Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΖΩΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2020

Σουπιά


Το ιστολόγιο αγαπά πολύ τα ζώα. Όλα τα ζώα και λίγο περισσότερο τα θηλαστικά. Μπορώ να επιχειρηματολογήσω υπέρ αυτής της επιλογής, αλλά θα το αποφύγω καθότι έχει γίνει ήδη σε άλλη ανάρτηση. Την αγάπη μας για τα ζώα την αποδεικνύουν περίτρανα οι αναρτήσεις και τα αφιερώματα που έχουν γίνει γι'αυτά, αλλά και η προσωπική μου ταύτιση με το πρόβατο. Στη στήλη Ζώα μπορεί κανείς να βρει κείμενα για τον γορίλα, την αρκούδα, τη φάλαινα, τον ελέφαντα, τους σκύλους και τις γάτες. Για να μη μιλήσω για τα εκατοντάδες εικονογραφημένα ζώα που έχουν παρελάσει εδώ και τους αγαπημένους μας φιλόζωους λογοτέχνες. 

Σκεφτόμουν λοιπόν πως μια μάλλον υποτιμημένη κατηγορία είναι τα μαλάκια, αυτά τα αναίμακτα οργανάκια που ζουν στις θάλασσες και κυκλοφορούν σε υπέροχα χρώματα και σχήματα, απειλούνται διαρκώς από τα ψάρια -τα τρώνε ακόμη και οι χορτοφάγοι- και έχουν καταπληκτικούς τρόπους να προφυλάσσουν τον εαυτό τους. 

Ένα από αυτά, που τιμήθηκε και από τη λαϊκή θυμοσοφία, είναι φυσικά η σουπιά, που φιγουράρει η κακομοίρα στο σαρακοστιανό τραπέζι μας, άλλοτε κοκκινιστή και άλλοτε μαγειρεμένη με σπανάκι. 

Η σουπιά είναι ο "χαμαιλέων του βυθού". Της αρέσει να παίρνει τα χρώματα του περιβάλλοντός της και να καμουφλάρεται. Μπορεί να μη θέλει και πολλά πολλά με τους γειτόνους της ή να εφαρμόζει το "λάθε βιώσας" που λέμε, όπως κάνω ώρες ώρες κι εγώ. Έτσι, σουπιά ονομάζουμε τον άνθρωπο που ξεγλιστράει, που ξεφεύγει από τις δυσκολίες, που την κάνει με ελαφρά πηδηματάκια όποτε τα βρίσκει σκούρα. (Εγώ, πάντως, αυτό δεν το κάνω ποτέ).

Ray Caesar

Η σουπιά ανήκει στην οικογένεια των κεφαλόποδων, όπως το καλαμάρι και το χταπόδι. Πρόκειται για οργανισμούς που έχουν κατά βάση κεφάλι και πόδια, ήτοι πλοκάμια. Στα πλοκάμια τους υπάρχουν βεντούζες, κι έτσι κολλάνε στα βράχια εύκολα κι εμείς συνηθίζουμε να λέμε πως απλώνει τα πλοκάμια του αυτός που μας παραπλανά, μας ξεγελά, μας απειλεί ή μας τυλίγει. Οι παροιμίες, βλέπουμε, έχουν αδυναμία στις γυναίκες. Αυτές είναι πάντα οι ειδικές στο "τύλιγμα". 

Τα κεφαλόποδα έχουν επίσης τη συνήθεια να βγάζουν μελάνι κάθε φορά που απειλούνται και αυτός ίσως είναι άλλος ένας λόγος για τον οποίο την πονηρή γυναίκα, ίσως και την υποκρίτρια, να την αποκαλούμε σουπιά, αφού μας ρίχνει "στάχτη στα μάτια". 

Η σουπιά, πάντως, είναι πεντανόστιμο ζωάκι -ας πούμε ότι μιλάμε μεταφορικά, για να μη δυσαρεστήσουμε κανέναν- και κατά τη γνώμη μου όμορφο και χαριτωμένο. Έχει μεγάλα μάτια και είναι και κάπως χαμογελαστή. 

Δεν ξέρω ποια είναι η ερωτική της συμπεριφορά και κατά πόσο φημίζεται για την ελευθεριακή σεξουαλικότητά της, αλλά να πω τελειώνοντας πως αν συμβουλευτεί κανείς την wikipedia για να μάθει κατιτίς για τη σουπιά, θα δει την παραπάνω φωτογραφία, όπου δύο σουπιές συνουσιάζονται και μια φίλη τους τις παρακολουθεί. 

Αυτά για να αποκτήσουμε λίγη περισσότερη ενσυναίσθηση για τις σουπιές. 

***

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Γεια σου, γοριλάκι


Στα μέσα τις δεκαετίας του 1980 κυκλοφορούσαν κάτι πανέμορφα λούτρινα πιθηκάκια. Ήταν ολόκληρα καλυμμένα με καφετιά γούνα και μόνο τα χέρια, τα πόδια και η μουσούδα τους ήταν πλαστική. Είχαν το στόμα τους ελαφρώς ανοιχτό, το ένα δάχτυλο του χεριού τους τεντωμένο, κι όταν τους έβαζες το χέρι στο στόμα, έμοιαζαν με χαριτωμένα μωρά που πιπιλούν το δάχτυλό τους. Τα συμπαθούσα γιατί είχαν καλοσυνάτο βλέμμα και ροδαλά μάγουλα, σαν να ντρέπονται. 

Σε ένα από τα πολλά κτίσματα του ζωολογικού κήπου του Βρότσλαβ είναι φυλακισμένα τα διάφορα πιθηκοειδή. Σε κάποιο από τα κλουβιά ζει ένα κοινωνικό και αεικίνητο πιθηκάκι που δίνει το χέρι του σε κάθε επισκέπτη, σαν πολιτικός σε προεκλογική εκστρατεία ή οικοδεσπότης σε πάρτι γενεθλίων. Συγκλονιστικότερη, ωστόσο, είναι μια μελαγχολική κοκκινότριχη χιμπατζίνα που ζει με τον αρσενικό της και, όση ώρα περιηγούνται οι επισκέπτες, εκείνη καθαρίζει αργά αργά κάθε σημείο του κλουβιού της μ' ένα κόκκινο ξεσκονόπανο. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω δει ζώο να υποφέρει από τόση θλίψη. Πέρασαν πάνω από είκοσι χρόνια από εκείνη την επίσκεψη κι ακόμα το θυμάμαι.

Εκείνο το πρόσωπο με τα χοντροκομμένα χαρακτηριστικά, σαν λυπημένου γίγαντα, γυρίζει κάθε τόσο προς το πλήθος των επισκεπτών που στέκεται πίσω από το τζάμι, σε μια απόσταση μικρότερη από το ένα μέτρο. Είναι ένα αργό βλέμμα σημαδεμένο από θλίψη, καρτερία και ανία, ένα βλέμμα που εκφράζει όλη την παραίτηση που νιώθει ένα ζώο γι' αυτή την ιδιαιτερότητά του, να είναι το μοναδικό δείγμα στον κόσμο με μια μορφή που το ίδιο δεν διάλεξε και που οι άλλοι δεν αγάπησαν, όλη την απόγνωση να κουβαλά στις πλάτες του τη μοναξιά του, όλη την αμηχανία του που καταλαμβάνει χώρο και χρόνο με την τόσο ογκώδη και χτυπητή παρουσία του. 

Ο κύριος Πάλομαρ, στην ομώνυμη συλλογή αφηγημάτων του Ίταλο Καλβίνο, έζησε μια παρόμοια εμπειρία στον ζωολογικό κήπο της Βαρκελώνης, όπου είδε τον μοναδικό αλμπίνο γορίλα του κόσμου. Παραιτημένος και κακόκεφος, κρατούσε σφιχτά στο στήθος του μια σαμπρέλα αυτοκινήτου, την οποία αρνούνταν πεισματικά να εγκαταλείψει, σαν να ήταν κομμάτι του σώματός του. 

Ο Πάλομαρ έχει την εντύπωση ότι καταλαβαίνει πολύ καλά τον γορίλλα, την ανάγκη του να κρατά κάτι σφιχτά, ενώ όλα γύρω του γλιστράνε από τα χέρια του, ένα αντικείμενο με το οποίο διασκεδάζει το άγχος της απομόνωσής του. 

Ο κύριος Πάλομαρ, που ζούσε απόλυτα μόνος και αδυνατούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, καταλάβαινε πολύ καλά πως μια βρόμικη σαμπρέλα χρησιμεύει στον γορίλα σαν "απτό στήριγμα για μια παραληρηματική κουβέντα χωρίς λέξεις". Μόνος στην πόλη, σαν το ζώο σε ένα τεράστιο κλουβί, είχε κι εκείνος την ανάγκη να αγκαλιάσει ένα ξεφούσκωτο λάστιχο. 

Πίσω από το τζάμι φαίνεται ένας περιφραγμένος χώρος με ψηλούς γύρω γύρω μαντρότοιχους που θυμίζει αυλή φυλακής, στην πραγματικότητα όμως είναι ο "κήπος" του σπιτιού-κλουβιού της οικογένειας του γορίλλα, και στον κήπο φυτρώνουν ένα χαμηλό δέντρο χωρίς φύλλα και μια σιδερένια σκάλα σαν αυτές που βλέπουμε στα γυμναστήρια. 

Απορώ που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει απαγορεύσει ακόμη τους ζωολογικούς κήπους. Οι συνθήκες υποτίθεται πως έχουν αλλάξει. Σε εποχές όχι και τόσο μακρινές, άλλωστε, οι κήποι εξέτρεφαν και αφρικανούς ιθαγενείς. Έρχονταν οι οικότροφοι διαφόρων ευρωπαϊκών σχολείων και τους τάιζαν μπανάνες, σαν να επρόκειτο για ανθρωπόμορφα πιθηκοειδή. Τώρα έχουμε κοντά στην Αθήνα το Αττικό Πάρκο, που υποτίθεται ότι περιθάλπει αδύναμα ζώα που δεν θα μπορούσαν να ζήσουν ελεύθερα στη φύση. Και πάλι παράλογο μου φαίνεται ένα λιοντάρι να ζει στα Σπάτα -ούτε καν στη Νεμέα δηλαδή- κι ας έχει προβλήματα υγείας. Ο άνθρωπος φαίνεται πως πάσχει από την ανίατη ασθένεια να φυλακίζει ό,τι υποτίθεται πως αγαπά. 


***

Ίταλο Καλβίνο, Πάλομαρ (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2011.

Πέμπτη 2 Αυγούστου 2018

Για την ομορφιά και την ασχήμια

Dominique Issermann by Leonard Cohen
 
Η μεγαλύτερη ομορφιά στον άνθρωπο είναι η αρμονία. Μ' αυτό δεν εννοώ την εξωτερική, αλλά την αρμονία που ακτινοβολεί ένδοθεν, μια ορισμένη ισορροπία κι ένα ορισμένο ισοζύγιο μεταξύ αρνητικών και θετικών ιδιοτήτων συνθέτουν ένα μοναδικό και χαρακτηριστικό όλον. Όταν, για παράδειγμα, βλέπουμε μια γάτα, βλέπουμε κάτι απολύτως τέλειο. Και όμως η γάτα δεν είναι κάτι απολύτως "τέλειο". Δεν μπορεί ούτε να πετάξει, ούτε να γαβγίσει, ούτε να μιλήσει, ούτε να λογαριάσει, νομίζω πως υπάρχουν πολλά ακόμη που δεν μπορεί να κάνει. Μα όλα όσα κάνει τα κάνει τέλεια, και ποτέ δεν της περνούσε από το μυαλό να δοκιμάσει κάτι για το οποίο δεν είναι ικανή, για παράδειγμα να χορέψει. Υπάρχουν και άνθρωποι που όλα σ' αυτούς είναι τέλεια και σε απόλυτη αρμονία, άνθρωπoι που διαθέτουν τέτοια αυτοκυριαρχία, τέτοια ικανότητa αυτοκριτικής και τόσο πηγαία φυσικότητα που ποτέ δεν κάνουν κάτι το οποίο δεν ξέρουν να κάνουν. Γι΄αυτό δεν είναι ποτέ άσχημοι, γιατί άσχημες είναι μόνο η αδεξιότητα, η γελοιότητα και η ανόητη ματαιοδοξία. [1]

***

[1] Απόσπασμα από άρθρο της Μίλενα Γιέσενσκα στην τσέχικη εφημερίδα Νάροντνι Λίστυ.
Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόϋμαν, Μίλενα από την Πράγα (Μτφρ. Τούλα Σιετή), Κίχλη & τα πράγματα, Αθήνα 2015.

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

Χλόη και Φρόσω


Ζεις σ' αλλιώτικους καιρούς. Εξουσιάζεις 
έναν κόσμο κατάκλειστο, όπως του ονείρου.
Αιώνες τώρα
που πια έχουν γίνει λησμονιά, αφήνεις μόνο
στο χέρι το δισταχτικό να σ' αγαπά.
[Απόσπασμα από το ποίημα του Χ. Λ. Μπόρχες, "Σ' ένα γάτο"]

Αυτές τις μέρες φροντίζω τη γάτα της μητέρας μου, τη Χλόη. Αν η χλόη είχε το χρώμα τούτης της γάτας, δεν ξέρω πώς θα νιώθαμε στην εξοχή. Η Χλόη μοιάζει με πίσσα φουντωτή, κάπως δυσκίνητη όσο ωριμάζει, έφτασε πια τα εννέα κιλά. Τα δίδυμα που γέννησε με εξωσωματική η κυρία του πρώτου ορόφου -και τα δυο μαζί- δεν φτάνουν ούτε στο μισό το βάρος του γατιού μας. Μα, όσο κι αν φαίνεται περίεργο, το όνομα τής ταιριάζει πολύ, και ας μην είναι ούτε τρυφερή ούτε και πράσινη. 

Ο Αργύρης Χιόνης στο διήγημά του "Πώς χτίζεται ένα σπίτι"[1], αφηγείται την περιπέτεια της συμβίωσής του με τη δική του γάτα, τη Φρόσω.

Έτσι ξεκίνησε η συμβίωσή μας: μ' ένα σωρό, εκ μέρους μου, παραχωρήσεις και υποχωρήσεις: καμία εκ μέρους της. 
Εκτός απ' την καλύτερή μου πολυθρόνα οικειοποιήθηκε και την αριστερή μασχάλη μου. Κάθε φορά που μ' έβρισκε καθισμένο μπρος στην τηλεόραση, κούρνιαζ' εκεί κι άρχισε να τη ζυμώνει και να τη βυζαίνει δίχως τελειωμό, μ' αποτέλεσμα να μην προλαβαίνω ν' αγοράζω καινούργια πουκάμισα. [...]
Εξαιτίας της άλλαξε, επίσης, και ο τρόπος κατακλίσεώς μου, δηλαδή η ύπτια στάση. Από την πρώτη κιόλας νύχτα, που κοιμήθηκε μαζί μου, διάλεξε ως γατάκι το στομάχι μου, συνήθεια που δεν εγκατέλειψε ούτε τις επόμενες νύχτες, αφού όσο κι αν τη μετατόπιζα, δεξιά ή αριστερά, αυτή επέστρεφε εκεί με μια διαβολεμένη επιμονή.

Το αυτό ισχύει για όλες τις γάτες: Ανυποχώρητες σε κάθε τους καπρίτσιο. Αν η γάτα αποφασίσει να καθίσει κάπου, δεν τη σηκώνει ούτε γερανός. Η μητέρα μου χρόνια τώρα θυσιάζει διακοπές και ταξίδια, αν δεν μπορέσω να φροντίσω τη Χλόη. Καθότι εγκαταλελειμμένη αγριόγατα, έχει επιτεθεί στην κυρία Ιωάννα του 5ου, στη θεία μου, στο θείο μου και σε όποιον άλλον μπαίνει στο, σαβανωμένο λόγω απουσίας, διαμέρισμα για να της αφήσει φαγητό. Εμένα με συμπαθεί. 360 μέρες το χρόνο, όποτε επισκέπτομαι το πατρικό σπίτι, με αγνοεί επιδεικτικά. Τις εναπομείνασες 5 που η σεπτή μου μητέρα παραθερίζει, κουτουλάει το κεφάλι της στα πόδια μου μόλις ανοίγω την πόρτα, μου κάνει νάζια και, αν τυχόν μείνω και ξαπλώσω στο διαμέρισμά της (διότι εννοείται πως έστω για τις λίγες εκείνες ώρες, αποτελώ φιλοξενούμενή της) μου κάνει το χατίρι να πλαγιάσει στο στήθος μου και πιέζει το στέρνο μου ρυθμικά με τα μαξιλαράκια των ποδιών της γουργουρίζοντας.   

Κάποτε που δεν φάνηκα συνεπής στη φροντίδα της, πιστεύοντας πως για δυο-τρεις μέρες θα τα περάσει φίνα στο σπίτι και χωρίς εμένα, από τη στιγμή που είχε και νερό και φαγάκι, η μητέρα μου τα βρήκε όλα γης μαδιάμ: τούφες μαλλιών και κακά της παντού. 

Αυξάνονταν, λοιπόν, οι μαδημένες τούφες, κι όσο αυξάνονταν αυτές, τόσο μειώνονταν ο όγκος της υπέροχης, φουντωτής ουράς της, χωρίς εγώ, ο πανηλίθιος, να καταλαβαίνω τι συνέβαινε, ώσπου ένα ξημέρωμα που, τίγκα στο πιοτό, επέστρεψα στο σπίτι, την έπιασα επ' αυτοφώρω, να επιδίδεται στο φρικτό έργο της αυτοκαταστροφής της. Είχε μαδήσει με τα δόντια της όλη την ουρά της και καταγινόταν τώρα με το ξερίζωμα και της τελευταίας, ακραίας φούντας. 

Η Χλόη είναι ερωτευμένη με την μητέρα μου, όπως και η Φρόσω ήταν ερωτευμένη με τον αφέντη της. Και επειδή δεν μπορούσε να τον έχει όσο θα ήθελε κοντά της, σιγά σιγά αυτοκτονούσε. Άρχισε από την ουρά της, αλλά θα συνέχιζε και πιο πάνω μέχρις ολικής εξαφάνισης της ομορφιάς της, δηλαδή της ύπαρξής της.   Έτσι, λοιπόν, τώρα πια φροντίζω τη Χλόη με συνέπεια, θυσιάζοντας τον ελεύθερο χρόνο μου και φροντίζοντας ποτέ να μη λείπω όσο απουσιάζει από την πόλη η μητέρα, για να γλιτώσω το ζωάκι απ΄την αυτοκαταστροφή. Κι ας μη μου το ανταποδίδει παρά ζυμώνοντας με τα μαξιλαράκια των ποδιών της το στήθος μου, πράγμα αφόρητο στις ζέστες, λόγω της εννιάκιλης γούνας της. 

Έπειτα, δεν μπορώ να αποφύγω τη σκέψη πως η μητέρα μου άντεξε με περίσσιο θάρρος τον ξενιτεμό δύο θυγατέρων της, δε θα αντέξει να χάσει την ερωτοχτυπημένη γάτα της.

***

[1] Αργύρης Χιόνης, Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες, Κίχλη, Αθήνα 2016.

 


 

Σάββατο 21 Ιανουαρίου 2017

Αφίσες #9: Ζωάκια όλων των χωρών ενωθείτε!


To 2015 ξεκινά στην Πολωνία μια καμπάνια ενάντια στην κακοποίηση των ζώων. Toν σχεδιασμό της αφίσας ανέλαβε ο νεαρός γραφίστας Nicodem Pregowski και σχεδίασε μια σειρά από αφίσες που καλούσαν τα ζωάκια σε αντάρτικο! Η σειρά τιτλοφορήθηκε "Animal guerilla" και το μότο σε κάθε αφίσα ήταν:

"Fight against humans"


 























Η σειρά κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Οικολογικής Αφίσας του 2015 που έλαβε χώρα στην Ουκρανία. Το βραβείο τιμά κάθε χρόνο έναν καλλιτέχνη για την περιβαλλοντική του συνείδηση. 



























Περισσότερα για τον νεαρό και τόσο ταλαντούχο Nicodem Pregowski εδώ.

***

Τρίτη 29 Νοεμβρίου 2016

Το βασίλειο των ζώων του Mirko Hanák



O Mirko Hanák ήταν Τσέχος καλλιτέχνης που ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με τη ζωγραφική τέχνη, την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων, αλλά και την αφίσα, τη γραφιστική, το σχέδιο, ακόμη και το animation. Γεννήθηκε το 1921, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Πράγας λίγο μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και πέθανε το 1971 απο λευχαιμία, αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο έργο που τολμώ να πω πως δεν είχε ακόλουθους. 


























Ο Hanák ειδικεύτηκε στη λιθογραφία και αργότερα στην ακουαρέλα, ενώ στη θεματολογία του πρωταγωνιστούν ζώα και τοπία της φύσης. Πολύ σπανιότερα στις σελίδες των ιστοριών που εικονογράφησε συναντά κανείς ανθρώπινες μορφές. Στους περισσότερους είναι γνωστός για τον Μπάμπι, εκείνο το χαριτωμένο ελαφάκι που έγινε διάσημο στα παιδιά όλου του κόσμου από το κινούμενο σχέδιο της Ντίσνεϊ.


Το εντυπωσιακότερο στην τέχνη του Hanák είναι o τρόπος με τον οποίο συνδύασε την τεχνοτροπία της κινεζικής ακουαρέλας, τον μινιμαλισμό και την απλότητα της ιαπωνικής τέχνης με την χρωματική ποικιλία που συναντά κανείς σε τσέχικα εικονογραφήμενα της εποχής του.


Οι ομοιότητες είναι τόσες, που πολλές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ένα δικό του έργο από ένα άλλο της μακρινής Ανατολής και μόνο τα ιδεογράμματα στο πλαίσιο είναι εκείνα που τελικά λύνουν το μυστήριο. 


Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δούλευε την κινηματογραφική ταινία "Charlotte's Web", για την οποία μπορεί να διαβάσει κανείς περισσότερα εδώ. Ο πρόωρος θάνατός του δεν τον άφησε να ολοκληρώσει το έργο του. 


Στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει σκαναρισμένα παλιά τσεχοσλοβάκικα παιδικά βιβλιαράκια, εικονογραφημένα από τον ίδιο. Δυστυχώς, τίποτα δικό του δεν κυκλοφορεί ανάμεσα στους τίτλους των δικών μας εικονογραφημένων. 


Μεταξύ των ζώων που ζωγράφισε θα βρει κανείς γάτες, ιπποπόταμους, τίγρεις, αλεπούδες, λιοντάρια και λέαινες, παγώνια και κοκόρια, σκαντζόχοιρους κι ασβούς, αγριογούρουνα, ποντικούς, λαγούς, λύκους, άλογα, τάρανδους, αρκούδες, ελάφια, πεταλούδες, γουρουνάκια, σκίουρους και νυφίτσες, λογιών λογιών πτηνά και πολλά, πολλά άλλα. 

Όταν πηγή έμπνευσης είναι η φύση, ο κατάλογος δεν στερεύει ποτέ. 


***


 

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Η άρκτος




Εις εκ Μαλάτιας χωρικός, ονόματι Μαχμούτ Τζεϊλάν, μεταβάς εις πυκνόν δάσος έκοψε ξύλα, τα οποία και εφόρτωσεν επί του υποζυγίου του. Εις ένα όμως σημείον του δάσους ανετράπη το φορτίον και ο χωρικός ήρχισεν να φορτώνη δια δευτέραν φοράν.
Αίφνης παρουσιάσθη τεραστίων διαστάσεων άρκτος, η οποία, αφού τον περιειργάσθη επ' ολίγον, τον επλησίασε και ήρχισε να τον βοηθή εις την φόρτωσιν. Περισυνέλεγε τα διεσκορπισμένα ξύλα και τα παρέδιδεν εις τον ξυλοκόπον, ο οποίος τα παρελάμβανε με δικαιολογημένην ψυχικήν οδύνην και τα ετακτοποίει επί του υποζυγίου. 
Όταν έληξεν η φόρτωσις, το θηρίον εκινήθη δια να απομακρυνθή, όπως και ο δυστυχής Μαχμούτ, προς αντίθετον κατεύθυνσιν. Πριν όμως προχωρήση, αντελήφθη έντρομος να τρέχη κατόπιν του η άκρτος. Η αγωνία του απεκορυφώθη και από στιγμής εις στιγμήν ανέμενε το τέλος του. Με έκπληξιν όμως είδεν ότι το θηρίον τον επρόλαβε δια να του παραδώση ένα μικρόν ξύλον, που είχε λησμονηθή εις τον τόπον της φορτώσεως. 
Εν συνεχεία η άρκτος απεμακρύνθη ησύχως[1].  

***


[1] Η Άρκτος αποτελεί το κατά γράμμα κείμενο μιας τηλεγραφικής ανταπόκρισης από την Άγκυρα που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 474 φύλλο της εφημερίδας "Αθηναϊκή", της 6ης Δεκεμβρίου 1952. Ο Ε.Χ. Γονατάς είχε περιλάβει το αφήγημα στο πρώτο τεύχος της περιοδικής έκδοσης "Πρώτη Ύλη/Ποιητικά Κείμενα" (1959), κεφάλαιο Mirabilia ως σπάνιο δείγμα σύγχρονου παραδοξογραφήματος.

[2] Ε.Χ. Γονατάς, Το Βάραθρο, Στιγμή, Αθήνα 2006.   

 


Πέμπτη 25 Αυγούστου 2016

Ολίγη ζωολογία


Εδώ συχνά εκφράζεται η αγάπη μας για τα ζώα, μικρά και μεγάλα, ήμερα και άγρια, οικόσιτα και μη. Επαινούνται οι αρετές κυρίως των θηλαστικών, όχι ότι δεν τρέφουμε εκτίμηση και για τα υπόλοιπα -πτηνά, έντομα, ερπετά, ωοτόκα και αμφίβια. Αλλά τα θηλαστικά όσο να πεις θηλάζουν κιόλα, έχουν και δύσκολη γέννα, δεν πετάν απλά το αυγό τους. Αλλά όλα τα αγαπάμε, γιατί και να κλωσσήσεις υποθέτω δεν είναι και εύκολο, ειδικά τώρα με τις ζέστες.
Από μικρό παιδί ταυτίστηκα με το πρόβατο, τη φύση του οποίου είχα συγκρίνει κάπως με τη δική μου. Το θεωρούσα πρώτο από τα αγαπημένα μου ζώα και φρόντιζα να το υπενθυμίζω σε σχετικές συζητήσεις. Μετά το πρόβατο ερχόταν η χελώνα και ύστερα ο βάτραχος. 

Τη χελώνα την έκανε συμπαθή σε όλα τα παιδιά ο Αίσωπος, που μας δίδαξε το ψέμα ότι με υπομονή, επιμονή και μεθοδικότητα νικάμε τους γρήγορους. Αλλά ενίοτε συμβαίνει κι αυτό. Την αγαπώ τη χελώνα γιατί δεν είναι ανταγωνιστική. Σπεύδει βραδέως. Η καρδιά της πρέπει να χτυπά με τρεις σφιγμούς το λεπτό και κατά πώς φαίνεται αυτό είναι το μυστικό της μακροζωίας, γιατί ζει αιώνες. Όποτε βρίσκομαι σε μέρη με ελιές και χελώνες μου αρέσει να σκέφτομαι πως τα ίδια φυτά και ζώα μπορεί να συμβιώνουν αρμονικά στη γειτονιά τους για εκατοντάδες χρόνια. 

Ο βάτραχος πάλι μου αρέσει γιατί είναι άσχημος και αμφίβιος. Κι εγώ θα ήθελα να είμαι αμφίβιο. Δε συμπαθώ τις μάσκες και τα βατραχοπέδιλα, σιχαίνομαι οτιδήποτε πλαστικό, κι έτσι δεν μπορώ να εισπνέω κάτω από το νερό. Ο βάτραχος είναι τυχερός. Επίσης μου αρέσει πολύ η φουσκωμένη του κοιλίτσα και τα μάτια του που βγαίνουν προς τα έξω. Κάνει και ωραίο γρουγρούνισμα. (Δεν έχω ακούσει ποτέ βατράχι να κάνει "κουάξ"). 

Αυτή είναι η τριάδα των αγαπημένων μου ζώων. Γενικά, τα ζώα τα κρίνω και από το πρόσωπο. Γι' αυτό αγαπώ πολύ το λάμα και όλα τα "καμηλοειδή". Μικρή είδα ένα τσουρομαδημένο λάμα στο ζωολογικό κήπο της Νέας Φιλαδέλφειας και ο πατέρας μου μου είπε ότι είναι ζώο που έρχεται από πολύ μακρινή χώρα. Το λυπήθηκα γιατί ήταν ταλαιπωρημένο και νόμιζα πως ήρθε με τα πόδια και οι άνθρωποι το μπαγλαρώσανε για να βγάλουν χρήματα. Πράγμα που δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια. 

Ήτανε λοιπόν κι ένα τέταρτο ζώο που αγαπούσα, αν και ποτέ μου δεν το είχα συναναστραφεί. Αγαπούσα πάντοτε την καμηλοπάρδαλη. Ανήκει υποθέτω κι αυτή στην ίδια οικογένεια με την καμήλα, αλλά αντί  για καμπούρα έχει τον ψηλό της λαιμό. Η καμηλοπάρδαλη είναι το πιο ειρηνικό ζώο της ζούγκλας. Τρώει τα ψηλά φύλλα των δέντρων, τρέχει αλλόκοτα, κάνει υπέροχο σπαγγάτο για να πιει νερό -θα το ζήλευε και η πιο επιδέξια μπαλαρίνα- ενώ το πρόσωπό της παρουσιάζει σπάνια θηλυκότητα. Η καμηλοπάρδαλη ανήκει στην κατηγορία εκείνων που, αν και αδύνατοι, έχουν κακή φυσική κατάσταση.

Όταν ήταν μαθήτρια έπαιρνε πολύ καλούς βαθμούς στην ανάγνωση και την αριθμητική, αλλά ήταν σταθερά κακή στη γυμναστική, αδύνατο να κάνει τούμπες όσο κι αν έβαζε τα δυνατά της, ήταν απλώς αδύνατο, ήταν απίστευτα δυστυχισμένη γι' αυτή την αδυναμία της όλοι της λέγανε κοίτα να δεις, να, έτσι να το κάνεις, ακριβώς έτσι, δεν είναι τρομερά απλό; Αλλ' όσο κι αν προσπαθούσε η καημένη η καμηλοπάρδαλη ποτέ δεν τα κατάφερνε, πάντα έμπαινε στη μέση ο λαιμός της, κι ο δάσκαλος τής ταρακούναγε το κεφάλι και της έλεγε ω! καμηλοπάρδαλη, τι άγαρμπος ατζαμής που είσαι, θα χαντακώσεις τη βαθμολογία σου και τι θα πούνε οι γονείς σου, κι η καμηλοπάρδαλη έκλαιγε τόσο πολύ που οι περαστικοί νομίζανε πως έβρεχε, και σαν τέλειωσε το σχολικό έτος και πήρανε τα ενδεικτικά τους, η καμηλοπάρδαλη είχε όντως το χειρότερο βαθμό στη γυμναστική, κι έκλαιγε περισσότερο από πριν, και σαν έφτασε σπίτι οι γονείς της τη ρωτήσανε τι είχε συμβεί κι αυτή ομολόγησε πως είχε πάρει το χειρότερο βαθμό στη γυμναστική, και τότε ο πατέρας της, κι η μητέρα της δεν είπαν τίποτε αλλά πήγανε στο διπλανό δωμάτιο κι αφού κουβέντιασαν πολλή ώρα γύρισαν με τα δικά τους παλιά ενδεικτικά, και η μικρή καμηλοπάρδαλη τα κοίταξε κι είδε πως κι εκείνοι είχανε στη γυμναστική τους χειρότερους βαθμούς[1]

Καλό είναι λοιπόν να θυμόμαστε πως στη γυμναστική δε δυσκολεύονται μόνο οι ευτραφείς και οι υπέρβαροι, αλλά και οι ψηλοί και μακρυλαίμηδες. Αυτό πρέπει να το έχουμε υπόψη μας. 

***

[1] Μίλος Ματσόουρεκ, Ζωολογία (μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς), Στιγμή, Αθήνα 1988.