Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Απριλίου 2020

Το μονοδένδρι της Τεγέας


Το σώμα χόρευε αγέρωχο, και πλάνεψε την ψυχή και την έκλεισε μέσα του. 
Αρχή από αρκαδικό παραμύθι.

Είναι μερικά πράγματα, ασχολίες και επιθυμίες, που μπορείς να φέρεις σε πέρας μόνο όταν σου δωρίζεται το ανεκτίμητο αγαθό του χρόνου. Τώρα, που η ζωή μάς άρπαξε τόσα, μας χαρίστηκε αίφνης ο χρόνος που κυνηγούσαμε. 


Κι έτσι, η παρακολούθηση μιας ταινίας τη νύχτα, πράγμα που η κούραση δεν σε άφηνε να ολοκληρώσεις, ειδικά τις καθημερινές, τώρα έγινε συνήθεια και προστέθηκε στη ρουτίνα της νέας κανονικότητας. 


Παλιό απωθημένο ήταν να βρω τον χρόνο, όχι μόνο να δω, αλλά και να ξαναδώ ταινίες και ντοκιμαντέρ που αγάπησα, κρατώντας σημειώσεις, παγώνοντας στιγμιότυπα της οθόνης που θέλω να αρχειοθετήσω ή να κρατήσω μέσα μου για πάντα. 


Είδα δύο φορές απανωτές το "Αρκαδία, χαίρε" του Φίλιππου Κουτσαφτή, που μας είχε μαγέψει τόσο με την "Αγέλαστο πέτρα" είκοσι χρόνια πριν. Πόσα πράγματα μπορεί να δει κανείς σε μια ταινία; Σχεδόν τόσα όσα μπορεί να δει κοιτάζοντας καθημερινά το ίδιο δέντρο: αμέτρητα. 


Ένα ντοκιμαντέρ για τον αρκαδικό κάμπο της Τεγέας, παρουσιάζει με τον ποιητικότερο τρόπο όσα σκεφτόμαστε για τη εγκαταλελειμμένη επαρχία: τη διαδοχή των εποχών στη φύση, τα χρώματα που αλλάζουν, τους δωρικούς κίονες που κείτονται ασάλευτοι ανάμεσα στα χωριατόσπιτα, τη γλίτσα της υγρασίας πάνω στις αρχοντικές πτυχώσεις τους, την αρχαιότητα να επιβιώνει στις δοξασίες των γερόντων, την άσπαρτη γη, τους ανθρώπους που έχουν έρθει από κάθε γωνιά του κόσμου να τη σπείρουν για να επιβιώσουν οικογένειες που ζουν μακριά τους. 


Ναοί κυκλωμένοι από μια γερασμένη καθημερινότητα. Το χθες να συνομιλεί με το σήμερα σαν το σφυρί με το αμόνι στα παλιά σιδηρουργεία: χτύπος και αντίκτυπος. Πρόβατα βόσκουν ανάμεσα σε αρχαία όστρακα. 


Η "Ωραία Ελένη" της Τεγέας. "Ανώνυμος περικαλλής Μουχλιώτισσα". Ιστορίες που διέσωσαν ελάσσονες ιστορικοί. Η μετανάστευση, η Κατοχή, ο Εμφύλιος αποτυπωμένα στο βιβλίο του παντοπώλη: λεμονάδες κουμπαριάς, εξόφληση χρεών με τομάρια και πρόβατα. 
"Ακόμη και στον θάνατο, υπάρχει η Αρκαδία".


Το ίδιο δέντρο. Ατάραχο, περίβλεπτο, αυστηρό, όρθιο πάνω στο ξάγναντο, μαντηλωμένο με το λυκόφως, αδιάφορο και ευγενές, οικείο και ακατάδεκτο, άρμα χρυσό, μεγαλείο ζωής, φορά το εορτάσιμο ιμάτιο του ήλιου, το αγκαλιάζει η θύελλα, το περιχαρακώνει ο κεραυνός, κοπάδια πουλιών ξεκουράζονται πάνω του, στον άδειο του χώρο κατεβαίνουν αετοί κι αγκιστρώνονται ομίχλες. Λάμπει σαν πολιτεία[1]. 


Πόσο γρήγορα η χαρά γίνεται οδύνη; Και πόσο γρήγορα η οδύνη γίνεται ξανά χαρά και ζωή; Η φύση ξέρει να φυτρώσει τον κρόκο πάνω στην πέτρα. Το φθινόπωρο φυτεύει κυκλάμινα πάνω στη στάχτη της καταστροφικότερης φωτιάς.


Για όλα αυτά υπάρχουν πολλές εκδοχές. Η καλύτερη είναι εκείνη που σε κάνει να κλαις. 
***

[1] Σκόρπιοι στίχοι από το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου "Βασιλική δρυς". 
[2] Όλες οι φωτογραφίες αποτελούν σκηνές από το ντοκιμαντέρ του Φίλιππου Κουτσαφτή "Αρκαδία, χαίρε". Η τελευταία φωτογραφία από το Μάτι Αττικής είναι του Γιάννη Παπαδόπουλου.
[3] Για τη σοφία των δέντρων διαβάστε εδώ. 

Σάββατο 14 Μαρτίου 2020

David Lynch: Ο ύποπτος κόσμος του Twin Peaks


Στην ειδυλλιακή επαρχιακή πόλη του Τουίν Πικς μπορεί κανείς να χαρεί τα δάση, να ακούσει τα πουλιά, να φάει πεντανόστιμη πίτα κεράσι και να πιει τον καλύτερο καφέ. Σ' αυτή την πόλη ζει μια γυναίκα που έχει χάσει το μάτι της στον πόλεμο και ανοιγοκλείνει σαν τρελή τις κουρτίνες του σπιτιού της. Είναι παντρεμένη με τον σερίφη, που την απατά με μια γιαπωνέζα καλλονή. Μια γειτόνισσά τους ζει αγκαλιά με ένα κούτσουρο και του μιλά τις νύχτες. Στο υπέροχο καφέ της πόλης δύο ξανθά κορίτσια υποδέχονται τη γειτονιά. Στο αστυνομικό τμήμα μια γραμματέας με παιδική φωνή παραγγέλνει φρέσκα ντόνατς. Στο γυμνάσιο νέοι και νέες ερωτεύονται, τραγουδούν, κάνουν πικ νικ και μοιράζονται μυστικά. Μια μαθήτρια είναι ίδια με την Όντρει Χέπμπορν. Μέχρι που η Λόρα Πάλμερ δολοφονείται και ο ντετέκτιβ Κούπερ επισκέπτεται τον ύποπτο κόσμο του Τουίν Πικς.



Τον χαρακτήρα της Σάρα Πάλμερ, συζύγου του Λίλαντ Πάλμερ, η οποία θρηνεί για τον θάνατο της κόρης της, ερμήνευσε η Γκρέις Ζαμπρίνσκι, και αυτή ήταν η πρώτη από τις πέντε συνολικά συνεργασίες της με τον Λιντς. Η Σάρα Πάλμερ δείχνει να φέρει στους ώμους της την οδύνη ολόκληρης της πόλης.

"Ήμουν πολύ νέα όταν γνώρισα τον Ντέιβιντ και τόσο αγχωμένη, που κάθισα πάνω στα χέρια μου στη συνάντησή μας, γιατί έτρεμαν ανεξέλεγκτα" είπε η Σέριλ Λι, που υποδύθηκε την Λόρα Πάλμερ. "Ο Ντέιβιντ, όμως, είναι τόσο ευγενής και ζεστός άνθρωπος, που αμέσως νιώθεις άνετα μαζί του. Με ρώτησε αν θα με πείραζε να με αλείψουν με γκρίζα μπογιά, να με τυλίξουν σε πλαστικό και να με βάλουν σε κρύο νερό. "Κανένα πρόβλημα", του απάντησα".


Όσο για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Κάιλ Μακλάχλαν ως πράκτορας Ντέιλ Κούπερ, ο Λίντς είχε δηλώσει: "Ο Κάιλ γεννήθηκε γι' αυτόν τον ρόλο".  Πράγματι, ο Μακλάχλαν δίνει μια αριστουργηματική ερμηνεία ως Κούπερ, ένας κατά μία έννοια αγαθός σοφός που αντικρίζει με δέος τα θαύματα του κόσμου, προσπαθώντας παράλληλα να κατανοήσει τα πιο σκοτεινά του μυστήρια. Ο Μακλάχλαν εξισορροπεί τέλεια τις κωμικές πτυχές του ρόλου και είναι ακαταμάχητα γοητευτικός ως Κούπερ. 



























Ο Λιντς περιέβαλλε την εκπομπή με ένα πέπλο μυστηρίου και, εκτός του Μακλάχλαν, οι ηθοποιοί πήγαιναν στο σετ γνωρίζοντας μόνο τις ατάκες τους και τίποτα παραπάνω. Αυτό, ωστόσο, φαίνεται να μην ενοχλούσε κανέναν. "Το γεγονός ότι πλανιόταν αυτό το μυστήριο γύρω απ' το σενάριο προσέδωσε μια υπέροχη διάσταση στην αλληλεπίδραση  μεταξύ των ηθοποιών", σχολίασε ο Τζέιμς Μάρσαλ, που υποδύεται τον μελαγχολικό και μοναχικό Τζέιμς Χάρλι. "Γύριζες τις σκηνές σου σε ατμόσφαιρα άκρας μυστικότητας και θεωρώ ότι αυτή αποτυπώνεται στο τελικό αποτέλεσμα". 



Τηλεφώνησα στην Κάθριν και της είπα: "Εσύ θα έχεις στα χέρια το κούτσουρο και η δουλειά σου είναι ν' ανεβοκατεβάζεις τον διακόπτη για να τραβήξεις την προσοχή όλων ότι ήρθε η ώρα για την ανακοίνωση". "Τέλεια", είπε η Κάθριν, πήρε το αεροπλάνο, της βάλαμε στα χέρια το κούτσουρο και τα υπόλοιπα ήρθαν από μόνα τους. Το κούτσουρο περιβάλλεται από μυστήριο και ο κόσμος άρχισε ν' αναρωτιέται ποια να ήταν άραγε η ιστορία αυτής της γυναίκας. Τα λόγια και οι πράξεις της Κυρίας με το Κούτσουρο βγάζουν και ταυτόχρονα δε βγάζουν νόημα. Τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν σε κάθε πόλη και είναι αποδεκτοί χωρίς πολλές πολλές ερωτήσεις. Η Κυρία με το Κούτσουρο είναι μια προσωπικότητα με ιδιάζουσα σημασία στο σύμπαν του Twin Peaks.


























Ο χαρακτήρας της Ναντίν Χάρλι γράφτηκε στην αρχή ως δευτερεύων, όμως απέκτησε σταδιακά μεγαλύτερη σημασία. Ο ρόλος δόθηκε στην Γουέντι Ρόμπι, η οποία ανέφερε σχετικά: "Είχα μια υπέροχη συζήτηση με τον Ντέιβιντ και τον Μαρκ και κάποια στιγμή ο Ντέιβιντ μού είπε: Ο χαρακτήρας σου έχει χάσει το ένα μάτι από πυροβολισμό". "Α, ναι; Ποιο απ' τα δύο;"τον ρώτησα, και η απορία μου τον διασκέδασε και γέλασε. Ένας φίλος μου που δούλευε στο γραφείο όπου κάναμε τη συνάντηση μού εκμυστηρεύτηκε πως, όταν έφυγα, ο Ντέιβιντ δήλωσε: "Τη βρήκαμε τη Ναντίν".






Ο Λιντς πράγματι έδειξε μεγάλο σεβασμό στο σενάριο του Twin Peaks, ταυτόχρονα όμως αντιμετώπιζε τη σειρά ως έργο σε εξέλιξη και οι χαρακτήρες αποκτούσαν σταδιακά μεγαλύτερο βάρος. "Ο Ντέιβιντ δεν σου λέει ποιος είναι ο χαρακτήρας που υποδύεσαι, διευκρίνισε η Μάντχεν Άμικ. "Εμένα μ' άφησε να ανακαλύψω την Σέλι μόνη μου, με παρατηρούσε που έμπαινα σιγά σιγά στο πετσί του ρόλου και ανταποκρινόταν ανάλογα". 



























"Θυμάμαι πως ήταν μια ατέλειωτη μέρα", σχολίασε η Λι σχετικά με το γύρισμα της πασίγνωστης εναρκτήριας σκηνής του Twin Peaks, στην οποία το γυμνό νεκρό της σώμα εντοπίζεται τυλιγμένο σε πλαστικό. "Έβαλα τον εαυτό μου σχεδόν σε κατάσταση διαλογισμού και θυμάμαι πως σκεφτόμουν: "Αυτή είναι η πρώτη μου μέρα σε γύρισμα. Έτσι όπως είμαι ξαπλωμένη  εδώ, αμίλητη, έχω την ευκαιρία να συγκρατήσω όλα όσα ακούω να λένε, τι κάνει το κάθε τμήμα, όλα αυτά. Ήταν ο τέλειος τρόπος να μάθω: παίζοντας το πτώμα. 

***

[1] Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Ντέιβιντ Λιντς και Κρίστιν ΜακΚένα, Χώρος ονείρων (μετάφραση Αφροδίτη Γεωργαλιού), Εκδόσεις Ροπή, Θεσσαλονίκη 2019.

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

David Lynch: "Ο τσάρος του αλλόκοτου"


Οι γονείς του πατέρα μου ζούσαν σ' ένα αγρόκτημα στο Χάιγουντ της Μοντάνας, όπου παρήγαν σιτάρι. Ο παππούς μου ήταν σαν καουμπόι, και μ' άρεσε πολύ να τον χαζεύω να καπνίζει. 


Ο Ντέιβιντ Λιντς είναι ένα αγόρι από το Μπόισι του Αϊντάχο. Ό,τι έχει αγαπήσει βαθιά στη ζωή του συνδέεται με τις αμερικανικές γειτονιές των παιδικών του χρόνων, της δεκαετίας του '50. "Ο πατέρας μου έτρεφε βαθιά αγάπη και για τους δυο γονείς του, όμως απεχθανόταν όλη αυτή την καλοσύνη, το κλασικό σπίτι με τον λευκό φράχτη, και όλα τα σχετικά. Πλέον αναπολεί με ρομαντική διάθεση εκείνα τα χρόνια, αν και τότε ένιωθε να ασφυκτιά, γιατί εκείνος ήθελε να καπνίζει και να ζει τη ζωή του καλλιτέχνη, ενώ οι δικοί του πήγαιναν στην εκκλησία και όλα ήταν τέλεια και ήσυχα και καλά", λέει γι' αυτόν η κόρη του, Τζένιφερ Λιντς. Παρ' όλα αυτά, ο Ντέιβιντ υπήρξε ενεργό μέλος των προσκόπων (όπως όλα τα αγόρια του τόπου του) και μάλιστα ως ενήλικας συχνά υπερηφανευόταν για τον βαθμό Eagle Scout, τον υψηλότερο που μπορούσε να κερδίσει ένας Αμερικανός πρόσκοπος. 

"Στην ουσία η δεκαετία του '50 δεν τελείωσε ποτέ για τον Λιντς. Μαμάδες με βαμβακερά μεσάτα φορέματα χαμογελούν βγάζοντας αχνιστές πίτες από τον φούρνο· ευρύστερνοι μπαμπάδες ψήνουν κρέας στο μπάρμπεκιου φορώντας άνετα μπλουζάκια ή πηγαίνουν κοστουμαρισμένοι στη δουλειά· τα πανταχού παρόντα τσιγάρα –το '50 κάπνιζαν όλοι· το κλασικό ροκ εντ ρολ· σερβιτόρες με χαριτωμένα καπελάκια στο κεφάλι· κοπέλες με χαρακτηριστικά λευκά καλτσάκια και παπούτσια saddle, με πουλόβερ και πλισέ καρό φούστες· όλα αυτά συναποτελούν το αισθητικό λεξιλόγιο του Λιντς. Ωστόσο, το σημαντικότερο στοιχείο που τον σημάδεψε από εκείνη τη δεκαετία ήταν το πνεύμα της εποχής: το ιλουστρασιόν πέπλο αθωότητας και καλοσύνης που σκέπαζε τις σκοτεινές δυνάμεις που πάλλονταν από κάτω και η συγκαλυμμένη σεξουαλικότητα που διαπότιζε εκείνα τα χρόνια αποτελούν κάτι σαν θεμέλια λίθο της τέχνης του". 


"Ατίθαση καρδιά" (1990)

Η ατμόσφαιρα της αμερικανικής επαρχιακής πόλης του '50 είναι κάτι ιδιαίτερο, και πρέπει να την καταλάβει κανείς. Πώς να τη χαρακτηρίσω... Είναι ονειρική. Κι όμως, η ατμόσφαιρα του '50 δεν είχε μόνο θετική όψη
· ανέκαθεν ήμουν βέβαιος ότι κάτι συνέβαινε. Όταν τριγύριζα έξω με το ποδήλατό μου τα βράδια, μερικά σπίτια είχαν μέσα αναμμένα φώτα, που έδιναν μια αίσθηση θαλπωρής, ή ήξερα τους ανθρώπους που ζούσαν εκεί. Σε άλλα σπίτια το φως ήταν αμυδρό, ενώ άλλα ήταν κατασκότεινα και δε γνώριζα ποιοι έμεναν. Αυτά τα σπίτια μού άφηναν την εντύπωση ότι έκρυβαν δυστυχία. Δε μου 'χε γίνει έμμονη ιδέα, αλλά ήμουν σίγουρος ότι εκείνες οι πόρτες και τα παράθυρα έκρυβαν διάφορα. 

"Twin Peaks" (1992)
Παρά την οικουμενική διάσταση των θεματικών του Λιντς, οι ιστορίες διαδραματίζονται πάντοτε στην Αμερική. Εκεί εντυπώθηκαν οι παιδικές αναμνήσεις του, κι εκεί έζησε την έκσταση των ερωτικών σχέσεων της νιότης του, που διαπότισαν τις μεταγενέστερες απεικονίσεις της αγάπης στο έργο του. Η επαρχιακή ζωή, τα θεόρατα δέντρα της βορειοδυτικής ακτής των ΗΠΑ, τα προάστια στις μεσοδυτικές πολιτείες, το μεθυστικό βουητό των εντόμων τα καλοκαιρινά βράδια, η κινηματογραφική βιομηχανία του Λος Άντζελες και η Φιλαδέλφεια της δεκαετίας του '60 σφυρηλάτησαν την κινηματογραφική του αισθητική. 

Στην τρίτη γυμνασίου γνωρίζω τον Τόμπι Κίλερ, εκείνος μού λέει πως ο πατέρας του είναι ζωγράφος –αληθινός ζωγράφος, όχι μπογιατζής– και κυριολεκτικά έσκασε μια βόμβα στο κεφάλι μου. Ήταν λες και τα κομμάτια του παζλ ταίριαξαν ξαφνικά το ένα με το άλλο, κι αυτό ήταν. Αυτό ήθελα να κάνω τη ζωή μου. Έπρεπε όμως να πηγαίνω στο σχολείο, και το σχολείο το μισούσα.

Τα αλλόκοτα, σουρεαλιστικά πορτρέτα του Λιντς –ένας άντρας με ματωμένη μύτη, άλλος που κάνει εμετό, άλλος με λιωμένο κρανίο–, οι "μηχανικές γυναίκες" και τα έντονα σεξουαλικά ηλεκτρισμένα σκίτσα του θυμίζουν το έργο του Χανς Μπέλμερ.




Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το The Bride: Η δαντέλα του νυφικού της κοπέλας έπεφτε αέρινα μπροστά από το σκούρο φόντο, ενώ εκείνη φαινόταν να τείνει το σκελετωμένο χέρι της κάτω από το φόρεμα για να κάνει μόνη της έκτρωση. Η αναφορά στο έμβρυο ήταν πολύ έμμεση, διακριτική, χωρίς αίματα. 

"Eraserhead" (1977)
Πολύ νέος ακόμη, και ενώ ζούσε στη Φιλαδέλφεια, ο Λιντς αποφασίζει να εγκαταλείψει τη ζωγραφική για τον κινηματογράφο. "Η Φιλαδέλφεια άφησε το στίγμα της, του φανέρωσε πολλά που πρωτύτερα του ήταν άγνωστα: την αναίτια βία, τις φυλετικές προκαταλήψεις, την αλλόκοτη συμπεριφορά στην οποία μπορεί να οδηγήσει η ανέχεια· όλα αυτά που ο Λιντς είδε με τα μάτια του στους δρόμους της πόλης κλόνισαν συθέμελα την εικόνα του για τη ζωή. Το χάος στη Φιλαδέλφεια ερχόταν σε απόλυτη αντίθεση με την αφθονία και την αισιοδοξία του κόσμου στον οποίο μεγάλωσε, και η χρυσή τομή ανάμεσα σ'αυτά τα δύο άκρα θα γινόταν στο μέλλον ένα από τα κυρίαρχα μοτίβα της τέχνης του.

Η μαγική του ευαισθησία φάνηκε ήδη στο The Grandmother, μια ταινία 34 λεπτών για ένα μοναχικό αγόρι που τιμωρείται επανειλημμένα από τους γονείς του επειδή κατουριέται στον ύπνο του. Το φιλμ αφηγείται την επιτυχημένη προσπάθεια του μικρού να αποκτήσει μια στοργική γιαγιά, φυτεύοντας έναν σπόρο στον κήπο του. 
"Eraserhead" (1977)

Μετά τα πρώτα εγχειρήματα ήρθε το Eraserhead: Ο νεαρός Χένρι Σπένσερ ζει σε μια ζοφερή μεταβιομηχανική δυστοπία. Γνωρίζει τη Μέρι, εκείνη μένει έγκυος και, όταν γεννιέται το δύσμορφο μωρό τους, ο Χένρι θέλει να απελευθερωθεί από τη φρίκη. Ζει ένα ερωτικό μυστήριο με τη Μέρι και έπειτα τον θάνατο του παιδιού τους. Πρόκειται για μια ταινία σκοτεινή, κυριολεκτικά και μεταφορικά: Γυρίστηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου νύχτα και ο φωτισμός διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στη δημιουργία της ατμόσφαιρας. Οι πρωταγωνιστές φαίνεται πως δεν έκαναν και πολλά, ωστόσο χρειάστηκε τεράστια προσπάθεια για να επιτευχθεί το τελικό αποτέλεσμα, όπως σε όλες τις ταινίες του Λιντς. 

Η ηχητική επένδυση της ταινίας έχει μια σχεδόν αβάσταχτη ένταση και οι στρώσεις του ήχου –το απειλητικό γάβγισμα ενός σκύλου, ο μακρινός ήχος της σφυρίχτρας ενός τρένου, το βουητό του άδειου δωματίου που δίνει σάρκα και οστά στη μοναξιά των χαρακτήρων– είναι τόσο περίπλοκες και πλούσιες, που μπορείς να κλείσεις τα μάτια και να βιώσεις την ταινία μόνο ακούγοντάς τη. 

Αργότερα, στο Ronnie Rocket συνυφαίνονται δυο εξίσου πολύπλοκες ιστορίες. Η μία παρακολουθεί έναν ντετέκτιβ που ταξιδεύει στην απαγορευμένη ζώνη ενός γκέτο καταδιώκοντας έναν κακοποιό που έκλεψε όλη την ηλεκτρική ενέργεια και ανέστρεψε τη λειτουργία της ώστε να παράγει σκοτάδι αντί για φως. Η δεύτερη σχετίζεται με τον θάνατο ενός δεκαεξάχρονου αγοριού από σπασμούς που του προκάλεσε ο ηλεκτρισμός. Μέσα σε όλα αυτά εντοπίζει κανείς μοτίβα που επανέρχονται στα έργα του Λιντς: αλλόκοτες σεξουαλικές συνευρέσεις, δυσλειτουργικές οικογένειες, έντονες εκρήξεις βίας. 

"Ο άνθρωπος ελέφαντας" (1980)
Αυτό που ο μέσος άνθρωπος βλέπει ως γκροτέσκο δε μοιάζει γκροτέσκο στα δικά μου μάτια. Έχω εμμονή με την υφή των πραγμάτων. Είμαστε σε τέτοιο βαθμό περικυκλωμένοι από το πλαστικό, που βρίσκομαι σε συνεχή αναζήτηση υφών. 

Λίγα χρόνια αργότερα σκηνοθέτησε για την Brooksfilms τον Άνθρωπο Ελέφαντα, μια ταινία που δεν ήταν δική του και την οποία οφείλει στην απόλυτη υποστήριξη του καλού του φίλου Μελ Μπρουκς. Η ταινία ήταν υποψήφια για πολλά Όσκαρ και έκανε τον Λιντς ευρύτερα γνωστό, παρόλο που ακολούθησε η παταγώδης αποτυχία του Ντιουν. "Ο Ντέιβιντ είναι ιδιοφυία, δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό. Αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη ψυχή, τα ανθρώπινα συναισθήματα και την ανθρώπινη καρδιά. Βέβαια, είναι θεοπάλαβος και προβάλλει τον δικό του συναισθηματικό και σεξουαλικό αναβρασμό στη δουλειά του, κατακλύζοντάς μας με συναισθήματα που κατακλύζουν τον ίδιο. Αυτό το κάνει αριστουργηματικά σε κάθε ταινία του", λέει για εκείνον σε συνέντευξή του ο Μελ Μπρουκς.

Στο Μπλε Βελούδο συναρμολόγησε δύο βασικά υλικά: την εικόνα ενός κομμένου αυτιού σ' ένα χωράφι και το Bue Velvet του Μπόμπι Βίντον. Οι χαρακτήρες της ταινίας είναι γεμάτοι αντιφάσεις· ταλαντεύονται ανάμεσα στην αγνότητα ενός μικρού γαλάζιου πουλιού που συμβολίζει την ευτυχία και στον απόλυτο εξευτελισμό. Ο Φρανκ Μπουθ είναι ένα κτήνος. Κι όμως, κλαίει στο άκουσμα ενός ερωτικού τραγουδιού και ριγεί χαϊδεύοντας ένα απαλό ύφασμα. Ο Τζέφρι είναι γλυκός και καλοσυνάτος, αλλά παραμένει ο ηδονοβλεψίας που κλέβει τη γυναίκα ενός άλλου. Και η Ντόροθι είναι μια εύθραυστη και πονεμένη μητέρα που ηδονίζεται, όμως, όταν την χτυπούν. 

"Μπλε Βελούδο" (1986)
"Μπλε Βελούδο" (1986)


























Πέρα απ' όλα τα άλλα, η ταινία είναι ενδεικτική για τη σχέση του Λιντς με τη μουσική. Μέσα από το "In dreams" του Ρόι Όρμπισον, ένα τραγούδι για τη λαχτάρα και την επιθυμία, αποκαλύπτεται στον θεατή το διαταραγμένο υποσυνείδητο του κακού Φρανκ, ενώ το "Mysteries of love" του Μπανταλαμέντι ταιριάζει απόλυτα στην ευάλωτη Ντόροθι. Το μυστήριο και η παραφροσύνη που κυριαρχούν στο Μπλε Βελούδο έκαναν το κοινό να το αγαπήσει και η επιτυχία έβγαλε τον Λιντς από την κόλαση του Ντιουν. 

"Μπλε Βελούδο"

Δεν ξέρω πώς τα κατάφερα να μη μ' ενδιαφέρει τι θα πει ο κόσμος, αλλά είναι κάτι πολύ καλό. Όταν ερωτεύεσαι μια ιδέα, είναι σαν να ερωτεύεσαι ένα κορίτσι. Ακόμα κι αν είναι ένα κορίτσι που θα ντρεπόσουν να το συστήσεις στους γονείς σου, δε σε νοιάζει τι λένε οι άλλοι, γιατί είσαι ερωτευμένος και νιώθεις υπέροχα. Αυτά είναι πράγματα στα οποία μένουμε πιστοί. 

"Twin Peaks" (1992)

Μετά ήρθε το Twin Peaks –ένα πολύ μεγάλο στοίχημα για τον Λιντς, που δουλεύτηκε σε τρεις εντελώς διαφορετικές περιόδους της ζωής του– και λίγο αργότερα η Ατίθαση Καρδιά· ένας ύμνος στην απεραντοσύνη και τον παραλογισμό του νεανικού έρωτα, ένα βίαιο road movie που απογειώνει την αχαλίνωτη σεξουαλικότητα του Σέιλορ (Νίκολας Κέιτζ) και της Λούλα (Λόρα Ντερν). Οι χαρακτήρες στο έργο είναι ακραίοι και πολλές φορές φλερτάρουν με το κωμικό.

Ωστόσο, η πλειοψηφία των κριτικών θεωρεί ως σημαντικότερη ταινία του Λιντς την Οδό Μαλχόλαντ. Το στόρι είναι περίπλοκο και δεν ξετυλίγεται γραμμικά. Οι ήρωες μπαινοβγαίνουν σε αναμνήσεις, φαντασιώσεις, επιθυμίες και όνειρα, ενώ παράλληλα ζουν όσα τους συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Ποικίλα θέματα, πολλαπλά επίπεδα και ζώνες συνείδησης μεταγγίζουν η μία στην άλλη το υλικό τους και κάπως έτσι γεννιέται το καλειδοσκοπικό σύμπαν της Οδού Μαλχόλαντ. 

Η μοναδική ταινία που στάθηκε πολύ μακριά απ' αυτή τη λογική είναι το The Straιght Story. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία του 73χρονου Άλβιν Στρέιτ, που, για να επισκεφτεί τον άρρωστο αδερφό του, διέσχισε εκατοντάδες χιλιόμετρα από την Αϊόβα ως το Γουισκόνσιν επάνω σε μια μηχανή του γκαζόν, μιας και η κακή του όραση δεν του επέτρεπε να ανανεώσει το δίπλωμα οδήγησης. Η ξεθωριασμένη κόκκινη μπογιά στους τοίχους ενός επαρχιακού μπαρ, τα αδέσποτα σκυλιά που τρέχουν στον μεγάλο άδειο δρόμο και τα εναέρια πλάνα του νωχελικού Μισισιπή δίνουν γλυκόπικρη γεύση σε μια ταινία με εξαιρετικό ρυθμό, ενώ μεγάλες σιωπές συνυπάρχουν με τις μελαγχολικές πινελιές του Μπανταλαμέντι στην αμερικανική φολκλορική μουσική.


"The Straight Story" (1999)

Ο Άλβιν Στρέιτ ήταν σαν τον Τζέιμς Ντιν, ένας επαναστάτης, απλώς πιο μεγάλος, που τα έκανε όλα με τον δικό του τρόπο, και ο Ρίτσαρντ ήταν κι εκείνος έτσι. Οι άνθρωποι στην ουσία δεν έχουν ηλικία, επειδή ο εαυτός με τον οποίο συνομιλούμε δε μεγαλώνει, είναι αγέραστος.
[...] 
Η αγαπημένη μου σκηνή στην ταινία είναι το τέλος. Αυτό που κατάφεραν μαζί ο Ρίτσαρντ και ο Χάρι Ντιν είναι απίστευτο. Ο Ρίτσαρντ κατεβαίνει λοιπόν την πλαγιά με τη βαριά καρότσα που έσερνε πίσω του, στρίβει στο σπίτι του Λάιλ και η μηχανή σταματάει. Ο Ρίτσαρντ κατεβαίνει και περπατάει τον υπόλοιπο δρόμο και φωνάζει τον Λάιλ. Το φως ήταν πανέμορφο και οι ακτίνες του ήλιου έπεφταν ακριβώς πάνω στο πρόσωπό του όταν φωνάζει τον Λάιλ, και αμέσως μόλις γυρίσαμε το πλάνο ο ήλιος κρύφτηκε πίσω απ' το βουνό. 


"Mulholland Drive" (2001)
Ο Ντέιβιντ Λιντς είναι απλός άνθρωπος και σπουδαίος καλλιτέχνης. Ασχολήθηκε με τη σκηνοθεσία, την υποκριτική, τη ζωγραφική και τη μουσική. Στον "Χώρο Ονείρων", το βιβλίο για το οποίο συνεργάστηκε με την Κρίστιν ΜακΚένα, δεν παρακολουθούμε απλώς ένα χρονικό γεγονότων, αλλά τη συνομιλία ενός μεγάλου καλλιτέχνη με τη βιογραφία του. Ο Λιντς αποκαλύπτει τα μυστικά της τέχνης του, την καλλιτεχνική του ευαισθησία, την αγάπη του για τον κινηματογράφο, τη φύση, τον διαλογισμό, και περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την αγάπη του για τη δουλειά και τους ανθρώπους. 

Υπάρχουν σχέσεις αρμονίας ανάμεσα στα πράγματα και όταν είσαι πιστός, όσο πιο πιστός γίνεται, σε μια ιδέα, οι αρμονίες αυτές θα εξακολουθήσουν να υφίστανται και θα περιέχουν την αλήθεια τους, ακόμα κι αν είναι αφηρημένες. 

Κατάλαβα απ' τη μια στιγμή στην άλλη ότι το ταξίδι που κάνουμε ως ανθρώπινα όντα είναι πανέμορφο κι έχει το πιο ευτυχισμένο τέλος. Όλα πάνε καλά. Δε χρειάζεται να ανησυχούμε για τίποτα. Όλα είναι πανέμορφα. 

***

Ντέιβιντ Λιντς και Κρίστιν ΜακΚένα, Χώρος ονείρων (μετάφραση Αφροδίτη Γεωργαλιού), Εκδόσεις Ροπή, Θεσσαλονίκη 2019.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Μια άλλη χώρα

Crying game (1992)

Ετοίμασε δυο ποτά και στάθηκε για μια στιγμή στο δωμάτιο, αποτελειώνοντας το χόρτο κι απολαμβάνοντας το πιάνο. Ένιωθε περίφημα, στα χάι του, κι είχε μια ελαφριά ζαλάδα όταν ξαναβγήκε στο μπαλκόνι.
"Πήγανε όλοι στο σπίτι τους;" τον ρώτησε εκείνη ανήσυχα. "Έχει πολλή ησυχία μέσα".
"Όχι" της είπε "κάθονται ακόμα". Ξαφνικά, του φαινόταν πιο όμορφη, πιο τρυφερή, και τα φώτα του ποταμού έπεφταν πίσω της σαν κουρτίνα. Αυτή η κουρτίνα φαινόταν σαν να κουνιέται μαζί της, βαριά, ανεκτίμητη κι εκθαμβωτική. "Δεν το ήξερα" της είπε "ότι ήσουνα πριγκίπισσα".
Της έδωσε το ποτό της και τα χέρια τους αγγίχτηκαν ξανά. "Ξέρω ότι πρέπει να έχεις μεθύσει" της είπε κεφάτα, και τώρα, πάνω από το ποτό της, τα μάτια της φανερά τον προκαλούσαν. 
Περίμενε. Όλα φαίνονταν τώρα πολύ απλά. Της έπιασε τα δάχτυλα και έπαιξε μαζί τους. "Έχεις δει τίποτα που να το θέλεις από τότε που είσαι στη Νέα Υόρκη;"
"Α" είπε εκείνη "τα θέλω όλα". 
"Αυτή τη στιγμή βλέπεις τίποτα που να το θέλεις;"
Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν λίγο, αλλά αυτός συνέχισε να τα κρατάει. "Έλα, πες μου. Δεν πρέπει να φοβάσαι". Αυτά τα λόγια αντήχησαν μέσα στο κεφάλι του. Τα είχε ξαναπεί πριν από χρόνια, σε κάποια άλλη. Ο αέρας ψύχρανε για μια στιγμή, φυσώντας γύρω από το σώμα του κι ανακατεύοντας τα μαλλιά της. Μετά έπεσε. 
"Εσύ;" τον ρώτησε ντροπαλά. 
"Εγώ τι;"
"Βλέπεις τίποτα που να το θέλεις;" [...]
"Δεν απάντησες στην ερώτησή μου".
"Τι;"
Γύρισε και κοίταξε τη Λέονα που κρατούσε το ποτό της με τα δυο της χέρια και τα φρύδια της έδιναν ένα περιπαικτικό ύφος στα απελπισμένα μάτια και το γλυκό χαμόγελο. 
"Ούτε συ απάντησες στη δική μου". 
"Απάντησα". Η φωνή της ήταν πιο παραπονιάρικη από κάθε άλλη φορά. "Είπα ότι τα ήθελα όλα".
Της πήρε από τα χέρια το ποτό της και ήπιε το μισό. Μετά της έδωσε πίσω το ποτήρι και πήγε προς το πιο σκοτεινό σημείο του μπαλκονιού. 
"Τότε λοιπόν" της ψιθύρισε "έλα να τα πάρεις". 
🖤

James Baldwin, Μια άλλη χώρα (μτφρ. Κωστής Αρβανίτης), Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2003.

Τρίτη 13 Αυγούστου 2019

Η αλήθεια βαδίζει στα δάση


Οι Γερμανοί είναι ωστόσο παράξενοι άνθρωποι. Τη μία με τις βαθυστόχαστες σκέψεις τους και την άλλη με τις ιδέες εκείνες που ακατάπαυστα αναζητούν κι εισάγουν σ' όλες τις φάσεις της ζωής, φθάνουν στο σημείο να δυσκολεύουν τη ζωή τους υπερβολικά. 
Λότε Άισνερ (1896 - 1983)

Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς έναν σκηνοθέτη πιο αντισυμβατικό από τον Βέρνερ Χέρτσογκ. Παράφρων ιδεαλιστής, μονομανής καλλιτέχνης, συνεργάστηκε επανειλημμένα με έναν ηθοποιό που μισούσε θανάσιμα: τον Κλάους Κίνσκι. Ο Χέρτσογκ ευχόταν καθημερινά τον θάνατο και την καταστροφή του ηθοποιού, ενώ κόντεψαν να σκοτώσουν ο ένας τον άλλον στην περουβιανή ζούγκλα όπου γυρίστηκε η ταινία Αγκουίρε: Η μάστιγα του θεού. Οι συντελεστές μαρτυρούν πως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων ο Χέρτσογκ βασάνισε μέχρις εσχάτων ζώα, ηθοποιούς και ιθαγενείς. Κι όμως, ο ίδιος άνθρωπος συνέλαβε τον λυρικό Νοσφεράτου και τις ανεπανάληπτες εικόνες του Grizly Man. 

Όταν αρρώστησε η θεωρητικός του γερμανικού εξπρεσιονισμού και καλή του φίλη Λότε Άισνερ, την οποία θεωρούσε ιέρεια και μέντορά του, ο Βέρνερ Χέρτσογκ υποσχέθηκε στον εαυτό του πως αν ξεκινούσε με τα πόδια από το σπίτι του και έφτανε οδοιπορώντας μέχρι το δικό της, θα την απέτρεπε από τον θάνατο. Έτσι ξεκίνησε η "Οδοιπορία στον πάγο": μια πεζοπορία από το Μόναχο μέχρι το Παρίσι, ένα τάμα τριών εβδομάδων, που θα ξόρκιζε τον θάνατο.

Προχωρώ με βήμα αποφασιστικό και η γη σείεται και στενάζει. Όταν βαδίζω, βαδίζει ένας βίσονας. Όταν ξαποσταίνω, ξαποσταίνει ένα βουνό. 

“Όλα λύνονται βαδίζοντας. Το βάδισμα μας διδάσκει ό,τι η τέχνη δεν μπορεί” σημειώνει η επιμελήτρια του βιβλίου Ελένη Γιαννάτου.



Η φύση επιβάλλεται στον μοναχικό οδοιπόρο: κάθε πόνος βιώνεται εντονότερα, το φυσικό τοπίο γιγαντώνεται, ήχοι και εικόνες γίνονται απόλυτοι κυρίαρχοι του νου. Στις παρυφές των εθνικών οδών, ο εξαθλιωμένος άντρας περπατά μέχρι να τον εγκαταλείψουν οι δυνάμεις του. Τις νύχτες αναζητά καταφύγια σε εγκαταλελειμένα καταλύματα, άδεια σκυλόσπιτα, παρατημένα σχολεία και ερημικές καλύβες. Κοιμάται κάτω από ηλεκτροφόρα καλώδια και αφουγκράζεται το ρεύμα να κυλά στις αρτηρίες τους. Ο ήλιος χάνει τη μία μάχη μετά την άλλη.

Μια βαριά υγρασία πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Ο δρόμος όσο πάει και ανηφορίζει. Κιτρινισμένες φτέρες, τσακισμένες από τη βροχή και το χιόνι, σκουπίζουν με το φύλλωμά τους το έδαφος. Τα σύννεφα και η ομίχλη τραβούν το δρόμο τους δίχως να με λογαριάζουν. Το νερό από τα λιωμένα χιόνια κελαρύζει στα ρυάκια. Φτάνοντας στην κορυφή, βρίσκομαι ξάφνου να βαδίζω μέσα στα σύννεφα. Γύρω μου όλα τα βράχια στάζουν. 

Ένα σκηνικό από βαριά σύννεφα, έρημα δάση, πεσμένα δέντρα, κοιλάδες και λιβάδια εναλλάσσεται με την αίσθηση του πόνου, της δίψας και της σιωπής. Κανένα συναίσθημα δεν εκφράζεται παρά μόνο μια προτίμηση για την απόλυτη μοναξιά: "Είναι καλή η μοναξιά; Ναι, είναι. Με τη διαφορά ότι μας αποκαλύπτει δραματικές προοπτικές για το μέλλον". 

Απόλυτη μοναξιά. Μοναδικός μου σύντροφος ένα μικρό ποτάμι που διασχίζει μια κοιλάδα. Για κάμποσα χιλιόμετρα ένας γκρίζος ερωδιός φτερουγίζει μπροστά μου. Κάθε τόσο σταματά να ξαποστάσει, περιμένοντας να πλησιάσω, για να ξανασηκωθεί από το έδαφος και να συνεχίσει την πτήση του. Είμαι αποφασισμένος να τον ακολουθήσω όπου κι αν πηγαίνει. Η πάχνη καλύπτει τα πάντα. Στα γυμνά κλαδιά των θάμνων κρέμονται δροσοσταλίδες.

Αμπελώνες, σπουργίτια, φύλλα που θροΐζουν στον άνεμο δημιουργούν μια αίσθηση φρεσκάδας. Το τοπίο γίνεται όλο και πιο πληκτικό, οι λέξεις στα βάθη της σκέψης αρχίζουν να χάνονται, ο έναρθρος λόγος μετατρέπεται σε ακατάληπτες κραυγές και κρωξίματα.

Όταν η μηλιά γαλήνεψε, και τα μήλα έπαψαν να κατρακυλούν εδώ κι εκεί στο χώμα, σκέφτηκα ότι τέτοια εγκατάλειψη από τον άνθρωπο είναι στ' αλήθεια απερίγραπτη. Η σημερινή μέρα είναι, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, μέρα ερημιάς και απόλυτης εγκατάλειψης. Με αυτές τις σκέψεις πλησίασα το δέντρο κι έπιασα να το ταρακουνώ, ώσπου απέμεινε ολόγυμνο. Μες στην απόλυτη ησυχία τα μήλα ηχούσαν σαν ταμπούρλα, μόλις έπεφταν στη γη. Όταν τελείωσα, ένιωσα να παραλύω από την τρομακτική σιωπή. 

Μετά από είκοσι μέρες πεζοπορίας, αγκαλιά με τη φύση και τον κίνδυνο, ο οδοιπόρος μπαίνει στο σπίτι της λατρεμένης του φίλης. Εκείνη του χαμογελά και το τσακισμένο του κορμί γεμίζει ευφορία. "Ανοίξτε το παράθυρο", είπε, "εδώ και μερικές μέρες μπορώ και πετάω". 

Η Λότε Άισνερ έζησε άλλα οκτώ χρόνια. 


***

[1] Βέρνερ Χέρτσογκ, Οδοιπορία στον πάγο: Μόναχο-Παρίσι, 23 Νοεμβρίου - 14 Δεκεμβρίου 1974 (μτφρ: Γιάννης Καλιφατίδης), Alloglotta, Αθήνα 2019. 
[2] Το κείμενο συνοδεύουν δύο πορτρέτα του σκηνοθέτη και δύο φωτογραφίες οδοιπορικών στα ελληνικά βουνά. 

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018

Η Μαίρη Πόπινς επιστρέφει

"In every job that must be done, there is an element of fun!"

Αναρωτιέμαι πόσα από τα παιδάκια που γιορτάζουν αυτές τις μέρες τα Χριστούγεννα, απολαμβάνουν τις χειμερινές τους διακοπές και την ανάπαυλα από το σχολείο, γνωρίζουν τη Μαίρη Πόπινς ή την γνώριζαν προτού το νέο τρέιλερ της Ντίσνεϊ αρχίσει να προβάλλεται στα σινεμά. Έχουν περάσει πια πενήντα πέντε χρόνια από την πρώτη προβολή της ταινίας το 1964, με πρωταγωνίστρια τη Τζούλι Άντριους, που έκανε τότε το ντεμπούτο της. Ήταν η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση για την οποία μάλιστα τιμήθηκε με το Όσκαρ του πρώτου γυναικείου ρόλου. Πόσοι θυμούνται το "σουπερκαλιφταντζιλιστικεξπιαλιντόσιους" ή τα αξιολάτρευτα τραγούδια εκείνης της ταινίας;

Η ανιψιά μου, που είναι τεσσάρων, τα γνώριζε και τα τραγουδούσε στις μακρινές διαδρομές με το αυτοκίνητο πολύ προτού πάρει χαμπάρι πως "η Μαίρη Πόπινς επιστρέφει". Αλλά μάλλον δεν μετράει καθότι είναι κατά το ήμισυ Βρετανίς. Εγώ, πάντως, που ως κορίτσι δεν αγαπούσα και τόσο πολύ τον κινηματογράφο, πόσο μάλλον τα μιούζικαλ, και όταν παρακολουθούσα καμιά ταινία ήθελα πάντοτε να είναι κινούμενα σχέδια και όχι ταινία με κανονικούς ηθοποιούς, είχα ξετρελαθεί όταν είδα για πρώτη φορά -στις αρχές του δημοτικού- τη Μαίρη Πόπινς. Κάναμε διαγωνισμό με τις αδερφές μου ποια θα πει γρηγορότερα τη μαγική λέξη, ενώ αισθανόμουν για πρώτη φορά πως γνωρίζω κάτι πραγματικά καινούργιο: τον ρόλο της γκουβερνάντας, για τον οποίο τίποτα δεν ξέραμε ως τότε, το γκρίζο τοπίο του συννεφιασμένου Λονδίνου, τις συνήθειες μιας άλλης εποχής. Όλα αυτά σε πολύ μικρή ηλικία.

Η Μαίρη Πόπινς ήταν μια τεράστια εισπρακτική επιτυχία για την Ντίσνεϊ και όχι άδικα. Εισήγαγε στην κινηματογραφική βιομηχανία ένα νέο πρόσωπο, αυτό της Τζούλι Άντριους, που δεν είχε καμία σχέση με τις φαμ φατάλ της δεκαετίας του 1960: μια γυναικεία φιγούρα που θύμιζε λίγο μαμά και λίγο δασκάλα, με καθηλωτική αυστηρότητα και αφοπλιστική γλυκύτητα στο βλέμμα. 

Ύστερα, η ταινία σε έκανε να λυπάσαι αυτά τα αναρχικά αντιπαθητικά τέρατα, τον Μάικλ και την Τζέιν, δύο παιδιά εντελώς ανυπάκουα μα και εντελώς περιφρονημένα. Ο πατέρας τους, ο κύριος Μπανκς ήταν αφοσιωμένος στη δουλειά του στην τράπεζα και φιλοχρήματος, ενώ η σύζυγός του, η κυρία Γουίνιφρεντ, μια επίδοξη σουφραζέτα δοσμένη στον αγώνα της γυναικείας χειραφέτησης: δυο γονείς οι υποχρεώσεις των οποίων τους έκαναν σχεδόν να ξεχνούν πως έχουν παιδιά. Εκείνα έφερναν τον κόσμο ανάποδα ζητώντας λίγη προσοχή, ενώ φρόντιζαν να κάνουν τον βίο αβίωτο σε κάθε πιθανή γκουβερνάντα. Επιπλέον, το αντρόγυνο διαφωνούσε έντονα σε ό,τι αφορούσε την ανατροφή των παιδιών. Η κυρία ήταν υπέρ της ελευθεριακής αγωγής, ο κύριος αυστηρών αρχών. Ο κύριος Μπανκς αναζητούσε νταντάδες από τις αγγελίες των Τάιμς και όταν τα μικρά αποφάσισαν να συντάξουν τη δική τους αγγελία, την έκανε κομματάκια και την πέταξε στο τζάκι. 




Και ενώ όλες οι χοντρές και αντιπαθητικές υποψήφιες νταντάδες του Λονδίνου στριμώχνονται στην πόρτα του σπιτιού περιμένοντας να περάσουν από συνέντευξη, ένας άνεμος τις παρασέρνει μακριά και προσγειώνεται στην οικεία των Μπάνκς η Μαίρη Πόπινς. 

Αυτή η μαγεία είναι άλλο ένα από τα στοιχεία που έκανε την ταινία ακαταμάχητη στα μάτια των λιλιπούτειων θεατών. Είναι άλλο πράγμα να κάνει μαγικά ο Μίκι, που όπως και να το κάνουμε είναι ένα κινούμενο σχέδιο και μάλιστα ποντικίσιο, και άλλο να κάνει μαγικά μια γυναίκα με σάρκα κι οστά. Όλα σε κάνουν λίγο λίγο να πιστεύεις πως τα πράγματα στο δωμάτιο μπορεί να πετάξουν, πως η γενική καθαριότητα μπορεί να γίνει με ένα μαγικό ραβδί, πως λίγη ζαχαρίτσα μπορεί να σε βοηθήσει να κατεβάσεις ευκολότερα  το πανάθλιο σιρόπι για τον βήχα και πάει λέγοντας. Και κάπως έτσι, μετά από ένα δίωρο μπροστά στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη, αντικρίζεις την καθημερινότητα με λίγη περισσότερη αισιοδοξία και φαντάζεσαι πως μια όμορφη κοπέλα με στενό σακάκι, φουσκωτή φούστα, όμορφες δετές μπότες και καπελάκι μπορεί να προσγειωθεί από μέρα σε μέρα στο μπαλκόνι σου. Σε μια εποχή που ταινίες σαν τον Χάρι Πότερ δεν μπορούσαμε ούτε καν να τις φανταστούμε, η Μαίρη Πόπινς ήταν σχεδόν πρωτοποριακή. 



Δεν ξέρω τι ποιότητα θα έχει η νέα της μεταφορά στη μεγάλη οθόνη. Φαντάζομαι ότι κινηματογραφικά δε θα είναι σπουδαία, αν και κατά τη γνώμη μου ο ρόλος ταιριάζει γάντι στην Έμιλι Μπλαντ. Έχει στο βλέμμα της βρετανικό πουριτανισμό και δασκαλίστικη τρυφερότητα στις ιδανικές αναλογίες. Όσο, όμως, σκέφτομαι την παλιότερη ταινία, όλο και περισσότερο εντυπωσιάζομαι με το πόσα πολλά ζητήματα τόλμησε να θίξει: τον φιλοχρήματο επιχειρηματία που θεωρεί την οικογένεια ενόχληση, την καριερίστα μητέρα που άλλοτε αναλώνεται σε κοινωνικές επαφές και άλλοτε στις προσωπικές της φιλοδοξίες, το παρατημένο παιδί που μεγαλώνει στην καλύτερη περίπτωση με νταντάδες και στη χειρότερη μόνο του στο παιδικό δωμάτιο. 

Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, ο λόγος που και σήμερα ακόμη αγαπώ την Μαίρη Πόπινς είναι άλλος. Γιατί αποδεικνύει περίτρανα αυτά που κι εγώ προσπαθώ πάντοτε να εφαρμόζω στη σχέση μου με τα παιδιά: ότι με λίγη καλή θέληση η πειθαρχία μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με την αταξία και η καλοσύνη με την αυστηρότητα. Και όταν οι δοσολογίες είναι σωστές, το αποτέλεσμα μπορεί να γίνει μαγικό. 





















Πολλοί νέοι εικονογράφοι έχουν φιλοτεχνήσει τη δική τους Μαίρη Πόπινς. Εγώ διάλεξα την αγαπημένη μου Βαρνελωνέζα Júlia Sardà. Αν δείτε αυτές τις ημέρες την ταινία στα σινεμά, στείλτε μας μια ανταπόκριση. 

***