Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρομπέρτο Μπολάνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρομπέρτο Μπολάνιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Το βιβλίο των φανταστικών συγγραφέων



Ο Κάρελ Τσάπεκ, σε θεατρικό του έργο, φαντάστηκε πρώτος το ρομπότ. Ο Μπόρχες, στο "Βιβλίο των φανταστικών όντων", περίπου εκατό φανταστικά όντα. Ο Μπολάνιο, στο βιβλίο του "Η ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική", δεκάδες λογοτέχνες της Αμερικής που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο υπηρέτησαν τον ναζισμό, φλέρταραν με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα ή γοητεύτηκαν από αυτά. 

Κινούμενοι ήρωες, πρόδρομοι και αντιδιαφωτιστές, καταραμένοι ποιητές, μορφωμένες και ταξιδεμένες "λογοτέχνιδες", φαντασιόπληκτοι, μάγοι, μισθοφόροι, απλώς ελεεινοί, ποιητές της Βόρειας Αμερικής και η αδελφότητα των Αρίων είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς που τους αποδίδονται, τους ομαδοποιούν σε κατηγορίες και συνάμα αποτελούν τους τίτλους των κεφαλαίων του βιβλίου.

Για τον κάθε λογοτέχνη παρατίθεται το έτος και ο τόπος γέννησης και θανάτου του, βιογραφικά του στοιχεία και αναλυτική παρουσίαση του έργου του. Από τα πρωτόλεια ποιήματα μέχρι τις απόπειρες του γήρατος για τη συγγραφή έπους. Χρονολογίες έκδοσης, υποθέσεις, αντιδράσεις από τους κριτικούς.

Τα πρώτα της ποιήματα, όπως είναι λογικό να υποθέσουμε, μιλούν για θυγατρικά συναισθήματα, για θρησκευτικές σκέψεις και για κήπους. Ερωτοτρόπησε λίγο με την ιδέα να γίνει μοναχή. Έμαθε να ιππεύει άλογο.

Αυτό είναι το ξεκίνημα της Εδελμίρα Τόμσον δε Μεντιλούσε, που ξεκινά με την ποιητική συλλογή "Στον Μπαμπά" και συνεχίζει την καλλιτεχνική της πορεία με μια αυτοβιογραφία, ένα παιδικό βιβλιαράκι, τις εντυπώσεις της από την Ευρώπη, για να καταλήξει, όπως κάθε συγγραφέας που σέβεται τον εαυτό του, στη φιλοσοφία. Η κριτική την χαρακτηρίζει απλά ως ψώνιο. Παρηγορεί τον εαυτό της με διαφόρων ειδών φιλανθρωπίες. Παραμένει συμπονετική.

Πρώτο κοινό χαρακτηριστικό των λογοτεχνών που "ανθολογούνται" είναι το γεγονός πως είναι και δεν είναι λογοτέχνες. Επιθυμούν διακαώς να ενταχθούν σε λογοτεχνικούς κύκλους, η κριτική όμως τους αγνοεί, τους περιφρονεί, τους περιθωριοποιεί, δεν τους αποδέχεται. Το έργο τους απευθύνεται στους ναζιστές και τους δυσαρεστημένους, τους αλκοολικούς και τους περιθωριοποιημένους -σεξουαλικώς και οικονομικώς- ενώ η κοινωνία των γραμμάτων, τρομαγμένη, προσπαθεί να τους συντρίψει.

Δεύτερο χαρακτηριστικό τους είναι πως, παρά τις σχέσεις που ο καθένας τους διατήρησε με διαφόρων ειδών δικτατορίες, είναι άνθρωποι πολιτικά ανερμάτιστοι. Φλερτάρουν με τους περονιστές, φλερτάρουν και με τους στρατιωτικούς. Εθνικιστές που εντάσσονται ως εθελοντές στον στρατό του Φράνκο, αλλά κρύβουν τις πολιτικές τους απόψεις ή απλά δεν έχουν. Ποδοσφαιριστές, φουτουριστές, χριστιανές που ερωτεύονται κομμουνίστριες με ακτιβιστικές τάσεις.  Άλλοι που αφοσιώνονται στην αγαμία και την αγάπη τους για τον Βάγκνερ. Όλοι μαζί συνθέτουν το πορτρέτο του τέλειου εθνικιστή:

Ανάμεσα στις νεανικές του προτάσεις ήταν και η επαναφορά της Ιεράς Εξέτασης, οι δημόσιες σωματικές τιμωρίες, ο διαρκής πόλεμος είτε κατά των Χιλιανών, είτε κατά της Παραγουάης, είτε κατά της Βολιβίας, ως ένας είδος εθνικής γυμναστικής, επίσης η ανδρική πολυγαμία, η φυσική εξολόθρευση των ιθαγενών για να μην υπάρξει επιμόλυνση της αργεντίνικης ράτσας, ο περιορισμός των δικαιωμάτων των πολιτών εβραϊκής καταγωγής, η μαζική εισροή μεταναστών από σκανδιναβικές χώρες...

Ποιος εθνικιστής δε θα επιθυμούσε να γεμίσει η χώρα του σκανδιναβούς, ώστε σταδιακά να επέλθει και η λεύκανση της επιδερμίδας των συμπατριωτών του, η οποία σίγουρα έχει σκουρύνει από χυδαίες επιμειξίες αιώνων;

Η ειρωνεία του Μπολάνιο φτάνει στα άκρα, αν και παραμένει διακριτική. Ο αφηγητής δεν τοποθετείται απέναντι στα πρόσωπα και τις επιλογές τους, απλά σταχυολογεί και παραθέτει στοιχεία από τον βίο και το έργο τους. Οι ευφάνταστες πλην όμως "αστείες" υποθέσεις των έργων ανταποκρίνονται απόλυτα στο ναζιστικό εικαστικό ιδεώδες, και θυμίζουν τη γελοιότητα το κινηματογράφου των "λευκών τηλεφώνων" που άνθισε στην Ιταλία του Μουσολίνι. 

Εξάλλου, ο αετός που επιλέχθηκε για το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης θυμίζει στον αναγνώστη το αντιπαθητικό πουλί του γνωστού μας πραξικοπήματος.
 


Ρομπέρτο Μπολάνιο, Η ναζιστική λογοτεχνία στην Αμερική (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), ΑΓΡΑ, Αθήνα 2014

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014

Ρομπέρτο Μπολάνιο, Φυλαχτό


 Εγώ δεν είχα ακούσει σχεδόν τίποτα για το Ρομπέρτο Μπολάνιο. Εγώ είχα ακούσει μόνο για ένα μυθιστόρημά του, το "2666", αλλά δεν το είχα διαβάσει. Εγώ δεν έχω διαβάσει πολύ τους Λατινοαμερικάνους συγγραφείς, αλλά για κάποιο λόγο τους αγαπώ. Εγώ αγαπώ τη Λατινική Αμερική. Εγώ αγαπώ τη Χιλή, αγαπώ το Μεξικό, αγαπώ τις φαβέλες της Βραζιλίας, τα αγαπώ όλα αυτά. Αλλά δεν τα ξέρω. Τα έχω ακούσει, τα έχω φανταστεί, αλλά δεν τα έχω μελετήσει. Εγώ ξέρω ότι ο Ρομπέρτο Μπολάνιο γεννήθηκε στη Χιλή, αλλά έζησε στο Μεξικό. Ξέρω ότι επέστρεψε στην πατρίδα του για να βοηθήσει στο "χτίσιμο της επανάστασης" το σοσιαλιστικό καθεστώς του Αλιέντε. Πίστευε στο σοσιαλισμό, πίστευε στους τροτσκιστές, πίστευε σ' αυτά. Φυλακίστηκε γι' αυτά. Εγώ ξέρω ότι ο Μπολάνιο πίστευε πως η λογοτεχνία είναι πολιτική πράξη. Πίστευε σ΄αυτή την πολιτική πράξη. Πίστευε πως αυτή η πράξη μόνο πολιτική είναι. Έζησε τη ζωή του στην Ισπανία. Ξέρω όμως ότι ο Ρομπέρτο Μπολάνιο θεωρούσε μοναδική του πατρίδα τη γυναίκα του. Τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους. Εγώ είμαι μια καινούργια αναγνώστρια του Μπολάνιο. Αυτά ξέρω. Δεν ξέρω τίποτα άλλο. Ξέρω όμως ακόμα ότι μου αρέσει πολύ αυτό το λιγνό πρόσωπο. Μου αρέσει το βλέμμα πίσω από τα στρογγυλά γυαλιά. Φαίνεται τίμιο.

Αυτή θα μπορούσε να είναι μια άσκηση ύφους με αφορμή το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο "Φυλαχτό". Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Μπολάνιο που κυκλοφόρησε τελευταία στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου.

Πρωταγωνίστρια είναι η Αουξίλιο Λακουτύρ, μητέρα της ποίησης του Μεξικού όπως αποκαλεί η ίδια τον εαυτό της, και φίλη όλων των Μεξικανών. Η Αουξίλιο είναι Ουρουγουανή, κατάγεται από το Μοντεβιδέο, αλλά μια μέρα αποφάσισε να φύγει για το Μεξικό. Η Αουξίλιο κυριολεκτικά ζει στη σχολή Φιλολογίας και Φιλοσοφίας και επιβιώνει δακτυλογραφώντας σημειώσεις, μεταφράζοντας κείμενα, κάνοντας εθελοντικά μικροδουλειές για τους καθηγητές της σχολής, ενώ φροντίζει τους Ισπανούς ποιητές Λεόν Φιλίπε και Πέδρο Γκάρφιας.

Κι αυτοί μου έλεγαν μ' εκείνη την τόσο χαρακτηριστική ισπανική προφορά που δεν τους εγκατέλειψε ποτέ, μια αγκαθωτή  μουσικούλα σαν να περικύκλωναν τα Θ και να άφηναν τα Σ πιο ορφανά αλλά και πιο φιλήδονα. Αουξίλιο, μου έλεγαν, πάψε να σκαλίζεις το πάτωμα, Αουξίλιο, άσε ήσυχα αυτά τα χαρτιά, βρε παιδάκι μου, η σκόνη ταιριάζει πάντα με τη λογοτεχνία. Κι εγώ στεκόμουν και τους κοίταζα και σκεφτόμουν πόσο δίκιο έχουν, σκόνη πάντοτε, και λογοτεχνία πάντοτε, και τότε εγώ, που αναζητούσα διαρκώς λεπτομέρειες, έπιανα να φαντάζομαι διάφορες παράδοξες και μελαγχολικές καταστάσεις, φανταζόμουν όλη τη σκόνη του κόσμου που έμπαινε στις βιβλιοθήκες, σιγά σιγά, επίμονα, ακατάπαυστα...


Η Αουξίλιο Λακουτύρ ζει στη σχολή Φιλολογίας και Φιλοσοφίας. Βρίσκεται στη σχολή το Σεπτέμβριο του 1968, την ημέρα που οι αστυνομικές δυνάμεις του Μεξικού εισβάλλουν στο πανεπιστήμιο παραβιάζοντας το άσυλο και σκορπίζουν το φόβο και το θάνατο στους φοιτητές. Κλείνεται για μέρες στις τουαλέτες γυναικών, παρατηρώντας τη σελήνη στη χάση της ή στο γέμισμά της να μετακινείται από πλακάκι σε πλακάκι και παρασύρεται σ' ένα παραλήρημα αναμνήσεων, φαντασιώσεων και οραμάτων, όπου ο χρόνος δεν έχει καμία υπόσταση. Η σπειροειδής κίνησή του παλινδρομεί ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, ανάμεσα σε όσα η Αουξίλιο έζησε, ζει ή πρόκειται να ζήσει. Εντοιχισμένη μέσα στο μήνα Σεπτέμβριο, κλεισμένη στις γυναικείες τουαλέτες, καθισμένη στη λεκάνη, που γίνεται ο δικός της θρόνος, θυμάται τους φοιτητές, τους νεαρούς καλλιτέχνες, τους έρωτες, τις πλατωνικές σχέσεις, τα δόντια που έχασε  στο "βωμό των ανθρωποθυσιών", τη γη, τη ζωή στο Μεξικό, το λόγο των ποιητών του. 

Η σκοτεινή νύχτα της ψυχής προχωράει στους δρόμους της πόλης του Μεξικού και τα σαρώνει όλα. Τώρα πια ελάχιστα τραγούδια ακούγονται, εδώ, όπου παλιότερα τα πάντα ήταν ένα τραγούδι. Το νέφος της σκόνης κονιορτοποιεί τα πάντα. Πρώτα τους ποιητές, μετά τους έρωτες, και μετά, όταν πια φαίνεται ότι έχει κορεστεί και ότι χάνεται, το νέφος επιστρέφει και εγκαθίσταται στο πιο ψηλό σημείο της πόλης σου ή του μυαλού σου και σου λέει με μυστηριώδεις εκφράσεις ότι δεν πρόκειται να κινηθεί. 

Κανένα τοπίο δεν περιγράφεται, αλλά η πόλη είναι εκεί. Τα σοκάκια και οι δρόμοι της, η σκοτεινή νύχτα, η φτώχεια, ο φόβος, οι απειλητικές σκιές. Είναι όλα εκεί. 

Αχ, φιλαράκια μου, άλλος ένας επαναλαμβανόμενος και θανατηφόρα λατινοαμερικάνικος φόβος: να ψάχνεις το όπλο σου και να μην το βρίσκεις, να το ψάχνεις εκεί που το άφησες και να μην το βρίσκεις. [...]

[...] διότι ο θάνατος είναι η βακτηρία της Λατινικής Αμερικής και η Λατινική Αμερική δεν μπορεί να βαδίσει χωρίς τη βακτηρία της.

Καμία σκηνή βίας δεν περιγράφεται, καμιά μάχη, καμιά αιματοχυσία, αλλά η βία είναι εκεί. Οι στρατιώτες είναι εκεί, έχουν περικυκλώσει το κτίριο του πανεπιστημίου, έχουν συλλάβει τους συντρόφους της Αουξίλιο Λακουτύρ. Μια γενιά φοιτητών, ένας κύκλος χαμένων ποιητών που δε θα προλάβουν να αποκτήσουν μέλλον, αλλά η Αουξίλιο, η μητέρα όλων των ποιητών του Μεξικού, θα τους διαφυλάξει στη μνήμη της. Η ατομική μνήμη είναι αυτή που θα τη βοηθήσει να επιβιώσει από τον εφιάλτη. Η μνήμη γίνεται καταφύγιο, γίνεται κραυγή, γίνεται μαρτυρία, γίνεται συλλογική. Η συλλογική μνήμη μετατρέπει μια χαοτική πρωτοπρόσωπη αφήγηση στον ποιητικότερο πολιτικό λόγο.

Και παρότι το τραγούδι που άκουσα μιλούσε για τον πόλεμο, για τα ηρωικά κατορθώματα μιας ολάκερης γενιάς νεαρών της Λατινικής Αμερικής που θυσιάστηκαν, εγώ ήξερα ότι πάνω απ' όλα μιλούσε για αξίες και για καθρέφτες, για τον πόθο και για την ηδονή. 
Και αυτό το τραγούδι είναι το φυλαχτό μας.

Η μνήμη είναι το φυλαχτό μας.

Ρομπέρτο Μπολάνιο, Φυλαχτό (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), Εκδόσεις 'Αγρα 2013