Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2021

Χαρτοκοπτική

Όταν πήγαινα στο δημοτικό, παρακαλούσα τους γονείς μου να μας αγοράζουν τη "Μανίνα" και τη "Κατερίνα" -η "σούπερ Κατερίνα" δεν είχε αρχίσει να κυκλοφορεί ακόμη, μιλάμε για τη δεκαετία του '80. Ήταν γνωστά κοριτσίστικα περιοδικά της εποχής, ακολουθούσαν μια εντελώς έιτις αισθητική, με αφίσες και σιδερότυπα γνωστών τραγουδιστών της ποπ ή ηθοποιών του Χόλιγουντ και το κλασικό ερωτικό φωτορομάντζο στις τελευταίες σελίδες. 


Πολλές φορές, όταν στη μέση του περιοδικού υπήρχε δώρο μια γιγαντοαφίσα, μπορούσε η μικρή αναγνώστρια, ανάλογα με το πόσο μικρή ήταν, να επιλέξει ανάμεσα στο πρόσωπο της γιγαντοαφίσας και την χαρτοκοπτική που υπήρχε στην πίσω πλευρά της. 


Έτσι, για παράδειγμα, μια έφηβη μπορεί να είχε στο δωμάτιό της τον Ρόμπερτ Σμιθ των Cure, ενώ η μικρή αδερφούλα της θα προτιμούσε να κάνει τον Ρόμπερτ με τα κρεμμυδάκια, να τον κόψει σε  φουστίτσες, μπλουζάκια, εσώρουχα, γόβες και τσαντάκια της στρουμπουλής και πρόωρα σέξι χάρτινης κούκλας της πίσω πλευράς. 

Τόλμησα κάποτε το απονενοημένο διάβημα και ξεκόλλησα το Μελ Γκίπσον από την ντουλάπα της αδερφής μου (που του έδινε ένα φιλί κάθε πρωί), για να τον μετατρέψω σε μικροσκοπικά χάρτινα ρουχαλάκια εποχής. 

Οι χάρτινες κούκλες αποτελούν παράδοση από τον 19ο αιώνα τουλάχιστον και, από αυτή την άποψη, είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας από κάθε λογής ποπ σταρ που φιγουράρισε για έναν καιρό στα κοριτσίστικα περιοδικά και μετά πέρασε η μπογιά του. 


Το χαστούκι που 'φαγα μετά τον ακρωτηριασμό του Μελ, δε θα το ξεχάσω. Αυτό,  μια σπασμένη μύτη, ένας ραγισμένος καρπός και ένα δόντι που σφηνώθηκε στα πλακάκια του μπαλκονιού μας αποτελούν τις μελανές σελίδες στο αναμνηστικό άλμπουμ των παιδικών μας χρόνων. 

***

 

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2021

Εξώφυλλα #29: José Carlos "Para Todos"

Ο José Carlos ήταν ένας από τους πιο διάσημους βραζιλιάνους εικονογράφους. Γεννήθηκε στο Ρίο ντε Τζανέιρο το 1884 και πέθανε το 1950. Πέρα από την εικονογράφηση, ασχολήθηκε με το σχέδιο, τα καρτούν, έγραψε σενάρια για κωμωδίες της εποχής του και στίχους για κομμάτια σάμπα, ενώ ήταν ο πρώτος Βραζιλιάνος που σχεδίασε τον Μίκι Μάους. Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ, μάλιστα, υπήρξε μεγάλος θαυμαστής του και στις αρχές της δεκαετίας του 1940 ταξίδεψε στη Βραζιλία για να τον γνωρίσει.

Το μεγαλύτερο πάθος του ήταν το Αρ Ντεκό και σχεδίασε πάμπολλα εξώφυλλα, διαφημίσεις και διακοσμητικά αντικείμενα επηρεασμένα από το καλλιτεχνικό κίνημα των τουέντις. Εκείνη την εποχή κυκλοφορούσαν στη Βραζιλία δυο διάσημα περιοδικά ποικίλης ύλης, το Para Todos και το Fon Fon και για το πρώτο τουλάχιστον γνωρίζουμε πως δεν υπήρχε κανένα εξώφυλλο που να μην πέρασε απ' τα χέρια του. 


Τα περιοδικά ποικίλης ύλης, πάντως, αποτελούν ενδιαφέρουσες πηγές για να έρθουμε σε επαφή με το κλίμα μιας εποχής. Δεν διεκδικούν την υστεροφημία του βιβλίου, είναι -κυριολεκτικά και μεταφορικά- ελαφρύτερα και μας βάζουν πολύ άμεσα στο κλίμα: κυρίες με καπέλα που κρύβουν τα μάτια, μακριά φουστάνια, ξέφρενα πάρτι στον ρυθμό της τζαζ, συνήθειες της υψηλής κοινωνίας: ψώνια, παιχνίδια, βουβός κινηματογράφος, μόδα. 









***

Δευτέρα, 8 Φεβρουαρίου 2021

Πρώτος έρωτας



Πριν από είκοσι χρόνια περίπου, δούλευα σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Είχα μετακινηθεί σε διάφορα τμήματα -από την τέχνη στα κοινωνιολογικά και περιστασιακά στη λογοτεχνία- μέχρι που κατέληξα σε ένα παταράκι που είχε κόμικς, τουριστικούς οδηγούς και τις λεγόμενες προσφορές. Φοιτήτρια ακόμα, δούλευα εκεί τα απογεύματα, που τότε δεν είχαν και τόσο κόσμο, τουλάχιστον όχι τις καθημερινές. Η Δευτέρα, μάλιστα, ήταν σχεδόν νεκρή. Οι βιβλιόφιλοι είχαν κάνει τα ψώνια τους από το Σάββατο, γραφεία, υπουργεία και δημόσιες υπηρεσίες έκλειναν μετά τις τρεις και εκείνα τα χρόνια λίγα μαγαζιά έμεναν ανοιχτά στο κέντρο τις Δευτέρες και τις Τετάρτες. Ακόμη και το εμπορικό τρίγωνο ερήμωνε. 

Από τις τρεις μέχρι και τις οκτώ, λοιπόν, ήμουν σκαρφαλωμένη σε εκείνο το πατάρι και, όταν δεν υπήρχε κόσμος να εξυπηρετήσω, διάβαζα παλιά και ξεχασμένα βιβλία που οι εκδότες πρόσφεραν για τελευταία φορά σε χαμηλή τιμή. Έτσι είχα διαβάσει ιστορικά του Κυριάκου Σιμόπουλου, άπαντα τα διηγήματα του Δημοσθένη Βουτυρά, κάποια από τα μυθιστορήματα του Θανάση  Βαλτινού, προτού μετακομίσουν από τις εκδόσεις Άγρα στην Εστία. Εκεί γνώρισα και λάτρεψα την Κάρσον ΜακΚάλλερς (την είχε μεταφράσει για τον Κέδρο ο Μένης Κουμανταρέας), την τριλογία του Ντος Πάσος για την Αμερική, την αυτοβιογραφία του Λουί Μπουνιουέλ, μικρά κλασικά των εκδόσεων Νεφέλη και πολλά άλλα. 


Η σειρά, όμως, που θυμάμαι εντονότερα ήταν τα βιβλία τσέπης του Οδυσσέα. Μικρά, ελαφριά, το ευτελές χαρτί τους θύμιζε βίπερ, αλλά οι τίτλοι τους ένας κι ένας. Ήταν ολιγοσέλιδα, συλλογές διηγημάτων συνήθως ή το πολύ πολύ καμιά νουβέλα. Μια πρώτη αποκάλυψη ήταν ο Μπάρτλμπυ ο γραφιάς του Χέρμαν Μέλβιλ. Σ' αυτή τη σειρά του Οδυσσέα, είχε πρωτοεμφανιστεί στα ελληνική γράμματα και ο Ίαν Μακ Γιούαν, που ξανάπεσε στα χέρια μου πρόσφατα. Η πρώτη του συλλογή είχε τον τίτλο Πρώτος έρωτας και κυκλοφόρησε στα ελληνικά στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Πολύ θα ήθελα να ξέρω πώς την υποδέχτηκε εκείνα τα χρόνια κριτική. 

Αυτό που είχε συμβεί πιθανόν να ήταν από τα πιο θλιβερά ζευγαρώματα στην ιστορία της συνουσιαζόμενης ανθρωπότητας, όπου ανακατεύονταν ψέμα, απάτη, ταπείνωση, αιμομιξία, ο σύντροφός μου κοιμισμένος, εγώ με οργασμό μυρμηγκιού και οι λυγμοί που τώρα γέμιζαν την κρεβατοκάμαρα. Αλλά εγώ ήμουν ευχαριστημένος μ' αυτό, με το εαυτό μου, με την Κόνι, και ήθελα να μείνουν τα πράγματα για λίγο έτσι, να καταλαγιάσει η υπόθεση. Πήγα την Κόνι στο μπάνιο και άρχισα να γεμίζω τον νιπτήρα -οι γονείς μου θα γύριζαν σε λίγο και η Κόνι έπρεπε να κοιμάται στο κρεβάτι της. Είχα επιτέλους μπει στον κόσμο των μεγάλων, ήμουν ικανοποιημένος μ' αυτό.


Η συλλογή αποτελούνταν από οκτώ διηγήματα, καθένα από τα οποία αφορά μια διαστροφή. Στη "Σπιτική συνταγή" ένας έφηβος βιάζει τη μικρή του αδερφή. Στη "Στερεομετρία" ένας άνδρας που επιμελείται τα απομνημονεύματα του προπάππου του και κρατά σαν φυλαχτό ένας πέος στη φορμόλη, κάνει έρωτα μετά από μήνες με τη σύντροφό του δίνοντας στο σώμα της μια στάση που τελικά με έναν μαγικό τρόπο την αφανίζει. Στην "Τελευταία μέρα του καλοκαιριού", ένα ορφανό αγόρι σφυρίζει αδιάφορα στον πνιγμό μιας χοντρής του φίλης. Στο "Ο Κόκερ στο θέατρο" ένα ζευγάρι ηθοποιών κάνει έρωτα την ώρα της πρόβας. Ένας άντρας παραμένει το μωρό της μαμάς του, ακόμη και μετά την ενηλικίωσή του, μια παρέα παιδιών ψήνουν μια γάτα, ένα ζευγάρι νεαρών εραστών σκοτώνουν έναν αρουραίο που με τις νυχιές του στον τοίχο επενδύει μουσικά την ερωτική τους πράξη, μια μεσήλικη γυναίκα αναγκάζει τον ανιψιό της να μεταμφιέζεται σε μικρή κοπελίτσα κι εκείνη υποδύεται τον αυστηρό αξιωματικό του. 

Προσπάθησε να σταματήσει την ανάπτυξή μου και για πολύ καιρό το πέτυχε. Ξέρεις, δεν έμαθα να μιλάω κανονικά ως τα δεκαοχτώ μου. Δεν πήγα σχολείο, με κράτησε σπίτι, γιατί έλεγε πως ήταν πολύ σκληρό περιβάλλον. Μέρα νύχτα με κράταγε αγκαλιά. Δεν της άρεσε που δεν χώραγα πια στο παιδικό κρεβατάκι μου και πήγε κι αγόρασε ένα κρεβάτι με κάγκελα σε κάποια δημοπρασία νοσοκομείου. Τέτοια πράγματα έκανε. Ως τη μέρα που έφυγα κοιμόμουν σ' αυτό το πράμα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ σε κανονικό κρεβάτι, φοβόμουν πως θα έπεφτα και δεν μ' έπαιρνε ο ύπνος. Την πέρναγα έξι πόντους κι εκείνη ακόμα προσπαθούσε να μου δένει τη σαλιάρα γύρω από το λαιμό. 

Η πρώτη ιστορία της συλλογής ("Συζήτηση με τον άνθρωπο στην νουλάπα") γράφτηκε το 1970, όταν ο συγγραφέας ζούσε ως μεταπτυχιακός φοιτητής στο Νόργουιτς. Οι κριτικοί αντιμετώπισαν το έργο τόσο αμήχανα που ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς μια θετική από μια αρνητική κριτική, μιας και όλες επέμεναν στην ηθική διάσταση του έργου και όχι στη λογοτεχνική του αξία. Ο νεαρός συγγραφέας ήθελε να σπάσει τη μονοτονία του "Hamstead divorce novel", μυθιστόρημα της εποχής που αφορούσε τα μικροπροβλήματα στις προσωπικές σχέσεις Άγγλων της μεσαίας τάξης, υπενθυμίζοντας πως οι ηθικές αναστολές, τα διλήμματα, η παιδική σκληρότητα και ο πόθος μπορούν να πάρουν πολύ πιο ακραίες και πολύ ρεαλιστικότερες μορφές. 

Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, είναι ζητούμενο αν γίναμε πιο σεμνότυφοι ή πιο απελευθερωμένοι. Μπερδεμένοι στον σύγχρονο βηματισμό μιας "πολιτισμένης" κοινωνίας αδυνατούμε να ορίσουμε τι σημαίνει κακοποίηση, τι σημαίνει  βία. Το σίγουρο, πάντως, είναι πως ο Μακ Γιούαν από είκοσι χρονών ήταν αποφασισμένος να γίνει συγγραφέας και το συγγραφικό του ντεμπούτο υπήρξε εκρηκτικό. Πιο χαμηλόφωνος σήμερα, αγαπιέται πολύ από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αν και πολλά από τα παλιά του έργα είναι δυσεύρετα. Εκείνα τα παλιά, καλά, εξαντλημένα βιβλία μάς σύστησαν τους συγγραφείς που αγαπήσαμε. 

***

Ίαν Μακ Γιούαν, Πρώτος έρωτας (μτφρ. Ρωξάνη Καυτατζόγλου), Οδυσσέας, Αθήνα 1979. 

Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2021

"Μέθοδος Πουαρώ": Το οδοιπορικό μιας ευαίσθητης μισανθρώπου



Είναι κρίμα ένας νέος λογοτέχνης να μη βρίσκει την εκδοτική φροντίδα που του αξίζει. Κάτι η οικονομική κρίση, κάτι που οι εκκολαπτόμενοι φιλόδοξοι πεζογράφοι είναι πολλοί, οι εκδότες βλέπουν μάλλον με επιφύλαξη τα πονήματα των νέων δημιουργών. Τυχαίνει να έχουν αναζητήσει εναγωνίως εκδότη έργα που  αποδείχθηκαν σπουδαία, αγαπήθηκαν από τους αναγνώστες  και την κριτική και βραβεύτηκαν από τις σχετικές επιτροπές. 

Είναι μια σκέψη που κάνω συχνά, με διάφορες αφορμές, αλλά τούτη τη φορά αναφέρομαι στη Μέθοδο Πουαρώ, της Ελισσάβετ Τσακανίκα, ένα σύντομο μυθιστόρημα γεμάτο χιούμορ, καθημερινά υπαρξιακά δράματα και μπόλικο αυτοσαρκασμό. 

Η Αγάθη Χρήστου, πρωταγωνίστρια της ιστορίας, είναι μια ελληνίδα φαν της (συνονόματής της) Αγκάθας Κρίστι. Έχει μελετήσει σε βάθος την προσωπικότητα του Ηρακλή Πουαρώ και εύχεται να ζούσε σε άλλη χώρα και άλλη εποχή. Κυρίως, όμως, εύχεται να ταξίδευε με άλλου είδους τρένα και όχι τα βαγόνια του ΗΣΑΠ. 

Η Αγάθη είναι ένα εμμονικό κορίτσι που έχει πρόβλημα με τους γιατρούς και με την ηλικία της. Βέβαια, δεν είναι φιλάρεσκη, ούτε ματαιόδοξη. "Δεν ήθελε να κρύψει την ηλικία της από τον κόσμο, ήθελε να την κρύψει από τον εαυτό της". 

"Αυτοί", σκεφτόταν η Αγάθη, "αν υπήρχε τρόπος να γνωρίζουν πότε θα πεθάνει ο καθένας μας, θα είχαν σίγουρα καθιερώσει σύστημα αντίστροφης μέτρησης της ηλικίας από το τέλος, για να τους διευκολύνει καλύτερα στη δουλειά τους. Θα σε κοιτούσαν με αναίδεια και θα σε ρωτούσαν: Πόσα σας μένουν;

Σχολαστική, ευθύβολη και ακριβολόγος, αυτή η παράδοξα συμπαθής ηρωίδα, έχει και εμμονή με τη γλώσσα. Και εδώ που τα λέμε, πόσο να αντέξει κανείς όταν διαβάζει πως "η Μόλυ είναι ντυμένη πρέπουσα για την περίσταση", "ο δράστης ήταν γνώστης στις αστυνομικές αρχές", 'οι σεισμολόγοι είναι καθησυχαστικοί, καθώς η περιοχή είναι σεισμογενής" και άλλα όμοια. Όταν λοιπόν βλέπει σε κηδειόσημο της γειτονιάς πως μια γειτονική της οικογένεια κηδεύει "τον αγαπημένο της Βησσαρίων Αμπατζόγλου", η Αγάθη λυγίζει. Πέθανε ένας άνθρωπος που, όσο ζούσε, δεν αναρωτήθηκε ποτέ πώς σχηματίζεται η αιτιατική του ονόματός του. 

Τι νόημα έχει να ζήσεις, αφού θα πεθάνεις; Και το κυριότερο; Τι νόημα έχει να βγάλεις το παιδί σου Βησσαρίωνα, ή Ίριδα, αφού δεν μπορείς να το κλίνεις; Το ν' αφήνεις το παιδί σου άκλιτο είναι χειρότερο κι απ' το να τ' άφηνες ατάιστο. 


Σε έναν κόσμο γεμάτο μετριότητα κι αγραμματοσύνη, σε μια πόλη όπου οι άνθρωποι περιφέρονται στα βρόμικα βαγόνια του ηλεκτρικού, η Αγάθη εύχεται να μπορούσε να μεταφερθεί στο σύμπαν του Ηρακλή Πουαρώ, όπου δεν επιτρέπονται εκπτώσεις στην απόλαυση της καθημερινότητας. Ο αγαπημένος της Πουαρώ ατένιζε τα γεράματα αγέρωχα και μετέτρεπε τη μεθοδική οργάνωση της καθημερινότητάς του σε ιεροτελεστία: στίλβωμα λουστρινιών, στόλισμα του πέτου, επιμελής περιποίηση του μουστακιού, τελετουργία του πρωινού και απογευματινού ροφήματος, ανάγνωση της αλληλογραφίας και πάει λέγοντας. Οι ήρωες της Αγκάθας Κρίστι απολαμβάνουν το τσάι τους κοιτώντας την αλληλογραφία τους και το συναρπαστικότερο που βρίσκουν εκεί είναι μια πρόσκληση σε τσάι.

Στην Αγάθη,  η όλη εμπειρία του μεσοπολεμικού τραίνου θα φαινόταν αρκούντως συναρπαστική, ακόμη κι αν έλειπε ο στραγγαλισμός στον παραλλήλως διερχόμενο συρμό. Αχθοφόροι, βαγόνια πρώτης θέσης με αναπαυτικά κουπέ, αμαξοστοιχίες-εστιατόρια, υπηρέτες που αναγγέλλουν ότι το τσάι σερβιρίστηκε! Ωραία πράγματα! 


Μιας και δεν ζει στη βρετανική εξοχή, η Αγάθη μετακινείται στην Αθήνα αποφεύγοντας τον συγχρωτισμό. Στην προσπάθειά της να μην ακουμπιέται με τους συνεπιβάτες της, σφίγγει τα πόδια της τόσο δυνατά που έχει μετατραπεί σε γοργόνα των μέσων μαζικής μεταφοράς όπου αποκαρδιωμένη ακούει τους επαίτες να εκλιπαρούν "Αποτελώ τετραμελής οικογένεια...". Άλλη μια αιτιατική που απειλήθηκε. 

Τι τύχη μπορεί να έχει το tea party μιας κοπέλας ανίκανης να αναπτύξει το οποιονδήποτε συναισθηματικό δεσμό; Ένα ετερόκλιτο γκρουπ ατόμων καταλαμβάνει το σαλόνι της και διαμορφώνει το μωσαϊκό της εποχής μας: καλλιτεχνικές τάσεις, οικολογικές ευαισθησίες, πολιτικοποίηση και νοικοκυροσύνη. Εργένηδες που αφιερώνονται στη διάσωση των αλεπούδων, σε πολιτικές νεολαίες και σε σεμινάρια μαγειρικής. Πού να ξέρουν όλοι αυτοί πως όταν σε προσκαλούν σε τσάι, το τσάι είναι υποχρεωτικό; Πως αν φανούν ασυνεπείς, σοκολατάκια και καπ κέηκς μπαινοβγαίνουν στο ψυγείο για να διατηρηθούν φρέσκα, ενώ η οικοδέσποινα καταβάλει επίπονες προσπάθειες να κρατήσει τα τριαντάφυλλα δροσερά για ώρες;

Τι μπορεί να επιδράσει παρηγορητικά στον ψυχισμό ενός τέτοιου κοριτσιού; Η φαντασία; Η ανθρώπινη δυστυχία που προβάλλεται σε ριάλιτι με παχύσαρκους πρωταγωνιστές; Η ποίηση που μιλά την οικουμενική γλώσσα του γυναικείου μαζοχισμού α λα Πολυδούρη; Βυθισμένη στον κόσμο της αυτολύπησης, η Αγάθη περιφέρεται στους γάμους των συμμαθητών της και εύχεται να γνωρίσει "τον κατάλληλο" και να αποκτήσει κι εκείνη κάποτε ένα μωρό. Ένα μωρό έξυπνο, με πλούσιο λεξιλόγιο, που θα πηγαίνει μόνο του στην τουαλέτα και αμέσως μετά θα ψεκάζει τον χώρο με αρωματικό σπρέι.

Η παραλία του Βαρνάβα, όμως, όπου "απολαμβάνει" το μπάνιο της με τις  ορδές των λουόμενων της Αττικής δεν έχει καμία σχέση με τις ακτές της Κορνουάλης και η νεαρή κοπέλα μοιάζει καταδικασμένη στη δυστυχία. Μια γυναίκα που από λάθος γεννήθηκε στις συνοικίες της Αθήνας και όχι στην Τορκί του Ντέβον. Μια ευαίσθητη μισάνθρωπος που δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τον χρόνο, που θρηνεί σε κάθε αλλαγή εποχής, που την πονά το στρώσιμο των χαλιών και οι αλλαγές των ρούχων στις ντουλάπες. Στο αστυνομικό μυθιστόρημα που γράφει στο μυαλό της, η Αγάθη σκοτώνει την ίδια τη ζωή. 

***

Ελισσάβετ Τσακανίκα, Μέθοδος Πουαρώ, εκδόσεις Τυφλόμυγα, Αθήνα 2018. 

Δευτέρα, 25 Ιανουαρίου 2021

Μια ιστορία αγάπης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια φτωχή...

Ζούσε σε ένα μικρό διαμέρισμα και πέρναγε τον καιρό της κοιτώντας έξω από το παράθυρο της κουζίνας. 

Η φτωχή είχε μια γάτα, έναν σκύλο και μια κατσίκα. 

Κάθε μέρα έβγαινε βόλτες ελπίζοντας να συναντήσει το ταίρι της. 

Άλλοτε γύμναζε την κατσίκα της ποδηλατώντας,

άλλοτε έβγαζε τον σκύλο της για να ξεσκάσει στο δάσος

κι άλλες φορές έκανε το χατίρι του γατιού της και καθόταν σπίτι να απολαύσει το τσάι της. 

Όταν σώνονταν οι οικονομίες της, ξενόραβε. 

Κι όταν κουραζόταν πολύ, ξάπλωνε στον καναπέ της κι ονειρευόταν ένα συναρπαστικό μέλλον.

Μια μέρα, εκεί που άλεθε τον κιμά της, άγγελος Κυρίου τής παρουσιάστηκε για να της πει πως έρχεται το τυχερό της. 


Ο μοναχικός γείτονάς της θα άφηνε στη μέση την πασιέντζα...

και θα τη ζητούσε σε ραντεβού. 


Η φτωχή γυναίκα δέχτηκε. 

Στο πρώτο ραντεβού, έβαψε τα νύχια της. 

Στο δεύτερο, κάθισε πλάι του στο παγκάκι το δρόμου. 

Στο τρίτο, της φίλησε το χέρι.

Στο τέταρτο, χόρεψαν κι εκείνη έβγαλε την μπλούζα της.

Στο πέμπτο, τον καβάλησε και του ρούφηξε τα χείλη. 

Στο έκτο, κολύμπησε γυμνή μπροστά του στη μολυσμένη παραλία της πόλης τους. 


Κι ύστερα, τον φώναξε σπίτι της κι έμεινε μόνο με το βρακί της. 

Και τελικά, το έβγαλε κι αυτό.

Όταν πέρασε ο καιρός, έπαψε να τον εντυπωσιάζει η γύμνια της κι ο άντρας επέστρεψε στην εφημερίδα του

και στα διαβάσματά του. 


Η φτωχή γυναίκα όμως χαιρόταν, γιατί στην πόλη τους, έλεγαν, κάθε άντρας αντιστοιχούσε σε δύο γυναίκες κι εκείνη είχε έναν από μόνη της.

Και στο κάτω κάτω,  δε θα ξανάβλεπε ποτέ μοναχή της τηλεόραση.


***

Ιστορία: Ελένη Πούλου

Εικονογράφηση: Valentin Gubarev