Τετάρτη 31 Μαΐου 2023

Όνειρα τραίνων



Στα "Όνειρα τραίνων" πλήθη εργατών κόβουνε ολόκληρα δάση για να συναρμολογήσουν τις μεγαλύτερες γέφυρες των αμερικανικών σιδηροδρόμων. Άλογα σακατεμένα από το βάρος προχωρούν πάνω στον ξυλόδρομο βυθισμένα στη σιωπή, ξύλινες σκαλωσιές αιωρούνται στο κενό πάνω από αδιάβατα βάραθρα, ενώ τεράστια μηχανήματα, που οι εργοδηγοί ονομάζουν "γαϊδούρες" καίνε τα ξύλα, πάλλονται, βογκούν και μουγκρίζουν στα βουνά. 

Στον Γρέινιερ αρέσει η μεγάλη κλίμακα που έχουν τα πράγματα μέσα το δάσος, η αίσθηση ότι είναι χαμένος κάπου μακριά και η πεποίθηση ότι,  με τόσα δέντρα να τον φυλάνε, τίποτα δεν μπορεί να τον βλάψει. Δουλειά, σωματική προσπάθεια, εξάντληση και ξεκούραση στο τέλος της ημέρας. 

Βέβαια, το δέντρο σου φέρεται σαν φίλος μόνο αν το αφήσεις στην ησυχία του. Όσο είναι όρθιο έχει το ρόλο του φύλακα. Τη στιγμή που το πριόνι χαράζει το ξύλο, ξεκινά ο πόλεμος. Τις περισσότερες φορές ένα έμπειρος ξυλοκόπος είναι σε θέση κρίνει προς τα πού θα πέσει ο κορμός και με επιδέξια κοψίματα να τον κάνει να προσγειωθεί στην ανηφόρα απαλός σαν βελόνα. Μία στις εκατό, το δέντρο γίνεται φονιάς και πενήντα τόνοι ξύλο βρίσκουν τον πριονιστή στο κεφάλι. Μαδέρια που ζυγίζουνε τόνους μπορούν να κατρακυλήσουν από το κάρο και να σκοτώσουν τα άλογα ή να αφήσουν τον εργάτη παράλυτο για πάντα. 

Υπήρχαν διαφορετικές εκδοχές για την καταγωγή του Γκρέινιερ και δεν τον ενδιέφερε να υιοθετήσει καμιά τους. Είχε χάσει την οικογένειά του ως παιδί. Όταν έχασε και την οικογένεια που κατάφερε να αποκτήσει ως ενήλικας, άρχισε να αλυχτά στο δάσος  σαν λύκος. Όπως λένε οι Ινδιάνοι, "δεν υπάρχει ούτε ένας λύκος που δεν μπορεί να εξημερώσει άνθρωπο". Στα βουνά της Μοντάνα, όταν πέφτει το σκοτάδι και το φεγγάρι γεμίζει, υπάρχουν  πλάσματα που δεν τα έπλασε ο Θεός. 

Ο Γκρέινιερ θα ταξιδέψει στην Ουάσιγκτον, το Σιάτλ, τη Γιούτα, τη Μοντάνα, το Άινταχο και θα  δουλέψει στις γέφυρες των σιδηροδρόμων μια ολόκληρη ζωή. Θα περπατήσει στα δάση των πολιτειών της Βόρειας Αμερικής, θα τα δει να καίγονται, θα φτιάξει καλύβες, θα ζήσει σε καιρούς που οι άνθρωποι χειροκροτούσαν στο τσίρκο ακροβάτες και παιδιά θαύματα, σιαμαίους αδελφούς και δωδεκαδάκτυλους, θα δει τον πιο χοντρό άνθρωπο του κόσμου και θα προλάβει την εποχή που ο Έλβις Πρίσλεϊ ταξίδευε ακόμη με το τρένο. 

***

Ντένις Τζόνσον, Όνειρα τραίνων (μτφρ.: Παναγιώτης Κεχαγιάς), Αντίποδες, Αθήνα 2023. 

Παρασκευή 19 Μαΐου 2023

Μικρά πράγματα σαν κι αυτά



Όταν είδα τα Πνεύματα του Ινισέριν, μια από τις καλύτερες ταινίες που παίχτηκαν στα σινεμά αυτό τον χειμώνα, σκέφτηκα πόσο πολύ θέλω να επισκεφτώ την ιρλανδέζικη εξοχή. Μια μικρή πόλη που τίποτα δεν συμβαίνει. Που οι εποχές του χρόνου κυλούν ειρηνικά, οι άνθρωποι πηγαίνουν κάθε βράδυ στην ίδια παμπ, μιλούν με τους ίδιους γείτονες, πίνουν την ίδια μπίρα, κάνουν την ίδια κουβέντα. Οι άνθρωποι στο Ινισέριν νιώθουν τόσο ασφαλείς στη ρουτίνα τους, που όταν στην απέναντι ακτή ξεσπά ένας εμφύλιος πόλεμος, κανένας δεν δίνει σημασία. Δεν επηρεάζει σε τίποτα τις ζωές των κατοίκων, που αρμέγουν τις αγελάδες τους, μαζεύουν την μπουγάδα πριν από τη βροχή, φτιάχνουν γλυκό από τα φρούτα της εποχής κι αυτό ήταν όλο. 

Τον Οκτώβρη τα φύλλα των δέντρων ήταν κίτρινα. Έπειτα τα ρολόγια γύρισαν μια ώρα πίσω και οι δυνατοί άνεμοι του Νοέμβρη ήρθαν και φύσηξαν και ξεγύμνωσαν τα δέντρα. Στην πόλη του Νιου Ρος, οι καμινάδες έφτυναν καπνό, που έπεφτε χαμηλά και παρασυρόταν, αχνές, λεπτές τούφες που γρήγορα σκορπίζονταν πάνω από τις αποβάθρες, και σύντομα ο ποταμός Μπάροου, σκούρος σαν μαύρη μπίρα, φούσκωσε από τις βροχές. 



Στο Μικρά πράγματα σαν κι αυτά της Κλερ Κίγκαν, η πόλη του Νιου Ρος θυμίζει το Ινισέριν. Στις αρχές της δεκαετίας του '80 η ζωή δεν παρουσιάζει και πολλές διαφορές. Μοιάζει να έχει σταματήσει στις αρχές του αιώνα. Οι άνθρωποι στέκονται στην ουρά του ταχυδρομείου, χαζολογούν και κουτσομπολεύουν στα μικρά εμπορικά καταστήματα, παραγγέλνουν καυσόξυλα για τον χειμώνα. Ο Φέρλογκ ξυπνά κάθε πρωί προτού χαράξει, ρίχνει μια ματιά στις πέντε κόρες του και σκέφτεται πόσο τυχερός είναι που έχει δουλειά, φαγητό και πέντε κορίτσια που έχουν ανατραφεί σωστά και τον συνοδεύουνε στην εκκλησία. 

Καθόταν στο παράθυρο με την κούπα στο χέρι, κοιτάζοντας το δρόμο και το ποτάμι μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του, κι όλα τα μικροπράγματα που συνέβαιναν εκεί έξω: τα αδέσποτα σκυλιά που έψαχναν για αποφάγια στα σκουπίδια, τις σακούλες έξω από τα φαγάδικα και τους άδειους κάδους που τους παράσερνε η ορμή του ανέμου και η βροχή, τους τελευταίους θαμώνες που έφευγαν από την παμπ, τρεκλίζοντας στον δρόμο για το σπίτι. 

Αυτή είναι η ζωή στην ιρλανδέζικη ύπαιθρο. Οι άνθρωποι σιωπούν και κάνουν αυτό που οι άλλοι περιμένουν από αυτούς για να μπορέσουν να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Τι αξία είχαν όλα αυτά; αναρωτιόταν ο Φέρλογκ. Δουλειά και ατέλειωτη έγνοια. Να σηκώνεται πριν βγει ο ήλιος και να πηγαίνει στη μάντρα, να πηγαίνει τις παραγγελίες, τη μία μετά την άλλη, από το πρωί ως το βράδυ, έπειτα να επιστρέφει αφού είχε πέσει ο ήλιος και να πλένει από πάνω του την κάπνα, να κάθεται για βραδινό στο τραπέζι και να κοιμάται μέχρι να ξυπνήσει πάλι, πριν βγει ο ήλιος, για να κάνει ακριβώς τα ίδια, για άλλη μια φορά.


Τι συμβαίνει όταν κάποιος αποφασίζει για μια φορά στη ζωή του να φανεί γενναίος; Υπάρχει καλοσύνη χωρίς θάρρος; Μπορεί ο Φέρλογκ να στρέψει την πλάτη του στη συνένοχη σιωπή των συγχωριανών του; Μπορεί κάποιος να ζήσει χωρίς τον γείτονά του, σε μια μικρή πόλη που η εκκλησία κρατά ομήρους τους κατοίκους της; 

* * * 
Claire Keegan, Μικρά πράγματα σαν κι αυτά (μτφρ. Μαρτίνα Ακητοπούλου), Μεταίχμιο, Αθήνα 2023.