Πέμπτη 20 Ιανουαρίου 2022

Ο Γιώργος Ιωάννου εικονογραφημένος


Πολλά Χριστούγεννιατικα ρεβεγιόν, όπως λένε, και νύχτες πρωτοχρονιάς έχω περάσει ολομόναχος μέσα σ'αυτό το δωματιάκι. Τα ταξί κορνάρουν στην Ομόνοια για τον καινούριο χρόνο, ο κόσμος τραγουδάει και φιλιέται, κι εγώ κουκουλωμένος με τις ωτοασπίδες στ' αυτιά, δεν ξέρω πια τι να ευχηθώ στον εαυτό μου. Την άλλη μέρα όλα ευτυχώς ξεχνιούνται.

Ανεβάσαμε σε μας το μονό αυτό κρεβάτι, τη μέρα που μάζεψαν απ’ τη γειτονιά μας τους εβραίους, κι απ’ το ίδιο κιόλας βράδυ, αν δεν κάνω λάθος, άρχισα να κοιμάμαι σ’ αυτό. Το πάπλωμα, το στρώμα, και τα λερά σεντόνια του τα είχαν στο μεταξύ άλλοι αρπάξει. Το κρεβάτι ήταν το μόνο πράγμα που είχε απομείνει τελικά μέσα στο άγρια λεηλατημένο διαμέρισμα. Και το μόνο εβραϊκό πράγμα, που ύστερα από πολύ δισταγμό πήραμε –το ορκίζομαι.

Κοιμόταν ο Ίζος σ’ αυτό. Δυο χρόνια μεγαλύτερός μου, μα φίλος μου. Συχνά, παίζοντας στο διαμέρισμά τους κρυφτό ή άλλα παιχνίδια, κρυβόμασταν αποκάτω ή χωνόμασταν για να πάρουμε τη μπάλα που είχε κυλήσει. Κάποτε μάλιστα, που λείπαν οι δικοί μου, μας είχαν κοιμήσει αγκαλιά στο κρεβάτι αυτό. Τότε πρωτοείδα το νεανικό τριχωτό στεφάνι της ήβης. Είναι αλήθεια πως είχε αρκετούς κοριούς το κρεβάτι, και παρ’ όλο το κυνήγημα που αργότερα τους κάναμε, δεν εξολοθρεύτηκαν ποτέ εντελώς. Ήρθε καιρός που δόξαζα το Θεό γι’ αυτή τη διάσωση. Κάτι είχε σωθεί απ’ το αίμα του Ίζου και ενωθεί ίσως με το δικό μου.

Μέσα στου Ίζου το δωμάτιο μονάχα το καφετί σιδερένιο κρεβάτι του είχε απομείνει. Σίγουρα, δεν το είχαν αρπάξει γιατί είχε πολλές σούστες σπασμένες. Όταν το είδα, σαν να ξαναείδα τον Ίζο μπροστά μου. Ανέβηκα απάνω του και το είπα: ήθελα το κρεβάτι του. Με δυσκολία κατέβηκαν να με βοηθήσουν. Ήταν άλλωστε όλοι τους πλαγιασμένοι απ’ την πρωινή ταραχή. Το ανεβάσαμε, δέσαμε γερά τις σούστες του και κατόπι το ζεματίσαμε για τους κοριούς. Άρχισα να κοιμάμαι σ’ αυτό από το ίδιο βράδυ, από τότε δηλαδή που άρχισαν τα μεγάλα μαρτύρια του Ίζου.


Κοιμήθηκα σ’ αυτό το κρεβάτι για πολλά χρόνια. Όλες τις χαρές –ποιες χαρές;– και τ’ ατέλειωτα μαρτύρια της νιότης μου. Εδώ με πιάσανε αργότερα οι αγωνίες, οι αϋπνίες, τα άγχη, και το κρεβάτι ξαναπήρε απ’ τα στριφογυρίσματά μου να σπάνει. Προσπαθώντας να αυτοθεραπευτώ –πράγμα που θαρρώ πως σχεδόν τα κατάφερα– αμέτρητες οργιαστικές σκηνές και συνθέσεις έχω στήσει πάνω σ’ αυτό. Μια αόρατη, θαρρείς, παρουσία μ’ έριχνε σ’ ένα ατέλειωτο ερωτικό παροξυσμό. Κάθε βράδυ και κάτι άλλο, κάτι καινούργιο και πιο τολμηρό ή, στις εξαιρετικές περιπτώσεις, νέες παραλλαγές στο βασικό μοτίβο. Όταν παράγινε εκείνο το κακό, και μπλέχτηκαν ερωτισμοί, αυτοερωτισμοί, διαβάσματα, ανέχειες, κρίσεις θρησκευτικές, που μου τις δημιούργησαν πρόωρα κάτι ολέθριοι τύποι, έφτασα στο σημείο ν’ αποδίδω το κατάντημά μου ακόμα και στο κρεβάτι του Ίζου. Το καταραμένο αυτό κλινάρι είχε φάει τον Ίζο, τώρα πήγαινε να φάει κι εμένα. 


Προχτές, ένας παλιατζής που φέραμε για να μας ξαλαφρώσει απ’ τις παλιατσαρίες μας, αρνήθηκε, ευτυχώς, να το πάρει. Είναι σαράβαλο, είπε, δεν αξίζει ο κόπος. Αυτό έχει συμβεί κι άλλες φορές• δεν μπορέσαμε να το ξεφορτωθούμε. Κι έτσι το κρεβάτι εξακολουθεί να σκουριάζει στην αποθήκη μας. Εγώ, όμως, άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά μήπως θα πρέπει να το επιδιορθώσω και ν’ αρχίσω να κοιμάμαι και πάλι σ’ αυτό. Είναι μάταιο κι αστείο σχεδόν να επιμένω να κοιμάμαι σε διπλό κρεβάτι. Δεν ξορκίστηκε έτσι καθόλου το κακό. Άλλον άνθρωπο δεν είδα να γλυκανασάνει στο πλάι μου. Ας ξαναβρώ τουλάχιστον τις φαντασίες μου και τα παλιά οράματά μου, όποια κι αν είναι. Κάτι είναι κι αυτό.

Πολλές φορές τη νύχτα, καθώς κάθομαι κλεισμένος μέσα και δουλεύω ή στοχάζομαι, προσπαθώ να ανακαλέσω τα γέλια, τις χαρές, τα αστεία, τους χορούς και τις γλυκιές φιλικές ματιές, που διασταυρώθηκαν επί δεκαετίες σ΄ αυτούς τους βουβούς τώρα χώρους και σχεδόν απορώ με τη ματαιότητα των εγκοσμίων και τη μουγγαμάρα των στοιχείων της ύλης, που είναι βέβαια αυτά τα ίδια με τότε. Τίποτε!

***


[1] Ατάκτως ερριμμένα αποσπάσματα από τα κείμενα του Γιώργου Ιωάννου "Το κρεβάτι" (Η Σαρκογάφος, Κέδρος, Αθήνα 1971) και "Ο γείτονάς μου Λαπαθιώτης".
[2] Εικόνες: Salman Toor

Τρίτη 18 Ιανουαρίου 2022

Κόκκινες ψυχές

"Ο άνθρωπος που έζησε όλη του τη ζωή στη Ρωσία πρέπει, χωρίς δισταγμό, να πάει στον Παράδεισο".

Το 1934, στο 1ο Πανενωσιακό Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων, ο Ζντάνοφ διατύπωσε τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και με το σύνθημα «Κάψτε τον Ραφαήλ» έριξε το ανάθεμα στην τέχνη του παρελθόντος. Στο ίδιο συνέδριο, ο  Μαξίμ Γκόρκι, ο άλλοτε αφοσιωμένος υπερασπιστής της καλλιτεχνικής ελευθερίας και μετέπειτα τυφλός οπαδός του σταλινισμού, ανακοίνωσε ότι ο ρόλος της αστικής τάξης στην παγκόσμια λογοτεχνία είχε μεγαλοποιηθεί υπερβολικά και η παγκόσμια κουλτούρα είχε παρακμάσει μετά την Αναγέννηση. Ακόμη και το έργο του Τζόυς θεωρήθηκε "σωρός κοπριάς γεμάτης σκουλήκια".

Ο Ζντάνοφ χαρακτήρισε τους αστούς λογοτέχνες "θύματα του μυστικισμού και του κληρικαλισμού, καλλιτέχνες που έχουν πουλήσει την πένα τους στο κεφάλαιο, κλέφτες, χαφιέδες, πόρνες, αγύρτες". Στον αντίποδα αυτών τοποθέτησε τους ήρωες της σοβιετικής λογοτεχνίας: "τους εργάτες και τις εργάτριες, τους κολχόζνικους και τις κολχόζνικες, τους μηχανικούς, τους νέους κομμουνιστές, τους πιονιέρηδες".[1] 

Σ' εκείνα τα χρόνια πάνω κάτω, κάπου ανάμεσα στην άγρια σταλινική περίοδο και τα άθλια χρόνια του Μπρέζνιεφ (δηλαδή κατά τη χορτοφαγική θητεία του Χρουστσόφ), ο ήρωάς μας -γιος δασκάλας που αγαπούσε με πάθος την Αχμάτοβα- φοράει το σήμα της Κομσομόλ στο πέτο του σακακιού του και ορίζεται κριτής λογοτεχνικών έργων στην Γκλαβλίτ. Είναι η μαγική εποχή της αποσταλινοποίησης (που ξανασταλινοποιήθηκε πολύ γρήγορα), η εποχή που ο Τσουχράι σκηνοθετεί τον Τεσσαρακοστό πρώτο και ο Παστερνάκ προτείνεται για το Νόμπελ. 

Χωρίς την αποσταλινοποίηση, ο Κατούτσκοφ θα περνούσε τη ζωή του ξεμαθαίνοντας στα κρυφά, απομονωμένος, κι ακόμα πιο εργατικός. Η αποσταλινοποίηση του επέτρεψε να οργανώσει τη θέση του στον κόσμο. Κι όταν θέλησε να υποκαταστήσει το κενό σ' έναν άλλο κόσμο, ο Κατούτσκοφ ανακάλυψε ότι είχε ήδη χτίσει έναν ναό στον σκεπτικισμό, γύρω από τον οποίο είχε υψώσει ένα οχυρό γεμάτο οδοντωτές πολεμίστρες, απ' όπου μπορούσε να παραμονεύει την πορεία του κατακτητή. Ο Κατούτσκοφ ήταν θερμός υποστηρικτής του Χρουστσόφ. Και αυτή η προσπάθεια του τελευταίου να ξεμάθουν οι πάντες σε ολόκληρη την Ένωση έβρισκε ιδιαίτερα πρόσφορο έδαφος στον Κατούτσκοφ, που ήταν έξυπνος, διορατικός και είχε φτάσει πια στην ηλικία που ξεμαθαίνουμε προσπαθώντας να γνωρίσουμε.[2] 

Ο Κατούτσκοφ απαγορεύει στη μητέρα του να βάλει στο σπίτι τους το Δόκτωρ Ζιβάγκο, αλλά το καταβροχθίζει μετά μανίας σε μια τριήμερη άδειά του, μένοντας με την απορία που κατέλαβε και τον ίδιο τον Γενικό Γραμματέα του Κόμματος, για ένα έργο που απορρίφθηκε χωρίς πραγματικό λόγο. Η καχυποψία του πρωταγωνιστή για τα λογοτεχνικά γούστα της μητέρας του αυξήθηκε, αλλά αυτό ακριβώς γιγάντωσε την εκτίμηση και την αγάπη που έτρεφε για κείνη. 


Είναι τελείως παράλογο ένας συγγραφέας, που πολέμησε ο ίδιος στη μάχη του Στάλινγκραντ, που ήξερε, στην κορύφωση του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου, να μας δίνει εγκωμιαστικά άρθρα για τον στρατό μας, να κατασκευάζει πλέον, υπό το πρόσχημα του "ανθρωπισμού", επαίσχυντους παραλληλισμούς ανάμεσα στα βασανιστήρια που υπέμειναν οι υπερασπιστές του Στάλινγκραντ με εκείνα των ναζί. 

...γράφει ο Κατούτσκοφ 
 σε αναφορά του για το Ζωή και πεπρωμένο του Γκρόσμαν. Παρόμοιες εκθέσεις συντάσσονται για κάθε "κίβδηλη κατασκευή που διαστρεβλώνει τη σοβιετική πραγματικότητα". Η επίσημη λογοτεχνία, για να παραμείνει επίσημη, ολοένα και χλομιάζει και ο ήρωας βρίσκει καταφύγιο σε απαγορευμένα κείμενα που κατέληγαν στα "γκουλάγκ των λέξεων", πολύ συχνά με απόφαση εκείνων που πρώτοι τα είχαν απολαύσει. 

Εν τω μεταξύ, πύραυλοι που είναι έτοιμοι να εκτοξευτούν απειλούν τις ΗΠΑ και την Κούβα, ο αμερικανός πρόεδρος δολοφονείται και ο Χρουστσόφ, παιδί χωρικών και πρώην σιδεράς, γνωμοδοτεί για την απαγόρευση κάθε αφαίρεσης στην τέχνη. Η ίδια χώρα που απαξίωνε την κριτική επιτροπή που έδωσε το Νόμπελ στον Παστερνάκ, την αποθεώνει όταν, λίγα χρόνια αργότερα, προκρίνει το Σολόχοφ. 

Ακόμη και σε μια τέτοια εποχή, ο έρωτας διατηρεί τη δύναμη να αλλάζει τις ισορροπίες. Ο Κατούτσκοφ ερωτεύεται την Αγκραφένα και στα σαράντα του χρόνια φτάνει στο σημείο να μη θέλει πια να παίρνει θέση. Δεν είναι πεπεισμένος για τίποτα κι αυτό τον γεμίζει χαρά. Αναθέτει στους άλλους όλα τα μεγάλα ερωτήματα, ξαπλώνει πλάι στη γυναίκα του και διαβάζουν σαμιζντάτ. Ό,τι δεν επιτρέπεται να κυκλοφορήσει, ό,τι δεν επιτρέπεται να διαβαστεί. Το νεαρό ζευγάρι βρίσκει στον κρυμμένο κόσμο των σαμιζντάτ κάτι δυσεύρετο: "έναν πραγματικό σεβασμό για τον αναγνώστη, που δεν υπήρχε πια εδώ και καιρό". 


Η Αγκραφένα αγαπούσε τα πράγματα με το ένστικτό της. Ούτε τα πρώτα βραβεία ούτε οι γενικοί γραμματείς ούτε η νομενκλατούρα μπορούσαν να την κάνουν να αγαπήσει αυτά που υποτίθεται πως έπρεπε να αγαπά -τα οποία και δεν αγαπούσε. 

Στο μυθιστόρημα του Γκρεβεγιάκ –μια μεγάλη τοιχογραφία της καθημερινής ζωής στη Μόσχα από τον θάνατο του Στάλιν μέχρι και την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης– νιώθει κανείς πως πρωταγωνιστούν τα γεγονότα. Ένας ποταμός από ιστορικά γεγονότα κυλάει πλάι στην αφήγηση και μοιάζει να τη δυναστεύει. Μέσα από τη ροή τους, όμως, τελικά αναδύονται τα πρόσωπα. Ο έρωτας, οι φιλίες που δοκιμάζονται από το καθεστώς, τα κρυμμένα μυστικά, τα λόγια της κουζίνας, ο τρόπος που οι άνθρωποι επιλέγουν να αντισταθούν ή να δημιουργήσουν, οι ελπίδες και οι ματαιώσεις τους. Οι αποκαλύψεις που αφορούν την προσωπική ζωή συνταράσσουν τον αναγνώστη περισσότερο κι από τα συγκλονιστικά συμβάντα της συνταρακτικότερης περιόδου του 20ού αιώνα.

***
[1] Αντρέι Ζντάνοφ, Για τη  λογοτεχνία για τη φιλοσοφία και για τη μουσική, Εκδοτικό «Νέα Ελλάδα», 1952.
[2] Paul Greveillac, Κόκκινες ψυχές (μτφρ: Στέλα Ζουμπουλάκη), Πόλις, Αθήνα 2021. 

Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Βιβλία του 2021

Ήμουν και είμαι άνθρωπος που λατρεύει τις ανασκοπήσεις, τα φλας μπακ, τους απολογισμούς και τις λίστες. Λίστες δώρων, λίστες όσων έγιναν ή πρέπει να γίνουν. Λίστες με υποχρεώσεις, λίστες με επιθυμίες, λίστες με στόχους. Λίστες με μέρη που επισκέφτηκα, ταινίες που είδα, φίλους που θέλω να πάρω τηλέφωνο, φίλους που θέλω να δω, βιβλία που θέλω να διαβάσω, βιβλία που διάβασα και πάει λέγοντας. 

Οι λίστες δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Βέβαια, βάζουν το μυαλό σε μια τάξη. Όταν το μυαλό είναι από τη φύση του τακτοποιημένο και οι λίστες επιμένουν να το απασχολούν χωρίς να έχουν πραγματικό λόγο ύπαρξης, πρόκειται περί ψυχαναγκασμού. Εγώ είμαι ψυχαναγκαστική χρόνια τώρα. 

Σε σπάνιες περιπτώσεις οι λίστες μάς μιλούν. Για παράδειγμα, πάντοτε υπήρχε μια λίστα με αναρτήσεις που ήθελα να κάνω στο ιστολόγιο. Με τα χρόνια άρχισε να αυξάνει επικίνδυνα. Κόντεψε να με φάει. Όταν η λίστα γιγαντώθηκε κι η όρεξη συρρικνώθηκε, συνειδητοποίησα πως ήρθε η ώρα να τα παρατήσω. Πού και πού επιστρέφω. Όπως τώρα. 

Στη λίστα των βιβλίων που διάβασα το 2022, μέτρησα 42. Σημαδιακό, δεν μπορείς να πεις. Ξεκίνησα (ξανα)διαβάζοντας τον Ίαν Μακ Γιούαν, που τον είχα αγαπήσει από την Εξιλέωση και το Σάββατο. Ο Πρώτος έρωτας ήταν μια εξαιρετική σειρά διηγημάτων που βρήκα σε φιλική βιβλιοθήκη και μου θύμισε εκείνα τα φανταστικά βιβλία τσέπης που έβγαζε κάποτε ο Οδυσσέας κι εγώ τα καταβρόχθιζα σαν τρελή τον καιρό που δούλευα στο βιβλιοπωλείο. Συνέχισα διαβάζοντας το Στην ακτή και, παρόλο που δεν μου φάνηκε σπουδαίο, διάβασα και την Έμμονη αγάπη, ένα αριστούργημα. Το ξεκινάς και δεν παίρνεις χαμπάρι πού το πάει. 

Μέσα στον χειμώνα κατάφερα να αφοσιωθώ στον Γουόρεν, που με περίμενε όλο το φθινόπωρο στο ράφι με τα αδιάβαστα και με καθήλωσε με το Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά. Αναζήτησα και τις δυο κινηματογραφικές του μεταφορές. Πολύ καλή η πρώτη, μάλλον κακή η δεύτερη. Από τις χειρότερες ερμηνευτικές απόπειρες του Σον Πεν. 

Διαβάζοντας μανιωδώς για τη διατριβή που πασχίζω να προχωρήσω, επέστρεψα στις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα και ό,τι παλιό ή καινούργιο έχει γραφτεί γι' αυτές.  Σε μια προσπάθεια να συνδυάσω το τερπνόν μετά του ωφελίμου που λένε, εκεί που ασχολιόμουν με ό,τι αφορά το ανατολικό μπλοκ, έπεσα πάνω στο Ανατολικά της Δύσης του Μίροσλαβ Πένκοφ που ισορροπεί τόσο τρυφερά το τραγικό με το αστείο. 

Με συγκίνηση επέστρεψα στο Πανδοχείο της μνήμης του Τόνι Τζαντ, όπου μπορεί να βρει κανείς υπέροχες σελίδες για τα κιμπούτς, την εβραϊκότητα, τη ζωή του σύγχρονου ακαδημαϊκού, τη διδασκαλία, τη μαθητεία, τη διαχείριση της οικογενειακής ιστορίας, την ασθένεια. 

Στις αρχές του καλοκαιριού, διάβασα το Δόκτωρ Ζιβάγκο του Παστερνάκ και ό,τι μπόρεσα να βρω για την ιστορία αυτού του βιβλίου: το Νόμπελ, οι μυστικές υπηρεσίες, τα παράνομα πόκετ μπουκ που κυκλοφόρησαν στην Expo 58.

Στο καράβι για τη Νίσυρο κατάπια χωρίς να το καταλάβω καμιά διακοσαριά σελίδες από την Ιστορία αγάπης και σκότους του Άμος Οζ, ενώ κατά κοινή ομολογία διαβάζω αργά. Συνέχισα με τον Ιούδα, που πραγματεύεται συγκλονιστικά την έννοια του προδότη και το, απογοητευτικό για μένα, Μαύρο κουτί. 

Ένας συγγραφέας που δεν είχα ασχοληθεί μαζί του, παρόλο που μου άρεσαν πολύ τα πρώτα του βιβλία, ήταν ο Μισέλ Ουελμπέκ. Τον πήρα μαζί μου στο Πήλιο και με βοήθησε να ξεχάσω λίγο τον καύσωνα και τα τσιμπήματα απ' τις τσούχτρες. Ψηφίζω Πλατφόρμα. Δ α γ κ ω τ ό. 

Με έλληνες συγγραφείς ασχολήθηκα ελάχιστα φέτος. Ξεχώρισα όμως τα Ανήσυχα άκρα του Νίκου Παναγιωτόπουλου, το Εκεί που ζούμε του Χρίστου Κυθρεώτη και την Πόλη και τη σιωπή του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη. 

Μεσολάβησαν διάφορα άλλα και τελικά η χρονιά τελείωσε με το Neverhome του Λερντ Χαντ, ένα διαμάντι για τον αμερικανικό εμφύλιο, γεμάτο λυρισμό και ανατροπές, και τις Κόκκινες Ψυχές του Πωλ Γκρεβεγιάκ, στις οποίες ελπίζω να επανέλθω σύντομα με μια εκτενέστερη ανάρτηση. 

Και κάτι ακόμη. Το 2021 πήρα το πρώτο μου Kindle! Είμαι αμήχανη απέναντί του και δεν ξέρω αν τα βιβλία που διαβάζω εκεί πρέπει να γράφονται σε χωριστή λίστα ή όχι. Δεν περίμενα πως θα μου άρεσε, αλλά ευτυχώς εδώ και λίγο καιρό έχω μάθει να εκτιμώ μιαν αρετή ακόμη: την ελαφρότητα. 

***

[1] Ίαν Μακ Γιούαν, Πρώτος έρωτας (μτφρ. Ρωξάνη Καυτατζόγλου), Οδυσσέας, Αθήνα 1979.

[2] Ίαν Μακ Γιούαν, Στην ακτή (μτφρ. Ελένη Ηλιοπούλου), Πατάκης, Αθήνα 2008. 

[3] Ίαν Μακ Γιούαν, Έμμονη Αγάπη (μτφρ. Έλλη Εμκέ), Νεφέλη, Αθήνα 1999. 

[4] Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν, Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου), Πόλις, Αθήνα 2020.

[5] Μίροσλαβ Πένκοφ, Ανατολικά της Δύσης (μτφρ: Άκης Παπαντώνης), Αντίποδες, Αθήνα 2016.

[6] Τόνι Τζαντ,  Το πανδοχείο της μνήμης (μτφρ: Γιώργος Καράμπελας - Κώστας Λιβιεράτος), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2019. 

[7] Μπορίς Παστερνάκ, Δόκτωρ Ζιβάγκο (μτφρ. Μαρία Τσαντσάνογλου), Ποταμός, Αθήνα 2015. 

[8] Άμος Οζ, Ιστορία αγάπης και σκότους (μτφρ. Ιακώβ Σιμπή), Καστανιώτης, Αθήνα 2014. 

[9] Άμος Οζ, Ιούδας (μτφρ. Μάγκυ Κοέν), Καστανιώτης, Αθήνα 2016.

[10] Άμος Οζ, Το μαύρο κουτί (μτφρ. Ιακώβ Σιμπή), Καστανιώτης, Αθήνα 2010. 

[11] Μισέλ Ουελμπέκ, Πλατφόρμα (μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης), Εστία, Αθήνα 2005. 

[12] Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ανήσυχα άκρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2020.

[13] Χρίστος Κυθρεώτης, Εκεί που ζούμε, Πατάκης, Αθήνα 2019

[14] Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, Καστανιώτης, Αθήνα 2013. 

[15] Λερντ Χαντ, Neverhome (μτφρ.: Χρήστος Οικονόμου), Πόλις, Αθήνα 2021. 

[16] Paul Greveillac, Κόκκινες ψυχές (μτφρ. Στέλα Ζουμπουλάκη), Πόλις, Αθήνα 2021. 



Δευτέρα 6 Δεκεμβρίου 2021

Neverhome

Άμα φας χώμα, βλέπεις παράξενα όνειρα. Ονειρεύεσαι ότι γυρνάς σπίτι.

Το 1861 ξεκινά ο Αμερικανικός Εμφύλιος. Η Κόνστανς Τόμπσον εγκαταλείπει τον άντρα της και το αγρόκτημά τους, για να υπηρετήσει. Εκείνος μένει πίσω για να "φυλάει τη ζωή που δεν είχαν και την οικογένεια που δεν απέκτησαν". Ένας Οδυσσέας που κάθεται σπίτι. Ή ένας "κύριος-Πηνελόπη". Η Κόνστανς περνά τα σύνορα από την Ιντιάνα στο Οχάιο και παρουσιάζεται στον στρατό της Ένωσης με το όνομα Ας. Τρώει γαλέτες, πίνει ουίσκι κάτω από τ' αστέρια μαζί με τους άλλους στρατιώτες, επιδεικνύει με κάθε ευκαιρία τη σωματική δύναμη και τον ιπποτισμό της, κερδίζει το παρατσούκλι-παράσημο "γενναίος Ας" και γράφει γράμματα στον άντρα της. 

Τα γράμματα που μου έστελνε ο Βαρθολομαίος ήταν σε τελείως άλλο επίπεδο. Είχε τον τρόπο με πέντε λέξεις να ξαναζωντανέψει όλο τον παλιό εκείνο κόσμο. Διαβάζοντας τα γράμματά του, μύριζα τα πρώτα αρώματα του φθινοπώρου και άκουγα τους πρώτους φθινοπωρινούς ήχους. Μια φορά έβαλε μέσα στον φάκελο το αστραφτερό φτερό ενός κόκκινου καρδινάλιου και μου είπε ότι το είχε βρει "να αιωρείται στο χείλος του πηγαδιού", μέσα στο οποίο θα χανόταν ίσως για πάντα αν δεν το είχε μαζέψει για να το στείλει να με βρει πετώντας στην άλλη άκρη του κόσμου. Δεν μπορώ να σας πω ακριβώς το γιατί, αλλά αυτή η φράση για το φτερό που πέταξε στην άλλη άκρη του κόσμου για να με βρει έφερε στη γωνιά του ματιού μου ένα δάκρυ που δεν έφυγε ακόμα και όταν το σκούπισα. 

Στον πόλεμο, η Κόνστανς δεν το βάζει στα πόδια. Κυνηγά, ασκείται στη σκοποβολή, σκοτώνει αντάρτες με το όπλο της.

Ήθελα να πιάσω το κεφάλι του νεκρού και να το κρατήσω στην αγκαλιά μου, αλλά δεν το έκανα, αφού ήξερα ότι σκέψεις σαν κι αυτή ήταν ένα από τα πράγματα που επίσης έπρεπε να μάθω να σκοτώνω. 

Το τιτίβισμα των κοκκινολαίμηδων, ο κορμός μιας μανόλιας, η ομορφιά κάθε στοιχείου της φύσης κάνει ακόμη πιο φρικαλέα την αγριότητα των μαχών. Η γη μετατρέπεται σε ομαδικό τάφο. Νεκροί γερμένοι σε κορμούς, νεκροί με τα πόδια στον αέρα, νεκροί που κρέμονται σαν φρούτα από τα κλαδιά των δέντρων. Σε έναν σφιχτά κλεισμένο γυλιό τρεις μεγάλες χούφτες παστό βοδινό, τυλιγμένο σε πετσέτες με κεντημένα τριαντάφυλλα. Μαζί με το βοδινό και ένα σημείωμα: 

Γύρνα πίσω, αγαπημένε μου γιέ. 


Η λιτή αφήγηση αφήνει χώρο για τρυφερότητα και λυρισμό σε μια πρόζα που άλλοτε μυρίζει μπαρούτι και άλλοτε ξεχειλίζει από τα αρώματα του δάσους.

Το μεσημέρι έφτασα  σ΄ ένα ωραίο παλιό αρχοντικό που είχε γίνει στάχτη από τη φωτιά. Το μόνο που είχε απομείνει ήταν τα σπιτάκια που ήταν χτισμένα ολόγυρά του, σαν μανιτάρια γύρω από ένα μαύρο τριαντάφυλλο. Έχωσα το κεφάλι μου σε δυο-τρία από αυτά, αλλά είδα μονάχα έναν σταυρό και μια εικόνα του προέδρου Λίνκολν από κάποιο περιοδικό. 

Όσο ζωντανή και να κρατήσει κανείς μέσα του την ομορφιά της ζωής και της φύσης, ο πόλεμος φαίνεται πως ποτέ δεν τελειώνει. Κι αν ακόμη τελειώσει, ένα κομμάτι του μένει πάντα ζωντανό. Από τον πόλεμο κανείς δεν επιστρέφει. Μετά τον πόλεμο κανείς δεν έχει πατρίδα. 

Έχετε πολεμήσει ποτέ με άντρα πάνω σε άλογο; Με άντρα που κρατά όπλο στο χέρι του; Με άντρα που έρχεται από το Νάτσεζ με το δαιμονισμένο άλογο που καβαλάει απ' όταν γεννήθηκε και διψάει για αίμα; Ένα παιδί, ούτε δυο μέτρα μακριά μου, έγινε αλοιφή από μια παρδαλή φοράδα με κόκκινα μάτια. 

Όσο υπηρετεί, η Κόνστανς μιλά με τη νεκρή της μητέρα. "Ποτέ μη γυρίζεις το άλλο μάγουλο". Θυμάται τις συμβουλές της και αναζητά στον πόλεμο τον εαυτό της. Χάνει το σύνταγμά της, περιπλανιέται στην κόλαση, καταλήγει σε κελιά και φρενοκομεία, μέχρι να βρει τον δρόμο του γυρισμού και να φτάσει στο σπίτι του πιο απροσδόκητου τέλους. 

*** 

[1] Λερντ Χαντ, Neverhome (μτφρ.: Χρήστος Οικονόμου), Πόλις, Αθήνα 2021. 



Κυριακή 21 Νοεμβρίου 2021

Ο Πινόκιο του Gabriel Pacheco



Ο Πινόκιο δεν ήταν ποτέ αγαπημένο μου παραμύθι. Μου φαινόταν πολύ σκληρό. Εντάξει, έλεγε ψέματα ο Πινόκιο, αλλά το παραμύθι είναι γεμάτο διδδάγματα για τα άτακτα παιδάκια. Αυτό που μου άρεσε πάρα πολύ, όμως, ήταν η αρχή της ιστορίας. Μια φορά κι έναν καιρό δεν ήταν ένας βασιλιάς, αλλά 
"Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κομμάτι ξύλο"
Το άλλο πάρα πολύ ωραίο είναι πως, πέρα από τον Πινόκιο, υπάρχει ο χαρακτήρας του μαστρο-Τσεπέτο, που και πολύ ωραίο όνομα έχει και επιπλέον διακονεί το αγαπημένο μου επάγγελμα, δηλαδή το επάγγελμα του Ιωσήφ (που κι αυτόν πάρα πολύ τον συμπαθώ), δηλαδή τέλος πάντων είναι ξυλουργός. 


Ο Πινόκιο, λοιπόν, ήταν αλητάκος. Δεν ήθελε να πάει στο σχολείο, δεν ήθελε να μάθει γράμματα, δεν ήθελε να μάθει καμιά τέχνη να βγάλει τίμια το ψωμάκι του. Ήθελε μονάχα να τρώει, να πίνει, να κοιμάται και να διασκεδάζει από το πρωί μέχρι το βράδυ. Κι ο φίλος του γρύλος τού μιλούσε και μάλιστα σοφά τον προειδοποίησε πως μ' αυτά τα (ξύλινα) μυαλά ή στο νοσοκομείο θα καταλήξει ή στη φυλακή. 


Ο Πινόκιο έκανε τη μια ανοησία μετά την άλλη και ο Τσεπέτο, αν και φτωχός, του έδινε και την μπουκιά του και σαν στοργικός πατέρας τον συγχωρούσε. Αλλά ο μικρός το έσκαγε, παρασυρμένος κάθε φορά από τον πόθο του για νέες περιπέτειες και έγινε (κυριολεκτικά) μαριονέτα στα χέρια των άλλων. 


Η αλεπού κι ο γάτος τού έκλεψαν τα νομίσματα που έπρεπε να δώσει στον πατέρα του, οι ληστές τον έπιασαν στη μέση του δάσους και τον κρέμασαν απ' τα κλαριά μιας ψηλής βελανιδιάς, μέχρι που βρέθηκε στο δρόμο του η Νεράιδα με τα γαλάζια μαλλιά και το γαλάζιο φουστάνι και τον έσωσε. 


Εδώ που τα λέμε, βέβαια, ούτε το καλύτερο κορίτσι του κόσμου δεν μπορεί να γλιτώσει έναν αλήτη απ' την καταστροφή. Και το ψέμα έπεφτε βροχή κι η μύτη του Πινόκιο μεγάλωνε και να σου πάλι μπροστά του ο γάτος με την αλεπού και τον μπουζουριάσανε τελικά για κάτι λίρες κι έφαγε μισό χρονάκι φυλακή. 


Δεν θυμάμαι άλλα από αυτή την ιστορία, πέρα από την υπέρ0χη μουσική της τηλεοπτικής της μεταφοράς. Στους τίτλους έναρξης ακουγόταν η λεπτή παιδική φωνή του Πινόκιο να τραγουδά ένα μελαγχολικό τραγούδι που έμοιαζε να βγαίνει από μουσικό κουτί. 


Άραγε διαβάζοντας τον Πινόκιο θυμώνεις με τον ανυπάκουο αλήτη που "τα 'θελε και τα 'παθε" ή λυπάσαι τον κλέφτη και σκέφτεσαι πως όλοι μας θα έπρεπε να έχουμε μια νεράιδα να μας προστατεύει από την επιπολαιότητα και τις κακοτοπιές; Ποιο παιδί αντέχει να ακούσει πως τον ψεύτη του Αισώπου τον έφαγαν οι λύκοι;


Στο κάτω κάτω, μια ξύλινη μαριονέτα ονειρεύτηκε να γίνει αγόρι. Πού να 'ξερε πόσο δύσκολος είναι ο κόσμος των αγοριών που μεγαλώνουν χωρίς τη μαμά τους. 

***

Carlo Collodi, Los aventuras de Pinocho (Ilustraciones: Gabriel Pacheco), Ediciones Nostra 

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2021

Ο μικρός πρίγκιπας της Kim Minji

Όπου να ΄ναι το ιστολόγιο κλείνει οκτώ χρόνια. Από το μυαλό μου περνούν δεκάδες ιδέες, αλλά ο χρόνος που απομένει για την υλοποίησή τους είναι ελάχιστος και, όσο περνά ο καιρός, η επιθυμία να συμπληρώνεται αυτό το ιδιότυπο ημερολόγιο ξεθωριάζει. 

Παρατηρώ, όμως, πως κάθε φορά που η καθημερινότητα και η επικαιρότητα γίνονται θλιβερές, η ανάγκη να χαζεύω παιδικά βιβλία και εικόνες παραμένει. Τα χρώματα ξεκουράζουν και γαληνεύουν το μυαλό, πάντοτε υπάρχει κάτι καινούργιο να ανακαλύψεις. Νέοι εικονογράφοι κάνουν ο καθένας τη δική του πρόταση σε καινούργια ή κλασικά βιβλία που αγαπήσαμε. 

Η φετινή χρονιά είχε αναποδιές, καραντίνες, θάνατο και άγχος, φωτιές και καύσωνες, φόβους για το μέλλον. Είχε όμως και περισσότερη από ποτέ άλλοτε αγάπη. Η πικρία του αποχαιρετισμού, η αίσθηση πως μια φιλία αφήνει πάντοτε βαθιές ρίζες πίσω της μου θυμίζουν συχνά τον Μικρό πρίγκιπα. Όλοι επιστρέψαμε στις σελίδες του αναζητώντας τον δικό μας πλανήτη, τη δική μας αλεπού, το τριαντάφυλλο της ζωής, το νόημα της καλοσύνης.

Ο Μικρός Πρίγκιπας είναι από τις λίγες ιστορίες που εικονογράφησε ο δημιουργός τους. Δεν νομίζω πως υπάρχουν πολλοί που φαντάζονται τον πρίγκιπα διαφορετικό από ό,τι τον φιλοτέχνησε ο Εξυπερύ. Σε όποια έκδοση κι αν αποκτούσε κανείς το βιβλίο, το εξώφυλλο παρέμενε ίδιο: λιτό, λευκό, με τον ξανθούλη πρίγκιπα του Εξυπερύ ανάμεσα στ΄ αστέρια. 

Θα έμοιαζε ιεροσυλία να τολμούσε ένας εκδότης κάτι διαφορετικό και οι ελάχιστες απόπειρες ήταν μάλλον αποτυχημένες. Η Kim Minji ήταν η ομορφότερη εξαίρεση. Από τις νέες εικονογράφους που επιχειρούν να δώσουν νέα πνοή σε παλιά αγαπημένα παραμύθια, η ζωγράφος από τη Νότια Κορέα έχει ήδη στο ιστορικό της πανέμορφες εικονογραφήσεις της Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων, του Πήτερ Παν, της Χάιντι, του Μάγου του Οζ. Δεν πρόκειται απλώς για κλασικά παραμύθια, αλλά παραμύθια τους ήρωες των οποίων έχουμε ταυτίσει με πολύ συγκεκριμένες μορφές των πρώτων εκδόσεων ή έστω των πρώτων κινηματογραφικών τους μεταφορών. Ποιος μπορεί σήμερα να φανταστεί την Αλίκη μελαχρινή ή την Ντόροθυ χωρίς τα λουστρινένια της γοβάκια;



Οι αέρινες ακουαρέλες της Kim παραμένουν πιστές στην ατμόσφαιρα του κειμένου, δίνοντάς του νέα πνοή. Μπορεί κανείς να αναγνωρίσει περί τίνος πρόκειται και χωρίς να διαβάσει το κείμενο ή τις λεζάντες των εικόνων, παραμένει όμως έκπληκτος από τη φρεσκάδα που μπορεί να αποπνεύσει κάτι τόσο κλασικό. 

Ο Μικρός Πρίγκιπας στο πέρασμά του από τη Γη γνώρισε την πλεονεξία, την πονηριά και την αγάπη. Η Γη είναι το μοναδικό μας τριαντάφυλλο. Δεν υπάρχει άλλος πλανήτης να εξημερώσουμε. 

***

Τρίτη 17 Αυγούστου 2021

Σκοτεινό νερό


Μετά από τόσες μέρες φωτιάς, αναπόφευκτα περνά από το μυαλό και η πρώτη βροχή. Όχι εκείνη που θα σβήσει ό,τι εξακολουθεί να σιγοκαίει. Εκείνη που θα παρασύρει στα διάβα της χώματα και λάσπες που κανένας κορμός ζωντανού δέντρου δεν θα μπορέσει να σταματήσει. Εκείνη η φθινοπωρινή βροχή που θα μας θυμίσει ξανά την κλιματική αλλαγή, τις καταστροφικές συνέπειες των εμπρησμών και θα μας πνίξει. 

Το νερό να πέφτει, να πέφτει διαρκώς, κι εκεί που ήσουν έτοιμος να πεις, να, τώρα θα σταματήσει, δεν προλάβαινες ν' ανοίξεις το στόμα και το νερό επέστρεφε με ορμή, με προδιαγεγραμμένη μοχθηρότητα και αμετάκλητο πείσμα. 

Enzo Sellerio
Και ενώ βρισκόμαστε ήδη "εν αναμονή ενός εκπληκτικού γεγονότος", μένει να δούμε τι θα αφήσει όρθιο ο χείμαρρος. Στο Σκοτεινό νερό του Νικόλα Πουλιέζε, η βροχή στη Νάπολη κρατά τέσσερις μέρες. Ξεκινά στις 7:30 το πρωί της 23ης Οκτωβρίου και δεν θα σταματήσει ούτε στιγμή  για τις επόμενες 96 ώρες. Το νερό πέφτει με ορμή στην άσφαλτο, γεμίζει τους ακάλυπτους αγωγούς, εισχωρεί στο χώμα και το μαλακώνει μετατρέποντάς το σε πολτό λάσπης που θα σκεπάσει την τσιμεντένια πόλη. Τα κτίρια σταδιακά εκκενώνονται, ενώ οι κάτοικοι αρνούνται να αποδεχτούν την επικινδυνότητα της νεροποντής. Ένα τέταρτο της ώρας αργότερα, στις 7:45, τα φρεάτια έχουν ήδη γεμίσει και παντού σχηματίζονται γκρίζα ρυάκια. 

Μια ξέπνοη αγωνία ελισσόταν σαν φόβος στους διαδρόμους, σαν σκοτεινή μομφή, και για αρχή κρίθηκε απαραίτητη μια περιπολία. 

Στο δρόμο φτάνει μια ηχώ τρομαγμένων λυγμών. Η αναμονή των κατοίκων είναι χειροπιαστή, ζωντανή και πυκνή, ένα άλογο ψυχορραγεί στη μέση του δρόμου, ενώ η βροχή αυλακώνει τα πάντα. Το τσιμέντο ανοίγει στα δύο, τα στηρίγματα των κτιρίων σαπίζουν, οι οχυρώσεις χαλαρώνουν. 

Αν η βροχή είναι ο πρωταγωνιστής αυτού του πρωτότυπου μυθιστορήματος, οι κάτοικοι είναι κομπάρσοι που κινούνται σαν μαριονέτες στα χέρια της. Η Καρμέλα, πωλήτρια λαθραίων τσιγάρων, βλέπει την αποθήκη της να πλημμυρίζει.

Ποια διαφορετική ζωή θα μπορούσε να ζήσει με τα τσιγάρα της; μ' αυτά τα μικρά και μεγάλα πακέτα κρυμμένα κάτω από το κρεβάτι της, με τη μυρωδιά της βροχής να εισχωρεί στα ρουθούνια της. Έριξε μια ματιά στη σόμπα για να σιγουρευτεί ότι έκαιγε καλά, με το αριστερό χέρι ανασήκωσε καλά τις κουρτίνες. Στις ίριδες των ματιών της έφτασε η γκριζωπή εικόνα της βροχής που έπεφτε, έπεφτε ολοένα. 

Piergiorgio Brazi
Η Λουίζα συνειδητοποιεί πως δεν θα ξαναδεί το αγόρι της προηγούμενης νύχτας. Ο Κάρλο πως η ζωή δεν μοιάζει με όνειρο. Η Σάρα σηκώνεται από το κρεβάτι, στέκεται μπροστά στο παράθυρο, βλέπει πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα για μια πόλη που λιώνει, γυρίζει να ξαπλώσει και κλαίει σιωπηλά. Η Μαργκερίτα σκέφτεται με θλίψη πως ο γιος της ο Λουίτζι δεν θα επέστρεφε σπίτι.  Άλλοι παραδίδονται στην απόλαυση του τελευταίου τσιγάρου. 
Όλοι καταλαβαίνουν πως η ζωή τους ποτέ δεν θα γίνει αυτό που ήταν και η βροχή λειτουργεί σαν τη σκληρότερη επιβεβαίωση της μοναξιάς τους. 

Δεν υπήρχε τίποτα να σε κάνει να χαμογελάσεις με τέτοια βροχή, απολύτως τίποτα τελικά,  για την ακρίβεια μια απορία ακαθόριστη και ζοφερή σκλήραινε τις γροθιές των ανθρώπων με βίαιη τραχύτητα. Στην πόλη, όταν σήκωνες το βλέμμα, υπήρχε πάντοτε το πέπλο της βροχής, η βροχή άφηνε το σημάδι της μακριά στο βάθος σαν λεπτό υφαντό, οι ίδιες οι σκέψεις ήταν σκέψεις νοτισμένες. 

Συνήθως σε ένα μυθιστόρημα πρωταγωνιστούν τα πρόσωπα. Πού και πού, μπορεί πρωταγωνίστρια να αναδειχθεί μια πόλη. Εδώ κυρίαρχο πρόσωπο είναι η βροχή. Μέσα απ' αυτήν ο Πουλιέζε βρίσκει την ευκαιρία να απεικονίσει έναν ολόκληρο μηχανισμό εξουσίας, να προφητέψει το μέλλον μας, να ζωγραφίσει τον άνθρωπο σαν άψυχη κούκλα. Ανήμπορος και σαστισμένος, παρακολουθεί ένα φυσικό γεγονός να ορίζει τη μοίρα του. 

***

Νικόλα Πουλιέζε, Σκοτεινό νερό: Τέσσερις μέρες βροχής στην πόλη της Νάπολης εν αναμονή ενός εκπληκτικού γεγονότος (μτφρ.: Ευαγγελία Γιάννου), Εκδόσεις Loggia, Αθήνα 2020.