Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Η τελευταία αρκούδα του δάσους

Με τον Άκη Παπαντώνη είμαστε στην ίδια πάνω κάτω ηλικία. Μεγαλώσαμε κι οι δυο τη δεκαετία του 1990, στα νότια προάστια της Αθήνας. Δεν αποκλείεται να πηγαίναμε και στα ίδια σχολεία. Ήταν η εποχή των ιδιωτικών καναλιών και των ποπ τραγουδιών, των τοπ τεν και των μέγκα σταρ, του Μπέβερλι Χιλς, της αφθονίας.

Ήταν η εποχή των απευθείας συνδέσεων και του CNN, η εποχή του “συμβαίνει τώρα”. Κι αυτό που συνέβαινε στο σαλόνι μας ήταν ο πόλεμος. Ο πόλεμος στον Περσικό, ο πόλεμος στη Γιουγκοσλαβία. Ήταν η εποχή που η Νανά Παλετσάκη, εκφωνήτρια ειδήσεων σε ιδιωτικό κανάλι αποκάλεσε τη Γιουγκοσλαβία "Γιουγκοσλαβίτσα", συμπληρώνοντας το λάθος της με τη χιουμοριστική φράση "τι να κάνουμε, κυρίες και κύριοι, όσο πάει μικραίνει αυτό το κράτος!".

Ήταν η εποχή των καταλήψεων, η εποχή που υπουργοί παιδείας συζητούσαν την επαναφορά της ποδιάς και της απογευματινής παρακολούθησης των μαθητών, η εποχή που ευυπόληπτα πολιτικά πρόσωπα του σήμερα κυκλοφορούσαν σε παρακρατικές συμμορίες αρματωμένοι τσεκούρια. Ήταν η εποχή που τα σχολεία έκλειναν ενθαρρύνοντας τους μαθητές να παραστούν σε συλλαλητήρια γιατί “η Μακεδονία ήταν, είναι και θα είναι πάντα ελληνική”, όπως είχε δηλώσει και η ποντιακής καταγωγής Σταρ Ελλάς. Η δήλωσή της συγκίνησε το πανελλήνιο και της χάρισε τον τίτλο της Μις Ευρώπης.

Εκείνη την εποχή, που εμφανίστηκαν οι Nirvana κι εγώ παρακολουθούσα στα τσαρτς τα αγαπημένα μου τραγούδια, ακούγαμε στις ειδήσεις πως νεοναζιστικές συμμορίες χαράσσουν αγκυλωτούς σταυρούς στα πρόσωπα των θυμάτων τους. Ήταν η εποχή των σκιν χεντς. Οι συμμαθητές μας φορούσαν αρβίλες με λευκά κορδόνια και φλάι μπουφάν. Πολλοί κουρεύονταν με την ψιλή.

Σ’ εκείνη την εποχή, που τόσο ανέμελα θυμάμαι, τοποθετεί τους ήρωες της νουβέλας του ο Άκης Παπαντώνης· δύο αδέρφια που μεγαλώνουν στην Αθήνα χωρίς τον πατέρα τους. Κι ενώ ο μικρότερος υποθέτεις πως βρίσκει ένα (ασθενές) αποκούμπι στα γράμματα, ο μεγαλύτερος γίνεται μέλος του Λαϊκού Συνδέσμου και συμμετέχει με άλλους έλληνες εθνικιστές στον πόλεμο της Βοσνίας. Γιατί οι Σέρβοι είναι Ορθόδοξοι κι αδέλφια μας.

Ο μεγάλος αδελφός δίνει στον μικρό τις αναμενόμενες πατρικές συμβουλές: να διαβάζει, να γαμάει, να μένει μακριά από "αριστερούς βρομιάρηδες". Κι όσο παρακολουθείς την πλοκή, ημιτελή ποιήματα αναμειγνύονται με μαρτυρίες επιζησάντων της μεγαλύτερης σφαγής αμάχων που συνέβη στη μεταπολεμική Ευρώπη. Κι έτσι τα σταυρωτά βέλη της Γαλάζιας Στρατιάς κάνουν το άλμπουμ των παιδικών μας χρόνων πολύ σκοτεινότερο. Αλλά δεν ξέραμε πολλά τότε.

Γιατί μπορεί γύρω να γινόταν πόλεμος αλλά εμείς ήμασταν παιδιά”.

***

Άκης Παπαντώνης, Η τελευταία αρκούδα του δάσους, Κίχλη, Αθήνα 2023. 

Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

Ο Γιώργος Ιωάννου εικονογραφημένος


Πολλά Χριστούγεννιατικα ρεβεγιόν, όπως λένε, και νύχτες πρωτοχρονιάς έχω περάσει ολομόναχος μέσα σ'αυτό το δωματιάκι. Τα ταξί κορνάρουν στην Ομόνοια για τον καινούριο χρόνο, ο κόσμος τραγουδάει και φιλιέται, κι εγώ κουκουλωμένος με τις ωτοασπίδες στ' αυτιά, δεν ξέρω πια τι να ευχηθώ στον εαυτό μου. Την άλλη μέρα όλα ευτυχώς ξεχνιούνται.

Ανεβάσαμε σε μας το μονό αυτό κρεβάτι, τη μέρα που μάζεψαν απ’ τη γειτονιά μας τους εβραίους, κι απ’ το ίδιο κιόλας βράδυ, αν δεν κάνω λάθος, άρχισα να κοιμάμαι σ’ αυτό. Το πάπλωμα, το στρώμα, και τα λερά σεντόνια του τα είχαν στο μεταξύ άλλοι αρπάξει. Το κρεβάτι ήταν το μόνο πράγμα που είχε απομείνει τελικά μέσα στο άγρια λεηλατημένο διαμέρισμα. Και το μόνο εβραϊκό πράγμα, που ύστερα από πολύ δισταγμό πήραμε –το ορκίζομαι.

Κοιμόταν ο Ίζος σ’ αυτό. Δυο χρόνια μεγαλύτερός μου, μα φίλος μου. Συχνά, παίζοντας στο διαμέρισμά τους κρυφτό ή άλλα παιχνίδια, κρυβόμασταν αποκάτω ή χωνόμασταν για να πάρουμε τη μπάλα που είχε κυλήσει. Κάποτε μάλιστα, που λείπαν οι δικοί μου, μας είχαν κοιμήσει αγκαλιά στο κρεβάτι αυτό. Τότε πρωτοείδα το νεανικό τριχωτό στεφάνι της ήβης. Είναι αλήθεια πως είχε αρκετούς κοριούς το κρεβάτι, και παρ’ όλο το κυνήγημα που αργότερα τους κάναμε, δεν εξολοθρεύτηκαν ποτέ εντελώς. Ήρθε καιρός που δόξαζα το Θεό γι’ αυτή τη διάσωση. Κάτι είχε σωθεί απ’ το αίμα του Ίζου και ενωθεί ίσως με το δικό μου.

Μέσα στου Ίζου το δωμάτιο μονάχα το καφετί σιδερένιο κρεβάτι του είχε απομείνει. Σίγουρα, δεν το είχαν αρπάξει γιατί είχε πολλές σούστες σπασμένες. Όταν το είδα, σαν να ξαναείδα τον Ίζο μπροστά μου. Ανέβηκα απάνω του και το είπα: ήθελα το κρεβάτι του. Με δυσκολία κατέβηκαν να με βοηθήσουν. Ήταν άλλωστε όλοι τους πλαγιασμένοι απ’ την πρωινή ταραχή. Το ανεβάσαμε, δέσαμε γερά τις σούστες του και κατόπι το ζεματίσαμε για τους κοριούς. Άρχισα να κοιμάμαι σ’ αυτό από το ίδιο βράδυ, από τότε δηλαδή που άρχισαν τα μεγάλα μαρτύρια του Ίζου.


Κοιμήθηκα σ’ αυτό το κρεβάτι για πολλά χρόνια. Όλες τις χαρές –ποιες χαρές;– και τ’ ατέλειωτα μαρτύρια της νιότης μου. Εδώ με πιάσανε αργότερα οι αγωνίες, οι αϋπνίες, τα άγχη, και το κρεβάτι ξαναπήρε απ’ τα στριφογυρίσματά μου να σπάνει. Προσπαθώντας να αυτοθεραπευτώ –πράγμα που θαρρώ πως σχεδόν τα κατάφερα– αμέτρητες οργιαστικές σκηνές και συνθέσεις έχω στήσει πάνω σ’ αυτό. Μια αόρατη, θαρρείς, παρουσία μ’ έριχνε σ’ ένα ατέλειωτο ερωτικό παροξυσμό. Κάθε βράδυ και κάτι άλλο, κάτι καινούργιο και πιο τολμηρό ή, στις εξαιρετικές περιπτώσεις, νέες παραλλαγές στο βασικό μοτίβο. Όταν παράγινε εκείνο το κακό, και μπλέχτηκαν ερωτισμοί, αυτοερωτισμοί, διαβάσματα, ανέχειες, κρίσεις θρησκευτικές, που μου τις δημιούργησαν πρόωρα κάτι ολέθριοι τύποι, έφτασα στο σημείο ν’ αποδίδω το κατάντημά μου ακόμα και στο κρεβάτι του Ίζου. Το καταραμένο αυτό κλινάρι είχε φάει τον Ίζο, τώρα πήγαινε να φάει κι εμένα. 


Προχτές, ένας παλιατζής που φέραμε για να μας ξαλαφρώσει απ’ τις παλιατσαρίες μας, αρνήθηκε, ευτυχώς, να το πάρει. Είναι σαράβαλο, είπε, δεν αξίζει ο κόπος. Αυτό έχει συμβεί κι άλλες φορές• δεν μπορέσαμε να το ξεφορτωθούμε. Κι έτσι το κρεβάτι εξακολουθεί να σκουριάζει στην αποθήκη μας. Εγώ, όμως, άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά μήπως θα πρέπει να το επιδιορθώσω και ν’ αρχίσω να κοιμάμαι και πάλι σ’ αυτό. Είναι μάταιο κι αστείο σχεδόν να επιμένω να κοιμάμαι σε διπλό κρεβάτι. Δεν ξορκίστηκε έτσι καθόλου το κακό. Άλλον άνθρωπο δεν είδα να γλυκανασάνει στο πλάι μου. Ας ξαναβρώ τουλάχιστον τις φαντασίες μου και τα παλιά οράματά μου, όποια κι αν είναι. Κάτι είναι κι αυτό.

Πολλές φορές τη νύχτα, καθώς κάθομαι κλεισμένος μέσα και δουλεύω ή στοχάζομαι, προσπαθώ να ανακαλέσω τα γέλια, τις χαρές, τα αστεία, τους χορούς και τις γλυκιές φιλικές ματιές, που διασταυρώθηκαν επί δεκαετίες σ΄ αυτούς τους βουβούς τώρα χώρους και σχεδόν απορώ με τη ματαιότητα των εγκοσμίων και τη μουγγαμάρα των στοιχείων της ύλης, που είναι βέβαια αυτά τα ίδια με τότε. Τίποτε!

***


[1] Ατάκτως ερριμμένα αποσπάσματα από τα κείμενα του Γιώργου Ιωάννου "Το κρεβάτι" (Η Σαρκογάφος, Κέδρος, Αθήνα 1971) και "Ο γείτονάς μου Λαπαθιώτης".
[2] Εικόνες: Salman Toor

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Βιβλία του 2021

Ήμουν και είμαι άνθρωπος που λατρεύει τις ανασκοπήσεις, τα φλας μπακ, τους απολογισμούς και τις λίστες. Λίστες δώρων, λίστες όσων έγιναν ή πρέπει να γίνουν. Λίστες με υποχρεώσεις, λίστες με επιθυμίες, λίστες με στόχους. Λίστες με μέρη που επισκέφτηκα, ταινίες που είδα, φίλους που θέλω να πάρω τηλέφωνο, φίλους που θέλω να δω, βιβλία που θέλω να διαβάσω, βιβλία που διάβασα και πάει λέγοντας. 

Οι λίστες δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Βέβαια, βάζουν το μυαλό σε μια τάξη. Όταν το μυαλό είναι από τη φύση του τακτοποιημένο και οι λίστες επιμένουν να το απασχολούν χωρίς να έχουν πραγματικό λόγο ύπαρξης, πρόκειται περί ψυχαναγκασμού. Εγώ είμαι ψυχαναγκαστική χρόνια τώρα. 

Σε σπάνιες περιπτώσεις οι λίστες μάς μιλούν. Για παράδειγμα, πάντοτε υπήρχε μια λίστα με αναρτήσεις που ήθελα να κάνω στο ιστολόγιο. Με τα χρόνια άρχισε να αυξάνει επικίνδυνα. Κόντεψε να με φάει. Όταν η λίστα γιγαντώθηκε κι η όρεξη συρρικνώθηκε, συνειδητοποίησα πως ήρθε η ώρα να τα παρατήσω. Πού και πού επιστρέφω. Όπως τώρα. 

Στη λίστα των βιβλίων που διάβασα το 2022, μέτρησα 42. Σημαδιακό, δεν μπορείς να πεις. Ξεκίνησα (ξανα)διαβάζοντας τον Ίαν Μακ Γιούαν, που τον είχα αγαπήσει από την Εξιλέωση και το Σάββατο. Ο Πρώτος έρωτας ήταν μια εξαιρετική σειρά διηγημάτων που βρήκα σε φιλική βιβλιοθήκη και μου θύμισε εκείνα τα φανταστικά βιβλία τσέπης που έβγαζε κάποτε ο Οδυσσέας κι εγώ τα καταβρόχθιζα σαν τρελή τον καιρό που δούλευα στο βιβλιοπωλείο. Συνέχισα διαβάζοντας το Στην ακτή και, παρόλο που δεν μου φάνηκε σπουδαίο, διάβασα και την Έμμονη αγάπη, ένα αριστούργημα. Το ξεκινάς και δεν παίρνεις χαμπάρι πού το πάει. 

Μέσα στον χειμώνα κατάφερα να αφοσιωθώ στον Γουόρεν, που με περίμενε όλο το φθινόπωρο στο ράφι με τα αδιάβαστα και με καθήλωσε με το Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά. Αναζήτησα και τις δυο κινηματογραφικές του μεταφορές. Πολύ καλή η πρώτη, μάλλον κακή η δεύτερη. Από τις χειρότερες ερμηνευτικές απόπειρες του Σον Πεν. 

Διαβάζοντας μανιωδώς για τη διατριβή που πασχίζω να προχωρήσω, επέστρεψα στις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα και ό,τι παλιό ή καινούργιο έχει γραφτεί γι' αυτές.  Σε μια προσπάθεια να συνδυάσω το τερπνόν μετά του ωφελίμου που λένε, εκεί που ασχολιόμουν με ό,τι αφορά το ανατολικό μπλοκ, έπεσα πάνω στο Ανατολικά της Δύσης του Μίροσλαβ Πένκοφ που ισορροπεί τόσο τρυφερά το τραγικό με το αστείο. 

Με συγκίνηση επέστρεψα στο Πανδοχείο της μνήμης του Τόνι Τζαντ, όπου μπορεί να βρει κανείς υπέροχες σελίδες για τα κιμπούτς, την εβραϊκότητα, τη ζωή του σύγχρονου ακαδημαϊκού, τη διδασκαλία, τη μαθητεία, τη διαχείριση της οικογενειακής ιστορίας, την ασθένεια. 

Στις αρχές του καλοκαιριού, διάβασα το Δόκτωρ Ζιβάγκο του Παστερνάκ και ό,τι μπόρεσα να βρω για την ιστορία αυτού του βιβλίου: το Νόμπελ, οι μυστικές υπηρεσίες, τα παράνομα πόκετ μπουκ που κυκλοφόρησαν στην Expo 58.

Στο καράβι για τη Νίσυρο κατάπια χωρίς να το καταλάβω καμιά διακοσαριά σελίδες από την Ιστορία αγάπης και σκότους του Άμος Οζ, ενώ κατά κοινή ομολογία διαβάζω αργά. Συνέχισα με τον Ιούδα, που πραγματεύεται συγκλονιστικά την έννοια του προδότη και το, απογοητευτικό για μένα, Μαύρο κουτί. 

Ένας συγγραφέας που δεν είχα ασχοληθεί μαζί του, παρόλο που μου άρεσαν πολύ τα πρώτα του βιβλία, ήταν ο Μισέλ Ουελμπέκ. Τον πήρα μαζί μου στο Πήλιο και με βοήθησε να ξεχάσω λίγο τον καύσωνα και τα τσιμπήματα απ' τις τσούχτρες. Ψηφίζω Πλατφόρμα. Δ α γ κ ω τ ό. 

Με έλληνες συγγραφείς ασχολήθηκα ελάχιστα φέτος. Ξεχώρισα όμως τα Ανήσυχα άκρα του Νίκου Παναγιωτόπουλου, το Εκεί που ζούμε του Χρίστου Κυθρεώτη και την Πόλη και τη σιωπή του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη. 

Μεσολάβησαν διάφορα άλλα και τελικά η χρονιά τελείωσε με το Neverhome του Λερντ Χαντ, ένα διαμάντι για τον αμερικανικό εμφύλιο, γεμάτο λυρισμό και ανατροπές, και τις Κόκκινες Ψυχές του Πωλ Γκρεβεγιάκ, στις οποίες ελπίζω να επανέλθω σύντομα με μια εκτενέστερη ανάρτηση. 

Και κάτι ακόμη. Το 2021 πήρα το πρώτο μου Kindle! Είμαι αμήχανη απέναντί του και δεν ξέρω αν τα βιβλία που διαβάζω εκεί πρέπει να γράφονται σε χωριστή λίστα ή όχι. Δεν περίμενα πως θα μου άρεσε, αλλά ευτυχώς εδώ και λίγο καιρό έχω μάθει να εκτιμώ μιαν αρετή ακόμη: την ελαφρότητα. 

***

[1] Ίαν Μακ Γιούαν, Πρώτος έρωτας (μτφρ. Ρωξάνη Καυτατζόγλου), Οδυσσέας, Αθήνα 1979.

[2] Ίαν Μακ Γιούαν, Στην ακτή (μτφρ. Ελένη Ηλιοπούλου), Πατάκης, Αθήνα 2008. 

[3] Ίαν Μακ Γιούαν, Έμμονη Αγάπη (μτφρ. Έλλη Εμκέ), Νεφέλη, Αθήνα 1999. 

[4] Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν, Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου), Πόλις, Αθήνα 2020.

[5] Μίροσλαβ Πένκοφ, Ανατολικά της Δύσης (μτφρ: Άκης Παπαντώνης), Αντίποδες, Αθήνα 2016.

[6] Τόνι Τζαντ,  Το πανδοχείο της μνήμης (μτφρ: Γιώργος Καράμπελας - Κώστας Λιβιεράτος), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2019. 

[7] Μπορίς Παστερνάκ, Δόκτωρ Ζιβάγκο (μτφρ. Μαρία Τσαντσάνογλου), Ποταμός, Αθήνα 2015. 

[8] Άμος Οζ, Ιστορία αγάπης και σκότους (μτφρ. Ιακώβ Σιμπή), Καστανιώτης, Αθήνα 2014. 

[9] Άμος Οζ, Ιούδας (μτφρ. Μάγκυ Κοέν), Καστανιώτης, Αθήνα 2016.

[10] Άμος Οζ, Το μαύρο κουτί (μτφρ. Ιακώβ Σιμπή), Καστανιώτης, Αθήνα 2010. 

[11] Μισέλ Ουελμπέκ, Πλατφόρμα (μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης), Εστία, Αθήνα 2005. 

[12] Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ανήσυχα άκρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2020.

[13] Χρίστος Κυθρεώτης, Εκεί που ζούμε, Πατάκης, Αθήνα 2019

[14] Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, Καστανιώτης, Αθήνα 2013. 

[15] Λερντ Χαντ, Neverhome (μτφρ.: Χρήστος Οικονόμου), Πόλις, Αθήνα 2021. 

[16] Paul Greveillac, Κόκκινες ψυχές (μτφρ. Στέλα Ζουμπουλάκη), Πόλις, Αθήνα 2021. 



Τετάρτη 27 Ιανουαρίου 2021

"Μέθοδος Πουαρώ": Το οδοιπορικό μιας ευαίσθητης μισανθρώπου



Είναι κρίμα ένας νέος λογοτέχνης να μη βρίσκει την εκδοτική φροντίδα που του αξίζει. Κάτι η οικονομική κρίση, κάτι που οι εκκολαπτόμενοι φιλόδοξοι πεζογράφοι είναι πολλοί, οι εκδότες βλέπουν μάλλον με επιφύλαξη τα πονήματα των νέων δημιουργών. Τυχαίνει να έχουν αναζητήσει εναγωνίως εκδότη έργα που  αποδείχθηκαν σπουδαία, αγαπήθηκαν από τους αναγνώστες  και την κριτική και βραβεύτηκαν από τις σχετικές επιτροπές. 

Είναι μια σκέψη που κάνω συχνά, με διάφορες αφορμές, αλλά τούτη τη φορά αναφέρομαι στη Μέθοδο Πουαρώ, της Ελισσάβετ Τσακανίκα, ένα σύντομο μυθιστόρημα γεμάτο χιούμορ, καθημερινά υπαρξιακά δράματα και μπόλικο αυτοσαρκασμό. 

Η Αγάθη Χρήστου, πρωταγωνίστρια της ιστορίας, είναι μια ελληνίδα φαν της (συνονόματής της) Αγκάθας Κρίστι. Έχει μελετήσει σε βάθος την προσωπικότητα του Ηρακλή Πουαρώ και εύχεται να ζούσε σε άλλη χώρα και άλλη εποχή. Κυρίως, όμως, εύχεται να ταξίδευε με άλλου είδους τρένα και όχι τα βαγόνια του ΗΣΑΠ. 

Η Αγάθη είναι ένα εμμονικό κορίτσι που έχει πρόβλημα με τους γιατρούς και με την ηλικία της. Βέβαια, δεν είναι φιλάρεσκη, ούτε ματαιόδοξη. "Δεν ήθελε να κρύψει την ηλικία της από τον κόσμο, ήθελε να την κρύψει από τον εαυτό της". 

"Αυτοί", σκεφτόταν η Αγάθη, "αν υπήρχε τρόπος να γνωρίζουν πότε θα πεθάνει ο καθένας μας, θα είχαν σίγουρα καθιερώσει σύστημα αντίστροφης μέτρησης της ηλικίας από το τέλος, για να τους διευκολύνει καλύτερα στη δουλειά τους. Θα σε κοιτούσαν με αναίδεια και θα σε ρωτούσαν: Πόσα σας μένουν;

Σχολαστική, ευθύβολη και ακριβολόγος, αυτή η παράδοξα συμπαθής ηρωίδα, έχει και εμμονή με τη γλώσσα. Και εδώ που τα λέμε, πόσο να αντέξει κανείς όταν διαβάζει πως "η Μόλυ είναι ντυμένη πρέπουσα για την περίσταση", "ο δράστης ήταν γνώστης στις αστυνομικές αρχές", 'οι σεισμολόγοι είναι καθησυχαστικοί, καθώς η περιοχή είναι σεισμογενής" και άλλα όμοια. Όταν λοιπόν βλέπει σε κηδειόσημο της γειτονιάς πως μια γειτονική της οικογένεια κηδεύει "τον αγαπημένο της Βησσαρίων Αμπατζόγλου", η Αγάθη λυγίζει. Πέθανε ένας άνθρωπος που, όσο ζούσε, δεν αναρωτήθηκε ποτέ πώς σχηματίζεται η αιτιατική του ονόματός του. 

Τι νόημα έχει να ζήσεις, αφού θα πεθάνεις; Και το κυριότερο; Τι νόημα έχει να βγάλεις το παιδί σου Βησσαρίωνα, ή Ίριδα, αφού δεν μπορείς να το κλίνεις; Το ν' αφήνεις το παιδί σου άκλιτο είναι χειρότερο κι απ' το να τ' άφηνες ατάιστο. 


Σε έναν κόσμο γεμάτο μετριότητα κι αγραμματοσύνη, σε μια πόλη όπου οι άνθρωποι περιφέρονται στα βρόμικα βαγόνια του ηλεκτρικού, η Αγάθη εύχεται να μπορούσε να μεταφερθεί στο σύμπαν του Ηρακλή Πουαρώ, όπου δεν επιτρέπονται εκπτώσεις στην απόλαυση της καθημερινότητας. Ο αγαπημένος της Πουαρώ ατένιζε τα γεράματα αγέρωχα και μετέτρεπε τη μεθοδική οργάνωση της καθημερινότητάς του σε ιεροτελεστία: στίλβωμα λουστρινιών, στόλισμα του πέτου, επιμελής περιποίηση του μουστακιού, τελετουργία του πρωινού και απογευματινού ροφήματος, ανάγνωση της αλληλογραφίας και πάει λέγοντας. Οι ήρωες της Αγκάθας Κρίστι απολαμβάνουν το τσάι τους κοιτώντας την αλληλογραφία τους και το συναρπαστικότερο που βρίσκουν εκεί είναι μια πρόσκληση σε τσάι.

Στην Αγάθη,  η όλη εμπειρία του μεσοπολεμικού τραίνου θα φαινόταν αρκούντως συναρπαστική, ακόμη κι αν έλειπε ο στραγγαλισμός στον παραλλήλως διερχόμενο συρμό. Αχθοφόροι, βαγόνια πρώτης θέσης με αναπαυτικά κουπέ, αμαξοστοιχίες-εστιατόρια, υπηρέτες που αναγγέλλουν ότι το τσάι σερβιρίστηκε! Ωραία πράγματα! 


Μιας και δεν ζει στη βρετανική εξοχή, η Αγάθη μετακινείται στην Αθήνα αποφεύγοντας τον συγχρωτισμό. Στην προσπάθειά της να μην ακουμπιέται με τους συνεπιβάτες της, σφίγγει τα πόδια της τόσο δυνατά που έχει μετατραπεί σε γοργόνα των μέσων μαζικής μεταφοράς όπου αποκαρδιωμένη ακούει τους επαίτες να εκλιπαρούν "Αποτελώ τετραμελής οικογένεια...". Άλλη μια αιτιατική που απειλήθηκε. 

Τι τύχη μπορεί να έχει το tea party μιας κοπέλας ανίκανης να αναπτύξει το οποιονδήποτε συναισθηματικό δεσμό; Ένα ετερόκλιτο γκρουπ ατόμων καταλαμβάνει το σαλόνι της και διαμορφώνει το μωσαϊκό της εποχής μας: καλλιτεχνικές τάσεις, οικολογικές ευαισθησίες, πολιτικοποίηση και νοικοκυροσύνη. Εργένηδες που αφιερώνονται στη διάσωση των αλεπούδων, σε πολιτικές νεολαίες και σε σεμινάρια μαγειρικής. Πού να ξέρουν όλοι αυτοί πως όταν σε προσκαλούν σε τσάι, το τσάι είναι υποχρεωτικό; Πως αν φανούν ασυνεπείς, σοκολατάκια και καπ κέηκς μπαινοβγαίνουν στο ψυγείο για να διατηρηθούν φρέσκα, ενώ η οικοδέσποινα καταβάλει επίπονες προσπάθειες να κρατήσει τα τριαντάφυλλα δροσερά για ώρες;

Τι μπορεί να επιδράσει παρηγορητικά στον ψυχισμό ενός τέτοιου κοριτσιού; Η φαντασία; Η ανθρώπινη δυστυχία που προβάλλεται σε ριάλιτι με παχύσαρκους πρωταγωνιστές; Η ποίηση που μιλά την οικουμενική γλώσσα του γυναικείου μαζοχισμού α λα Πολυδούρη; Βυθισμένη στον κόσμο της αυτολύπησης, η Αγάθη περιφέρεται στους γάμους των συμμαθητών της και εύχεται να γνωρίσει "τον κατάλληλο" και να αποκτήσει κι εκείνη κάποτε ένα μωρό. Ένα μωρό έξυπνο, με πλούσιο λεξιλόγιο, που θα πηγαίνει μόνο του στην τουαλέτα και αμέσως μετά θα ψεκάζει τον χώρο με αρωματικό σπρέι.

Η παραλία του Βαρνάβα, όμως, όπου "απολαμβάνει" το μπάνιο της με τις  ορδές των λουόμενων της Αττικής δεν έχει καμία σχέση με τις ακτές της Κορνουάλης και η νεαρή κοπέλα μοιάζει καταδικασμένη στη δυστυχία. Μια γυναίκα που από λάθος γεννήθηκε στις συνοικίες της Αθήνας και όχι στην Τορκί του Ντέβον. Μια ευαίσθητη μισάνθρωπος που δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τον χρόνο, που θρηνεί σε κάθε αλλαγή εποχής, που την πονά το στρώσιμο των χαλιών και οι αλλαγές των ρούχων στις ντουλάπες. Στο αστυνομικό μυθιστόρημα που γράφει στο μυαλό της, η Αγάθη σκοτώνει την ίδια τη ζωή. 

***

Ελισσάβετ Τσακανίκα, Μέθοδος Πουαρώ, εκδόσεις Τυφλόμυγα, Αθήνα 2018. 

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

Όνειρο

Oνειρεύτηκα τρεις συγγραφείς φυλακισμένους. Ο ένας ήταν  φυλακισμένος σε κανονικό δεσμωτήριο, με κελιά, με κάγκελα, μ'  ανθρωποφύλακες. Αλλά ελευθερώθηκε. Ο δεύτερος ήταν αιχμάλωτος της συνείδησής του. Ελευθερώθηκε κι αυτός. Ο τρίτος είχε βρει τον τρόπο να γίνει ο πιο δυστυχισμένος απ' όλους κι έμεινε εγκλωβισμένος στην ανάμνηση της ερωμένης του.

Σύντροφε, κοιμάσαι;

Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουν οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;
[1]

Monia Merlo

Είναι χρόνια τώρα που θέλω να γράψω ένα ωραίο βιβλίο. Ένα βιβλίο με δέντρα, μ’ ένα ψαράδικο λιμανάκι κι ένα μεγάλο έρωτα. Νάναι μια κόρη που να τη φωνάζουν Ίγγεμποργκ κι άλλη μια, η Μονάκριβη. Τα λόγια γεμάτα και ήρεμα σαν ποτάμι, να φεγγίζουν μες απ’ τις γραμμές του χρυσαφένια. Όπως το ηλιοβασίλεμα πίσω απ’ τα λιόδεντρα και τα πεύκα. Να τελειώσω το βιβλίο και να μη μου κάνει καρδιά να τ’ αφήσω, μόνο να κάθομαι να γράφω άλλες δυο σελίδες, με κυρτά των δέκα, λευκά, έτσι, για να μείνω ακόμα λίγο με τη συντροφιά των δακρυσμένων ηρώων μου. Θέλω να γράψω ένα βιβλίο λυπημένο που να κάνει ευτυχισμένους όσους το διαβάζουν. 

Μα είναι τούτη η κατάρα της εποχής μας που μου πατάει το σβέρκο και μου κολλά το πρόσωπο πάνω στη δυστυχία των ανθρώπων, πάνω στις ανοιχτές πληγές, στη λάσπη και τον κοριό. Και σκληράθηκαν όλα: η φωνή, τα δάχτυλα κι η καρδιά μου. Κι ο Απρίλης, ο Απρίλης με τις πασχαλιές, γίνηκε ο μήνας ο σκληρός. Τον βλέπω σαν ξερή πέτρα να βουλιάζει αργά μέσα σε μιαν άγονη και πυρωμένη αμμοθάλασσα. Και γύρω από την πέτρα είναι τσακάλια κι ακρίδες και σκορπιοί και σκολόπετρες και φίδια και γεράκια. Είναι και τα κίτρινα κόκκαλα της εξορίας και της μοναξιάς. Τον Απρίλη γευτήκαμε πρώτη φορά το φαρμάκι της προδομένη φιλίας. Γι’ αυτό είναι και πιο σκληρός.[2]


"Όταν λείπεις, προσπαθώ να μετρήσω την κίνηση του ρολογιού, να δω το φως πώς αλλάζει. Ξέρω πως το ρολόι κινείται, πως το φως όσο πλησιάζει το βράδυ λιγοστεύει και σώνεται. Δε βλέπω τίποτα. Ούτε τη θερμοκρασία που κατεβαίνει μαζί με το βράδυ, ούτε το δέντρο πως μεγαλώνει. Χωρίς εσένα, είμαι μικρός, το καταλαβαίνω, πολλές φορές ένα τίποτα. 

Συχνά δε θυμάμαι πώς βρέθηκα από το ένα πεζοδρόμιο στ’ άλλο. Ξέρω μόνο πως ενώ πρώτα βρισκόμουν στο αντικρινό, τώρα είμαι εδώ. Γενικά υπάρχουν στη ζωή μερικά γεγονότα, που άθελά τους ξεχνιούνται. Παραδείγματος χάρη, πότε και πόσες φορές έκανα δήλωση, ακόμα και τι έγραφα μέσα. 

Όμως θυμάμαι όλους τους πόρους στο δέρμα σου, ίσως γιατί από κει αναπνέω, των παρειών σου το πύρωμα, έτσι όπως θα ‘θελα πάντα να είναι ζεστή η ζωή, τους κυματισμούς της κοιλιάς σου, μια κίνηση, που αν με συνόδευε στο πέρασμα του δρόμου για το αντικρινό πεζοδρόμιο, δε θα την ξεχνούσα ποτέ, της ραχοκοκαλιάς σου το τόξο, ουράνιο, τη μυστική σου σπηλιά, καμίνι που μέσα του λιώνουν όλες οι δεύτερες πράξεις μου, μερικά λυπηρά γεγονότα που σβήνουν εκεί και ξεχνιούνται ολότελα".[3]

***

[1] Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991. 

[2] Μια εξομολόγηση του Στρατή Τσίρκα στα 1947. Από το άρθρο του Μίλτου Πεχλιβάνου, "Σημεία στίξεως της ανάγνωσης: Δημήτρης Ραυτόπουλος και Στρατής Τσίρκας", Μανδραγόρας, Τχ.30, Σεπτέμβριος 2003.  

[3] Μάριος Χάκκας, "Οι εξαιρετικές μου στιγμές", από τον Μπιντέ, Κέδρος, Αθήνα 1986


Δευτέρα 16 Νοεμβρίου 2020

Παλαιές Διαθήκες


 Δεν υπάρχει δρόμος

μήτε άνθρωπος

μονάχα σκόνη.[1] 

...η αντοχή, ο μόνος τρόπος επιβίωσης.[2]


Μια γυναίκα βασανίζεται. Σε ποιο απ' τα βλαστάρια της ν' αφήσει το σπίτι που γεννήθηκε; "Αν καταπέσω, ποιος θα με κοιτάξει;" 

"Αν καταπέσει, ποιος θα την κοιτάξει;"

Ξεκούκιζε τις τελευταίες χάντρες της ζωής της κι οριστική απόφαση ήταν αδύνατο να λάβει. 

Πρωτότοκοι, υστερότοκοι και αποπαίδια διεκδικούμε το βιός των προγόνων μας. Μόλις τελειώσει το πλιάτσικο, ξεπλένουμε τα χέρια στον νιπτήρα, τινάζουμε τη σκόνη απ' τα ρούχα, κλείνουμε το γενικό. 

Από την αρχαιότητα. Από τον καιρό του Δημοσθένη. Αναζητούμε από το πιάτο του θανάτου το συμπαθητικό μερτικό μας. 


Τους εμπιστεύτηκε τυφλά,

τους αγιογδύτες

τους άθλιους που πάτησαν

κι οι τρεις τυφλά

όλους του όρους της διαθήκης, 

ροκάνισαν όλα τα λεφτά.

δεκατέσσερα τάλαντα, 

τα έφαγαν, όλα τα ξεκοκάλισαν

και εγκατέλειψαν οι αδίστακτοι

το καχεκτικό αγόρι εφτά χρονών, 

τη μικρή αδερφή του και τη μάνα 

πάμφτωχους, αφρόντιστους, μονάχους.

Οι νεκροί: Σαν ψάρια, αφήνουνε οικόπεδα στην άμμο του βυθού. 

"Το πιο φρικτό ναυάγιο θα ήταν να σωθούμε", λένε. Κι αν γυρίσουνε πίσω;

"Κωλόπαιδο, 

Έχεις να δεις τη μάνα τρία χρόνια, 

και θες να σου γράψει και το σπίτι". 


Είμαστε κι εμείς που κρατάμε απ'

τους δικούς μας μόνο την ορμήνια τους.

Αν σήμερα, για παράδειγμα, 

τώρα ακριβώς, 

πρέπει οπωσδήποτε να πω 

τις τελευταίες λέξεις, 

να γράψω τη διαθήκη μου

σ' ένα χαρτί, 

μετρώ μονάχα ένα "γεια χαρά"

και ίσως

(δεν είμαι σίγουρη)

ένα "καλό βράδυ". 

Τα καημένα τα γεροντάκια.

Τα καημένα τα λόγια μας. 

* * * 

[1] Γιώργη Παυλόπουλου, "Η σκόνη" 

[2] Τίτου Πατρίκιου, "Δίσεχτα χρόνια"

[3] Όλα τα υπόλοιπα σκόρπιες φράσεις από την ποιητική συλλογή της Σοφίας Σακελλαρίου, "Από την τέφρα μου ίχνος να μη φυλαχτεί": Διαθήκες, Άγρα, Αθήνα 2020. 


Πέμπτη 15 Οκτωβρίου 2020

Ήρωες, αντιήρωες και ψαράκια στη γυάλα

Giulia Pintus

Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.[1] 

Μου αρέσει πολύ να παρατηρώ τo πρόσωπο του ανθρώπου, υπαρκτού και μη. Νομίζω πως αγάπησα ανθρώπους που ποτέ μου δεν γνώρισα μόνο από το πρόσωπό τους. Κι όχι επειδή ήταν "όμορφο" αν υποθέσουμε πως υπάρχει αυτό το πράγμα, η ομορφιά. 

Για παράδειγμα, αγάπησα τον Μίμη Σουλιώτη για το μουστάκι και το τρυφερά πονηρό χαμόγελό του (σαν να αστειευόταν στα πολύ σοβαρά). Ύστερα διάβασα όλα του τα ποιήματα. Μιαν άλλη φορά, είδα σε λογοτεχνικό περιοδικό τον Νίκο Χουλιαρά να λοξοκοιτάζει το φακό και αναζήτησα τα βιβλία του, έτσι, για να ανακαλύψω τις σκέψεις πίσω από αυτό το βλέμμα.

Το ίδιο και κάθε φορά που ξετρυπώνω μια νέα εικονογράφο. Αφού ρίξω μια ματιά στο έργο της, αρχίζω κι αναζητώ πρόσωπα· την έκφραση, το συναίσθημα που αποτυπώνεται σε μια μπαλίτσα που πολλές φορές μοιάζει να μην έχει καθόλου χαρακτηριστικά. 

Giulia Pintus

Στην Ιταλίδα Giulia Pintus, βρήκα τον κύριο με τη φρατζόλα υπό μάλης. Εκείνον τον ανθρωπάκο που άλλοτε με ένα καρπούζι και άλλοτε με μια φρατζόλα ψωμί, περνούσε ξυστά πλάι από την Ιστορία, χωρίς να θέλει να αποτελέσει μέρος της. Τον ήρωα από το "Ψαράκι της γυάλας" του Μάριου Χάκκα. Υπάρχει κανείς μας που να μην του μοιάζει; Που να μην έχει αναπολήσει το παρελθόν ξαπλωμένος σε μια σεζλόνγκ; Που να μην έχει αποφύγει μια ηθική υποχρέωση με το πρόσχημα πως θα μείνει νηστική η γατούλα του; Ποιος θα ρίξει πρώτος τον λίθο στον άνθρωπο που αγόρασε με δάνειο ένα διαμέρισμα κι απ' όταν έγινε δικό του αισθάνθηκε πως πρώτο τώρα έρχεται το σπιτικό του; Έτσι κι ο χοντρούλης της εικόνας. "Αφού πέρασε μισή ζωή στις φυλακές, αγόρασε κι αυτός ένα σπιτάκι με βεράντα". 

«Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.[2] 

Δεν ξέρω αν ο Χάκκας δικαιολογεί τον ήρωά του. Μάλλον όχι. Ο Χουλιαράς δικαιολογεί τον δικό του αφηγητή που την ημέρα που ο κόσμος καίγεται έξω από το Πολυτεχνείο εκείνος θέλει να γυρίσει σπίτι του και να μην κάνει τίποτα;

Γιατί οι θυσίες γίνονται από τους λίγους και οι γιορτές απ' τους πολλούς. Γιαυτό κιόλας, εγώ, κάθε χρόνο τέτοια μέρα, νιώθω κάτι σα ντροπή, και δε μου ΄ρχεται να πάω σ' αυτή τη πορεία, γιατί το βράδυ εκείνο, που φώναζαν τα παιδιά απ' το Πολυτεχνείο, δεν τα κατάφερα να κάνω τίποτα. Μονάχα το στομάχι μου πόναγε και μου 'ρχονταν να κάνω εμετό. Κι ύστερα, δεν μπορούσα άλλο, και βγήκα απ' το σπίτι. Πήρα το δρόμο και κατέβαινα για το Πολυτεχνείο, αλλά στα μισά έψαξα στις τσέπες, κι είδα ότι δεν είχα πάρει μαζί μου την ταυτότητα. Αρχίνησα τότε κι αναρωτιόμουν: ποιος είμαι, σκέφτηκα, και πού πάω; Σαν τι μπορώ να κάνω εγώ αυτή την ώρα; Δεν έχω απάνω μου και την ταυτότητα!.. Και πού πάω, είπα, χωρίς ταυτότητα, μέσα σ' αυτή τη κόλαση; [...] Τίποτα άλλο δεν κατάφερα να κάνω, γιαυτό και λέω, πως είναι αστείο να γιορτάζω τώρα, μαζί με άλλο ένα εκατομμύριο ανθρώπους, το ότι δεν έκανα, το βράδι εκείνο, τίποτα![3] 

Βλέπω τώρα ξανά και ξανά στο έργο της Giulia αυτόν τον συμπαθητικό κύριο να αγκαλιάζει το ψαράκι του, να κοιμάται στο σπιτάκι που με κόπο απέκτησε, με την μπαλκονόπορτα να βγάζει στη βεράντα με τις φερ-φορζέ, και λέω πως μου είναι οικείος. Πόσο συνένοχοι είμαστε σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας το ξέρει ο καθένας για τον εαυτό του. Ένα όμως είναι σίγουρο. Όσο ήσυχη κι αν έχουμε τη συνείδησή μας, κάθε βράδυ κοιμόμαστε με τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας. 

***

[1], [2] Μάριος Χάκκας, "Το ψαράκι της γυάλας", Άπαντα, Κέδρος, Αθήνα 1986.
[3] Νίκος Χουλιαράς, Ζωή, την άλλη φορά, Νεφέλη, ΑΘήνα 1985. 

Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2020

Βιβλία του καλοκαιριού

Οι φετινές ήταν όμορφες διακοπές. Βέβαια, όσο ομορφότερα κυλά το καλοκαίρι, τόσο πιο μακρινό φαίνεται όταν οι φθινοπωρινές υποχρεώσεις ξεκινούν. Τώρα λες κι έχουν περάσει χρόνια από το τελευταίο ηλιοβασίλεμα στο Παλιό Τρίκερι, το κολύμπι στα γαλαζοπράσινα νερά των Λειψών και τις βόλτες στα βράχια της Ικαρίας. Τα πράγματα δεν έχουν πάρει ακόμη τη φθινοπωρινή μορφή τους, το λέμε και αποκαλόκαιρο, αλλά το άγχος επανέρχεται και μόνο κάτι κλεφτά απογεύματα στη θάλασσα θυμίζουν καλοκαίρι. 

Να μην τα πολυλογούμε, ανάμεσα στα άλλα τον Σεπτέμβρη κάνουμε και τους απολογισμούς μας. Πόσα μέρη επισκεφτήκαμε, πόσους ανθρώπους αγαπήσαμε, πόσες θάλασσες κολυμπήσαμε, πόσα βιβλία διαβάσαμε. Φέτος, λοιπόν, οι διακοπές ξεκίνησαν με ένα μικρό "αφιέρωμα" σε έλληνες πεζογράφους. Μετά το εκπληκτικό Μαύρο Νερό, διάβασα και τη Θάλασσα του Μιχάλη Μακρόπουλου, που μου άρεσε εξίσου, αν και δεν με εξέπληξε τόσο όσο το προηγούμενο βιβλίο του. Λιωμένοι πάγοι, ερημωμένη γη, σεληνιακά τοπία και μνήμες ζωής. Μια λυρική απεικόνιση του τέλους. 

Το διήγημα είναι ένα είδος στο οποίο διαπρέπουν νέοι λογοτέχνες και μεταξύ άλλων ξεχώρισα τη Μοναξιά των σκύλων του Πάνου Τσίρου και το Πρώτα ο Θεός του Κώστα Βραχνού. Ελάχιστος χρόνος για να διαβάσεις μια ιστορία, αρκετός για να τη σκεφτείς. Κρατάς το βιβλίο πολύ ώρα στα χέρια σου, την περισσότερη αφαιρείσαι ή επιστρέφεις σε σκέψεις, πολύ λιγότερη διατρέχεις με το βλέμμα σου τις αράδες. Μπορεί να είναι και αυτό ένα χαρακτηριστικό της καλής λογοτεχνίας. 

Το Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο του Γουίλιαμ Μάξουελ ήταν ένα σημαντικό βιβλίο. Σημαντικό για την απλότητά του,  γιατί υπενθυμίζει στον αναγνώστη πόσο μεγάλος μπορεί να είναι ένας χαμηλόφωνος συγγραφέας, πόσο δυνατή μπορεί να υπάρξει μια ψιθυριστή αφηγηματική φωνή. Δύο παιδιά χάνουν για πάντα την ευτυχία, χωρίς να φταίνε. Οι ιστορίες τους συναντιούνται για λίγες μέρες που δεν συμβαίνει τίποτα συναρπαστικό, αλλά η ζωή τους αλλάζει συθέμελα. 


Εντελώς διαφορετικό σε εποχή και ύφος ήταν το Κορίτσι, γυναίκα, άλλο, της Μπερναρντίν Εβαρίστο. Καταγγελτικό και αστείο, μοντέρνο στη γραφή και κλασικό σε αξία, με έκανε και κατέβασα μονορούφι καμιά εξακοσαριά σελίδες στην Ικαρία -ένα νησί όπου σπανίως διαβάζω. Αν ο Μπόλντουιν είχε κόρη, θα γινόταν συγγραφέας και θα ήταν η Εβαρίστο. Ήρθε για να μιλήσει με  φρέσκο και διαφορετικό τρόπο για τον ρατσισμό, για το φύλο και το άφυλο, για την τέχνη, την οικογένεια, τη γυναίκα, τον άνδρα, το τι σημαίνει να είσαι έγχρωμη σε μια ευρωπαϊκή μεγαλούπολη. 

Η Πεταλούδα του Μπους ήταν κοσμηματάκι. Το κυνήγι της πεταλούδας παρασύρει τον πρωταγωνιστή σε μια περιπλάνηση που του χαρίζει την πιο γεμάτη γεύση ζωής. Ένα ταξίδι ενηλικίωσης, μια διαδρομή από την αθωότητα στη γνώση με μοχλό την απάτη. Μια ιστορία αναζήτησης του ιδανικού, μια ιστορία νόστου. Τραγική και κωμική, ρομαντική και γκροτέσκα. 


Ένα μοναστήρι στην καρδιά του Παγασητικού είναι το ιδανικό σημείο για να συνειδητοποιήσεις πως Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο. Πώς καταλήγει ένας άνθρωπος στη φυλακή; Πώς αγγίζει κανείς τα όρια της ανοχής, της υπομονής, της καλοσύνης; Πόσο σκοτεινοί είναι οι δρόμοι που διανύουμε όταν μοναδικός μας οδηγός είναι οι αναμνήσεις; Ένας άνθρωπος πρέπει να έχει αποκτήσει τα πάντα για να τα χάσει; Ο Πολ είναι το παιδί για όλες τις δουλειές. Όλοι τον αγαπούν. Έχει τα πάντα και χάνει τα πάντα. Είναι ένας καλός άνθρωπος. Είναι πολύ καλός, αλλά θα καταλήξει κρατούμενος. Αυτό του αναλογούσε. Έτσι πάει στο μυθιστόρημα του Ζαν Πωλ Ντυμπουά, έτσι πάει και στη ζωή.

Η ποίηση αποτελεί πάντοτε καταφύγιο. Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Γιάννη Κοντού ήταν μια ευκαιρία να θυμηθώ πόσο έχω αγαπήσει αυτόν τον σπουδαίο ποιητή. Ευχάριστη έκπληξη ήταν και ο Καναδός Άλντεν Νόουλαν, ποιήματα του οποίου κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Loggia με τον τίτλο Χαίρομαι που είμαι εδώ, μετάφραση και επίμετρο του Γιάννη Παλαβού. Ο Νόουλαν με τον κουβεντιαστό του τόνο, την παιδική απορία ή την φαινομενική  αφέλεια, στοχάζεται πάνω στη μοναξιά, τον φόβο και τον θάνατο με  τον ενθουσιασμό ενός χειρώνακτα για την τέχνη, ενός βιοπαλαιστή για το θαύμα της ζωής. 


Τέλος, πολύ μακριά από τη θέρμη της καλοκαιρινής ραστώνης με ταξίδεψε ο Ταμιευτήρας 13 του Τζον ΜακΓκρέγκορ. Μια μυθιστορηματική πραγματεία στο θέμα του χρόνου, μια σπουδή στην παρατήρηση, στους κύκλους και τις εναλλαγές της φύσης, μια κατάδυση στον μικρόκοσμο του χωριού,  όπου ένα συγκλονιστικό γεγονός, όπως η εξαφάνιση του 13χρονου κοριτσιού, δεν έχει την παραμικρή δύναμη να κάνει τη ζωή να σταματήσει. 

***

[1] Wilhelm Busch, Η πεταλούδα (μτφρ. Γιάννης Κοίλης), Κίχλη, Αθήνα 2019.

[2] Ζαν Πωλ Ντυμπουά, Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο (μτφρ. Μαρία Γαβαλά), Δώμα, Αθήνα 2019

[3] Bernardine Evaristo, Κορίτσι, γυναίκα, άλλο (μτφρ. Ρένα Χατχούτ), Gutenberg, Αθήνα 2020 

[4] William Maxwell, Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς), Gutenberg, Αθήνα 2020. 

[5] Jon McGregor, Ταμιευτήρας 13 (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς), Άγρα, Αθήνα 2020. 

[6] Άλντεν Νόουλαν, Χαίρομαι που είμαι εδώ (μτφρ. Γιάννης Παλαβός), Loggia, Αθήνα 2020.

[7] Κώστας Βραχνός, Πρώτα ο Θεός, Νεφέλη, Αθήνα 2017. 

[8] Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010), Τόπος, Αθήνα 2013. 

[9] Μιχάλης Μακρόπουλος, Η θάλασσα, Κίχλη, Αθήνα 2020.

[10] Πάνος Τσίρος, Η μοναξιά των σκύλων, Νεφέλη, Αθήνα 2019.


Τρίτη 4 Αυγούστου 2020

Χωρίς πρόσωπο


Ο παιδίατρος, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, παρότι δεν το έδειχνε, είπε στην ανήσυχη μητέρα να πει στον Αντρέα, όταν το πρωί πλένει το πρόσωπό του, να μην το τρίβει με δύναμη διότι φθείρεται και χάνονται τα χαρακτηριστικά του. "Κινδυνεύει, αν δεν προσέξει, να φτάσει δεκαπέντε χρονών παλικαράκι και να μην έχει καθόλου πρόσωπο". "Και πού 'ν' το κακό;", ρώτησε αυθόρμητα η σκληρυμένη από τη συμφορά που τη βρήκε μάνα. "Έλα, ντε", μουρμούρησε αυθόρμητα ο παιδίατρος. 

***

[1] Κώστας Βραχνός, Πρώτα ο Θεός, Νεφέλη, Αθήνα 2017. 
[2] Φωτογραφία: Chimuo Nureki

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2019

Διαβάστηκαν (2019)


Λίστες. Έτσι για να έχουμε λίγο άγχος παραπάνω, να θυμώσουμε με τον εαυτό μας, να θυμώσουμε με τους συντάκτες τους, να θυμώσουμε με όσους τις σχολιάζουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, άλλοτε με λογική και άλλοτε με εμπάθεια. Ποια ήταν τα καλύτερα βιβλία του 2019, ποια πρέπει να διαβάσουμε το 2020, ποια θα έπρεπε να είχαμε ήδη διαβάσει, ποια είναι να ντρέπεσαι που δεν τα διάβασες διότι είναι αριστουργήματα και πώς δεν το πήρες χαμπάρι. 

Διάβασα λοιπόν όσα πρόλαβα, όσα μου δωρίστηκαν, όσα μου χαρίστηκαν, όσα μου δανείστηκαν από καλούς φίλους, όσα υποχρεώθηκα να διαβάσω για να αντεπεξέλθω στις φοιτητικές μου υποχρεώσεις, αν και είμαι ολίγον προκεχωρημένης ηλικίας γι' αυτές, και όσα πρόλαβα να προτιμήσω, να επιθυμήσω και τελικά κατάφερα και να αποκτήσω. 

Στις αρχές του χρόνου,  πνιγμένη στη διπλωματική εργασία του μεταπτυχιακού, διάβαζα ό,τι δεν είχα προλάβει γι' αυτήν. Έγραφα χρησιμοποιώντας ως εργαλείο και οδηγό τους Κανόνες της τέχνης του Πιερ Μπουρντιέ κι απ' ό,τι θυμάμαι κάποια από τα αναγνώσματα του Ιανουαρίου ήταν η Ημιτελής Άνοιξη, μελέτη της Αιμιλίας Καραλή για την Επιθεώρηση Τέχνης, η Ξύλινη γλώσσα του Δημήτρη Καλιόρη και η Υπόθεση Γκράνιν της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου. 

Στις απεγνωσμένες προσπάθειες που έκανα να ξεκουραστώ από τα διάφορα επιστημονικά και να αφοσιωθώ λίγο στη λογοτεχνία, το μόνο που κατάφερνα ήταν να διαβάζω στο τρόλεϊ και στις αναμονές διαφόρων ραντεβού τα μικρά βιβλιαράκια των Εκδόσεων Άγρα που κουβαλώ πάντοτε στην τσάντα μου, διότι και ελαφρά είναι και πολύτιμα αναγνώσματα. Έτσι διάβασα τις Αποφάσεις για όταν θα είμαι γέρος του Σουίφτ, την Χάνα Άρεντ Για τη ρηχότητα του κακού, τη Χρησιμότητα των άχρηστων γνώσεων που μοιράστηκα και με τους μαθητές μου στην τάξη, και το Εγκώμιο των πουλιών, που με οδήγησε σε ένα συναρπαστικότατο διαδικτυακό bird watching. Για τέτοιου είδους αναγνώσεις, ιδανικά είναι και τα λαγουδάκια των ίδιων εκδόσεων. Καταδιασκέδασα με τον Κομμουνιστή της Μονμάρτρης και αποσυσκεύασα τη βιβλιοθήκη μου κατά Μπένγιαμιν. 

Την άνοιξη, παρατηρώντας γύρω μου τη φύση και τους ανθρώπους, επέστρεψα στον Καλβίνο και ξαναδιάβασα τον Πάλομαρ, ένα βιβλίο-μεγεθυντικός φακός στις ασήμαντες λεπτομέρειες της καθημερινότητας που κανείς μας δεν παρατηρεί. Ενθουσιάστηκα με το Χείλος της αβύσσου του Κέστνερ -έπιασε όλη τη φάση του Μεσοπολέμου και δημιούργησε έναν αγαπητό ήρωα που μας μετέφερε στην πιο επικίνδυνη βερολινέζικη τρέλα. 

Σε μια αναζήτηση καλής ελληνικής λογοτεχνίας, διάβασα το Παιδί του Γιάννη Παλαβού, ένα κομψοτέχνημα, τον παλιό Λούσια του Νίκου Χουλιαρά και την εξαιρετική συλλογή διηγημάτων του Αθανάσιου Γκράβαλη που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Νεφέλη σε επίμετρο και σχόλια του Γιάννη Παλαβού. 

Πλούσια ήταν η έρευνα που έκανε ο Μιχάλης Γελασάκης στο αρχειακό υλικό του Αρμενιστή ποιητή Νίκου Καββαδία, που ακούμε διαρκώς τους στίχους του αυτές τις ημέρες. 

Σε πασχαλινές μου διακοπές στη βρετανική εξοχή διάβασα τη Μέση Αγγλία του Τζόναθαν Κόου, που μπορεί να μη στέκεται στο ύψος του Πλιάτσικου, αλλά μου θύμισε τον παλιό καλό κι αγαπημένο Κόου που με συνοδεύει εδώ και είκοσι χρόνια στα ταξίδια μου στη Γηραιά Αλβιώνα. 

Με το που μπήκε το καλοκαίρι, έκανα μια Οδοιπορία στον πάγο ακολουθώντας τον Βέρνερ Χέρτσογκ στο συγκλονιστικό, ομιχλώδες, καταθλιπτικό και δύσκολο οδοιπορικό του. Η απόλυτη απομυθοποίηση του ταξιδιού αναμεμειγμένη με σκληρό χιούμορ, απόγνωση και αγάπη. 

Στους Λειψούς διάβασα τη Μικρή πατρίδα του Gael Faye, ένα βιβλίο για τη Ρουάντα και μια γενοκτονία που λίγο θυμόμαστε. Στο ίδιο νησί έφτιαξα τη δική μου αμερικανική τριλογία και διάβασα τις Μέρες δίχως τέλος του Μπάρι, τις Οδηγίες για οικιακές βοηθούς της Μπερλίν και το Τραγούδι του Χιλμπίλη του Βανς.

Κάνοντας κάμπινγκ στην Πελοπόννησο, απόλαυσα στην αιώρα μου την Ομορφάσχημη του Καχτίτση σε επίμετρο του Ηλία Γιούρη, επιτέλους το Γκιακ, και τον Αύγουστο ταξίδεψα στην Τήνο παρέα με το γκράφικ νόβελ των Πέτρου και Βανέλλη για τον Γιαννούλη Χαλεπά. 

Ξεκίνησα το φθινόπωρο μελετώντας την ιαπωνική εικονογράφηση και μ' αυτή την αφορμή διάβασα τον Παράμεσο της Ογκάουα και το Εγκώμιο της σκιάς του Τανιζάκι. Μια εκκρεμότητα που διευθετήθηκε τον Οκτώβριο ήταν η Αλεξίεβιτς και το συγκλονιστικό της Τσερνόμπιλ και πολύς κύριος Ουελμπέκ. 

Μου δωρίστηκε ο Δολοφόνος του Αριστηνού, τον οποίο για άλλη μια φορά εκτίμησα ως συγγραφέα και απορώ γιατί τα σχολικά ανθολόγια δεν έχουν εμπλουτιστεί με κείμενά του. 

Λίγο πριν έρθει ο χειμώνας και περιμένοντας τις νέες εκδόσεις του Τζέιμς Μπόλντουιν, επέστρεψα στη μαύρη λογοτεχνία και ξαναδιάβασα το Μια άλλη χώρα, την Αγαπημένη  και το Έλεος της Τόνι Μόρισον σε υπέροχες μετάφρασεις και επίμετρα της Κατερίνας Σχινά. Έκλεισα τη χρονιά μου με το Ένα άλλο Μπρούκλιν της Γούντσον, το Δεν είμαι ο νέγρος σου και το Κουαρτέτο του Χάρλεμ του Μπόλντουιν (που δεν το έχω τελειώσει ακόμη). 

Η λίστα γράφτηκε απνευστί και από μνήμης και επομένως δεν περιλαμβάνει και τα 47 βιβλία που απ' ό,τι έχω σημειώσει διάβασα μέσα στο 2019. Τέλος πάντων, είμαι σίγουρη ότι ο πλανήτης θα εξακολουθήσει να γυρίζει και χωρίς αυτά. Να είμαστε καλά, να διαβάζουμε, να μαθαίνουμε απ' τα βιβλία και τα αμέτρητα λάθη μας και με χαρά να υποδεχτούμε το δίσεκτο και ολοστρόγγυλο νέο έτος. Τώρα πρέπει να ενημερώσω το Goodreads και βαριέμαι πάρα πολύ. 

***