που είχα την τύχη να μεγαλώσω μέσα στα βιβλία, ανάμεσα σε αυτά και πολλά βιβλία τέχνης, που τα καταβρόχθιζα πραγματικά τότε που δεν ήξερα ακόμα να διαβάζω, αλλά καιγόμουν να μάθω πώς κάνεις ένα καλοσχεδιασμένο αυτί ας πούμε, ή ένα χέρι που κρατάει ένα μολύβι ή τις πτυχές ενός υφάσματος. Μόλις άρχισα να διαβάζω κόμικς στο δημοτικό, λάτρεψα το καθαρό σχέδιο του Ερζέ, του δημιουργού του Τεν-Τεν, τον οποίο συνεχίζω να τοποθετώ κοντά στον Γιαν Βαν Άικ, όχι επειδή είναι κι οι δύο Φλαμανδοί, (αν και έχει σίγουρα ενδιαφέρον αυτό), αλλά γιατί θεωρώ ότι πραγματικά πρόκειται για μεγάλους καλλιτέχνες, ο καθένας στο είδος του, που με δίδαξαν σχέδιο πολύ πριν το σπουδάσω. Στο περίφημο έργο του Βαν Άικ Το πορτρέτο των Αρνολφίνι χρωστάω την αίσθηση της προοπτικής δωματίου και του ξύλινου πατώματος με τους ρόζους και τις χαρακιές του, που έμαθα να φτιάχνω με ιδιαίτερη μαεστρία μπορώ να πω.
Και από τον Ερζέ, ανάμεσα σ
τα άλλα, έμαθα να σχεδιάζω κύματα χωρίς χρώμα, για δοκιμάστε το –είναι πραγματικά πολύ δύσκολο. Αγάπησα πολύ και πολλούς άλλους καλλιτέχνες, όπως τον Κλέε, τον Γιόζεφ Μπόις, τον Υβ Κλάϊν, χωρίς να έχω επηρεαστεί απαραίτητα από τη γραφή τους. 
Αν μπορώ να πω ότι με επηρέασε κάποιο κίνημα, αυτό είναι η Movida, μια που την έζησα στο πικ της, στη Μαδρίτη το 1984-85, όταν σπούδαζα εκεί στη Σχολή Καλών Τεχνών. Η Movida Madrileña, ένα κίνημα αντικουλτούρας που γεννήθηκε στη Μαδρίτη στις αρχές της δεκαετίας του΄80, κατά τη διάρκεια της μετάβασης της Ισπανίας από την 40χρονη δικτατορία του Φράνκο στη Δημοκρατία. Δεν ήταν ένα κίνημα τέχνης μόνο, ήταν ο Μεσογειακός Μάης του ’68 της δικής μου γενιάς και στην ουσία μια απελευθερωτική απενοχοποίηση της υπερβολής, του κιτς, του δράματος, του μελό, απαραίτητη κατά τη γνώμη μου αν θέλεις μιλάς, να γράφεις και να ζωγραφίζεις για τη ζωή και τους ανθρώπους.

Μια φορά κι έναν καιρό ένα πόδι
Στη χώρα μας υπάρχει δυνατότητα βιοπορισμού από την εικονογράφηση; 

Στη χώρα μας νομίζω πως είναι δύσκολος ο βιοπορισμός γενικώς. Και πολύ σωστά διατύπωσες την ερώτηση περί βιοπορισμού από την εικονογράφηση συγκεκριμένα στη χώρα μας, γιατί στη χώρα μας είναι το πρόβλημα, όχι στη φύση της δουλειάς ή στην παρατεταμένη κρίση, που έπαιξε βέβαια κι αυτή τον ρόλο της. Καταρχάς, αν και έχουμε εξαιρετικούς εικονογράφους και κυκλοφορούν εξαιρετικής αισθητικής εικονογραφημένα βιβλία τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, βαθιά μέσα στο μυαλό τόσο του κοινού, όσο και πολλών εκδοτών αλλά και συγγραφέων, υπάρχει ακόμα η αντίληψη ότι η εικονογράφηση δεν είναι απαραίτητη, εκτός από τα παιδικά βιβλία που εκεί δεν μπορεί να γίνει κι αλλιώς. Είμαστε πολύ εγκεφαλικοί τύποι απ’ ό, τι φαίνεται. Δεν υπάρχει η κουλτούρα των εφαρμοσμένων τεχνών στην Ελλάδα, όπως και η συνήθεια της καλαισθησίας σε ό, τι μας περιβάλλει. Εδώ και στη μετάφραση ακόμα, που είναι μια δεύτερη συγγραφή, εδώ και λίγα χρόνια άρχισε επιτέλους να αναγνωρίζεται το δυσκολότατο και τόσο σημαντικό έργο του μεταφραστή και να αναφέρεται το όνομα του στις διαφημίσεις και στις παρουσιάσεις του βιβλίου στον Τύπο. Πιστεύω λοιπόν πως έχουμε ακόμα δρόμο. Η εικονογράφηση, η μετάφραση, η αισθητική επιμέλεια του βιβλίου, η επιμέλεια του κειμένου, δεν έχουν πάρει ακόμα ούτε τη θέση, ούτε την αναγνώριση που τους πρέπει.

Ο ποντικός και η θυγατέρα του
Τι σχέση έχει ένας εικονογράφος με την παιδικότητα; Πόσο καθορίζουν τη δουλειά του οι παιδικές του αναμνήσεις;

Ο Πικάσο έλεγε πως «όλα τα παιδιά γεννιούνται καλλιτέχνες· το θέμα είναι να παραμείνουν καλλιτέχνες όταν μεγαλώσουν». Συμφωνώ και προσθέτω πως αν οι καλλιτέχνες δεν διατηρήσουν στοιχεία της παιδικότητάς τους, θα πάψουν να εκπλήσσονται, να εξερευνούν καινούργια πράγματα και μοιραία θα πάψουν να είναι καλλιτέχνες. Έτσι και ο εικονογράφος, είναι αδύνατον να ζωγραφίσει παιδικά βιβλία, αν δεν αντλήσει από τις δικές του παιδικές αναμνήσεις. Όχι από γεγονότα, αλλά από τα συναισθήματα που είχε ως παιδί και τους συμβολισμούς τους. Τι χρώμα είχε, ας πούμε, τότε ο φόβος; Πώς θα ζωγράφιζες τη λέξη ανυπακοή; Ψηλή, καμπουριασμένη, με κότσο ή με κοτσίδια σε όλο το κεφάλι; Τι γεύση είχε το νερό από τις βρύσες του σχολείου μετά από το μέχρι τελικής πτώσεως παιχνίδι στο διάλειμμα; Αυτό που ονομάζουν οι ενήλικες με τόσο θαυμασμό φαντασία, εγώ το λέω καλή μνήμη.

Η εικόνα ασκεί σίγουρα μιας μορφής διαπαιδαγώγηση. Μπορεί μέσα από το έργο ενός εικονογράφου να καλλιεργηθεί στο παιδί η ευαισθησία απέναντι στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου; 

Σίγουρα το έργο ενός εικονογράφου μπορεί να ευαισθητοποιήσει τα παιδιά γύρω από τα σύγχρονα προβλήματα. Η επιρροή της εικόνας είναι τεράστια στα μικρά παιδιά, όπως και η ευθύνη του εικονογράφου. Όμως δεν πρέπει να έχει διδακτικό χαρακτήρα, γιατί εκεί το χάνεις το παιχνίδι. Αρκετά έχουν να μάθουν τα παιδιά στο σχολείο, δεν χρειάζεται λοιπόν τα εξωσχολικά βιβλία να μοιάζουν με τα σχολικά τους βιβλία, θα ήταν τρομερά βαρετό. Εκεί βέβαια, παίζει μεγάλο ρόλο και το κείμενο. Να θίγει το πρόβλημα, αλλά να μην είναι διδακτικό, να μη νουθετεί, να μπορεί και ο εικονογράφος να απογειωθεί και το παιδί να ενδιαφερθεί. Και από κάπου βέβαια να μπαίνει φως. Όχι γλυκερό happy end, ελπίδα. Την έχουμε ανάγκη τόσο εμείς, όσο και τα παιδιά.

Καλοκαίρι στην καταχνιά
Στις σειρά Κυριολεξίες του “dimartblog” τα έργα σου συνδύαζαν εύστοχα την εικόνα με το λογοπαίγνιο και την επικαιρότητα. Ήταν μια στήλη που θύμιζε παλιές καλές γελοιογραφίες. Σήμερα η ανάγνωση της εφημερίδας έχει πάψει να αποτελεί καθημερινή συνήθεια και ο Τύπος περνά κρίση. Ποιο θα είναι το μέλλον της γελοιογραφίας;

Σ’ ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Καταρχάς να πω ότι οι Κυριολεξίες στο dimartblog δεν τέλειωσαν, μόνο για λίγο καιρό ξαποσταίνουν και ξανά προς τη δόξα τραβάν. Κάποια στιγμή θα επανέλθουν με παραλλαγές ίσως, με άλλο τίτλο, θα δούμε. Ο Τύπος βέβαια περνάει μεγάλη κρίση εδώ και χρόνια και αυτό επηρεάζει πολύ τη γελοιογραφία που εξαρτάται άμεσα απ’ αυτόν. Παρόλα αυτά, τα τελευταία χρόνια είχαμε μια δυναμική επάνοδο της πολιτικής γελοιογραφίας, από γελοιογράφους όπως ο Δημήτρης Χατζόπουλος, ο Ανδρέας Πετρουλάκης, ο Ηλίας Μακρής, ο Αρκάς, που είχαμε να δούμε από την χρυσή εποχή του Γιάννη Ιωάννου επί ΠΑΣΟΚ. Δεν είναι τυχαίο βέβαια που η πιο πετυχημένη και καυστική σάτιρα ανθίζει συνήθως με αριστερές ή αριστερόστροφες κυβερνήσεις.

Γυναίκα σε μπαρ
Τα τελευταία χρόνια έχεις φιλοτεχνήσει αρκετά εξώφυλλα για τις εκδόσεις Κίχλη. Για σένα το εξώφυλλο ενός βιβλίου αποτελεί κριτήριο για την επιλογή του; Υπάρχει κάποιο βιβλίο, λογοτεχνικό ή μη, του οποίου θα ήθελες να είχες σχεδιάσει το εξώφυλλο;

Τα βιβλία της Κίχλης, είναι πραγματικά ένα κι ένα, όπως και τα εξώφυλλά της. Δεν εννοώ βέβαια μόνο τα δικά μου εξώφυλλα, και ούτε χρειάζεται να είναι όλα ζωγραφικά. Και μια φωτογραφία, η κατάλληλη φωτογραφία που συνομιλεί υπαινικτικά με το θέμα του βιβλίου, με τον σωστό σχεδιασμό, την κατάλληλη γραμματοσειρά, το ανάλογο χαρτί, ακόμα και το σχήμα του βιβλίου μπορούν να κάνουν ένα εξώφυλλο μοναδικό. Αυτό το στοιχείο το έχουν τα βιβλία της Κίχλης, καθώς και μερικών άλλων εκδοτικών οίκων, και έτσι χαίρομαι πολύ όταν βλέπω όλο και περισσότερα ωραία εξώφυλλα. Ευτυχώς έχει αλλάξει το τοπίο σε σχέση με παλιότερα. Σίγουρα το ωραίο, ευφάνταστο και καλοσχεδιασμένο εξώφυλλο είναι το πρώτο που με τραβάει σε ένα βιβλίο. Αν βοηθά και το θέμα, καθώς και το απαραίτητο κείμενο στο οπισθόφυλλο, που δίνει ένα στίγμα για το περιεχόμενο και το ύφος της γραφής, θα μπω στον πειρασμό να αγοράσω το βιβλίο. Είναι πολλά τα βιβλία των οποίων τα εξώφυλλα θα ήθελα να σχεδιάσω, όπως π.χ. τον Δράκουλα του Μπραμ Στόουκερ, τον Τομ Σόγιερ και τον Χακ Φιν του Μαρκ Τουέιν, βιβλία που έχω αγαπήσει πολύ από μικρή και πάρα πολλά άλλα κλασικά ή σύγχρονα. Μη σου πω και βιβλία που δεν έχω διαβάσει ή δεν έχουν γραφτεί ακόμα αλλά τα φαντάζομαι.

Ποια είναι η θέση του βιβλίου στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο; Πώς βλέπεις το μέλλον του;

Τα ψηφιακά έντυπα, παρόλο που συναντάμε πια πολλά και αξιόλογα, έχουν ακόμα την αμηχανία του νέου μέσου, ως προς τον σχεδιασμό κυρίως, αλλά και το ύφος. Αν και προφανώς αγαπώ πολύ το παραδοσιακό βιβλίο, δεν είμαι από του ανθρώπους που αποκλείουν το ψηφιακό και αρνούνται να δούνε τις τεράστιες δυνατότητες της ψηφιακής εποχής. Άλλο πράγμα όμως το ένα, άλλο το άλλο. Γι’ αυτό πιστεύω πως τόσο το έντυπο όσο και το ψηφιακό θα συνεχίσουν να συνυπάρχουν στο μέλλον. Ίσως να γίνεται μια αυστηρότερη επιλογή στο τι τυπώνεται και τι όχι, για οικολογικούς λόγους. Μακάρι.

"Απόκριες" 
Ο Ε.Χ. Γονατάς έλεγε πως τα βιβλία μοιάζουν πολύ με κοσμήματα. Είναι “σαν μικρά αντικείμενα, στα οποία συγκεντρώνονται σε μικρογραφία ή υπαινικτικά διάφορες τέχνες, της γλώσσας και του ματιού: η ποίηση, η πεζογραφία, η ζωγραφική, η φωτογραφία και φυσικά η ίδια η τέχνη της τυπογραφίας”. Όσο πιο επιμελημένο είναι ένα βιβλίο, τόσο ανεβαίνει το κόστος. Το βιβλίο για σένα αποτελεί ένα αντικείμενο πολυτελείας που κάποιοι μπορούν να αγοράσουν ή ένα ελαφρύ, φτηνό, χρηστικό αντικείμενο που θα έπρεπε να απευθύνεται σε κάθε βαλάντιο;

Ο Ε.Χ. Γονατάς έβλεπε πραγματικά το βιβλίο σαν ένα μικρό έργο τέχνης και το απέδειξε εκδίδοντας τα βιβλία του στις εκδόσεις «Στιγμή», με τη σχολαστική τυπογραφική και αισθητική επιμέλεια του Αιμίλιου Καλιακάτσου και του ίδιου βέβαια, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον και αγωνία όλη τη διαδικασία. Ο Γονατάς ήταν από αυτούς τους συγγραφείς που δεν έμεναν μόνο στο κείμενο, αλλά έβλεπαν το βιβλίο σχεδόν σαν μια αυτόνομη οντότητα, σαν ένα πολύτιμο αντικείμενο που συμπύκνωνε πολλές τέχνες μαζί και συμφωνώ μαζί του. Δεν είναι κάποια παλιομοδίτικη αντίληψη αυτή, αλλά ένα θέμα διαχρονικό και απλό: αν θεωρείς απαραίτητη την τέχνη και την καλαισθησία γενικότερα στη ζωή σου ή όχι.
Πολλούς συγγραφείς αλλά και απλούς αναγνώστες δεν τους αφορά το κομμάτι της εικόνας, ούτε σκοτίζονται ιδιαίτερα για την αισθητική των πραγμάτων και δεν είναι κακό αυτό. Επιλογές υπάρχουν για όλους. Οπότε το ζήτημα με την ποιότητα του βιβλίου είναι κυρίως θέμα οπτικής και νοοτροπίας και όχι οικονομικών προδιαγραφών, γι’ αυτό δεν το θεωρώ αντικείμενο πολυτελείας. Σαφώς υπάρχουν και πρέπει να υπάρχουν και τα πιο ακριβά βιβλία που το είδος τους απαιτεί ένα σπάνιο χαρτί και μια ιδιαίτερη αισθητική που ανεβάζει το κόστος. Ένα τέτοιο βιβλίο όμως, πρέπει να ξέρεις πρωτίστως να το εκτιμήσεις, να ξέρεις πως το αγοράζεις όπως θα αγόραζες μια γκραβούρα ή μια μεταξοτυπία περιορισμένων αντιτύπων, ένα μικρό έργο τέχνης δηλαδή. Τίποτα δεν εμποδίζει βέβαια και μια πολύ οικονομική έκδοση να είναι καλαίσθητη και επιμελημένη. Το κόστος είναι φθηνή δικαιολογία για τα κακόγουστα βιβλία. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τα βιβλία, αλλά για ό,τι μας περιβάλλει.

***


[1] Έργο για τον Εξώστη του Νίκου Καχτίτση, Κίχλη 2012. 
[2] Έργο για τη στήλη του dimartblog Κυριολεξίες. [Για τη στήλη ρίξτε μια ματιά εδώ].
[3] Εξώφυλλο για την ποιητική συλλογή Άγρια Χόρτα της Βάλιας Τσάιτα-Τσιλεμένη, Κίχλη 2017. 
[4] Εικόνα από το παραμύθι του Γιώργου Τσακνιά Μια φορά κι έναν καιρό, ένα πόδι, Εκδόσεις Πατάκη 2018.
[5] Εικόνα από τη διασκευή της Φίλιας Δενδρινού στο  λαϊκό παραμύθι Ο ποντικός και η θυγατέρα του, Εκδόσεις Εν πλώ 2019.
[6] Έργο για τη στήλη του dimartblog Κυριολεξίες. 
[ 7], [8] Εικόνες από το μυθιστόρημα της Έλενας Μαρούτσου Δύο, Κίχλη 2018.
[9] Έργο για την έκθεση Europa 80s - 90s, Γκαλερί ΠΕΡΙΤΕΧΝΩΝ, 2012. 

* Η έκθεση της Εύης Τσακνιά "Βιβλιοφαγία" συνεχίζεται στο βιβλιοπωλείο Λεμόνι (Ηρακλειδών 22) μέχρι τις 15 Ιουλίου.