Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζόναθαν Κόου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τζόναθαν Κόου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Μέση Αγγλία


Στις εννιά το βράδυ της Παρασκευής, 27 Ιουλίου 2012:
Η Σόφι και ο Ίαν ήταν καθισμένοι στον καναπέ του σπιτιού τους, παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην τηλεόραση. 
Ο Κόλιν Τρότερ ήταν μόνος στο σπίτι του στο Ρέντναλ, καθισμένος στην πολυθρόνα του, παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην τηλεόραση. 
Η Έλενα Κόλαν ήταν μόνη στο σπίτι της στο Κέρνελ Μάγκνα, καθισμένη στην πολυθρόνα της, παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην τηλεόραση. 

Ο Τζόναθαν Κόου είναι από τους συγγραφείς που στην Ελλάδα έχουν τους ακολούθους τους. Κάποιοι από μας έχουμε διαβάσει όλα ή σχεδόν όλα του τα βιβλία. Εμένα το μόνο που μου ξέφυγε ήταν ο Κλειστός κύκλος, κι έτσι δεν είδα τους ήρωες της Λέσχης των τιποτένιων να ωριμάζουν. Τους ξανασυνάντησα, περίπου είκοσι χρόνια μετά, τακτοποιημένους μεσήλικες στη Μέση Αγγλία και τα πλούσια προάστια του Λονδίνου. 

Λένε πως ο τίτλος Μέση Αγγλία παραπέμπει στη Μέση γη του Τόλκιν, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα εμπνεύστηκε την περιοχή του ειδυλλιακού Σάιρ από το Μπέρμιγχαμ. Να πω την αλήθεια, με το που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου ταύτισα τη Μέση Αγγλία με τη μέση ηλικία. Middle aged in middle England. Ίσως επειδή η "πολιτική ορθότητα", πάνω στην οποία προβληματίζεται ο συγγραφέας και οι ήρωές του σ' αυτό το μυθιστόρημα, αποτελεί χαρακτηριστικό της. 

Την τελευταία φορά που ο Κόου επισκέφτηκε την Ελλάδα, είχε δηλώσει στο κοινό πως θα απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις, αλλά δεν θα ήθελε να τοποθετηθεί για δύο πράγματα: τον Ντόναλντ Τραμπ και το Brexit. Τελικά μίλησε γι' αυτά μέσα από το τελευταίο μυθιστόρημά του. "Βλέπεις, οι Βρετανοί δεν πιστεύουν στην πρόοδο. Στα λόγια είναι μια χαρά, βέβαια, αλλά όταν έρχεται η ώρα της πράξης, δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη στη λέξη 'πρόοδος' -ούτε και στην ιδέα. Γιατί απειλεί το σύστημα που τους εξυπηρετεί τόσο καλά εδώ και μερικούς αιώνες", έγραφε ο Κόου στο Expo 58, και αναρωτιόμαστε σήμερα αν αυτή η αντίδραση στην πρόοδο ή την "πολιτική ορθότητα" τελικά οδήγησε μια, έστω οριακή, πλειοψηφία Βρετανών να ψηφίσουν την έξοδο της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Οι άνθρωποι που κάποτε κρατούσαν μια σπουδαία βρετανική παράδοση ζωντανή με τα κυνηγόσκυλά τους, δεν είναι πλέον ελεύθεροι να το κάνουν. Κι αν κάποιος από μας τολμήσει να διαμαρτυρηθεί γι' αυτό, τον αναγκάζουν να σωπάσει. Το τοπικό τηλεοπτικό δίκτυο μας αγνοεί ή μας αντιμετωπίζει με περιφρόνηση. Η εκλογική διαδικασία είναι απλώς χάσιμο χρόνου, εφόσον όλοι οι πολιτικοί συμφωνούν με τις ίδιες μοντέρνες απόψεις. 


Σατιρικός όπως πάντα, ο Κόου παρουσιάζει μια χώρα όπου αναβιώνουν αντιθέσεις και διαφωνίες που δεν είναι απλώς ταξικές. Οι Εργατικοί καμώνονται τους φιλόζωους και απαγορεύουν το κυνήγι της αλεπούς όχι γιατί ενδιαφέρονται για την ευημερία των ζώων, αλλά γιατί απεχθάνονται την ανώτερη τάξη. Η αποδοχή του βεγκανισμού, των ομοφυλοφιλικών σχέσεων, της προαγωγής μιας μουσουλμάνας (και αλλόθρησκη και γυναίκα) σε μια ανώτερη θέση που διεκδικεί ταυτόχρονα ένας Βρετανός συνάδελφός της, παρουσιάζονται ως μικρά στοιχεία καθημερινότητας που διχάζουν τους Βρετανούς. 

"Η μεσαία τάξη της Αγγλίας", είπε απευθυνόμενη ευθέως στον Κινέζο φιλοξενούμενο, "ψήφισε τον κύριο Κάμερον, γιατί δεν είχε καμία άλλη, αληθινή επιλογή. Η εναλλακτική ήταν αδιανόητη. Αλλά, αν μας δοθεί ποτέ η ευκαιρία να του πούμε τι πραγματικά πιστεύουμε γι' αυτόν, τότε, πιστέψτε με, θα την αδράξουμε". 

Ο Κόου, όπως ακριβώς έκανε και στη Λέσχη των τιποτένιων για τη δεκαετία του '70 ή στο Τι ωραίο πλιάτσικο! για τη δεκαετία του '80, σχολιάζει την επικαιρότητα και τον βαθύ πολιτικό διχασμό της εποχής μας. Ο αναγνώστης θα έχει να θυμάται τις σελίδες που αφιερώνονται στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012 και τις αντιδράσεις που προκαλεί σε καθέναν από τους πρωταγωνιστές, την αναφορά στις πολιτικές αναταραχές και τη δολοφονία της Τζο Κοξ λίγο πριν από το δημοψήφισμα για το Brexit, την περιγραφή της καθίζησης της βρετανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, τον ανάλγητο πόλεμο, τη λασπολογία και το τρολάρισμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -που εύστοχα θίγονται και στον Αριθμό 11. 

Δεν λέω... εννοώ, το ξέρω ότι φτιάχναμε χάλια αυτοκίνητα. Το ξέρω πως οι Γερμανοί και οι Ιάπωνες κατασκευάζουν καλύτερα αυτοκίνητα από όσο φτιάχναμε εμείς ποτέ. Δεν ξεμωράθηκα. Τα καταλαβαίνω όλα αυτά. Καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι προτιμούν να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο από την Ιαπωνία, που δεν πρόκειται να χαλάσει μετά από δύο χρόνια, όπως συνέβαινε με τα δικά μας. Όμως, αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι... Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πού θα τελειώσει αυτό; Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι; Δεν φτιάχνουμε τίποτα πια. 

Διάβασα το βιβλίο στην Αγγλία, ακούγοντας αρκετές φορές τις νοσταλγικές παλιομοδίτικες μουσικές της Shirley Collins και συνθέτοντας μ' αυτό τον τρόπο ένα ιδιαίτερο σύμπαν ήχων και εικόνων στο σάουντρακ της ανάγνωσης. Όπως κάθε φορά, περισσότερο με συγκίνησε η τρυφερότητα με την οποία ο Κόου συμπαρίσταται στα αδιέξοδα των ηρώων του, το χιούμορ και η σατιρική διάθεση με την οποία αντιμετωπίζει τα λάθη τους, η αναζήτηση αυτού του ψυχογεωγραφικού φαινομένου που οι ήρωές του ονομάζουν "βρετανικότητα" -άλλοι την ταυτίζουν με τις ένδοξες εποχές της βρετανικής βιομηχανίας και άλλοι με την αχυρένια οροφή μιας τοπικής παμπ, τον κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο, το κρίκετ, τους Μόντι Πάιθον, ένα hot toddy. Νοσταλγοί μιας γαλήνης που δεν έζησαν ποτέ, οι ήρωες συν-κλονίζονται από την πολιτική ορθότητα, ενίοτε γίνονται θύματά της, και καταφεύγουν στον ρατσισμό και την ξενοφοβία προδίδοντας τους ανθρώπους από τους οποίους εξαρτάται η ίδια τους η φροντίδα. Κι αυτοί δεν είναι ποτέ Βρετανοί. Το 2017 η Βρετανία ψήφισε και ύστερα επέστρεψε στις καθημερινές της ασχολίες πιστεύοντας πως δεν έχει τίποτα να χάσει. Μένει να δούμε κατά πόσο θα διαψευστεί.


***

Τζόναθαν Κόου, Μέση Αγγλία (μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη), Πόλις, Αθήνα 2019. 

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Αριθμός 11



Στο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου, ο αριθμός 11 αναδεικνύεται σε μυστήριο που σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό σε καθεμιά από τις πέντε σπονδυλωτές ιστορίες του μυθιστορήματος: Αριθμός λεωφορείου, αριθμός των ορόφων του σπιτιού μιας άπληστης συζύγου, αριθμός της κατοικίας του Βρετανού Υπουργού Οικονομικών και άλλα τέτοια. (Μικρή είχα αναπτύξει μια ξεχωριστή θεωρία για τους αριθμούς, την ποιότητα του καθενός και τα χαρακτηριστικά του. Ο αριθμός 11 παρέμενε αινιγματικός. Δεν μπορούσα να αντιληφθώ πώς ήταν μονός, από τη στιγμή που αποτελείται από δύο μονάδες.)

Η ιστορία ξεκινά το 2003 με τη δολοφονία του Ντέβιντ Κέλλυ, επιθεωρητή όπλων των Ηνωμένων Εθνών την εποχή της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, και τελειώνει το 2015. Τόσο στην πρώτη όσο και στην τελευταία ιστορία, πρωταγωνίστρια είναι η νεαρή Ρέιτσελ, ένα κορίτσι που κατά τη διάρκεια αυτών των δώδεκα χρόνων μεγαλώνει, ωριμάζει και αφυπνίζεται πολιτικά. 

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, που περιγράφεται η σκοτεινή επίσκεψη της Ρέιτσελ και του αδελφού της σε ένα αββαείο, στοιχεία λογοτεχνίας μυστηρίου θυμίζουν πολύ το "Στρίψιμο της βίδας" του Χένρυ Τζέιμς, όπου τα όρια ανάμεσα το ορατό και το αόρατο, την αίσθηση και την ψευδαίσθηση είναι δυσδιάκριτα. Στο τελευταίο κεφάλαιο, η αράχνη που απειλεί το μέγαρο του Βρετανού μεγιστάνα σερ Γκίλπμπερτ Γκαν και η αγωνία που προκαλεί η απόδρασή της, εκτοξεύονται σε ύψη που μάλλον αγγίζουν την υπερβολή, το θρίλερ, το παράλογο ή την παρωδία.   

"Η επαιτεία", διακήρυξε, "μετατρέπεται σε σοβαρό πρόβλημα για το Μπέβερλι και τα περίχωρά του. Το συμβούλιο πρέπει να το αντιμετωπίσει, αλλά ειλικρινά φαίνεται πως πάσχει από έλλειψη προθυμίας και μέσων". Παρατήρησε, σ' αυτό το σημείο, πως κρατούσα μια πιατέλα με μπισκότα γεμιστά με κρέμα κάτω από τη μύτη του. "Ω! Για μένα είναι αυτό; Πολύ ευγενικό". 

Μεταξύ αυτών, ένα μωσαϊκό από πρόσωπα και γεγονότα: η Άλισον, φίλη της Ρέιτσελ, συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του "διαφορετικού": μαύρη, ανάπηρη και ομοφυλόφιλη. Η μητέρα της Άλισον, διάσημη τραγουδίστρια του παρελθόντος, αποφασίζει να ξεπληρώσει τα χρέη της συμμετέχοντας σε ένα ριάλιτι τύπου σερβάιβορ και την τρολάρουν ανελέητα οι νεαροί των μέσων κοινωνικής δικτύωσης γιατί δεν είναι πια ούτε νέα ούτε όμορφη. Μια καθηγήτρια πανεπιστημίου ασχολείται με το μυστήριο του Λοχ Νες και έχει στη διάθεσή της μια τεράστια συλλογή από παλιές βρετανικές ταινίες αμφιβόλου ποιότητας. Ένας φιλόδοξος αστυνομικός αναζητά το πολιτικό στοιχείο που κρύβεται πίσω από τις ανεξισχνίαστες υποθέσεις του. Μια δημοσιογράφος πατά επί πτωμάτων για να κάνει πρωτοσέλιδο. Και ένας από τους πλουσιότερους άντρες της Βρετανίας χτίζει για τη σύζυγό του ένα λαβύρινθο έντεκα ορόφων, με τεχνητές λίμνες και φοίνικες θαμμένους σαράντα μέτρα κάτω από το έδαφος. 

Μια Τετάρτη μεσημέρι επέστρεφε σπίτι από τη βιβλιοθήκη με το λεωφορείο με τον Aριθμό 11. Ανέβηκε από το Χάρμπορν και σκόπευε να κατέβει κοντά στο σπίτι της στη Γιάρντλι, μια διαδρομή είκοσι πέντε λεπτών περίπου. Αλλά, καθώς πλησίαζε στη στάση της, άλλαξε γνώμη. Το λεωφορείο ήταν ζεστό· το σπίτι της ήταν κρύο. Το λεωφορείο ήταν γεμάτο κόσμο· το σπίτι της ήταν άδειο. Η θέα από τη θέση της στο λεωφορείο μεταβαλλόταν διαρκώς· η θέα από το σπίτι της ήταν μονότονη. Ξαφνικά δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να σηκωθεί από την άνετη θέση της και να βγει έξω στο κρύο. 

Ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος, ο αστυνόμος Πίμπλιμ λέει κάπου πως για να κατανοήσει κανείς ένα έγκλημα, πρέπει να αντιληφθεί το κίνητρο του δράστη και αυτό προϋποθέτει να λάβει υπόψη του την επίδραση της οικονομίας και του περιβάλλοντος, της κουλτούρας και του κεφαλαίου, του τοπίου και του αστικού τοπίου, της πολιτικής της ταυτότητας και της πολιτικής των κομμάτων. 

Για να μπορέσει κανείς να λύσει ένα αγγλικό έγκλημα, που το έχει διαπράξει άγγλος εγκληματίας, πρέπει να αναλογιστεί την κατάσταση της ίδιας της Αγγλίας. 

Το ίδιο ακριβώς θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει και για τα μυθιστορήματα του Κόου: για να τα κατανοήσει κανείς,  πρέπει να έχει υπόψη του την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της Αγγλίας. Όχι όμως σε αυτό το μυθιστόρημα. Εδώ περιγράφονται  συνθήκες που μας είναι πιο οικείες απ΄ό,τι άλλοτε. Ο κανιβαλισμός των θαμώνων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το ανελέητο τρολάρισμα, ο εξευτελισμός διασημοτήτων του παρελθόντος στα προγράμματα της μεσημεριανής ζώνης για λίγα λεπτά δημοσιότητας, η προθυμία ανθρώπων να συμμετάσχουν σε ριάλιτι όπου υποχρεώνονται να γλείψουν κόπρανα και να φάνε κατσαρίδες για λίγα χρήματα, οι τράπεζες τροφίμων, τα παροπλισμένα καλοριφέρ στα παγωμένα σπίτια, τα κομμένα επιδόματα, μας είναι όλα γνώριμα. Η κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα δεν διαφέρει πολύ από αυτήν που παρουσιάζει ο Κόου. Και οι φωνές που διαμαρτύρονται, όπως αυτή της Ρέιτσελ, αντιμετωπίζονται σαν "νεανικά ξεσπάσματα πολιτικής αφέλειας".
 
Ο Τζόναθαν Κόου είναι από κείνους τους συγγραφείς που οι φαν του δεν τον προδίδουν ποτέ. Κάθε του βιβλίο αποτελεί εκδοτικό γεγονός και γίνεται γρήγορα ανάρπαστο, τόσο στη Βρετανία όσο και στην Ελλάδα. Έχω την υποψία ότι σε κανένα από τα πρόσφατα μυθιστορήματά του δεν συναντήσαμε την πολιτική σάτιρα του "Τι ωραίο πλιάτσικο!", το καυστικό χιούμορ τού "Ιδιωτικού βίου του Μάξουελ Σιμ" ή την ευαισθησία τού "Σαν τη βροχή πριν πέσει". Ωστόσο, πάντοτε στις σελίδες του το πολιτικό με το κωμικό συνυπάρχουν, η αγωνία με την αναγνωστική ευχαρίστηση εναλλάσσονται, το απροσδόκητο με το αναμενόμενο πάνε παρέα, και όλα αυτά με μπόλικη Βρετανία, σερβιρισμένη κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη. Έτσι, κάθε φορά ο αναγνώστης μένει, αν μη τι άλλο, ικανοποιημένος. 

*** 

Τζόναθαν Κόου, Αριθμός 11 (μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη), Πόλις, Αθήνα 2016. 


 

Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου 2016

Γυμνός συνδικαλισμός




"To προηγούμενο σαββατοκύριακο, λοιπόν", άρχισε να λέει με εμφανή απροθυμία, "παντρευόταν ένας φίλος μου και το προηγούμενο βράδυ βγήκαμε για το μπάτσελορ πάρτι. Σ' ένα στριπτιζάδικο. Δεν ήταν δική μου επιλογή. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ στο παρελθόν -δεν χρειάστηκε ποτέ, δεν το θέλησα ποτέ- οπότε δεν ήμουν απολύτως έτοιμος για την όλη εμπειρία. Έτσι, πριν καταλάβω καλά καλά τι συμβαίνει, εκείνη η απίθανη γυναίκα με την εκπληκτική σιλουέτα, ο τύπος γυναίκας που κανονικά δεν θα γυρνούσε ποτέ να με κοιτάξει, κάθεται στα πόδια μου, λίγο πολύ γυμνή, με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω μου, λικνίζοντας του γοφούς της, κοιτάζοντάς με κατάματα Οπότε νιώθω πως κάτι... λοιπόν επιβάλλεται να κάνω. Να δείξω κάποιου είδους ανταπόκριση. Νιώθω πως πρέπει κάτι να πω".

"Και τι είπες;" ρώτησε η Ρέιτσελ. "Είσαι πραγματικά πανέμορφη; Σ' ευχαριστώ πολύ -πάρε πενήντα λίρες;" 

"Όχι", είπε ο Τζέιμι. "Καταλαβαίνω τώρα πως θα ήταν καλό να είχα πει κάτι τέτοιο. Αλλά, ανιτθέτως, της έκανα μια ερώτηση". 
 
'Εκανε μια μεγάλη παύση. 

"Συνέχισε". 

"Τη ρώτησα αν εκείνη και οι υπόλοιπες κοπέλες ανήκουν σε κάποιο συνδικάτο".  

Η Ρέιτσελ τον κοιτούσε αποσβολωμένη, δίχως να είναι βέβαιη ότι είχε ακούσει καλά. 

"Δηλαδή, ενδιαφερόμουν ειλικρινά. Ήθελα να μάθω τι είδους εργασιακά διακαιώματα είχαν και αν είχαν κάποιο σωματείο. Μου φάνηκε σαν ένα καλό άνοιγμα συζήτησης". 

***

Τζόναθαν Κόου, Αριθμός 11 (μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη), Πόλις, Αθήνα 2016. 

Τετάρτη 16 Ιουλίου 2014

Καλώς ήλθατε στην Expo 58!

Βλέπεις, οι Βρετανοί δεν πιστεύουν στην πρόοδο. [...] Στα λόγια είναι μια χαρά, βέβαια, αλλά όταν έρχεται η ώρα της πράξης, δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη στη λέξη "πρόοδος" - ούτε και στην ιδέα. Γιατί απειλεί το σύστημα που τους εξυπηρετεί τόσο καλά εδώ και μερικούς αιώνες.

"Ο κόσμος δε θα γίνει από μόνος του καλύτερος" έλεγε ο Βρετανός ιστορικός Έρικ Χόμπσμπαουμ. Φαίνεται ότι τα ευρωπαϊκά έθνη και οι κυβερνήσεις τους το ήξεραν αυτό όταν τελείωσε ο αλληλοσφαγιασμός του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Και για του λόγου το αληθές, οργάνωσαν το 1958 στις Βρυξέλλες, εκεί που και σήμερα χτυπά άρρυθμα η καρδιά της Ευρώπης, την πρώτη Παγκόσμια ΄Εκθεση: Expo 58. Αν επισκεφτεί κανείς το Βέλγιο, μπορεί και σήμερα να δει το Ατόμιουμ, ένα "σιδηρούν κατασκεύασμα" που θύμιζε την κυψελίδα ενός κρυστάλλου σιδήρου, μεγεθυμένου κατά 165 δισεκατομμύρια φορές, και είχε τοποθετηθεί στην καρδιά της έκθεσης.

Παρά το σιδηρούν κατασκεύασμα, όμως, που συμβόλιζε τη γέννηση μιας νέας εποχής, υπήρχε και το σιδηρούν παραπέτασμα: μια νοητή διαχωριστική γραμμή μεταξύ των κρατών του υπαρκτού σοσιαλισμού από τη μια και του Νατοϊκου συνασπισμού από την άλλη.

Μέσα σ' αυτό το ψυχροπολεμικό κλίμα, σκοπός της έκθεσης ήταν:
να παρουσιαστεί ένα πανόραμα που θα περιλαμβάνει τα επιτεύγματα του παρόντος, πνευματικά και υλικά, καθώς και τις μελλοντικές βλέψεις ενός ταχύτατα μεταβαλλόμενου κόσμου. Ο τελικός στόχος είναι να συνεισφέρει στην ανάπτυξη μιας γνήσιας ενότητας μεταξύ των ανθρώπων, βασισμένης στον σεβασμό προς την προσωπικότητα.

Σ' ένα ελπιδοφόρο περιβάλλον για το μέλλον της Ευρώπης  λαμβάνει χώρα το τελευταίο μυθιστόρημα του Τζόναθαν Κόου, το "Εxpo 58". Στην έκθεση παίρνει μέρος και η Βρετανία. Μια Βρετανία που δε διαφέρει σε τίποτα από τη σημερινή: 
βαθιά εμποτισμένη στην παράδοση [...] βαλτωμένη στο παρελθόν: φοβική απέναντι στο καινούργιο, κατακερματισμένη από παμπάλαιους ταξικούς διαχωρισμούς, αιχμάλωτη ενός μυστικοπαθούς και απαραβίαστου κατεστημένου.

Η Κεντρική Διεύθυνση Πληροφοριών της χώρας στέλνει εκπρόσωπό της έναν "ήσυχο άνθρωπο", τον Τόμας Φόλεϊ, ο οποίος αναλαμβάνει τη λειτουργία της Μπριτάνια, της παμπ που θα πρέσβευε τη βρετανική φιλοξενία στην έκθεση. Στον Τόμας αναθέτουν "τον ρόλο του δολώματος σε μια ρομαντική ποντικοπαγίδα". Η αθωότητά του συνάδει απόλυτα με την αθωότητα -άλλοτε φαινομενική και άλλοτε πραγματική- της εποχής. Οι άνθρωποι δε γνωρίζουν ακόμη τις βλαβερές συνέπειες του καπνού, ούτε τους κινδύνους που ελλοχεύουν στην πρόοδο της πυρηνικής τεχνολογίας. Δε γνωρίζουν πως ό,τι πουν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους, πως τα πάντα παρακολουθούνται, κάποτε υποκινούνται και κατευθύνονται από μυστικές υπηρεσίες που λειτουργούν ερήμην τους. 

Η ευρωπαϊκή κατασκοπεία μπορεί να λειτουργεί πιο διακριτικά και πιο φινετσάτα από τη σοβιετική, ωστόσο δεν παύει να υπάρχει. H Δύση, τελικά, δε διαφέρει και πολύ από την Ανατολή. Απλά, λειτουργεί με περισσότερο στιλ.
Ο εργόδότης σας, βλέπετε, είναι, αν δεν κάνω λάθος, η Κεντρική Διέυθυνση Πληροφοριών, στο Λονδίνο, κι εμείς στη Ρωσία τον οργανισμό αυτό τον θαυμάζουμε πάρα πολύ. Το είδος της προπαγάνδας με την οποία ασχολείστε είναι κάτι που, για την ώρα, στην πατρίδα μου, μόνο ως φιλοδοξία μπορούμε να το δούμε. Είναι τόσο... κομψή, τόσο διακριτική. Έχουμε πάρα πολλά να μάθουμε από τις δραστηριότητές σας. 


Το μυθιστόρημα, όπως και ο πρωταγωνιστής, κινούνται σε δύο διαφορετικούς κόσμους: τον "πραγματικό" κόσμο της Expo και το μικρόκοσμο του Τόμας -το σπίτι του στο Τούτινγκ, η γυναίκα του και το μωρό τους, η προετοιμασία του δείπνου, οι επισκέψεις της μητέρας του, ο νοικοκυρεμένος λαχανόκηπος, η λιμνούλα με τα ψαράκια που θέλουν να φτιάξουν στον κήπο. Αυτός ο κόσμος μοιάζει ζωγραφιστός, σε σχέση με το τεράστιο φουτουριστικό σκηνικό της Παγκόσμιας Έκθεσης. Εκεί παίζεται το παιχνίδι, εκεί οι άνθρωποι δεν είναι αόρατοι, έχουν ρόλο. 

Αυτός ο φαινομενικά πραγματικός κόσμος, όμως, είναι κάλπικος. Η παμπ είναι ψεύτικη, οι άνθρωποι είναι ψεύτικοι, όλοι υποδύονται ένα ρόλο, τα πάντα αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου σκηνικού, και ο Τόμας, όπως όλοι οι ήρωες του Κόου, είναι μπερδεμένος και δεν μπορεί να ξεχωρίσει την αλήθεια από την αυταπάτη. 

Το μυθιστόρημα χαρακτηρίστηκε ως σάτιρα, παρωδία, κωμικό μυθιστόρημα, μυθιστόρημα ενηλικίωσης ή αναζήτησης ταυτότητας. Πρέπει να ΄ναι κάτι απ' όλα αυτά ή όλα αυτά μαζί. Βρετανικό χιούμορ και ζωντανοί διάλογοι. Και ένας άντρας, απλός άνθρωπος ή "χρήσιμος ηλίθιος", που βρίσκεται αντιμέτωπος με ιστορικές συνθήκες που τον ξεπερνούν. 

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Τζόναθαν Κόου, Expo 58 (μτφρ. Μαργαρίτα Ζαχαριάδου), ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2013