Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαργαρίτα Καραπάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαργαρίτα Καραπάνου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

Κεχαριτωμένη, χαίρε...



Όσοι δεν μπόρεσαν να μπουν, περίμεναν έξω την περιφορά της εικόνας, έφραζαν τη μεγάλη πόρτα, άκουγαν το Μητροπολίτη απ' τα μεγάφωνα. Η εικόνα ήταν στο προαύλιο. Τη στόλιζαν άσπρα μικρά λουλούδια και μια γαρδένια. Οι πλάγιες ακτίνες του ήλιου χτύπαγαν τα τάματα και τα χρυσαφικά πίσω απ' το τζάμι της. Ήταν τόσο δυνατές, που το χρυσό έμοιαζε να λιώνει. Το πρόσωπο της Παναγίας δεν φαινότανε σχεδόν καθόλου. Οι πιστοί την κοίταζαν δύσπιστα. Την είχανε συνηθίσει μέσα στο μισοσκόταδο της εκκλησίας, και τώρα, κάτω απ΄ το φως του ήλιου, η λάμψη της τους ενοχλούσε. Εδώ, δε θα τολμούσανε ποτέ να σκύψουν να τη φιλήσουν. Έτσι εκτεθειμένη, την έβρισκαν άσεμνη. Ο Μητροπολίτης ιερουργούσε, σκουπίζοντας τον ιδρώτα του μ' ένα μεγάλο μεταξωτό μαντίλι: "...Κεχαριτωμένη, χαίρε, μετά σου ο Κύριος..." 

Τα παιδιά το σκάγανε, τρέχανε στις κολυμπήθρες. Τ' αγόρια γεμίζανε το στόμα τους νερό, το φτύνανε πάνω στα κορίτσια. Αυτές βάζανε τα κλάματα: το νερό κατέστρεφε τους τεράστιους βελούδινους φιόγκους που στολίζανε τα μαλλιά τους. Οι βρεμένοι φιόγκοι πέφτανε μπροστά, τους κρύβανε το πρόσωπο. Οι κυρίες φορούσανε λακ. Μέσα στη ζέστη η μυρωδιά της ήτανε δυνατή. Έκανε τον κόσμο να φτερνίζεται συνέχεια. Μερικοί κάνανε παράπονα, ακούστηκαν προτάσεις για κάποιο νόμο: να απαγορευτεί η λακ μέσα στην εκκλησία, τουλάχιστον το καλοκαίρι. [...]

Είχε φτάσει η ώρα της περιφοράς. Οι δυο αστυνόμοι σήκωσαν στους ώμους τους την εικόνα, στάθηκαν πρώτοι. Πίσω τους, ο Μητροπολίτης, τα παπαδοπαίδια, οι ναύτες, το πλήθος σχημάτιζε μια πομπή. Ξεκινήσανε. Σημάνανε οι καμπάνες της μητρόπολης. Την ίδια στιγμή, αρχίσανε να χτυπάνε οι καμπάνες σ' όλο το νησί, απ΄όλες τις εκκλησίες. Η εικόνα βγήκε στο λιμάνι. Οι πιστοί σπρωχνόντουσαν, για να δούνε καλύτερα τα εξαπτέρυγα, να μη χάσουνε τους ψαλμούς. Ενώθηκαν με τον κόσμο που περίμενε απ' έξω. Οι γυναίκες κοιταζόντουσαν μεταξύ τους, μελετούσαν τα καλά τους ρούχα: τις λουλουδένιες μπλούζες, τις άσπρες γόβες, τις δαντέλες στις άκρες των κομπινεζόν, το πλισέ μιας φούστας. 

"...Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος, ο παρέχων τω κόσμω δια σου το μέγα έλεος..."

Η εικόνα κοίταξε λοξά. Του χαμογελούσε. Γύρω απ' το κεφάλι της, τα χέρια της, το πέπλο της, κρεμόντουσαν τάματα. Το πρόσωπό της, πνιγμένο μέσα στα πετράδια και τα φτιασίδια, ξεπηδούσε πιο αυστηρό, σαν να μην ενέκρινε το όργιο του χρυσού που την περιέβαλλε. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, διαμαντένιες καρφίτσες εξαίσια δουλεμένες, παιδικά σκουλαρήκια με γαλάζιες πέτρες, χρυσές καρδιές, ασημένια αυτιά, χέρια, πόδια, μάτια, νεφρά, αορτές, και άλλα μη αναγνωρίσιμα μέλη του ανθρώπινου σώματος κρεμόντουσαν μπερδεμένα πίσω απ' το τζάμι της...

***

[1] Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο υπνοβάτης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1997.
[2] Φωτογραφία: John Demos
 

 

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Αποκριά


Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς...

Καρνάβαλος, Ξάνθη 1937 (Αρχείο Οικ. Ανδρέου)

Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο! Τι οχλοβοή, τι συρφετός! Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν τα λαντό αργά, τα 'να πίσω από τ' άλλο, γεμάτα ντόμινα μαύρα και τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα με νταντέλες μαύρες, μ' άσπρα γάντια και κάτι μακριές χρωματιστές κορδέλες κρεμαστές πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες. Στραγάλια. Μπουκετάκια. Ρουκέτες από σερμπαντέν και βροχή το κομφετί. "Εδώ ο χαρτοπόλεμος! Χαρτί και πόλεμος![1]"



Ο Δημήτριος Λουκάτος στα Λαογραφικά του αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στις κοινωνικές ψυχαγωγίες και εκτονώσεις του ελληνικού λαού. Η έννοια του κοινωνικού -στις προβιομηχανικές τουλάχιστον εποχές- ταυτιζόταν με αυτήν του λαϊκού. Οι άνθρωποι ζούσαν "λαϊκά", λέει ο Λουκάτος, και στον κύκλο του χρόνου αναζητούσαν την ψυχαγωγία άλλοτε στη φύση, άλλοτε σε εμπνεύσεις πνευματικές ή διαφόρων ειδών ελευθεριότητες.

Καλόγερος απάρθενος, οχτώ χρονώ [...]
Στο δρόμο όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει,
χήρες τον αρωτήσανε, χήρες τον αρωτάνε.
Πόσο παππούμ' τ' αδράχτια σου, πόσο και τα σφοντύλια;
Στο τσίμπημα, στο φίλημα, σου δίνω πέντε-δέκα,
και στο καλό γονάτισμα πάρτα με τα σακκούλια.  
(Δημοτικό της αποκριάς)

Η ελευθεριότητα της Αποκριάς ήταν απαραίτητη πριν από την παραδοσιακή ασκητική της Σαρακοστής. Όλα επιτρέπονται. Στα Καρναβάλια μπορεί ν' ακούσει κανείς ό,τι πιο ελευθερόστομο και να δει ό,τι πιο μιμικό θα απέκρουε η κοινότητα σε άλλες ώρες. Τα υπονοούμενα και τα αισχρόλογα ακούγονται ελεύθερα και γίνονται αποδεκτά, ακόμη και σε νεότερες ηλικίες. Ο Λουκάτος υποστηρίζει πως επίτηδες η λαϊκή κοινωνία τα επινόησε αυτά, για να μυήσει τους νέους στο μυστικό της γονιμότητας. 
 
Ήτανε η μέρα του Καρνάβαλου.
Οι μασκαράδες ήτανε μόνο άντρες ντυμένοι γυναίκες. Μαζευόντουσαν απ΄το πρωί και το μεσημέρι το λιμάνι είχε γεμίσει. 
Μπροστά στεκόντουσαν οι οικοδόμοι ντυμένοι μαθήτριες. Μπλε ποδιά και άσπρο γιακαδάκι, φιόγκο στα μαλλιά, πιο κάτω τα πόδια τους γεμάτα τρίχες, και φορούσαν τα χοντρά παπούτσια που βάζανε στο χτίστικο. Βαστούσανε σάκες κόκκινες και τα νύχια τους ήτανε μαύρα απ΄τα τσιμέντα. 
Πιο πίσω ήταν οι πόρνες. Με τα στήθια, τις κάλτσες τις δικτυωτές, τις φούστες τις σκιστές μέχρι το γοφό, τις ψεύτικες βλεφαρίδες, τα κόκκινα στόματα, τις περούκες, τα τακούνια που σφηνώνανε στις πλάκες [2]

Εξάλλου, βασικό χαρακτηριστικό του καρναβαλιού είναι ο χορός, καλλιτεχνική και ερωτική εκδήλωση καθαρά εκτονωτική. "Μην ξεχνάμε πως και τις Νεράιδες, την ποθερωτική αυτή φαντασίωση των ανδρών, οι λαϊκές παραδόσεις τις δίνουν πάντα πανέμορφες και προκλητικές, ιδιαίτερα σε ώρες χορού"[3], σημειώνει ο Λουκάτος.


 
Και δώσ' του τα παλαμάκια από πέρα, όλο το δρόμο που 'ρχόταν, απάνω σ' ένα γάιδαρο τ' ανάποδα, με του γαιδάρου την ουρά ανασηκωτή στα χέρια αντίς στα γκέμια, κι έκοβε μ' ένα ψαλίδι τρίχες απ' την ουρά του και τις μοίραζε στον κόσμο! Απ' την πυρά κρεμόταν η επιγραφη ΕΘΝΙΚΟΝ ΤΑΜΥΟΝ. Πλάι στον γαϊδουροκαβαλάρη έτρεχ' ένας μουτζουρωμένος παλιάτσος και του 'δινες χαρτάκια από ένα πανέρι που 'γραφε απέξω ΜΠΗΛΙΕΤΑΚΙΑ. Ο γάιδαρος είχε στο κεφάλι μια σημαία γαλανόλευκη με κόκκινα γράμματα: ΔΟΛΙΑ ΠΑΤΡΙΣ[4].

Δεν είναι τυχαίο που στην "Κερένια κούκλα" του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου ο έρωτας ανάμεσα στο Νίκο και τη Λιόλια γεννιέται τη νύχτα της Αποκριάς. Όπως παρατηρεί η Αγγέλα Καστρινάκη, το καρναβάλι είναι ο τόπος και ο χρόνος που γιορτάζεται η κρυφή ενότητα των αντιθέτων. Τα όρια ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, στο γήρας και τη νεότητα, στη ζωή και τον θάνατο παύουν να υφίστανται.

Η πλατεία ήταν γεμάτη τραπέζια με κρασιά, τα 'χανε βάλει οι γείτονες, ο Καρνάβαλος άρχισε να πίνει, πίνανε όλοι ασταμάτητα και οι γειτόνοι βγάζανε συνέχεια καινούργιες νταμιτζάνες κι όταν τις ήπιαν όλες, πιάσαν το χορό. [...]

Οι μαθήτριες κάτω απ' το παράθυρο με το ραδιόφωνο άρχισαν να χορεύουν ροκ. Τα τριχωτά τους πόδια πετούσαν στον αέρα, οι φιόγκοι στα μαλλιά τους στράβωσαν και κρεμόντουσαν μπροστά στη μύτη τους, μερικές κάνανε και φιγούρες και φαινόντουσαν τα σορτσάκια τους, το πλήθος χτυπούσε τα πόδια με ρυθμό... [5]




Η Αποκριά είναι γιορτή μαγική, διονυσιακή, μυστηριακή. Μοναδική γιορτή του χρόνου που επιτρέπεται η παραβίαση των κανόνων που τον διέπουν. Τα κορίτσια δεν κοιτούν χαμηλά, οι γέροι δεν είναι κουρνιασμένοι στις καρέκλες τους, οι άντρες δε συγχρωτίζονται μόνο μεταξύ τους στα καφενεία, κανείς δεν προσέχει τα λόγια του.

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι

γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

Στον παραλογισμό του σκηνικού της αποκριάς ο Σαχτούρης ενέταξε το δικό του εξωλογικό βίωμα του πολέμου. Και εδώ οι άνθρωποι αλλάζουν ρόλους και υπόσταση, προς χάριν μιας διαφορετικής εκτόνωσης, αδελφοκτόνας. Και στου Σαχτούρη την αποκριά, κάθε λογική αίρεται. Παιδιά πεθαίνουν και ανεβαίνουν στον ουρανό, γυάλινος χαρτοπόλεμος ματώνει τις καρδιές των ανθρώπων, το φεγγάρι μαχαιρωμένο πετιέται στη θάλασσα.
  
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά[6].


 ***

[1],[4] Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013.
[3] Δημήτριος Λουκάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992.
[2], [5] Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο υπνοβάτης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1997.
[6] Στην αρχή και στο τέλος, αποσπάσματα από το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη, Αποκριά. 


Σάββατο 30 Ιανουαρίου 2016

Salo, 120 μέρες στο άσυλο



Είναι λεπροί αυτοί οι τρελοί!
 
Ο Φουκώ ξεκινά την "Ιστορία της τρέλας[1]" με ιστορικές αναφορές στην καταπολέμηση της λέπρας. Γιατί και η τρέλα σαν λέπρα αντιμετωπίστηκε από την πολιτισμένη Ευρώπη. Το θέμα δεν ήταν τόσο να γιατρευτεί ο ασθενής, όσο να κρατηθεί σε μια ασφαλή απόσταση· στον Μεσαίωνα με κατάρες και αναθέματα, από την Αναγέννηση κι ύστερα με τον εγκλεισμό και την απομόνωσή του. Τα λεπροκομεία μπορεί να μείναν αδειανά, αλλά οι πρακτικές αποπομπής του αρρώστου διατηρήθηκαν. 

Η εκκλησία με τη βοήθεια ιερέων και ευχολογίων έπειθε, πρώτα τους λεπρούς κι έπειτα τους τρελούς, πως ο Θεός επέλεξε να  τους μολύνει με την αρρώστια και είναι μεγάλη χάρη να τους τιμωρεί για τις αμαρτίες τους. Έτσι, ούτε λίγο ούτε πολύ, φτωχοί, αλήτες, ξεστρατισμένοι και βαρυποινίτες θα αποκλειστούν από την κοινωνία προκειμένου να εξασφαλιστεί η "πνευματική προστασία" των υπολοίπων.  

Γενικά Νοσοκομεία: η αρχή της εγκάθειρξης
 
Τον 17ο αιώνα ιδρύονται σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις "Γενικά Νοσοκομεία" που η λειτουργία τους δεν έχει καμία σχέση με την ιατρική. Ήταν δημιουργήματα των μοναρχικών καθεστώτων και των αστών, που την εποχή εκείνη οργανώνονται  και προσπαθούν να επιβάλουν την δική τους τάξη πραγμάτων. Ιδρύματα εγκάθειρξης υπάρχουν στην Αγγλία, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία και στοιβάζουν στα ίδια κελιά ποινικούς κατάδικους, νέα παιδιά που τάραζαν την ησυχία του σπιτιού τους ή σπαταλούσαν λεφτά, απόκληρους και τρελούς. Η εγκάθειρξη ως ιδέα γεννήθηκε στην Ευρώπη του κλασικισμού, που θεώρησε την τρέλα ένα "κατά πάθος ζην" που ερχόταν σε αντίθεση με το "κατά λόγον ζην" των αρχαίων Ελλήνων. 

Στην κλινική, καθόμουνα μ' έναν έφηβο σ' ένα στρογγυλό τραπέζι. Σάλια του τρέχανε απ' το στόμα, αλλά γελούσε χαρούμενος. Γελούσα κι εγώ. Ξαφνικά, παίρνει μια χοντρή βελόνα και τρυπάει απότομα και δυνατά τη γλώσσα του. Τα αίματα πλημμύρισαν το πάτωμα[2]. 

Άλλωστε, ο τρελός, πέρα από το ότι δεν προσαρμόζεται στην αστική νοοτροπία, δεν συμμετέχει ισόποσα και στην παραγωγική διαδικασία. Τώρα που ο εγκλεισμός του αντικαθιστά την παλιά τακτική της αποπομπής, μπορεί συμμετέχοντας σε καταναγκαστικά έργα να φανεί χρήσιμος. Δεν τιμωρείται, ούτε διώκεται ακριβώς. Το κράτος τον στεγάζει και τον θρέφει με αντάλλαγμα την προσωπική του ελευθερία και τον εξαναγκασμό σε σκληρή χειρωνακτική εργασία.
 
Κρατούμενοι

Σ΄αυτά τα νοσοκομεία - σωφρονιστήρια, συχνά οι τρελοί συστεγάζονταν με τους νοσούντες από αφροδίσια νοσήματα. Έτσι, τα παραπτώματα της λογικής συγκατοικούσαν με τα αμαρτήματα της σάρκας. Ο ορθολογισμός της Ευρώπης ενθάρρυνε για πάνω από εκατόν πεντήντα  χρόνια τη συνύπαρξη συφιλιδικών και τρελών, αναγνωρίζοντας μεταξύ των δύο μια σκοτεινή συγγένεια -και πιθανότατα ενοχή- που μπέρδεψε πολύ την έννοια της θεραπείας με αυτήν της τιμωρίας. Τον 18ο αιώνα οι ψυχικά ασθενείς  βρίσκονται πια περιχαρακωμένοι και απομονωμένοι, σε κατάσταση που θυμίζει περισσότερο αντικείμενα παρά ανθρώπους. 

Στην κλινική μού άρεσε πολύ. Μου βάζανε ορούς, μου κάνανε ηλεκτροσόκ, μου μιλούσανε άσχημα, μου κάνανε συνέχεια ενέσεις. Εγώ όμως έγραφα με τον ορό, έγραφα ακριβώς μετά το ηλεκτροσόκ, ακόμα ζαλισμένη και παράλυτη, έγραφα μέσα στον ύπνο μου που ήταν γεμάτος εφιάλτες. Ήταν ωραία...


Συνθήκες κράτησης
 
"Οι τρελές σε κρίση μανίας είναι αλυσοδεμένες σαν τα σκυλιά στην πόρτα του κελιού τους, και τις χωρίζει από τους φύλακες και τους επισκέπτες ένας μακρύς διάδρομος, προστατευμένος με σιδερένιο κιγκλίδωμα. Μεσ' απ' αυτό τούς δίνουν την τροφή τους και ψάθες για να κοιμηθούν. Με τσουγκράνες βγάζουν έξω μέρος απ΄τις ακαθαρσίες που τις ζώνουν". Σύμφωνα με την αντίληψη της εποχής, οι οργανισμοί των φρενοβλαβών είναι εξαιρετικά ανθεκτικοί, και σχεδόν αναίσθητοι. Μπορούν να αντέξουν το κρύο, τις ψυχρολουσίες, το μαστίγωμα και τις λοιπές μεθόδους σωφρονισμού τους.  

Η έντονη επίδραση των αρχαίων Ελλήνων φαίνεται και στις απόπειρες ερμηνείας της τρέλας. Οι απόψεις του Αριστοτέλη για την ισορροπία των υγρών του σώματος οδηγεί στην ταύτιση της τρέλας με το πάθος, που συχνά παίρνει τη μορφή παραληρήματος. Οι όψεις που μπορεί να πάρει η τρέλα μπορούν να συνοψιστούν στα ζεύγη "μανία - μελαγχολία" και "υστερία - υποχονδρία".

Στην κλινική είχα μια φίλη που είχε σχιζοφρένεια. Δε μιλούσαμε. Χαϊδεύαμε η μία το πρόσωπο της άλλης κλαίγοντας. Ήταν ωραία...

Μέθοδοι θεραπείας
 
Εξαγνισμοί, βάφτισμα σε παγωμένα νερά, έντονη κίνηση, φόβος, απότομο ξύπνημα, θεατρική αναπαράσταση, επιστροφή στη φύση. Όταν ο πολιτισμός, η ομαδική ζωή, οι φανταστικές επιθυμίες που ξυπνά η ανάγνωση μυθιστορημάτων ή τα θεατρικά θεάματα προκαλέσουν νευρικές παθήσεις, η επιστροφή στην καθαρότητα του νερού παίρνει τις διαστάσεις ιεροτελεστίας εξαγνισμού, λέει ο ειρωνικά Φουκώ. "Το μόνο που πρέπει να προσέξει κανείς είναι να βουτά τους τρελούς στο νερό απότομα κι απροειδοποίητα, και να τους κρατάει όσο γίνεται περισσότερο. Δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος για τη ζωή τους". 

Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι ο σαδισμός, σαν ατομικό φαινόμενο που φέρνει το όνομα ενός ανθρώπου, του μαρκησίου de Sade, γεννήθηκε από την εγκάθειρξη και μέσα στην εγκάθειρξη. Ολόκληρο το έργο του de Sade κυριαρχείται από εικόνες φρουρίων, κελιών,  υπογείων, μοναστηριών, νησιών, που μοιάζουν να σχηματίζουν κατά κάποιον τρόπο το φυσικό χώρο του παραλογισμού. 

Έβαλα μέσα σ' ένα βάζο με κόκκινα τριαντάφυλλα ένα κουτί "Stedon". Μαραθήκανε αμέσως...

Αιτίες της τρέλας

Διαφωτιστές, εγκυκλοπαιδιστές και άλλοι σοφοί απέδωσαν την τρέλα σε τρεις αιτίες. Πρώτα, η λεγόμενη "εμπορική ελευθερία", που κάνει τον άνθρωπο έρμαιο των επιθυμιών του και τον απομακρύνει από την ουσία του εαυτού. Ύστερα, η θρησκεία. "Οι πολύ δυνατές εντυπώσεις που δημιουργούν ορισμένοι πολύ παθιασμένοι ιεροκήρυκες, οι υπερβολικοί φόβοι για τις ποινές, που μ΄αυτές η θρησκεία απειλεί τους παραβάτες των νόμων της, γεννούν εντυπωσιακές διαταραχές στ΄αδύναμα πνεύματα". Τέλος, "ο πολιτισμός γενικά είναι ένα περιβάλλον ευνοϊκό για την ανάπτυξη της τρέλας. Αν η πρόοδος των επιστημών από τη μια μεριά διαλύει την πλάνη, από την άλλη έχει την ιδιότητα να διαδίδει τη συνήθεια, κι ακόμη τη μανία, της μελέτης. Η ζωή του γραφείου, οι αφηρημένες θεωρίες, αυτή η συνεχής κίνηση του πνεύματος χωρίς την παράλληλη άσκηση του σώματος, μπορούν να φέρουν τα πιο μοιραία αποτελέσματα". 

Στην κλινική, μια μέρα, νόμιζα πως πέθαινα. Η γλώσσα μου πρήστηκε και πήγε να με πνίξει. Μου άρεσε... Αισθάνθηκα την ψυχή μου να πρήζεται κι αυτή, και να γεμίζει παράξενες εικόνες, βλέμματα, άλλες ψυχές... Είναι ωραία να είσαι άρρωστη... Το πιο ωραίο πράγμα στον κόσμο... Γιατί, παράδοξα, ο πόνος γίνεται χαρά...

Διαχωρισμός τρελών και λοιπών κρατουμένων

Στις αρχές του 19ου αιώνα, οι τρελοί αποφασίζεται να αποτελέσουν ειδική κατηγορία κρατουμένων και δημιουργούνται τα πρώτα άσυλα που προορίζονται αποκλειστικά και μόνο για κείνους. Όχι φυσικά από ευαισθησία για τους ψυχικά νοσούντες, αλλά από κατανόηση για όλους τους άλλους, που φοβούνται τους φρενοβλαβείς. Είναι άδικο οι τρελοί να στοιβάζονται με όλους τους υπόλοιπους. Άδικο για τους υπόλοιπους! 

"Τόσο μεγάλη ήταν η σύγχυση εκείνα τα χρόνια. Τόσο ήταν δύσκολο, τη στιγμή που κάνουν μια νέα αποτίμηση της "ανθρωπιάς", να προσδιορίσουν τη θέση που θα 'πρεπε να πάρει μέσα σ' αυτήν η τρέλα. Τόσο ήταν δύσκολο να την εντάξουν σ' ένα χώρο κοινωνικό, που την εποχή εκείνη ξαναχτιζόταν". 

Αυτά τα άσυλα, που συνήθως ονομάζονταν ησυχαστήρια, είχαν στόχο να γεννήσουν ενοχές στον ασθενή για την κατάστασή του. Ως μέσο σωφρονισμού επιβάλλονται η απόλυτη σιωπή του ψυχασθενούς, το επίμονο κοίταγμά του στον καθρέφτη, η διαρκής καταδίκη του από το ιατρικό προσωπικό, που το κάθε πρόσωπο που το αποτελεί έχει το ρόλο του Κριτή, αν όχι του δήμιου. 

"Ο τρελός χάνει με τρόπο παράδοξο, την ουσία της ελευθερίας του, με τη μορφή αποθέωσης της μοναχικότητάς του. Γίνεται υπεύθυνος για όσα γνωρίζει για την αλήθεια του. Φυλακίζεται μέσα στο αυτοεπανερχόμενο βλέμμα του και, τελικά, δένεται με τις αλυσίδες της ταπείνωσης του να είναι αντικείμενο δι΄ εαυτόν. Τώρα στον τρελό η συνειδητοποίηση ενώνεται με την ντροπή [...] να περιφρονά τον εαυτό του πριν κιόλας προλάβει να τον αναγνωρίσει, ή να τον γνωρίσει". 

Μανιοκατάθλιψη... Αυτή την αρρώστια έχω... Είναι πολύ σοβαρή... Αλλά έχει πλάκα... Μ' αρέσει... Πας πάνω, κάτω, δεξιά, αριστερά, λοξά και ίσια πού και πού... Τι να κάνουμε, καλή είναι...

***

ΥΓ: Τα εμβόλιμα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο της Μαργαρίτας Καραπάνου, "Ναι", που γράφτηκε όσο η συγγραφέας νοσηλευόταν σε ψυχιατρική κλινική και είναι αφιερωμένο σε όσους υποφέρουν από μανιοκατάθλιψη. Η Καραπάνου περιγράφει την κλινική σαν μια σύγχρονη κόλαση με τρελούς και ιατρούς. Ένα μέρος όπου η ταπείνωση και ο εξευτελισμός  του ασθενούς αποτελούσαν καθημερινές πρακτικές.

Το κείμενο αυτό, όμως, είναι αφιερωμένο σε όλους τους λειτουργούς που εργάζονται σε κλινικές φιλοξενίας ψυχασθενών: νοσηλευτές, ιατρούς, κοινωνικούς λειτουργούς, καθαριστές, διοικητικούς υπαλλήλους. Σε όλους τους ανθρώπους που παλεύουν καθημερινά με το παράλογο και συνυπάρχουν καθημερινά με τον αδύναμο, αρνούμενοι να νιώσουν υπεροχή, ανωτερότητα ή να κάνουν χρήση δύναμης και εξουσίας. 

*** 
[1] Μισέλ Φουκώ, Η ιστορία της τρέλας (μτφρ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου), Ηριδανός, Αθήνα χ.χ.
[2] Μαργαρίτα Καραπάνου, Ναι, Ωκεανίδα, Αθήνα 1999.