Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χανς Κρίστιαν Άντερσεν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2015

Βασίλισσες του χιονιού



Στη Βασίλισσα του Χιονιού, ένα από τα πιο σκληρά παραμύθια του Άντερσεν, ο διάβολος φτιάχνει έναν καθρέφτη που παραμορφώνει την ομορφιά του κόσμου. Συρρικνώνει την ομορφιά και την καλοσύνη και μεγεθύνει την ασχήμια. Όταν ο διάβολος προσπαθεί να κοροϊδέψει το Θεό, ο καθρέφτης θρυμματίζεται.

Ένα από τα κομμάτια του τρυπώνει στην καρδιά του μικρού Κάι και την παγώνει. Γεμάτος μίσος και περιφρόνηση για τον κόσμο και την αγαπημένη του Γκέρντα, ο Κάι εγκαταλείπει το σπίτι του και βρίσκει καταφύγιο στην αγκαλιά της Βασίλισσας του Χιονιού, της βασίλισσας του μίσους. 

Η ομορφιά της παγωμένης γυναίκας θυμίζει σταλακτίτη, και μαγεύγει τον Κάι. Ορθώνεται μπροστά του, πανέμορφη και παγωμένη...


Φοράει την άσπρη γούνα της και αγκαλιάζει σαν  χιονοστιβάδα τον μικρό της αιχμάλωτο...



 Ο Κάι αποκοιμιέται στην αγκαλιά του κακού...


Όλο το  ζωικό βασίλειο υποτάσσεται στην παγωμένη βασίλισσα. Λαγοί, αλεπούδες, πολικές αρκούδες και λευκές κουκουβάγιες την υπηρετούν...




Η βασίλισσα κρατά τον Κάι κοντά της και τον κάνει να ξεχάσει την Γκέρντα και κάθε ανάμνηση που είχε από την προηγούμενη ζωή του. Στο πρώτο της φιλί μαγεύεται, στο δεύτερο ξεχνά, στο τρίτο θα πεθάνει...


Η Γκέρντα  αρχίζει την αναζήτηση του αγαπημένου της φίλου...



Τον βρίσκει ακίνητο και παγωμένο...


Όταν αφήνει τον πόνο της να ξεχειλίσει, τα ζεστά της δάκρυα λιώνουν τον πάγο. Ο Κάι θυμάται την προηγούμενη ζωή του και επιστρέφει ...

Η αγάπη νικά. 



Οι εικόνες είναι των: Dugald Stewart Walker, Errol le Cain, Angela Barrett, Jenny Lumelsky, Maria Menshikova, Tomislav Tomic, Ner Tamin, Elena Ringo και Vania Zouravliov. 

Παρασκευή 26 Δεκεμβρίου 2014

Κλασικά εικονογραφημένα - "Τα κόκκινα παπούτσια"






Μια νύχτα έφτασε στο έρημο νεκροταφείο της εκκλησίας, όπου οι νεκροί δεν χόρευαν -αναπαύονταν. Ούτ΄εκεί μπόρεσε να σταματήσει. Χορεύοντας μπήκε από την ανοιχτή πόρτα στην εκκλησία. Κι εκεί είδε τον Άγγελο, με κατάλευκο ένδυμα και με φτερούγες τεράστιες, από τους ώμους του έως το πάτωμα. Η φυσιογνωμία του ήταν αυστηρή και σοβαρή και στο χέρι του κρατούσε αστραφτερή ρομφαία.

"Θα χορεύεις συνέχειa" της είπε. "Θα χορεύεις με τα κόκκινα παπούτσια σου μέχρι να γίνεις κάτωχρη και το δέρμα σου να ζαρώσει και να μοιάζεις με σκελετό! Θα χορεύεις από πόρτα σε πόρτα, και όπου μένουνε κακά κι ατίθασα παιδιά, θα χτυπάς για να σ' ακούνε και να φοβούνται. Θα χορεύεις συνέχεια..." 

*** 

Χόρευε ακατάπαυστα, δεν μπορούσε να σταματήσει. Νύχτωσε και τα παπούτσια την οδηγούσανε συνέχεια μέσα σε βάτα και αγκαθότοπους, τα πόδια της σχιζόντουσαν κι αιμορραγούσαν.
























Κάτι έλαμψε ανάμεσα στα δέντρα. Η μικρή στην αρχή σκέφτηκε πως ήτανε το φεγγάρι, που ξεπρόβαλε κατακόκκινο μέσ' από τη νυχτερινή αχλύ. Αλλά ήταν ο γερο-στρατιώτης με την κοκκινωπή γενειάδα, που καθότανε σε μια πέτρα και επαναλάμβανε: "Κοίτα τι ωραία παπούτσια χορού!"

 *** 

Έφτασε κάποτε σ' ένα ξέφωτο, χέρσο, μ' ένα μοναδικό σπιτάκι. Ήξερε πως εκεί έμενε ο δήμιος, γι' αυτό του χτύπησε με τα δάχτυλά της τα παραθυρόφυλλα, φωνάζοντας: "Βγες έξω! Βγες έξω! Εγώ δεν μπορώ να μπω μέσα γιατί χορεύω!"

***

 "Μη μου κόψεις το κεφάλι! Κόψε μου μόνο τα πόδια με τα κόκκινα παπούτσια! " [...] Και ο δήμιος της έκοψε τα πόδια που φορούσανε τα κόκκινα παπούτσια. Μα και τότε ακόμα τα παπούτσια χόρευαν και παρασύρανε τα κομψά πόδια στα χωράφια κι ύστερα σε πυκνά δάση...

***
Αποσπάσματα από το παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Τα κόκκινα παπούτσια.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιστορίες και παραμύθια, Ωκεανίδα, Αθήνα 2000



Στην εικονογράφηση έργα των: Kay Nielsen (1931;), Charles Robinson (1920;), Helen Stratton (1899), Honor Appleton (1932),  Helen Stratton (1899).

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2014

"Τα κόκκινα παπούτσια"



O Ερρίκος Μπελιές επισημαίνει εύστοχα πως τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν είναι από εκείνα τα λογοτεχνήματα που η κριτική παρεξήγησε και κακώς τοποθέτησε στα «παιδικά». Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Κάρολ, τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Ντίκενς και πολλά άλλα.

Στην πραγματικότητα οι ιστορίες και τα παραμύθια του Άντερσεν αποτελούν αφηγήματα από τα οποία μπορεί κανείς να κατανοήσει το κοινωνικό, πολιτικό και κυρίως θρησκευτικό πλαίσιο της Ευρώπης του 19ου αιώνα, μιας εποχής παρακμής των ευγενών, κυριαρχίας της αστικής τάξης, αλλά και έντονης θρησκοληψίας. Όπως ο Αίσωπος αναδεικνύει την τιμωρία των ηρώων του, όπως ο Περώ εισάγει τη Νέμεση με τη μορφή τεράτων, έτσι ακριβώς και ο Άντερσεν καταδεικνύει το αμείλικτο της προτεσταντικής ενοχής[1].

Σε κανένα παραμύθι δε γίνεται αυτό τόσο εμφανές όσο στα «Κόκκινα παπούτσια». Το μικρό κορίτσι που τολμά να πάει στην εκκλησία με κόκκινα παπούτσια, και μάλιστα χορού, καταλήγει με πληγωμένα δάχτυλα, και χτυπά η ίδια την πόρτα του δήμιου, παρακαλώντας τον να της  κόψει τα πόδια.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα κοριτσάκι πολύ όμορφο και ντελικάτο, αλλά τόσο φτωχό που το καλοκαίρι κυκλοφορούσε ξυπόλυτο, ενώ το χειμώνα φορούσε ξυλοπάπουτσα και τα ποδαράκια του κοκκίνιζαν και πρηζόντουσαν.

Το κορίτσι το υιοθετεί μια γριά κυρία και, όταν έρχεται η ώρα για το μυστήριο  του χρίσματος, πηγαίνουν να της διαλέξει παπούτσια. Η Κάρεν, διαλέγει ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια, ίδια με παπούτσια χορού, αλλά δεν το αποκαλύπτει στη γριά κυρία, που δεν βλέπει καλά και ποτέ δε θα της επέτρεπε να μπει στην εκκλησία φορώντας κόκκινα παπούτσια. Είναι το πρώτο της ψέμα.

Την επόμενη Κυριακή η Κάρεν θα πήγαινε στην εκκλησία να κοινωνήσει. Κοίταξε πρώτα τα κόκκινα παπούτσια της, μετά τα μαύρα, μετά πάλι τα κόκκινα –που τ’ άρπαξε και τα φόρεσε.

Λέει ψέματα για δεύτερη φορά. Μπαίνει στην εκκλησία όλων τα μάτια έπεσαν στα κόκκινα παπούτσια της Κάρεν. Ως και τ’ αγάλματα την κοίταζαν. Και όταν η Κάρεν γονάτισε για να κοινωνήσει, μπροστά της έβλεπε μόνο τα παπούτσια της. Τόσο πολύ τα κοιτά, που ξεχνά να κάνει την προσευχή της.  

Καθώς βγαίνει από την εκκλησία, ένας γέρος στρατιώτης παινεύει τα παπούτσια της και η Κάρεν δοκιμάζει να κάνει μερικά χορευτικά βήματα. Και δεν μπορεί να σταματήσει να χορεύει. Φτάνει στο σπίτι της και μόνο όταν της βγάζουν τα παπούτσια τα πόδια της σταματούν.

Η γριά κυρία είναι ετοιμοθάνατη και η Κάρεν μαθαίνει για μια μεγάλη χοροεσπερίδα που θα γίνει στην πόλη. Την παρατά στο νεκροκρέβατο και φορά τα κόκκινα παπούτσια για τρίτη φορά.

Κι όταν προσπάθησε να πάει στο βάθος της αίθουσας, τα παπούτσια την πήγανε προς την έξοδο, την κατέβασαν τα σκαλιά, την πέρασαν από τους κεντρικούς δρόμους και την έβγαλαν από την πύλη της πόλης. Χόρευε, χόρευε η Κάρεν, τα πόδια της δεν σταματούσανε. Χόρευε μέχρι που μπήκε στο σκοτεινό δάσος.

Και ο γέρος στρατιώτης την βρίσκει παντού και επαναλαμβάνει «Τι ωραία παπούτσια χορού!» Η Κάρεν προσπαθεί να βγάλει τα παπούτσια, αλλά είναι αδύνατον, σκίζει τις κάλτσες της, αλλά έχουν γίνει ένα με τα πόδια της. Πηγαίνει στην εκκλησία, ο άγγελος την καταριέται, να χορεύει μέχρι να γίνει κάτωχρη, να ζαρώσει, να μοιάζει με σκελετό, να λιώσουν τα πόδια της. Τα πόδια την οδηγούν σε βάτα, σε αγκαθότοπους, την εξορίζουν από το γένος των ανθρώπων, βρίσκεται σε πυκνά τρομακτικά δάση και απόμερα χωράφια που την τρομάζουν, ώσπου ζητά έλεος στο σπίτι του δήμιου, που αντί να της κόψει το κεφάλι, της κόβει τα πόδια.

Έτσι, ένα μικρό κορίτσι τιμωρείται για τη φιλαρέσκειά του, για την ανυπακοή της στη γυναίκα που τη μεγάλωσε, για την ασέβεια στο γονιό και το Θεό, για την προσευχή που δεν έκανε, για το ψέμα που είπε. Η αμαρτία της επαναλαμβάνεται τρεις φορές και εξαλείφεται με τη μετάνοια και την αναζήτηση της λύτρωσης στην τιμωρία.

Αυτός είναι ο κόσμος του Άντερσεν,  που η εποχή της απομυθοποίησης του ονείρου ονόμασε «παιδικό». Και είναι αρκετά μακριά από τον κόσμο του λαϊκού παραμυθιού, που με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, είναι επίσης σκληρός κι αποτρόπαιος.


Στην ευτυχή για τον αγγλικό κινηματογράφο δεκαετία του ’40, ο σκηνοθέτης Μάικλ Πάουελ, σε συνεργασία με τον σεναριογράφο Έμερικ Πρεσμπέργκερ, θα εμπνευστούν τα δικά τους «Κόκκινα παπούτσια». Παρά το θρησκευτικό απολυταρχισμό της Βρετανίας (που κρατούσε κλειστά τα σινεμά τις Κυριακές, καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου) ο Άγγλος σκηνοθέτης παρακάμπτει το μοτίβο αμαρτία-δοκιμασία-μετάνοια-λύτρωση και δημιουργεί ένα υπέροχο δράμα για τους εραστές του χορού. Οι κινηματογραφημένες σκηνές μπαλέτου είναι μοναδικά ποιητικές, τα τοπία της φύσης εναλλάσσονται όσο η μπαλαρίνα με τα κόκκινα παπούτσια χορεύει, ο χορός της μοιάζει ένα ταξίδι σε όσα τοπία μπορεί να πλάσει η φαντασία. 

Στην πραγματικότητα, όμως,  η ταινία «αφηγείται τον συναισθηματικό διχασμό μιας μπαλαρίνας ανάμεσα στο χορό (που εκπροσωπεί το υπερβατικό πνεύμα) και τον έρωτα»[2]. Στο συναισθηματικό της δίλημμα η μπαλαρίνα αδυνατεί να απαντήσει γιατί πολύ απλά αδυνατεί να σταματήσει να χορεύει.  Ο κοκκινομάλλης «μάγος» που τις πουλά τις κόκκινες πουέντ θυμίζει έντονα το παραμύθι του Άντερσεν και παραπέμπει σ’ εκείνον τον γέρο στρατιώτη που διαρκώς επαναλαμβάνει «Τι όμορφα παπούτσια χορού!».

Η χορεύτρια χορεύει, χορεύει και τα παπούτσια της μοιάζουν όλο και πιο κόκκινα. Ομορφαίνουν σε κάθε της βήμα ή στάζουν αίμα τα πόδια της;



[1] Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιστορίες και παραμύθια,  Ωκεανίδα, Αθήνα 2000
[2] Στάθης Βαλούκος, Ιστορία του κινηματογράφου, Εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 2003