Κυριακή, 14 Οκτωβρίου 2018

Υπερασπίζοντας την ελευθερία


Τουλάχιστον θα προσπαθήσουμε να μείνουμε πιστοί στην Ουγγαρία, όπως υπήρξαμε στην Ισπανία. Μέσα στη σημερινή μοναξιά της Ευρώπης, δεν έχουμε παρά μόνο έναν τρόπο για να το κάνουμε -δηλαδή, να μην προδώσουμε ποτέ, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό, εκείνο για το οποίο πέθαναν οι Ούγγροι μαχητές και να μη δικαιώσουμε ποτέ, έστω κι έμμεσα, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό, εκείνο που τους σκότωσε. 
Η ακούραστη εμμονή στην ελευθερία και την αλήθεια, η κοινότητα του εργάτη και του διανοούμενου (οι οποίοι εξακολουθούν να αντιμάχονται ηλίθια ο ένας τον άλλο, σύμφωνα με τους σκοπούς της τυραννίας που θέλει να τους κρατάει διαιρεμένους) και, τέλος, η πολιτική δημοκρατία σαν αναγκαία κι αναπόσπαστη (αν κι οπωσδήποτε όχι αρκετή) προϋπόθεση της οικονομικής δημοκρατίας -να τι υπεράσπιζε η Βουδαπέστη. Και κάνοντάς το αυτό, η μεγάλη εξεγερμένη πόλη θύμισε στη Δυτική Ευρώπη την ξεχασμένη αλήθεια και το μεγαλείο της. Ξέφυγε από κείνο το παράξενο αίσθημα κατωτερότητας που εξουθενώνει τους περισσότερους απ' τους διανοουμένους μας, αλλά που εγώ, στα σίγουρα, αρνιέμαι να αιστανθώ.[1]

[Από λόγο του Αλμπέρ Καμύ, 18 Μάρτη 1957]


***

[1] Αλμπέρ Καμύ, Ούτε δήμιοι ούτε θύματα, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1979.
[2] Η φωτογραφία είναι του Δανού φωτογράφου Vagn Hansen, που κάλυψε τα γεγονότα της Βουδαπέστης τον Οκτώβριο του 1956. 

Πέμπτη, 11 Οκτωβρίου 2018

Το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη: Έφη Λαδά

ΔΕΝ

Η Έφη Λαδά ασχολείται με την εικονογράφηση του παιδικού βιβλίου εδώ και πάνω από είκοσι χρόνια και έχει εικονογραφήσει περισσότερα από 100 βιβλία. Το 2009 απέσπασε το Βραβείο Εικονογράφησης από το ελληνικό τμήμα της ΙΒΒΥ (Κύκλος Παιδικού Βιβλίου) για το βιβλίο "Η βροχή των αστεριών", ενώ το 2011 και το 2012 ήταν υποψήφια για τα βραβεία Λίνγκρεντ (Astrid Lingren Memorial Award) και Άντερσεν (Hans Christian Andersen Award). Tο 2018 με την "Ξεχασμένη Κυριακή" βρέθηκε στην τελική εξάδα του διαγωνισμού Key Colours Illustrator's Award.

Πιρουλίτο και Ροζαλία
Πες μας λίγα λόγια για τη ζωή σου. Πότε ξεκίνησες να ζωγραφίζεις, πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την εικονογράφηση;

Η αγάπη μου για τη ζωγραφική ξεκινά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Στα μαθητικά μου χρόνια, όλα μου τα συναισθήματα ήταν ζωγραφισμένα πάνω σε χαρτιά με μπλε ρίγες: οι πρώτοι έρωτες, τα ταξίδια στη θάλασσα, μια εκδρομή με πούλμαν. Ζωγράφιζα πάντα και παντού. Χάζευα τα εικονογραφημένα παραμύθια της εποχής και τις περισσότερες φορές τα φανταζόμουν μ’ έναν δικό μου τρόπο. Πολύ αργότερα, μεγάλη πια, παρακολούθησα μαθήματα στο εργαστήρι ζωγραφικής ενός εξαίρετου ζωγράφου που έλεγε πως ζωγραφίζουμε με την καρδιά. Αργότερα, ασχολήθηκα με τη ζωγραφική παίρνοντας μέρος σε ομαδικές εκθέσεις. Παράλληλα, εκείνη την εποχή, εικονογραφούσαμε ιστορίες που φτιάχναμε μαζί με τις κόρες μου, σαν παιχνίδι. Τότε σκέφτηκα πως θα είχε ενδιαφέρον να δοκιμάσω κάτι στον χώρο του βιβλίου και κάπως έτσι άρχισε το ταξίδι.

Θέλεις να μοιραστείς μαζί μας μια ξεχωριστή εμπειρία σου στην εικονογράφηση ενός βιβλίου;

Κάθε βιβλίο είναι και μια εμπειρία: κατάδυση στον βυθό της ιστορίας, μικρές γωνίτσες στις λέξεις που κρύβουν μυστικά. Μια εμπειρία απ’ τις πολλές ήταν το βιβλίο της Μαρίας Παπαγιάννη Είχε απ’ όλα και είχε πολλά... Σ' εκείνη την ιστορία έγινα ο άδικος και εγωκεντρικός βασιλιάς και συγχρόνως κοίταζα πίσω απ’ τα κλειστά παράθυρα όλων των τρομαγμένων κατοίκων. Ισορρόπησα σε λεπτά σκοινιά και δεν ήξερα με ποιον να θυμώσω και ποιον να προστατέψω. Η ιστορία με οδηγούσε, αλλά κι εγώ έψαχνα για δεύτερες ευκαιρίες. Είναι περίεργη η σχέση που αναπτύσσεται κάθε φορά με τις ιστορίες. Κερδίζεις πολλές μαγικές στιγμές, αλλά και αγωνίες.

Η ζωγραφιά που ταξιδεύει
Ετοιμάζεις κάτι αυτόν τον καιρό;
Ναι, ετοιμάζω μια δική μου ιστορία.

Στη χώρα μας υπάρχει δυνατότητα βιοπορισμού από την εικονογράφηση; 
Στη χώρα μας δεν υπάρχει τέτοια δυνατότητα. Είμαστε μια μικρή αγορά με μεγάλα όνειρα.

Από ποιους εικονογράφους (κλασικούς ή σύγχρονους) έχεις εμπνευστεί; Υπάρχει κάποια τάση ή κίνημα στην τέχνη που σε έχει επηρεάσει περισσότερο;

Έχω εμπνευστεί από όλους στον χώρο της τέχνης, κλασικούς και σύγχρονους· από εικονογράφους όπως η Alexandra Boiger, ο Oliver Jeffers, η Ana Juan, η Rebecca Dautremer, η Liesbeth Zwerger, αλλά και από ζωγράφους όπως ο Edouard Manet ή Leonardo Da Vinci. Οι Ολλανδοί ζωγράφοι ήταν πάντα η μεγάλη μου αγάπη, και –πραγματικά– αμέτρητοι άλλοι.

Η εικόνα διαμορφώνει τη φαντασία. Όταν ζωγραφίζεις, σκέφτεσαι ότι οι εικόνες θα ζωντανέψουν στη φαντασία των παιδιών;

Η εικόνα είναι το αποτύπωμα της φαντασίας. Η ιστορία φτιάχνει τις εικόνες στο μυαλό μου και ζωγραφίζοντας σκέφτομαι πως μ' έναν τρόπο πυροδοτώ τη φαντασία των παιδιών, πως ανοίγω ένα κανάλι σύνδεσης της ιστορίας και της φαντασίας τους. 

Είχε απ' όλα και είχε πολλά

Η βοσκοπούλα και ο καπνοδοχοκαθαριστής
Τι σχέση έχει ένας εικονογράφος με την παιδικότητα; Πόσο καθορίζουν τη δουλειά του οι παιδικές του αναμνήσεις; 

Έχω την εντύπωση ότι η παιδική ματιά είναι απαραίτητη για την εικονογραφική ερμηνεία των παραμυθιών. Πρέπει να γίνεσαι ένα παιδί μέσα στην ιστορία, να κρύβεσαι σε μια γωνιά της και να τη μυρίζεις, να την αισθάνεσαι. Είναι μια μαγική διαδικασία που σε τοποθετεί σ' εκείνο το μονοπάτι που βρίσκεται ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία. Οι αναμνήσεις μου σίγουρα θα παίζουν κάποιον σημαντικό ρόλο. Κάθε φορά διαπιστώνω πως οι “αποθήκες” των παιδικών μου χρόνων όλο και κάτι καινούριο έχουν να μου προσφέρουν.

Έχεις ασχοληθεί αρκετά με την εικονογράφηση. Η εικόνα ασκεί σίγουρα μιας μορφής διαπαιδαγώγηση. Μπορεί μέσα από το έργο ενός εικονογράφου να καλλιεργηθεί στο παιδί η ευαισθησία απέναντι στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου; 

Η καλλιέργεια ενός παιδιού εξαρτάται από πολλά πράγματα· από την οικογένεια, το σχολείο, τον περίγυρο. Σίγουρα είναι σημαντική η συμβολή του εικονογράφου στην ευαισθητοποίηση των παιδιών για πολλά προβλήματα του κόσμου. Επίσης, και ένα άρτια δομημένο βιβλίο παίζει σημαντικό ρόλο στην αισθητική καλλιέργεια του παιδιού.

Οι βοηθοί του Άη Βασίλη
Στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο ποια είναι η θέση του παιδικού βιβλίου; Πώς βλέπεις το μέλλον του; 

Το βιβλίο θα υπάρχει πάντα. Πάντα θα υπάρχουν ιστορίες που θα αποζητούν τις εικόνες τους. Τώρα ας υπάρχει κι ένα μερίδιο ψηφιακής ανάγνωσης. Όμως θεωρώ πως το βιβλίο, στην έντυπη μορφή του, θα παραμένει σημαντικό γιατί τα παιδικά χέρια το ξεφυλλίζουν ευκολότερα, το ψηλαφίζουν καλύτερα, το αγκαλιάζουν και το αποθηκεύουν στη βιβλιοθήκη τους σαν ανάμνηση. Και οι αναμνήσεις φτιάχνουν ιστορίες.

Παρατηρείς τα τελευταία χρόνια πως η εικονογράφηση του παιδικού βιβλίου στρέφεται προς νέες κατευθύνσεις; (π.χ: συνδυασμός ζωγραφικής και κολάζ, στροφή προς το ναΐφ, νέα υλικά κλπ).  

Η εικονογράφηση εξελίσσεται. Οι καινούργιοι τρόποι έκφρασης, τα καινούργια υλικά, το κολάζ, οι φρέσκιες ματιές των νέων καλλιτεχνών, όλα αυτά είναι παρήγορα για το βιβλίο. Η εικονογράφηση δεν είναι πια υποτιμημένη. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, μπορεί να σταθεί και χωρίς κείμενο (silent books), να δώσει τη δυνατότητα πολλαπλών αφηγήσεων και να κάνει τον καθένα συγγραφέα της δικής του ερμηνείας των εικόνων. Η εικονογράφηση είναι ένα παράθυρο στην ψυχή των παιδιών, ένας τρόπος έκφρασης που απαιτεί σοβαρότητα και συνέπεια. Είναι η τρυφερή πλευρά της ζωής. Γι’ αυτό οφείλει να μένει μακριά από μικρότητες...

* * *

Η Βιολέτα και ο ιππότης


Για οποιαδήποτε πληροφορία σε σχέση με το έργο της Έφης Λαδά, ρίξτε μια ματιά εδώ κι εδώ








Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2018

Το πιο γλυκό φασόλι


Ketnipz

Σήμερα μαγείρεψα φακές. Ήταν οι πρώτες φακές του χειμώνα. Δεν είναι ακόμη χειμώνας, αλλά αυτές ήταν οι πρώτες φακές του χειμώνα. Πολλές νοικοκυρές μαγειρεύουν παραδοσιακά φακές τις Τετάρτες και τις Παρασκευές. Εγώ δεν το κάνω, αλλά όσο τις έτρωγα, σκεφτόμουν πως πολλοί θα τρώνε σήμερα τις φακές τους. Μ' αρέσουν και οι φακές, και τα ρεβίθια και όλων των λογιών τα φασόλια.  Είναι ένα φασόλι, μάλιστα, που ακολουθώ μήνες τώρα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όταν το πρωτοείδα, το πέρασα για γλυκοπατάτα έτσι που ήταν ροζέ και μεγαλούτσικο. Άρχισα να συλλέγω φωτογραφίες του και τις αποθήκευα σε ένα φάκελο που τον ονόμασα "The pink potato".  Αλλά είχα πέσει έξω, πρόκειται σίγουρα περί φασολιού. 

Το εμπνεύστηκε ο νέος καρτουνίστας Harry Hambley και το ονόμασε "Ketnipz". Ο Χάρι πάντοτε σχεδίαζε, αλλά ήθελε να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα που βασικά του χαρακτηριστικά θα είναι η ειλικρίνεια και η καλοσύνη. Και έπλασε κάτι πολύ αληθινό, να μας φτιάχνει τη διάθεση και το κέφι όταν είμαστε στις μαύρες μας. Σκοπός του ήταν να μεταδώσει στους διαδικτυακούς του φίλους θετική ενέργεια, αλλά όχι με δασκαλίστικο τρόπο. Με κάτι που θα έχει πλάκα και θα μας θυμίζει λίγο πολύ τον εαυτό μας. Σήμερα ο Ketnipz έχει εκατοντάδες χιλιάδες ακόλουθους σε όλο τον κόσμο.

Στον Χάρι αρέσει να φτιάχνει αστεία λογοπαίγνια για να εκφράσει την αγάπη του φασολιού του για τα πράγματα. Ας πούμε, την αγάπη του για τη νουτέλα...


Για τα φούτερ με κουκούλα...


Τα πουλόβερ...



Το κίτρινο χρώμα...


Ή για τα ραβιόλια.



Γενικά, ο Ketnipz λατρεύει τα μακαρόνια και σιχαίνεται τη δουλειά. Μια πολύ κακή του συνήθεια είναι να τρώει τεράστιες ποσότητες ζυμαρικών, σαν τον Βέγγο στην ταινία, και πάντοτε να το μετανιώνει. 


Ενώ πολύ συχνά αφήνει τις δουλειές του για την τελευταία στιγμή, μέχρι που γεμίζει το δωμάτιό του με πόστιτ, και είναι έτοιμος να κλατάρει από το άγχος και τον πανικό.



Κάποιος του είπε ότι για να βάλει μια τάξη στη ζωή του, πρέπει πρώτα να βάλει μια τάξη στο δωμάτιό του. Ακόμα κι αυτό, όμως, δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Γιατί τα πράγματα στην πραγματική ζωή δεν είναι όπως τα φανταζόμαστε. 
Είναι κάπως έτσι:


Ή, ακόμα συχνότερα, έτσι:


Κι έτσι, η ζωή μας ποτέ δεν μπαίνει σε τάξη. Απλά συνεχίζει να κάνει τους κύκλους της...


Αλλά την υπέροχη αταξία της υπάρχουν τόσα πράγματα που μας βοηθούν να την απολαύσουμε. 
Ας πούμε, το σκυλάκι μας...



Οι φίλοι μας...


Η γροθιά στη σοβαροφάνεια των άλλων...



Ο καφές...


Η παρέα.


Γι' αυτό μη χάνετε τον ύπνο σας...


Κάνουμε όλοι μας τα ίδια λάθη.


***




Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2018

Ζωή πέρα από τα σύνορα

Βάτραχοι όλων των χωρών ενωθείτε!

Ο Μπένεντικτ Άντερσον υπήρξε ευφυής στοχαστής, κριτικός διανοούμενος, στοργικός δάσκαλος, άνθρωπος με βαθιά πολιτική συνείδηση και αγάπη για τη ζωή. Στην Ελλάδα έγινε ευρύτερα γνωστός με το έργο του Φαντασιακές κοινότητες: στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού.

"Τα έθνη εμπνέουν αγάπη, γράφει ο Άντερσον, διαφωνώντας με εκείνους που θεωρούσαν το έθνος αιτία του φασισμού ή του ρατσισμού. Ο ρατσισμός βασίζεται στην έννοια του αίματος και στον φόβο της μόλυνσης. Αντίθετα, ο εθνικισμός, στην έννοια του κοινού πεπρωμένου και της γλώσσας. Ο ρατσισμός αποκλείει. Ο εθνικισμός ενσωματώνει. Ο πρώτος απορρέει από τον επίσημο εθνικισμό των κυρίαρχων δυναστικών και αριστοκρατικών ελίτ. Είναι διαφορετικός από τον λαϊκό εθνικισμό που απορρέει από την αίσθηση του συνανήκειν". [1]

Το να πεθαίνει κανείς για την πατρίδα του, την οποία συνήθως δεν έχει επιλέξει, περικλείει ένα ηθικό μεγαλείο που δεν έχει το αντίστοιχό του. [2]

Ήταν μια προσέγγιση του φαινομένου διαφορετική από όσες είχαν επιχειρηθεί μέχρι τότε και εστίαζε στον μετα-αποικιακό κόσμο -στη Νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική- δίνοντας έμφαση στην τυπογραφία και τον έντυπο καπιταλισμό, μεταβολές που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη συγκρότηση των εθνικισμών. Στόχος του συγγραφέα ήταν αφενός να "παγκοσμιοποιήσει" το φαινόμενο και αφετέρου να το διαχωρίσει από όλους τους άλλους -ισμούς του 20ού αιώνα, ερμηνεύοντας ταυτόχρονα την ανθεκτικότητά του. 


Ο Άντερσον είχε αγγλο-ιρλανδική καταγωγή, αλλά έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στις ΗΠΑ, στην Ινδονησία, στην Ταϊλάνδη και στις Φιλιππίνες. Στην αυτοβιογραφία του, που είχε μεταφραστεί στα ελληνικά από την Έφη Καλλιφατίδη, ολοκληρώθηκε από την Ζωή Σιάπαντα, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ροπή, το πρώτο που αναφέρει γι' αυτές τις χώρες είναι μια κοινή τους παράδοση: τη μοιρολατρική εικόνα ενός βατράχου που ζει όλη του τη ζωή κάτω από το καβούκι μιας καρύδας. Καθισμένος ήσυχα κάτω από το τσόφλι, σύντομα ο βάτραχος αρχίζει να νιώθει ότι η γαβάθα του περιέχει ολόκληρο το σύμπαν. Το ηθικό δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι ο βάτραχος είναι στενόμυαλος, χωριάτης, περιορισμένος σε όσα ξέρει και ικανοποιημένος με τον εαυτό του, χωρίς να το αξίζει. 

Σε όλη του τη ζωή ο Άντερσον προσπάθησε να μη μοιάσει στον βάτραχο του παραμυθιού, να μη ριζώσει, να μην επαναπαυθεί, να μην αισθανθεί πως το ταξίδι τελείωσε, να μη νιώσει ικανοποιημένος από τον εαυτό του όταν δεν συντρέχει λόγος. Ο ίδιος, άλλωστε, επισημαίνει στην εισαγωγή του πως:

Αυτό το μάλλον περιπλανώμενο βιβλίο έχει δύο βασικά θέματα. Το πρώτο είναι η σπουδαιότητα της μετάφρασης τόσο για τα άτομα όσο και για τις κοινωνίες. Το δεύτερο είναι ο κίνδυνος του υπεροπτικού επαρχιωτισμού.


Η πρώτη εμπειρία του Άντερσον από το σχολείο ήταν μάλλον αρνητική. Δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί στο περιβάλλον του Country School, ενός αυστηρού οικοτροφείου στο Σίλικον Βάλεϊ. Του έλειπαν οι γονείς του, κατουρούσε το κρεβάτι του και έχανε κάθε μέρα μία ώρα από τα μαθήματα για να πλένει τα σεντόνια του. Χώρια η κοροϊδία, οι σωματικές τιμωρίες, η κακομεταχείριση. "Δεν θυμάμαι να έμαθα τίποτα εκεί", λέει χαρακτηριστικά. Στα μέσα της δεκαετίας του 1940, συνέχισε τη μαθητική του ζωή σ' ένα εκκλησιαστικό ιρλανδέζικο δημοτικό σχολείο Κουακέρων.

Όταν εμείς τα αγόρια αποκτήσαμε ποδήλατα για να πηγαίνουμε στο σχολείο, γνωρίσαμε την πάλη των τάξεων και τις θρησκευτικές συγκρούσεις. Έπρεπε να διασχίζουμε μια γειτονιά καθολικών και σχετικά φτωχών ανθρώπων. Τα παιδιά της γειτονιάς μάς είχαν για σνομπ, μισοεγγλέζους και προτεστάντες, κι ήταν συνήθως έτοιμα για καβγά. Η κατηφόρα δεν ήταν πολύ δύσκολη, γιατί μπορούσαμε να τρέξουμε και ήμασταν οπλισμένοι με μπαστούνια του χόκεϊ. Αλλά όταν ανηφορίζαμε για το σπίτι, τις τρώγαμε από αυτά τα παιδιά. Εκείνη την εποχή, δεν καταλάβαινα γιατί μας μισούσαν, αλλά ήταν ένα χρήσιμο μάθημα για τα αποτελέσματα της θρησκευτικής, ταξικής και φυλετικής μισαλλοδοξίας. 

Μετά το ιρλανδέζικο Country συνέχισε σε οικοτροφείο της Αγγλίας, για να καταλήξει υπότροφος του Ήτον όπου την πλειοψηφία του μαθητικού πληθυσμού αποτελούσαν γόνοι της αγγλικής αριστοκρατίας, παιδιά από πάμπλουτες οικογένειες τραπεζιτών, πρίγκιπες από τις πρώην αποικίες και τα προτεκτοράτα της εποχής.

Μόνο για ένα πράγμα από όσα έκανα στο Ήτον είμαι ακόμα περήφανος. Οι δάσκαλοι χρησιμοποιούσαν συστηματικά τη σωματική τιμωρία, η οποία υποτίθεται ότι μας σκληραγωγούσε. Και το χειρότερο ήταν ότι τα παιδιά των μεγαλύτερων τάξεων μπορούσαν να δέρνουν τα μικρότερα. Με τη βοήθεια μερικών καλών φίλων έπεισα τους συμμαθητές μου να σπάσουμε αυτή την παράδοση. Όταν φτάσαμε στην τελευταία τάξη, υποσχεθήκαμε σε όλους τους μικρούς ότι δεν θα γίνονταν άλλοι ξυλοδαρμοί και φυσικά, για ένα διάστημα, ήμασταν πολύ δημοφιλείς. 


Στο Ήτον ήρθε σε επαφή με την ευρωπαϊκή και αμερικανική κλασική λογοτεχνία, ενώ λίγα χρόνια αργότερα, στη φοιτητική λέσχη του Κέμπριτζ, ανακάλυψε  την τέχνη του κινηματογράφου και μέσα από αυτήν σφυρηλατήθηκε, με ομολογουμένως ανορθόδοξο τρόπο, η πολιτική του συνείδηση:

Εκείνη την εποχή, μετά από κάθε ταινία, το κοινό έπρεπε να στέκεται προσοχή ενώ παιζόταν ο εθνικός ύμνος με φόντο τεχνικολόρ εικόνες της καημένης της νεαρής βασίλισσας Ελισάβετ πάνω στο άλογο. Αυτό ήταν μια πραγματική δοκιμασία. Με δάκρυα στα μάτια μετά το "Ταξίδι στο Τόκιο" ή με το αίμα μου να βράζει μετά το "Θωρηκτό Ποτέμκιν", ήταν σωστό μαρτύριο να υφίσταμαι αυτές τις απολυταρχικές μοναρχικές ανοησίες.

Πολιτικοποιημένος φοιτητής του Κέμπριτζ, ο Άντερσον πληροφορήθηκε την εισβολή βρετανικών και γαλλικών στρατευμάτων στην Αίγυπτο, στην προσπάθεια να εμποδιστεί η εθνικοποίηση του σώματος που ρύθμιζε την κυκλοφορία στη διώρυγα του Σουέζ από τον στρατηγό Νάσερ. Οι ξυλοδαρμοί των Αιγύπτιων φοιτητών του Κέμπριτζ από Βρετανούς "μεγαλόσωμους νταήδες" τον βοήθησαν να συνειδητοποιήσει τη ρατσιστική και ιμπεριαλιστική πολιτική της πατρίδας του και, χρόνια αργότερα, θα εκφράσει την οργή του γι' αυτήν στις Φαντασιακές κοινότητες.

Ο Άντερσον, από την παιδική του ηλικία κιόλας, ήταν προετοιμασμένος για μια κοσμοπολίτικη και συγκριτική στάση απέναντι στη ζωή. Στην αρχή της εφηβείας του είχε ζήσει ήδη στην Κίνα, την Καλιφόρνια, το Κολοράντο, την ανεξάρτητη Ιρλανδία και την Αγγλία. Δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη τη θέση βοηθού καθηγητή στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης του πανεπιστημίου Κορνέλ στη Νέα Υόρκη και πολλές φορές υπενθύμιζε στους άλλους και στον εαυτό του ότι τίποτα δεν ωφέλησε την ακαδημαϊκή του καριέρα τόσο όσο η αίσθηση πως ήταν περιθωριακός. Ως μαθητής του Τζορτζ Καχίν, παρακολούθησε τις διαλέξεις του για την Ινδονησία, τη Νοτιοανατολική Ασία και την αμερικανική πολιτική και εγκαινίασε τις "μελέτες περιοχής" στο συγκεκριμένο πεδίο, σε μια εποχή που η Λατινική Αμερική, η Ανατολική Ευρώπη, η Αφρική και η Μέση Ανατολή δεν αποτελούσαν αντικείμενο διδασκαλίας και μελέτης στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Η άνοδος των μελετών περιοχής στις μεταπολεμικές ΗΠΑ αντανακλούσε άμεσα τη νέα ηγεμονική θέση της χώρας. 


Οι "Σπουδές της Νοτιοανατολικής Ασίας" στις ΗΠΑ ξεκίνησαν από πρωτοβουλίες των ιδρυμάτων Φορντ και Ροκφέλερ, ώστε να δημιουργηθεί ο απαραίτητος θεσμικός χώρος για εξειδικευμένο ακαδημαϊκό έργο. Στο τέλος της δεκαετίας του 1940 δύο πανεπιστήμια, το Γέιλ και το Κορνέλ, έλαβαν σημαντικά κονδύλια και θεσμική υποστήριξη προκειμένου να θεσπίσουν διεπιστημονικά προγράμματα για τη Νοτιοανατολική Ασία, να δημιουργήσουν νέες καθηγητικές έδρες, να στελεχώσουν βιβλιοθήκες, να στήσουν επαγγελματικά σεμινάρια διδασκαλίας γλωσσών και να δώσουν χορηγίες και υποτροφίες για εργασίες πεδίου. 

Ο Άντερσον συμμετείχε ενεργά στις αλλαγές αυτές, επωφελήθηκε από το νέο θεσμικό πλαίσιο, αλλά και κινδύνεψε λόγω των αρχών του.  Την εποχή του μακαρθισμού δεν ήταν εύκολο να υποστηρίζει κανείς τον ινδονησιακό κομμουνισμό. Ενώ μελετούσε και εργαζόταν για τη διδακτορική του διατριβή στην Ινδονησία, απελάθηκε από το καθεστώς του δικτάτορα Σουχάρτο επειδή αποκάλυψε ότι πίσω από την απόπειρα πραξικοπήματος του 1965 -η οποία έγινε αφορμή αντιποίνων και επέφερε τη δολοφονία περίπου ενός εκατομμυρίου κομμουνιστών και συμπαθούντων- βρισκόταν ο στρατός. Αργότερα, για να υπερβεί "την προοπτική της μίας μόνο χώρας" στις μελέτες του, ασχολήθηκε με την Ταϊλάνδη και τις Φιλιππίνες. Ο ίδιος υποστήριζε χαριτολογώντας πως, αν δεν είχε απελαθεί, δε θα είχε γράψει ποτέ τις Φαντασιακές Κοινότητες

Τα εφηβικά μου χρόνια τα είχα περάσει μέσα στην ταξική, ιεραρχική κοινωνία του Ηνωμένου Βασιλείου. Μπορούσες αμέσως να καταλάβεις σε ποια τάξη ανήκε ένα άνθρωπος απλώς ακούγοντας την προφορά του. Ο σνομπισμός διαπότιζε τα πάντα και υπήρχε ξεκάθαρη διάκριση στην κουλτούρα της αριστοκρατικής, της ανώτερης και της κατώτερης μεσαίας και της εργατικής τάξης. Στην Ιρλανδία δεν ήταν τόσο άσχημα, αλλά και εκεί η ταξική δομή εξακολουθούσε να επηρεάζει έντονα την κουλτούρα και την καθημερινή ζωή. Για τον λόγο αυτό, η Ινδονησία μού φάνηκε ένα είδος κοινωνικού παραδείσου. 


Πέρα από όλα τα άλλα, όμως, στη συγκλονιστική αυτοβιογραφία του ο Άντερσον δεν παραλείπει να υπενθυμίζει στον αναγνώστη πως οι ατέλειωτες ώρες μελέτης και ακαδημαϊκής έρευνας μπορούν να συνυπάρξουν με όλα όσα χαρίζει στον άνθρωπο μια γλυκιά και περιπετειώδης φοιτητική ζωή: την αλληλεγγύη μεταξύ των φοιτητών, τις νεανικές αγωνίες, τα κοινά άγχη, τα αδέξια φλερτ στα μπαρ, τις κουβέντες στα στενά δωμάτια της φοιτητικής εστίας. Η ζωή δεν είναι παρά μια σειρά από ευκαιρίες και πρέπει να είμαστε αρκετά τολμηροί, ή αρκετά απερίσκεπτοι, ώστε να τις αδράξουμε την κατάλληλη στιγμή. Κατά τη διάρκεια αυτής της πορείας, οι φιλίες είναι ασύγκριτα πολυτιμότερες από τις ώρες μοναχικής μελέτης σε μια βιβλιοθήκη.

Διαβάζοντας κανείς τη Ζωή πέρα από τα σύνορα γοητεύεται από τη διαπολιτισμική και διαγλωσσική δημιουργικότητα του συγγραφέα, θυμάται ξανά πως το ταξίδι για την αναζήτηση της γνώσης είναι όμορφο ακριβώς γιατί, όπως και όλα τα ταξίδια, έχει μέσα του το στοιχείο της έκπληξης. Κυρίως, όμως, συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει για τον άνθρωπο μεγαλύτερη αρετή από το θάρρος. 

Στους αγώνες για τη δικαιοσύνη και την ελευθερία θα νικήσουμε τους βατράχους που ζουν ζαρωμένοι στον πάτο της γαβάθας τους μόνο αν φανούμε θαρραλέοι: "Βάτραχοι όλων των χωρών ενωθείτε!".



***

[1] Αντώνης Λιάκος, Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο;, Πόλις, Αθήνα 2005.
[2] Μπένεντικτ Άντερσον, Φαντασιακές κοινότητες, Νεφέλη, Αθήνα 1997.
[3] Μπένεντικτ Άντερσον, Ζωή πέρα από τα σύνορα: μια αυτοβιογραφία (Μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη-Ζωή Σιάπαντα), Ροπή, Θεσσαλονίκη 2018.

Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Ένας μικρός Σοστακόβιτς


Στον αχό της εποχής

Ρώσος συνθέτης που γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, μεγάλωσε στο Πέτρογκραντ και ενηλικιώθηκε στο Λένινγκραντ, χωρίς να το κουνήσει ρούπι. Ποιος είναι;

Το 2016 κυκλοφόρησε στα ελληνικά ο "Αχός της εποχής", μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς που αφορά τη ζωή του Ρώσου συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Πολλοί το χαρακτήρισαν ως το καλύτερο λογοτεχνικό έργο του Μπαρνς, και ο συγγραφέας τιμήθηκε με βραβείο Μπούκερ. Τιμήθηκε, δηλαδή, με ένα λογοτεχνικό βραβείο για ένα λογοτεχνικό έργο. Φαίνεται πολύ λογικό. Μόνο που οι περισσότερες από τις επίσης λογοτεχνικές κριτικές που γράφτηκαν για το μυθιστόρημα δεν αφορούν και τόσο τις λογοτεχνικές αρετές του, τον τρόπο αφήγησης, το ψυχογράφημα του ήρωα, την πλοκή, το ύφος, όσο την πληροφορία που μεταφέρει: τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της "δικτατορίας των μπολσεβίκων" και τη σκληρότητα του σταλινισμού. 

Η υπόθεση λοιπόν έχει ως εξής: Το 1937, ενώ έχει πραγματοποιηθεί το Πανενωσιακό Συνέδριο Συγγραφέων στη Σοβιετική Ένωση και ο Ζντάνοφ έχει διατυπώσει τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού -που δεν ισχύουν μόνο για τη λογοτεχνία, αλλά όλες τις τέχνες- ο Σοστακόβιτς παρουσιάζει την όπερά του Η Λαίδη Μάκβεθ από το Μτσενσκ. Η όπερα είχε ήδη παιχτεί στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Μπουένος Άιρες, και την πρεμιέρα της στην Αγία Πετρούπολη τίμησε με την παρουσία του ο ίδιος ο Στάλιν. Δεν του άρεσε όμως κι έφυγε στα μισά δυσανασχετώντας. Την επόμενη μέρα κυκλοφόρησε μια κριτική στην Πράβντα, πιθανότατα γραμμένη από τον ίδιο, που κατηγορούσε τον Σοστακόβιτς για φορμαλισμό και έντονη επίδραση της αστικής δυτικής κουλτούρας και των πειραματισμών της αμερικανικής τζαζ. Η όπερα θεωρήθηκε θορυβώδης, "ένα μπερδεμένο κουβάρι ήχων", και ο δημιουργός της, αφού προτίμησε την πειραματική βαβούρα από τη σοσιαλιστική μουσική, πέρασε στις λίστες των υπόπτων. 

Έρχονταν πάντα στη μέση της νύχτας για να σε πάρουν. Γι' αυτό, αντί να τον σέρνουν έξω από το διαμέρισμα με τις πιτζάμες ή να υποχρεωθεί να ντυθεί μπροστά σε κάποιον απαθή άντρα της NKVD που θα τον κοίταζε αφ' υψηλού, πήγαινε κι αυτός για ύπνο ντυμένος, ξάπλωνε πάνω από τις κουβέρτες και η φαντασία του έτρεχε στα χειρότερα που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. 


Στη Σοβιετική Ένωση, σχολιάζει ο συγγραφέας ως άλλος Σοστακόβιτς, ένας συνθέτης πρώτα καταγγέλλεται και ταπεινώνεται και μετά συλλαμβάνεται και εκτελείται εξαιτίας της διάταξης μιας ορχήστρας! Ο ήρωάς του, όμως, δεν θέλει να πεθάνει. Επομένως, πρέπει να βρει έναν τρόπο να υποταχθεί στο καθεστώς, διατηρώντας "αμόλυντη" την τέχνη του από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Φαίνεται ακατόρθωτο. 

Τι συμβαίνει με την τέχνη στη Σοβιετική Ένωση; Ο Ζντάνοφ, θέτοντας τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, έχει χαρακτηρίσει τους συγγραφείς "μηχανικούς των ψυχών". Οι καλλιτέχνες είναι εργάτες στην υπηρεσία του κόμματος και του σοσιαλισμού και πρέπει να προστατεύονται από τη ματαιοδοξία και την έπαρση στην οποία συχνά οδηγεί η φήμη. Από τη στιγμή, λοιπόν, που όλοι οι συνθέτες ήταν υπάλληλοι του κράτους, το κράτος είχε κάθε δικαίωμα να τους επαναφέρει στην τάξη και να αποκαταστήσει τις αρμονικές σχέσεις με το ακροατήριό τους, εάν έχει κριθεί ότι το έχουν ενοχλήσει.

Από τη μια, ο καλλιτέχνης υπηρετεί το κράτος. Από την άλλη, κράτος είναι το προλεταριάτο. Επομένως, ο καλλιτέχνης υπηρετεί το προλεταριάτο. Αλλά το προλεταριάτο δεν είναι πεπαιδευμένο και δεν ξέρει τι του αρέσει. Άρα πρέπει για λίγο ακόμη να πάρει τα ηνία στα χέρια του το κράτος για να δείξει στο προλεταριάτο τι είναι αυτό που πρέπει να του αρέσει. Δηλαδή, το προλεταριάτο πρέπει να διδάξει στον εαυτό του τις αρχές της τέχνης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. 

Η τέχνη δεν υπάρχει για την τέχνη. Υπάρχει για τον λαό. Το ελάττωμα του Σοστακόβιτς ήταν ότι δεν έγραφε για τον λαό. Βέβαια, ούτε και για τους αστούς έγραφε. Έγραφε για όλους και για κανέναν. Ο συνθέτης διαγράφτηκε από τη Ρωσική Ένωση Προλετάριων Μουσικών και κλήθηκε σε δημόσια απολογία όπου υποχρεώθηκε να αναγγείλει την πρόθεσή του να αφοσιωθεί απόλυτα στη σοσιαλιστική μουσική της Σοβιετικής Ένωσης. Μέχρι νεωτέρας. 


Υπήρχαν δύο βασικά προβλήματα με τους "μηχανικούς των ανθρώπινων ψυχών". Το πρώτο ήταν πως πολλοί άνθρωποι δεν ήθελαν μηχανικό για την ψυχή τους. Ήταν ικανοποιημένοι με την ψυχή τους και ήθελαν να παραμείνει όπως όταν ήρθαν στον κόσμο, κι όταν προσπαθούσες να τους καθοδηγήσεις αντιστέκονταν. Έλα στη συναυλία που θα γίνει σε ανοιχτό χώρο, σύντροφε. Α, ναι, θεωρούμε ότι πρέπει να την παρακολουθήσεις. Ασφαλώς είναι προαιρετικό, αλλά μπορεί να είναι λάθος σου να μην εμφανιστείς. Και το δεύτερο πρόβλημα με τους μηχανικούς των ανθρώπινων ψυχών ήταν πιο βασικό. Το εξής: Ποιος μηχανεύεται τους μηχανικούς;

Για τον Μπαρνς υπήρχε και ένα τρίτο πρόβλημα με τους "μηχανικούς των ψυχών": Δεν είχαν καταλάβει ότι οι Ρώσοι δεν ήταν μηχανές. Και επίσης δεν κατανοούσαν ότι το να είσαι Ρώσος σήμαινε να είσαι απαισιόδοξος, και σε έναν προλετάριο δεν επιτρεπόταν η απαισιοδοξία.

Γι' αυτό ακριβώς ο όρος Σοβιετική Ρωσία ήταν καθαρή αντίφαση. Η εξουσία δεν το κατάλαβε αυτό ποτέ. Νόμιζε πως, αν θανατώσεις αρκετό τμήμα του πληθυσμού και τρέφεις το υπόλοιπο με προπαγάνδα και τρόμο, θα έχεις ως αποτέλεσμα την αισιοδοξία. 

Η τζαζ δεν είναι είδος μουσικής που θα μπορούσε να επιδράσει στην ψυχή του εργάτη, αλλά που χαϊδεύει τα αυτιά μιας αυτάρεσκης μπουρζουαζίας. Σοσιαλιστική μουσική είναι η απλή μελωδία που μπορεί να σιγοσφυρίζει ο αποκαμωμένος μεταλλουργός επιστρέφοντας στο σπίτι του μετά από μια μέρα κοπιαστικής δουλειάς στο εργοστάσιο. Είναι η εμβατηριακή μουσική που μπορεί να συνοδεύσει τον βηματισμό των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού. Είναι η ρυθμική μουσική που μπορεί να συνοδεύσει τις κινήσεις των εργατών που κωπηλατούν με ζέση για την αύξηση της παραγωγής. Με τέτοιου είδους σχόλια, οικείας και κλασικής βρετανικής ειρωνείας, επιλέγει ο Μπαρνς να φτιασιδώσει την αφήγησή του -μια αφήγηση που, ως τριτοπρόσωπη, χαρακτηρίστηκε αποστασιοποιημένη. 


Ο συγγραφέας αναμφισβήτητα εμπλουτίζει το έργο του και με ποικίλα αληθή γεγονότα. Είναι αληθές για παράδειγμα ότι ο Ζντάνοφ χαρακτήριζε την Άννα Αχμάτοβα κάτι μεταξύ καλόγριας και πόρνης. Ή μάλλον και καλόγρια και πόρνη. Σε πολλά σημεία η γλώσσα της κριτικής είναι η γλώσσα που πράγματι χρησιμοποιούσε το σοβιετικό κράτος για να μιλήσει για την τέχνη. Δεν ήταν λίγες φορές που για την κριτική ενός μουσικού έργου χρησιμοποιούνταν φράσεις όπως "μουσική παιδεραστών, έκφυλων αστών, ιμπεριαλιστών αμερικανόδουλων, μουσική γεμάτη βαβούρα και στριγκλιές" και άλλα παρόμοια. 

Ωστόσο, όσο κι αν συμπαθώ τον Μπαρνς, διαβάζοντας τον "Αχό της εποχής" δεν έπαψα να αναρωτιέμαι: Αυτό είναι η λογοτεχνία; Ένα δοκίμιο "ιδεολογικής" πειθούς; Η μετάδοση μιας πληροφορίας, έστω καλογραμμένης; Η δημιουργική ανασύνθεση σημειώσεων; Η αναφορά σε μια ιστορική περίοδο; Πού είναι η λογοτεχνία εδώ; Αν ο Μπαρνς είχε στόχο να μας πείσει, μας έπεισε. Ο σταλινισμός ήταν ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Η τέχνη κυνηγήθηκε. Σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως τον Σοστακόβιτς, τον Παστερνάκ, τον Μπουλγκάκοφ, την Αχμάτοβα, τον Σερζ, τους απείλησε, τους εξόρισε, τους καταδίκασε. Αν όμως στόχος του συγγραφέα ήταν να συνθέσει ένα ψυχογράφημα, να διεισδύσει στα έγκατα της συνείδησης ενός καλλιτέχνη που διχάζεται, ελίσσεται, συμβιβάζεται, ταλαιπωρείται από φοβίες, διλήμματα και ερωτηματικά, νομίζω πως σε άλλα έργα του τα πήγε καλύτερα.




***

Julian Barnes, Ο αχός της εποχής (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης), Μεταίχμιο, Αθήνα 2016. 



Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

Ο George Condo στην Αθήνα


Τις ήσυχες μέρες του καλοκαιριού, όταν η πόλη έχει αδειάσει, συγγενείς και φίλοι είναι διασκορπισμένοι στα νησιά και κατασκηνώνουν σε ερημικές ή κοσμικές παραλίες του Αιγαίου, είναι ωραίο να βάζουμε στο πρόγραμμα πράγματα που σπάνια προλαβαίνουμε να κάνουμε όταν το φθινοπωρινό πρόγραμμα αρχίζει και οι δουλειές είναι πολλές. Μετά τα θερινά σινεμά, που είναι πάντοτε πρώτα στη λίστα των προτιμήσεων γιατί εκεί μπορούμε να δούμε ταινίες που σπάνια παίζονται στους χειμερινούς κινηματογράφους, ακολουθούν οι εκθέσεις στα διάφορα μουσεία της πόλης. Κι αυτή τη φορά, η έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής του Αμερικανού George Condo, που θα φιλοξενείται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης μέχρι και τον Οκτώβριο. Εξάλλου, η επίσκεψη σε μια τέτοια έκθεση ανήκει στα πράγματα που είναι προτιμότερο να κάνουμε μόνοι, ακολουθώντας τον δικό μας ρυθμό και απολαμβάνοντας το χάζεμα στο πωλητήριο και το καφέ του μουσείου μετά το τέλος της περιήγησης. 



Ο Condo λοιπόν ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Δεν ήταν μόνο το περιεχόμενο της έκθεσης απολαυστικό, αλλά και το στήσιμό της μοντέρνο και ξεκούραστο. Τα έργα δεν εκτίθενται με χρονολογική σειρά ούτε ομαδοποιούνται με λογική τη θεματολογία τους. Αντίθετα, ο επισκέπτης σε κάθε αίθουσα έρχεται αντιμέτωπος με κάτι διαφορετικό. Αλλού βλέπει γλυπτά και αλλού ζωγραφικά έργα. Λάδια σε μεγάλους καμβάδες, ασπρόμαυρα σχέδια, πορτρέτα και κολάζ μοιάζουν να είναι ατάκτως ερριμμένα στις αίθουσες του μουσείου. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών είναι τα παράξενα πλάσματα που πρωταγωνιστούν στην τέχνη του Condo και συνθέτουν μια δική του, προσωπική και σύγχρονη κομέντια ντελ άρτε: γκροτέσκοι χαρακτήρες, ιερείς, πότες, τραπεζίτες, καλόγριες και μπαλαρίνες ταλαντεύονται ανάμεσα στη γελοιότητα και την απόγνωση.

Κάθε φιγούρα φαίνεται πως είναι οικεία, ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και την αίσθηση του ανοίκειου, αρνούμενη να υποταχθεί στις απαιτήσεις του ρόλου που καλείται να διαδραματίσει. Επιτρέπεται ένας ιερέας να χασκογελά; Μια μοναχή να φλερτάρει; Ένα ζευγάρι αρλεκίνων να αισθάνεται θλίψη; Μια μπαλαρίνα να είναι άσχημη; Ένας μεθύστακας συμπαθητικός; Ένα παιδί να καπνίζει και στο βλέμμα του να διακρίνεται ολοκάθαρο το μίσος; Όλα επιτρέπονται σ' αυτή τη φρενήρη "πινακοθήκη ηλιθίων": γουρλωτά μάτια, αλλόκοτες οδοντοστοιχίες, κεφάλια τετραγωνισμένα ή κομμένα, εικόνες που αναμειγνύονται με έντονες αποχρώσεις του κίτρινου, του πράσινου και του μοβ. 

Η τεχνική του κολάζ συνδυάζεται με ζωγραφική και με αδρά ίχνη, σαν σκίτσα καμωμένα με λάδι, στα διάσημα "αντίποδα όντα" (antipodal beings), που εμφανίζονται στο έργο στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1990. Τα πλάσματα αυτά, μακρυμάλλικα, με μεγάλα αυτιά, είναι τα πρώτα που καταχωρήθηκαν στο ολοένα ευρυνόμενο πάνθεον των φανταστικών χαρακτήρων του Condo.[1]

Σε πολλά έργα του Condo είναι εμφανής η επίδραση της ποπ αρτ, αλλά και των αμερικανικών κόμικς ή των κινουμένων σχεδίων της Ντίσνεϊ. Στα πορτρέτα των κυριών της μεγαλοαστικής τάξης μπορεί κανείς να παρατηρήσει ένα κολιέ από γυαλιστερές πέρλες ή ένα ακριβό ποτήρι κρασί στο χέρι της γυναικείας φιγούρας να συνδυάζεται με ένα πρόσωπο που θυμίζει άλλοτε τον Μπάγκς Μπάνι και άλλοτε τον Μίκι. Άλλες φορές, ένα ξεδοντιάρικο χαμόγελο αχνοφαίνεται κάτω από την ολοστρόγγυλη και κατακόκκινη μύτη-κλόουν.





















Η ερωτική και σαρκαστική διάθεση των προσώπων δίνει στα έργα έναν χαρακτήρα οργιαστικό, και όλα μαζί συνθέτουν ένα σύνολο που χλευάζει την καθημερινότητά μας, αποστρέφεται κάθε σοβαροφάνεια και μας φορά κολάρο το φωτοστέφανο.


Πέρα από τα ζωγραφικά έργα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα σχέδια του Condo, μερικά από τα οποία θυμίζουν κυβιστικά σχέδια του Πικάσο. 

Το σχέδιο αποτέλεσε διαχρονικά προπαρασκευαστικό στάδιο για καλλιτέχνες και ζωγράφους. Για τον Condo, ωστόσο, υπήρξε από νωρίς μια σημαντική και αυτόνομη διαδικασία, υπό την έννοια ότι, ως μέσο, του επέτρεψε έναν μεγάλο αυθορμητισμό και μια ευελιξία της χειρονομίας. Για τον Condo, σχέδιο και ζωγραφική λειτουργούσαν πάντα συμπληρωματικά το ένα προς το άλλο. 

Σ' αυτή την έκθεση, που φαίνεται πως κυριαρχεί παντού η υπερβολή και διακωμωδείται με τέτοιο τρόπο η πραγματικότητα ώστε να καταλήγει παρωδία του ίδιου της του εαυτού, περισσότερο συγκινεί η τρυφερότητα με την οποία ο καλλιτέχνης αντιμετωπίζει τους ήρωές του. Μπορεί να μοιάζουν μανιακοί, τρελοί, εκστασιασμένοι, αλλά στην πραγματικότητα θυμίζουν εξαντλημένους και εξαθλιωμένους κλόουν, γελωτοποιούς και σαλτιμπάγκους μιας άλλης εποχής, που ήταν υποχρεωμένοι να πουλούν το χαμόγελό τους για να επιβιώσουν. 



Οι κλόουν δεν είναι επάγγελμα προς εξαφάνιση. Στις προσωπογραφίες του Condo απαντούν συχνά. Το πραγματικό τους πρόσωπο, σκυθρωπό και κουρασμένο, είναι ζωγραφισμένο άλλοτε στο μέτωπο και άλλοτε στον πισινό τους. Οι ασύμμετρες οδοντοστοιχίες τους μαρτυρούν την αμηχανία τους: να κλάψουν ή να γελάσουν; Συχνά είναι μαχαιρωμένοι πισώπλατα ή καπνίζουν στο ολιγόλεπτο διάλειμμά τους από τη δουλειά. Εκεί όπου πρέπει υποχρεωτικά να είναι ευχάριστοι και χαμογελαστοί. Εκεί που όλοι υποχρεούμαστε να είμαστε ευχάριστοι και χαμογελαστοί. 


***


[1] George Condo at Cycladic | Kατάλογος έκθεσηςΜουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Αθήνα 2018. 
[2] Για περισσότερες πληροφορίες, ρίξτε μια ματιά εδώ