Εις εκ Μαλάτιας χωρικός, ονόματι Μαχμούτ Τζεϊλάν, μεταβάς εις πυκνόν δάσος έκοψε ξύλα, τα οποία και εφόρτωσεν επί του υποζυγίου του. Εις ένα όμως σημείον του δάσους ανετράπη το φορτίον και ο χωρικός ήρχισεν να φορτώνη δια δευτέραν φοράν.
Αίφνης παρουσιάσθη τεραστίων διαστάσεων άρκτος, η οποία, αφού τον περιειργάσθη επ' ολίγον, τον επλησίασε και ήρχισε να τον βοηθή εις την φόρτωσιν. Περισυνέλεγε τα διεσκορπισμένα ξύλα και τα παρέδιδεν εις τον ξυλοκόπον, ο οποίος τα παρελάμβανε με δικαιολογημένην ψυχικήν οδύνην και τα ετακτοποίει επί του υποζυγίου.
Όταν έληξεν η φόρτωσις, το θηρίον εκινήθη δια να απομακρυνθή, όπως και ο δυστυχής Μαχμούτ, προς αντίθετον κατεύθυνσιν. Πριν όμως προχωρήση, αντελήφθη έντρομος να τρέχη κατόπιν του η άκρτος. Η αγωνία του απεκορυφώθη και από στιγμής εις στιγμήν ανέμενε το τέλος του. Με έκπληξιν όμως είδεν ότι το θηρίον τον επρόλαβε δια να του παραδώση ένα μικρόν ξύλον, που είχε λησμονηθή εις τον τόπον της φορτώσεως.
Εν συνεχεία η άρκτος απεμακρύνθη ησύχως[1].
***
[1] Η Άρκτος αποτελεί το κατά γράμμα κείμενο μιας τηλεγραφικής
ανταπόκρισης από την Άγκυρα που δημοσιεύτηκε στο υπ' αριθμ. 474 φύλλο της
εφημερίδας "Αθηναϊκή", της 6ης Δεκεμβρίου 1952. Ο Ε.Χ. Γονατάς είχε
περιλάβει το αφήγημα στο πρώτο τεύχος της περιοδικής έκδοσης "Πρώτη
Ύλη/Ποιητικά Κείμενα" (1959), κεφάλαιο Mirabilia ως σπάνιο δείγμα
σύγχρονου παραδοξογραφήματος.
Η πληγή θρέφει, τα χείλια της σμίγουν αργά σαν αυλαία βυσσινιά κι ύστερα από χρόνους στη θέση της μένει ένα σημάδι, μια ρόδινη ουλή που σκύβει και τη φιλάει.
Όλοι τ' αγαπούν τα τραύματά τους. Τα κρύβουν με ωραία ατσαλάκωτα υφάσματα, ξέρουν όμως σε ποια μεριά τους κορμιού τους άνθισαν, μαράθηκαν, έφαγαν δέρμα και κρέας δικό τους.
Γι' αυτό τ' αγαπούν και, σε ώρες μοναξιάς που κανείς δεν τους βλέπει, σκύβουν και με λατρεία τα φιλούν τα βαθιά, σκοτεινά τραύματά τους.
Το πουλί τραγουδούσε ψηλά σ' ένα κλαδί γεμάτο φύλλα και λουλούδια, κι ο άνεμος λίκνιζε τα φύλλα κι έφερνε το άρωμα των λουλουδιών. Ο φίλος ρώτησε το πουλί τι σήμαινε το σάλεμα των φύλλων και τι το άρωμα των λουλουδιών. Εκείνο απάντησε: "Τα φύλλα που σαλεύουν σημαίνουν υπακοή, και το άρωμα πόνο και δυστυχία".
Ρώτησαν το φίλο "τι είναι ευτυχία;" Αποκρίθηκε πως είναι η δυστυχία που την υπομένεις από αγάπη.
"Πες μου τρελλέ, τι είναι η αγάπη;" Αυτός αποκρίθηκε πως η αγάπη είναι εκείνο το πράγμα που υποδουλώνει τους ελεύθερους ανθρώπους και απελευθερώνει τους δούλους. Κι αναρωτιέται κανείς με τι συγγενεύει περισσότερο η αγάπη: με την ελευθερία ή με τη σκλαβιά;
Στο όνειρο, άντρες έκοβαν ξύλα στις όχθες ενός ποταμού. Κανείς δεν κόβει ξύλα τέτοια εποχή. Ήθελαν να προετοιμαστούν από νωρίς για το χειμώνα που, έτσι κι αλλιώς, σε λίγους μήνες θα ξανάρθει. Φορούσαν χειμωνιάτικα ρούχα και κρατούσαν τσεκούρια. Μεγάλοι κορμοί δέντρων ήταν πεσμένοι μπροστά τους. Τους τεμάχιζαν σε ροδέλες και τις ροδέλες σε μικρότερα κομμάτια. Κάθε φορά που έπαιρναν μια φέτα, τη στερέωναν καλά στα πόδια τους. Μόλις ο πέλεκυς έπεφτε πάνω στο ξύλο, αυτό γινόταν ζώο και έτρεχε μακριά μουγκανίζοντας. Τις πιο πολλές φορές τα ζώα ήταν βοοειδή. Οι αγελάδες βέβαια δεν τρέχουν. Είναι υπέρβαρες και αργοκίνητες. Αλλά ήταν όνειρο.
Η ατμόσφαιρα θύμιζε λίγο τις "Αγελάδες" του Ε.Χ. Γονατά. Εκεί, οι φιλάργυροι βουκόλοι ενός χωριού φράζουν τον πρωκτό των αγελάδων μ' ένα φελλό και δεν τους επιτρέπουν να αφοδεύουν, παρά μόνο κάθε είκοσι - εικοσιπέντε μέρες, νομίζοντας πως έτσι θα τις παχύνουν γρηγορότερα. Τους φοράνε σφιχτές ζώνες και τις αφήνουν μέσα στις στέρνες να μασουλήσουν το χορτάρι. Η κοιλιά τους τουμπανιάζει, κάποιες δεν αντέχουν και σκάνε, αλλά οι βουκόλοι δεν το βάζουν κάτω. Είναι πολύ σίγουροι για την πατέντα τους.
Στον κόσμο του Ε.Χ. Γονατά πουλιά κοιτάζονται σε καθρέφτες κρεμασμένους σε κλαδιά δέντρων, φρούτα χορεύουν απειλητικά, λουλούδια γαβγίζουν και δαγκώνουν, ζευγάρια κάλτσες βελάζουν όποτε τις φοράς στα πόδια σου, οι χυμοί της φύσης τραγουδούν και μπορείς να τους ακούσεις. Κλαδιά, στέρνες, αστέρια, πουλιά. Ένας κόσμος που μοιάζει πραγματικός μέχρι να μετατραπεί σε ονειρικό, ανοίκειο, κάποιες φορές εφιαλτικό.
Μέσα στ' ἀνοιχτά λιονταρίσια στόματα τῶν μπρούτζινων πομόλων τοῦ κρεββατιοῦ εἶχε φυτέψει γαρύφαλλα γιά ν' ἀκούει στόν ὕπνο της τό βουητό τῆς μέλισσας που θά πετάει διψασμένη.
(Από την "Κρύπτη")
Η φύση είναι ένας ολόκληρος κόσμος και κανένας κόσμος δεν είναι ιδεατός. Μπορεί να γίνει σκληρός, να επιβάλει μια επίπονη ενηλικίωση, να μας φέρει αντιμέτωπους με το θάνατο. Στο ντοκιμαντέρ της Εύας Στεφανή, "Επισκέψεις στο σπίτι του Ε.Χ. Γονατά", ο συγγραφέας μάς ξεναγούσε στον κήπο του και επέμενε να τονίζει πως ο κήπος δεν έχει τίποτα το γραφικό. Ο κήπος είναι ένας κόσμος, έχει οργανικότητα, έχει μέσα του ζωή, έχει και θάνατο. Είναι γεμάτος τάφους.
Μέσα στά μῆλα εἶναι μωρά εὐχαριστημένα που γελάνε.
***
Ἀφοῦ τό χάιδεψε ὥρα πολλή μέ τό ἐρωτικό της βλέμμα, ἅπλωσε τή φούχτα της νά τό τσακώσει. Τό ἀχλάδι, ὅμως ὀργισμένο, χτυπώντας την ἀπό τό χέρι, ξέφυγε, στήθηκε ὀρθό στήν οὐρά του καί ἄρχισε νά χορεύει πάνω στό τραπεζομάντηλο ἕναν ἄγριο, ἀπειλητικό χορό.
Ο Γονατάς υπήρξε από εκείνους τους λογοτέχνες που κατόρθωσαν να αποτυπώσουν στο χαρτί, άλλοτε σε ποιητικό, άλλοτε σε πεζό και άλλοτε σε ανένταχτο λόγο, την αρχετυπικότητα των ονείρων. Μπόρεσε να εκφράσει με εξαιρετική συντομία το ανείπωτο. Η οικονομία του λόγου του, όμως, είναι αντιστρόφως ανάλογη με την πληθώρα των εικόνων και των συμβόλων. "Έχω στο μυαλό μου χίλια και γράφω μια σελίδα. Γιατί πιστεύω ότι με λιγότερα έχεις την πιθανότητα να εκφράσεις κάτι περισσότερο" έλεγε. Τα βιβλία του, κρύπτες "ευρηματικών εικόνων και συμβόλων" [1], αποτελούν βάραθρα μεταξύ του συνειδητού και του ασυνείδητου, για να παίξουμε και λίγο με τους τίτλους. Και δεν είναι απλά βιβλία. "Είναι σαν μικρά αντικείμενα, στα οποία συγκεντρώνονται σε μικρογραφία ή υπαινικτικά διάφορες τέχνες, της γλώσσας και του ματιού: η ποίηση, η πεζογραφία, η ζωγραφική, η φωτογραφία και φυσικά η ίδια η τέχνη της τυπογραφίας [...] κι επειδή είναι φιλοτεχνημένα με ασύγκριτη λεπταισθησία, μοιάζουν πολύ με κοσμήματα. [2]
Μια δισυπόστατη φύση, μια δεύτερη ζωή που επισκέπτεται τα πράγματα κατά τη διάρκεια της νύχτας - όταν μας επισκέπτονται και τα όνειρα - αποκαλύπτεται μέσα από το έργο του Γονατά. Ζωτικοί χυμοί κυλούν στα νεύρα των φύλλων, όπως το αίμα κυλάει στις φλέβες του ανθρώπινου οργανισμού. Η φύση είναι η μεγάλη Μητέρα, η γονιμοποιός δύναμη. Όταν το σκοτάδι βαθαίνει και οι άνθρωποι κουρνιάζουν κάτω από κόκκινες βελέτζες, το τραγούδι της δυναμώνει...
[1] Γιάννης Δάλλας, Συνεκδοχές, Ίκαρος 2010
[2] Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, "Ε.Χ. Γονατάς: μια εξαιρετική περίπτωση στα γράμματά μας", Διαβάζω, 444, Αφιέρωμα στον Ε.Χ. Γονατά, 2010.
Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία:
Ε.Χ. Γονατάς, Η κρύπτη, Στιγμή, Αθήνα 1991
Ε.Χ. Γονατάς, Το βάραθρο, Στιγμή, Αθήνα 1992
Η πρώτη φωτογραφία κυκλοφορεί αδέσποτη στο διαδίκτυο. Οι υπόλοιπες είναι της Marte Marie Forsberg.