Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φ. Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φ. Ντοστογιέφσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

"Έθιμα ταφής": ένα σκοτεινό γράμμα αγάπης στην Ισλανδία




They say it's the last song,
they don't know us you see.
It's only the last song if we let it be.

"Dancer in the Dark", Lars von Trier (2000) 


[...] είμαστε όλοι φλόγες κεριών που φέγγουν θαμπά, τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι και στο φύσημα του αέρα, και μέσα στην ησυχία της κάμαρας ακούω βήματα, βήματα τρομερά που έρχονται, έρχονται να με σβήσουν και να διώξουν τη ζωή μου μακριά από μένα σε μια γκρίζα τολύπα καπνού. Θα χαθώ, θα σκορπίσω στον αέρα και στη νύχτα[1] 

Στα "Έθιμα ταφής" η νεαρή συγγραφέας Χάνα Κεντ αφηγείται την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, τελευταίας κατάδικης που εκτελέστηκε στην Ισλανδία. Η Άγκνες κατηγορήθηκε για τον φόνο δύο αντρών και εκτελέστηκε το 1829. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, το μυθιστόρημα αποτυπώνει τη διφορούμενη φύση της γυναίκας που άλλοι θεώρησαν έκλυτη και άλλοι αντιμετώπισαν ως μάγισσα. Παράλληλα, διεισδύει στην ψυχολογία κάθε θανατοποινίτη, ξεσκεπάζοντας τις συνθήκες του σωφρονιστικού συστήματος του 19ου αιώνα. 

Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι μήπως έχω κιόλας πεθάνει. Δεν είναι ζωή αυτήνα περιμένω στο σκοτάδι, στη σιωπή, σ' ένα δωμάτιο τόσο βρωμερό και τρισάθλιο, που έχω ξεχάσει τη μυρωδιά του καθαρού αέρα. Το καθίκι κοντεύει να ξεχειλίσει από τις ακαθαρσίες μου, τόσο που αν δεν έρθει κάποιος σύντομα να τ' αδειάσει, θ' αρχίσει να χύνεται κατάχαμα. 
Πότε ήρθαν τελευταία φορά; Όλα έχουν γίνει μια νύχτα πια. 

Μετά την καταδίκη της, και ώσπου να οριστεί η ημερομηνία εκτέλεσής της, η Άγκνες  επιλέγει  έναν εφημέριο που θα αναλάβει την καθοδήγησή της, ώστε η ψυχή της να επιστρέψει στους κόλπους του Θεού. Μέχρι να εκτελεστεί, θα φιλοξενηθεί στο υποστατικό μιας οικογένειας αγροτών. Την αποκαλούν "φόνισσα" και την αντιμετωπίζουν σαν δολοφονικό οικόσιτο ζώο. 

Αφότου αποφάσισαν ότι θα φύγω, οι άντρες του Στόρα Μποργκ μου δένουν τα πόδια το βράδυ, όπως κάνουν με τα άλογα∙ για να 'ναι σίγουροι ότι δεν θα το σκάσω. Φαίνεται ότι μέρα τη μέρα που περνάει, γίνομαι όλο και πιο ζώο στα μάτια τους: ένα ζωντανό με άδειο βλέμμα, που πρέπει να το ταΐσουν αποφάγια και να το προστατέψουν από την παγωνιά. Μ' αφήνουν στα σκοτεινά, μου αρνούνται το φως και τον αέρα. Κι όταν είναι να με μετακινήσουν, με δένουν και με πάνε όπου θέλουν. 

Αρχεία και μαρτυρίες στα οποία είχε πρόσβαση η συγγραφέας ενσωματώνονται στο μυθιστόρημα ως διαφορετικά είδη αφήγησης. Επίσημα έγγραφα και ιστορικά τεκμήρια συνδυάζονται με τη φωνή ενός αμέτοχου αφηγητή και τους εξομολογητικούς (μονο)λόγους της κατάδικης, που άλλοτε απευθύνονται στον εφημέριο και άλλοτε στον εαυτό της. Ο ταξιδιωτικός χαρακτήρας της ισλανδικής σάγκας εναλλάσσεται με αυτόν του κοινωνικού μυθιστορήματος. Η Άγκνες υπήρξε πρόσωπο-θρύλος στην Ισλανδία και η ατμόσφαιρα των θρύλων είναι και αυτή παρούσα. Ο κόσμος την βλέπει σαν πόρνη, σαν τρελή που στάζει αίμα από το στόμα της και τρώει χώμα, ενώ εκείνη μιλά για τον Νάταν -τον άντρα που δολοφόνησε- σαν να πρόκειται για μάγο που είχε κάνει συμφωνία με τον Διάβολο.

Η Άγκνες αισθάνεται ευγνώμων που επιστρέφει στις κοιλάδες για να δουλέψει, έστω και μελλοθάνατη. Οι ισορροπίες στην οικογένεια που την φιλοξενεί σιγά σιγά αλλάζουν. Οι σιωπές του παγωμένου αγροτόσπιτου, οι σχέσεις μεταξύ των μελών, οι σκληρές αγροτικές εργασίες, όλα μοιάζουν πιο υποφερτά. Τα γιατροσόφια για την ετοιμόγεννη γειτόνισσα, ο θερισμός και το αλώνισμα, το σφάξιμο των προβάτων, το γνέσιμο του μαλλιού, το χτύπημα του βούτυρου, οι περιγραφές των παγωμένων λόφων και της χιονοθύελλας, κάνουν τη ζωή στην Ισλανδία να φαίνεται σκληρή και κρύα, αλλά κάποτε κοντινή και οικεία.  
 
Ποιο ήταν τελικά το έγκλημα της Άγκνες; Που τόλμησε να αποτινάξει τα στερεότυπα; Που επιθύμησε τον έρωτα; Που πόθησε να αλλάξει τη θέση της στον κόσμο Που δε δέχτηκε ούτε τη στάμπα της νόθης ούτε το ρόλο της παραδουλεύτρας, ούτε τη κατηγορία της φόνισσας; Φόνισσα. Η λέξη μένει μετέωρη ανάμεσά μας. Βαριά. Δεν την παίρνει ο αέρας. Θέλω να κουνήσω το κεφάλι μου. Αυτή η λέξη δεν είναι για μένα, θέλω να πω. Δεν είναι δική μου, δεν μου ανήκει. Είναι μια λέξη που ανήκει σε άλλον. Μια ξένη λέξη. Αλλά τι νόημα έχει να τα βάζει κανείς με τις λέξεις;


O Ντοστογιέφσκι στον "Ηλίθιο" υποστηρίζει πως η θανατική ποινή αποτελεί ύβρη εναντίον της ανθρώπινης ψυχής και είναι τιμωρία δυσανάλογα φρικτότερη από το έγκλημα. Αν βάλεις έναν φαντάρο μπροστά σ' ένα κανόνι, μέχρι τη στιγμή που θα του ρίξεις ελπίζει ακόμα. Αν του διαβάσεις την καταδίκη του, τρελαίνεται από τον φόβο.
  
[...] Όταν ανέβαινε στο ικρίωμα έκλαιγε, ήταν άσπρος σαν το πανί. Είναι ποτέ δυνατό; Δεν είναι φρίκη; Όχι, πέστε μου, ποιος κλαίει από φόβο; Ως τα τότε νόμιζα πως από φόβο κλαίνε μόνο τα παιδιά, νόμιζα πως είναι αδύνατο να κλάψει ένας άνδρας που δεν έκλαψε ποτέ του, ένας άνδρας σαρανταπέντε χρονώ. Τι θα πρέπει να γίνεται εκείνη τη στιγμή στην ψυχή του, μέχρι ποιο σημείο τρόμου τη σπρώχνουν;[2]

Αυτός ο φόβος μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον φόβο των πρωτόπλαστων μόλις μαθαίνουν πως είναι (πια) θνητοί και κάποια στιγμή θα πεθάνουν. Η 'Αγκνες είχε το θράσος να γευτεί τον καρπό της γνώσης και κηρύχθηκε έκπτωτη. Έκπτωτη, όμως,  από έναν κόσμο που έμοιαζε περισσότερο με κόλαση, παρά με παράδεισο. Συνοδευόμενη από τους ανθρώπους που τη φιλοξένησαν όσο βρισκόταν "μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης" και ντυμένη με γιορτινή παραδοσιακή φορεσιά που βγαίνει από το οικογενειακό σεντούκι ειδικά για αποτελέσει τα ρούχα του "ταξιδιού" της, οδεύει προς τον τόπο της εκτέλεσης.  Δικαίως εκτελείται; 

Ο εφημέριος πιστεύει πως εν Θεώ υπάρχει αλήθεια. "Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς". Για την Άγκνες, όμως, η αλήθεια μοιάζει με τη γυαλάδα του πάγου. Πολύ εύθραυστη για να την εμπιστευτείς. 

***

[1] Χάνα Κεντ, Έθιμα ταφής (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου), Ίκαρος, Αθήνα 2015.
[2] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο ηλίθιος (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου), Εκδόσεις Γκοβόστης, Αθήνα 1991.  

 

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2014

Ο Στέφαν Τσβάιχ για τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι (Σημειώσεις)





Αν ο πολιτισμός δεν έκανε πιο αιμοχαρή τον άνθρωπο, τον έκανε όμως πιο πρόστυχο στην αιματοχυσία παρ’ ό,τι ήταν στο παρελθόν. Τότε έκρινε σωστό να χύσει το αίμα κι έσφαζε με ήσυχη τη συνείδησή του όσους νόμιζε πως είναι ανάγκη να εξαφανιστούν. Σήμερα μας φαίνεται το χύσιμο του αίματος σαν ατιμία, μα το χύνουμε ευχαρίστως και συχνότερα από άλλοτε.  
(Φ. Ντοστογιέφσκι, Το Υπόγειο)

Στις αναμνήσεις κάθε ανθρώπου υπάρχουν πράγματα που δεν τα εμπιστεύεται σε όλον τον κόσμο, μα μόνο στους φίλους του. Υπάρχουν άλλα που δεν τα εμπιστεύεται στους φίλους του και μόλις τα λέει στον εαυτό του κι αυτό στα κρυφά. Και τέλος υπάρχουν εκείνα που ο άνθρωπος φοβάται να τα ομολογήσει στον ίδιο του τον εαυτό κι αυτού του είδους τα πράγματα μαζεύονται σε αρκετά μεγάλη ποσότητα σε κάθε άνθρωπο καθώς πρέπει. 
(Φ. Ντοστογιέφσκι, Το Υπόγειο)



Ρωσία 
Ό,τι τραγικό υπάρχει μέσα σε κάθε ήρωα του Ντοστογιέφσκυ, η διαφωνία με τον ίδιο του τον εαυτό, όλες οι δυσκολίες που συναντάει, όλα τα εμπόδια, έχει τις ρίζες του μέσα στη μοίρα ολόκληρου του ρωσικού λαού. Η Ρωσία στα μέσα του 19ου αιώνα δεν ξέρει ποια κατεύθυνση να πάρει, προς τη Δύση ή την Ανατολή, προς την Ευρώπη ή προς την Ασία, την Πετρούπολη – την τεχνητή πόλη -, προς τον πολιτισμό ή προς το χωριό, μες στη στέπα. Ο Τουργκένιεφ την σπρώχνει μπροστά, ο Τολστόι την ξανασπρώχνει προς τα πίσω. Η αναστάτωση βασιλεύει παντού. Ο τσαρισμός βρίσκεται άξαφνα αντιμέτωπος με την κομμουνιστική αναρχία· η βαθιά πίστη των προγόνων μετατρέπεται σε λυσσασμένο και φανατικό αθεϊσμό. Όλα κλονίζονται. [...]


Ήρωες
Μέσα στους ήρωες του Ντοστογιέφσκυ, ο νευρωτικός σύγχρονος άνθρωπος ενώνεται με το άξεστο πλάσμα των πρώτων βημάτων της ανθρωπότητας, που δε νιώθει τίποτε άλλο από το πάθος του. [Οι ήρωές του] εκφράζουν ανάκατα την ύστατη γνώση και το διστακτικό τραύλισμα των πρώτων ερωτημάτων του κόσμου. 

Ο ήρωας δεν τον ενδιαφέρει παρά μόνο αν βρίσκεται σε διαφωνία με τον ίδιο του τον εαυτό. Εάν είναι μια φύση προβληματική. 

Τ’ άστρα της πίστης δε λάμπουν πια πάνω απ’ τους ανθρώπους κι ο νόμος δεν είναι πια κυρίαρχος στα στήθια τους. Τα πλάσματα του Ντοστογιέφσκυ, αυτοί οι ξεριζωμένοι από μια μεγάλη παράδοση, είναι αυθεντικοί Ρώσοι, άνθρωποι μεταβατικοί.

Σε κάθε ευχή που εκφράζουν λ.χ. τα πρόσωπα του Ντίκενς βλέπουμε ένα λαχταριστό όραμα της ευτυχίας τους, μια χαριτωμένη «βιλίτσα» χωμένη μες στην πρασινάδα και που ν’ αντηχεί από χαρούμενες παιδικές φωνές· στον Μπαλζάκ έναν πύργο, τα ήρεμα λιβάδια ν’ απλώνονται γύρω του και ιδίως τα εκατομμύρια. Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκυ δε λαχταρούν τίποτα· ούτε καν την ευτυχία.

  
Μύθος
Ο μύθος του Ντοστογιέφσκυ είναι η γονιμοποίηση του ετερόμορφου, του πολλαπλού Εγώ του κάθε ατόμου, απ’ το σπέρμα του αληθινού ανθρώπου. Να κατορθώσεις ν’ αποφυλακίσεις τον αιώνιο άνθρωπο από το θνητό του σαρκίο, του πολιτισμένου. Αυτή είναι σε τούτο τον κόσμο η πιο υψηλή, η πιο αληθινή αποστολή.

 
Έρωτας
[Οι ήρωες του Ντοστογιέφσκυ] δε θέλουν ν’ αγαπάνε με τον ίδιο τρόπο που τους αγαπούν. Θέλουν ν’ αγαπάνε και να ’ναι τα θύματα,  να ’ναι εκείνοι που δίνουν περισσότερα απ’ όσα παίρνουν. [...] τόσο που το ευχάριστο, το χαριτωμένο παιχνίδι της αρχής να μετατραπεί σε ασυγκράτητο λαχάνιασμα, σε βογγητό, σε πάλη, σε μαρτύριο.

Πίστη
Ο Ντοστογιέφσκυ λαχταράει την πίστη από έλλειψη πίστης. Πρέπει ν’ αγαπάμε περισσότερο την ίδια τη ζωή από το νόημα της ζωής.

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Στέφαν Τσβάιχ, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκυ,  Εκδόσεις Γκοβόστη



Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Ένα όνειρο

Μια ανάρτηση που δεν έχετε κανένα λόγο να διαβάσετε...

 

"Με πήρε ο ύπνος - θα 'ταν νομίζω μια ώρα πριν έρθει - κι είδα πως είμαι σ' ένα δωμάτιο (όχι όμως το δικό μου). Ένα δωμάτιο πιο μεγάλο και πιο ψηλό απ' το δικό μου, καλύτερα επιπλωμένο, φωτεινό, με ντουλάπα, κομοδίνο, ντιβάνι κι ένα κρεβάτι, μεγάλο και φαρδύ, σκεπασμένο μ' ένα πράσινο μεταξωτό πάπλωμα. Σ' αυτό το δωμάτιο όμως είδα ένα φριχτό ζώο, κάποιο τέρας. Ήταν κάτι σα σκορπιός, όχι σκορπιός όμως, μα κάτι πιο σιχαμερό και πολύ πιο τρομερό και φαίνεται πως ο λόγος που μου φάνηκε έτσι είναι πως τέτοια ζώα δεν υπάρχουν στη φύση και πως αυτό εμφανίστηκε ε π ί τ η δ ε ς στο δωμάτιό μου και στην εμφάνιση αυτή κρύβεται τάχα κάποιο μυστήριο. Το εξέτασα πολύ προσεχτικά: ήταν καφετί και λεπιδωτό, ένα πράγμα σερνάμενο, μακρύ κάπου δέκα πόντους, στο κεφάλι χοντρό ίσαμε δυο δάχτυλα κι όσο πήγαινε στην ουρά στένευε, έτσι που η άκρη της ουράς δε θα ήταν πιότερο από ένα τέταρτο του πόντου. Διόμιση πόντους πιο κάτω απ' το κεφάλι, ξεπετάγονταν απ' το κορμί του, σε γωνία σαράντα πέντε μοιρών, δυο πόδια, ένα απ' την κάθε μεριά, κάπου πέντε πόντους στο μάκρος, έτσι που όλο το ζώο, άμα το κοίταζες από πάνω, φαινόταν σαν τρίαινα. Το κεφάλι δεν το πρόσεξα καλά, είδα όμως δυο κεραίες, κοντές, σα δυο γερές βελόνες, καφετιές κι εκείνες. Παρόμοιες κεραίες είχε και στην άκρη της ουράς, και στην άκρη του κάθε ποδιού, συνολικά δηλαδή οι κεραίες ήταν οκτώ. Το ζώο έτρεχε μέσα στο δωμάτιο πολύ γρήγορα, πατώντας στα πόδια και στην ουρά, κι όταν έτρεχε, το σώμα του και τα πόδια σούρνονταν σα μικρά φίδια, με καταπληκτική ταχύτητα, παρ' όλα του τα χοντρά λέπια κι αυτό ήταν πολύ σιχαμερό να το βλέπεις. Εγώ φοβόμουν τρομερά πως θα με κεντρίσει. Μου είπαν πως είναι φαρμακερό, μα αυτό που με βασάνιζε περισσότερο ήταν το ποιος το έστειλε στην κάμαρά μου, τι θέλουν να μου κάνουν και πού βρίσκεται σ' όλ' αυτά το μυστήριο; Το ζώο κρυβόταν κάτω απ' το κομό, κάτω απ' την ντουλάπα, χωνόταν στις γωνιές. Εγώ έκατσα στην καρέκλα και μάζεψα τα πόδια μου επάνω. Αυτό έτρεξε γρήγορα στο δωμάτιο, διαγώνια, κι εξαφανίστηκε κάπου δίπλα στην καρέκλα μου. Εγώ κοίταζα κατατρομαγμένος γύρω μου, επειδή όμως καθόμουν έχοντας διπλωμένα τα πόδια μου, έλπιζα πως δε θα σκαρφάλωνε στην καρέκλα. Ξάφνου, άκουσα από πίσω μου, δίπλα σχεδόν στο κεφάλι μου, ένα τριζάτο χαρχάλεμα. Γύρισα και είδα πως εκείνο το σερπετό σκαρφαλώνει στον τοίχο κι είναι κιόλας στο ίδιο ύψος με το κεφάλι μου κι αγγίζει μάλιστα τα μαλλιά μου με την ουρά του που σάλευε και στριφογύριζε με καταπληκτική ταχύτητα. Πετάχτηκα πάνω. Το ζώο εξαφανίστηκε. Στο κρεβάτι φοβόμουν να πλαγιάσω, για να μη χωθεί κάτω απ' το μαξιλάρι. Στο δωμάτιο μπήκαν η μητέρα μου και κάποιος γνωστός της. 
Άρχισαν να το κυνηγούν, ήταν όμως πιο ήρεμοι από μένα κι ούτε φοβόνταν καν. Αυτοί όμως δεν καταλάβαιναν τίποτα. Ξάφνου εκείνο ξαναφάνηκε. Αυτή τη φορά σουρνόταν πολύ πιο σιγά κι είχε λες κάποια ιδαίτερη πρόθεση, φιδοσάλευε αργά, πράγμα που ήταν ακόμα πιο σιχαμερό και τράβαγε πάλι διαγώνια στο δωμάτιο, κατά την πόρτα. Τότε η μάνα μου άνοιξε την πόρτα και φώναξε τη Νόρμα, το σκυλί μας - ένα τεράστιο σκυλί της Νέας Γης, μαύρο και κατσαρομάλλικο. Ψόφησε εδώ και πέντε χρόνια. Το σκυλί όρμησε μέσα στο δωμάτιο και στάθηκε πάνω απ' το σερπετό, σα να το κάρφωσαν στη θέση του. Σταμάτησε και το σερπετό, εξακολουθούσε όμως να φιδοσαλεύει και να χτυπάει στο πάτωμα με την άκρη των ποδιών και της ουράς. Τα ζώα δεν μπορούν να νιώσουν μυστικιστικό φόβο, αν δεν κάνω λάθος. Εκείνη όμως τη στιγμή μου φάνηκε πως στον τρόμο της Νόρμας υπήρχε κάτι υπερβολικά ασυνήθιστο, σχεδόν μυστικιστικό, και κατά συνέπεια ένιωθε κι αυτή, όπως και γω, πως τούτο το πράγμα είχε κάτι το μοιραίο και κρύβει κάποιο μυστήριο. Άρχισε να πισωπατάει αργά φεύγοντας απ' το σερπετό που σουρνόταν σιγά και προσεχτικά κατά πάνω της. Φαίνεται πως ήθελε να της ριχτεί ξαφνικά και να την κεντρίσει. Μα παρ' όλο τον τρόμο της, η Νόρμα το κοίταζε με τρομερό μίσος, μόλο που έτρεμε σύγκορμη. Ξάφνου, άνοιξε αργά τα τρομερά της δόντια, άνοιξε όλο το τεράστιο κόκκινο στόμα της, ετοιμάστηκε, ζυγιάστηκε, τ' αποφάσισε και ξαφνικά άρπαξε το σερπετό με τα δόντια της. Φαίνεται πως το σερπετό τινάχτηκε δυνατά προσπαθώντας να ξεγλιστρήσει, έτσι που η Νόρμα το ξανάπιασε άλλη μια φορά, στον αέρα τώρα, και δυο φορές το άρπαξε με το μεγάλο της στόμα, πάντα στον αέρα, σα να 'θελε να το καταπιεί. Τα χοντρά λέπια έτριξαν στα δόντια της. Η μικρή ουρά και τα πόδια που κρέμονταν απ' το στόμα της, κουνιόνταν με τρομερή ταχύτητα. Ξάφνου η Νόρμα ούρλιαξε παραπονιάρικα: Το σερπετό είχε προφτάσει παρ' όλ αυτά να της δαγκώσει τη γλώσσα. Ουρλιάζοντας και τσιρίζοντας, άνοιξε απ΄τον πόνο το στόμα της, βγάζοντας απ' το μισολιωμένο κορμί του πάνω στη γλώσσα της μπόλικο άσπρο υγρό που έμοιζε με το υγρό μια πατημένης μαύρης κατσαρίδας... Εκείνη τη στιγμή ξύπνησα και μπήκε ο πρίγκιπας."

Έχω διαβάσει τον "Ηλίθιο" δυο φορές. Σχεδόν. Την πρώτη ολοκληρωμένα, τη δεύτερη αποσπασματικά. Είναι το αγαπημένο μου βιβλίο. Κανένα άλλο μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να πάρει τη θέση του. Κάθε "αριστούργημα" της παγκόσμιας λογοτεχνίας συγκρίνεται ασυνείδητα μαζί του. Κανένα δεν έχει βγει κερδισμένο απ' αυτή τη σύγκριση.

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, η σκηνή στην οποία συνήθως ανατρέχω είναι αυτή του ονείρου. Θυμάμαι ότι την είχα διαβάσει αργά το βράδυ στο κρεβάτι. Με πήρε ο ύπνος και ονειρεύτηκα το φοβερό εκείνο "σερπετό" να "φιδοσαλεύει" πάνω στο κρεβάτι μου. Δάγκωσε τη δική μου γλώσσα, αντί για του σκύλου, κι όταν ξύπνησα, ένιωθα ένα τσίμπημα παρόμοιο με της μέλισσας στο στόμα μου. 

Έκτοτε, το όνειρο αυτό το έχω ξαναδεί κάποιες φορές. Δε μ' ενοχλούσε. Δεν πρόκειται για εφιάλτη. Είναι απλά μια σκηνή που τριγυρνάει στο υποσυνείδητο. Την ξανάδα, αλλά αυτή τη φορά ένιωσα πως θέλω να τη βγάλω από κει μέσα. Την βαρέθηκα. Μου έχει γίνει φορτική. 

Τώρα που την κατέγραψα, νιώθω ότι δε θα με ξαναενοχλήσει. Ξεκινάω την καινούργια χρονιά μεταφέροντας μια σκηνή από την κύρια στη λανθάνουσα μνήμη. Πρώτη φορά προσπαθώ να απενεργοποιήσω κάτι τέτοιο. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα πετύχει.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο: Φ. Ντοστογιέφσκι, Ο ηλίθιος (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου), Εκδόσεις Γκοβόστη 1991

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί;

Πολλοί άνθρωποι όταν φτάνουν ή ξεπερνούν την ηλικία των τριάντα αντιπετωπίζουν ένα δίλημμα: να αποτολμήσουν ή όχι το απονενοημένο διάβημα; Να παντρευτούν ή να μην παντρευτούν; Υπάρχει και το κακόγουστο αστείο, σύμφωνα με το οποίο ο ελεύθερος ζει σαν άνθρωπος και πεθαίνει σαν σκυλί. Ο παντρεμένος ζει σαν σκυλί και πεθαίνει σαν άνθρωπος. Να ζει κανείς ή να μη ζει; Τέλος πάντων, σημασία έχει να είναι ο άνθρωπος ευτυχής και ο καθένας νιώθει ευτυχής διαφορετικά. Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά ακούγονται πια κάπως ξεπερασμένα.

Άραγε η λογοτεχνία τι έχει να πει εδώ; Στο αρχαίο θέατρο, ο θεατής νιώθει έλεο και φόβο για τους ήρωες και όσα τους συμβαίνουν. Βιώνει και ο ίδιος τα διλήμματα που εκείνοι αντιμετωπίζουν. Και όταν έρχεται αντιμέτωπος με ένα δίλημμα στην πραγματική του ζωή είναι πιο έτοιμος. Η Τέχνη τελικά δίνει απαντήσεις; Μας βοηθάει σε τίποτα; Μας κάνει καλύτερους; Μας αφήνει τους ίδους;

Στο Έγκλημα και Τιμωρία, ο Λιούζιν, αυτός ο αντιπαθητικός τύπος, ο αρραβωνιαστικός της Ντούνιας, αδερφής του Ρασκόλνικοφ, κάνει μια συζήτηση με τον Αντρέι Σεμιόνοβιτς για το γάμο. Ο νόμιμος γάμος μού χρειάζεται γιατί δε θέλω να φορέσω κέρατα και ν' αναστήσω ξένα παιδιά λέει ο Λιούζιν. 

Ο Σεμιόνοβιτς όμως τον αποστομώνει για τα καλά: 

Μα τι είναι λοιπόν τα κέρατα; Ω, τι παρερμηνεία! Τι κέρατα είναι αυτά; Γιατί τα είπαν κέρατα; Τι ανοησίες! Απεναντίας, στον πολιτικό ίσα ίσα γάμο, δε θα υπάρχουν καθόλου! Τα κέρατα δεν είναι παρά η φυσική συνέπεια κάθε νόμιμου γάμου, μια διόρθωσή του, να πούμε, μια διαμαρτυρία, έτσι που απ' αυτή την άποψη δεν είναι καθόλου ταπεινωτικά... Κι αν καμιά φορά εγώ -  ας υποθέσουμε για μια στιγμή αυτή την ανοησία - παντρευτώ νόμιμα, πολύ θα ευχαριστηθώ αν αποκτήσω τα τρισκαταραμένα σας κέρατα. Θα πω τότε στη γυναίκα μου: "Φίλη μου, ως τα τώρα σ' αγαπούσα μονάχα, τώρα όμως σε εχτιμώ κιόλας, γιατί μπόρεσες και διαμαρτυρήθηκες!" Γελάτε; Είναι γιατί δεν έχετε τη δύναμη να αποτινάξετε τις προλήψεις σας! Καταλαβαίνω πολύ καλά, που να πάρει ο διάολος, πόσο δυσάρεστο είναι να σ' απατάει η νόμιμη γυναίκα σου. Αυτό όμως δεν είναι παρά η πρόστυχη συνέπεια μιας πρόστυχης πράξης, όπου έχουν ταπεινωθεί κι ένας κι άλλος. Όταν όμως τα κέρατα φοριούνται φανερά, όπως γίνεται στον πολιτικό γάμο, τότε πια είναι σαν να μην υπάρχουν καθόλου, είναι αδύνατο να υπάρξουν και χάνουν μάλιστα την ονομασία κέρατα. Απεναντίας, το μόνο που θα κάνει η γυναίκα σας είναι που θα σας αποδείξει πόσο πολύ σας εχτιμάει, θεωρώντας σας ανίκανο να σταθείτε εμπόδιο στην ευτυχία της και τόσο ανεπτυγμένον ώστε να μην την εκδικηθείτε, γιατί απόχτησε καινούργιο άντρα. Που να πάρει ο διάολος, είναι μερικές φορές που ονειρεύομαι πως αν με παντρεύανε, φτού! Αν παντρευόμουνα - πολιτικά ή νόμιμα, το ίδιο κάνει - νομίζω πως θα 'φερνα ο ίδιος έναν εραστή στη γυναίκα μου, αν έβλεπα πως αργεί ν' αποχτήσει μόνη της. "Φίλη μου" θα της έλεγα, "σ' αγαπώ πολύ, θέλω όμως επιπλέον να μ' εχτιμάς, ορίστε!"

Ακους εκεί! Αυτά λέει ο Ντοστογιέφσκι δια στόματος Σεμιόνοβιτς 150 χρόνια πριν. Τώρα απ' ό,τι φαίνεται, τον 19ο αιώνα στον πολιτικό γάμο -που δεν ήταν νόμιμος- επιτρεπόταν το κέρατο, ενώ στο θρησκευτικό όχι. 

Ένας συγγραφέας που αντιμετώπιζε μεγάλη φοβία με το γάμο ήταν ο Φραντς Κάφκα. Δυο φορές είχε κοντέψει να παντρευτεί και καμία δεν το τόλμησε. Στο Γράμμα στον πατέρα, που αποτελεί ένα ψυχογράφημα του ίδιου του συγγραφέα αναφέρει χαρακτηριστικά: 

Ἀλλά το σπουδαιότερο ἐμπόδιο γιά τόν γάμο μου εἶναι ἡ πεποίθηση, ἀξερίζωτη πιά, ὅτι ἡ κάλυψη τῶν ἀναγκῶν μιᾶς οἰκογένειας, καί πόσο μᾶλλον ἡ διακυβέρνησή της, ἀπαιτοῦν ὅλες τίς ἰδιότητες πού ἀνακάλυψα σε ἐσένα, ἰδιότητες καλές ἤ κακές, θεωρημένες ἀξεχώριστα ὅπως εἶναι συνδεδεμένες ὀργανικά καί συγκεντρωμένες ὅλες στο πρόσωπό σου: δύναμη καί περιφρόνηση γιά τόν ἄλλο, ὑγεία καί μιά κάποια ἔλλειψη τοῦ μέτρου, εὐγλωττία καί σκληρός χαρακτήρας, αὐτοπεποίθση και δυσαρέσκεια για ὅ, τι δεν προέρχεται ἀπό ἐσένα, αἴσθημα ἀνωτερότητας ἀπέναντι στόν κόσμο και τυραννική συμπεριφορά, γνώση τῶν ἀνθρώπων καί ἐπίδειξη δυσπιστίας γιά τούς περισσότερους ἀπό αὐτούς, καί στά παραπάνω νά προστίθενται ἰδιότητες ἀπόλυτα θετικές, ὅπως ἡ ἐργατικότητα, ἡ ἀντοχή, ἡ ἐτοιμότητα πνεύματος, ἡ ἄγνοια τοῦ φόβου. Ἐγώ δεν εῑχα σχεδόν τίποτε ἤ ἐλάχιστα ἀπ’ ὅλα αὐτά. 

Η γυναίκα πάντως μέχρι πολύ πρόσφατα έπρεπε να παντρευτεί. Αλλιώς έμενε γεροντοκόρη, μεγαλοκοπέλα, στο ράφι και άλλα τέτοια. Σε μια σκηνή από τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, η Χαδούλα αναπολεί πλάι στην εστία τα πάθη του βίου της, του ανωφελούς και μάταιου και βαρύ:

Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της - και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού. Όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της. Όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγονών της. 

Αυτό σήμαινε γάμος. Και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αυτός ο άνθρωπος ο τόσο θεοσεβής και συνάμα τόσο ανθρώπινος, τόσο γεμάτος πάθη και τόσο κοντά στην αγιοσύνη, είχε καταλάβει πολύ καλά τη γυναίκα της εποχής του. Τη μάνα, τη γιαγιά, την παιδίσκη, την εγγόνα.

Τρεις αλλιώτικες απόψεις για το γάμο. Τρεις απόψεις που εκφράστηκαν εκατό και πλέον χρόνια πριν. Πολύ διαφορετικές μεταξύ τους αλλά και πολύ προχωρημένες. Και το ερώτημα του τίτλου παραμένει φυσικά αναπάντητο. 

***

Τα  αποσπάσματα ήταν από τα βιβλία:
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκη, Έγκλημα και Τιμωρία (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου), Εκδόσεις Γκοβόστη 1990
Φραντς Καφκα, Γράμμα στον πατέρα (Φαίδων Καλαμαράς), Νεφέλη 1987
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Νεφέλη 1998