Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022

Έκτρωση: το"έργο του Διαβόλου"


Και στη γυναίκα είπε ο Θεός: «Πληθύνων πληθυνώ τας λύπας σου και τον στεναγμόν σου· εν λύπαις τέξη τέκνα και προς τον άνδρα σου η αποστροφή σου και αυτός σου κυριεύσει»(Γεν. γ, 16).

Τι μπορεί να συνδέει έναν Αμερικανό ταλαντούχο παραμυθά όπως ο Τζον Ίρβινγκ με τη μικροσκοπική (μα τετραπέρατη!) καναδέζα μυθιστοριογράφο Μάργκαρετ Άτγουντ; Εντελώς τυχαία αυτό το καλοκαίρι διάβασα τη Θέα στον ωκεανό αμέσως μετά την Ιστορία της Θεραπαινίδας. Με πόσο διαφορετικό τρόπο μπορεί να πραγματευτεί ο συγγραφέας το τραγικά επίκαιρο θέμα της έκτρωσης! 

Αυτή η κοπέλα είναι δεκατριών χρονών. Η λεκάνη της έχει μόνο τρεισήμισι ίντσες διάμετρο. Δύο προηγούμενοι βίαιοι τοκετοί καταξέσχισαν τα τρυφερά της μέρη και της άφησαν μια μάζα από άκαμπτο ιστό γεμάτο ουλές. Αυτή είναι η τρίτη εγκυμοσύνη της, αποτέλεσμα αιμομιξίας -αποτέλεσμα βιασμού. Αν επιτραπεί η συνέχιση της εγκυμοσύνης, θα μπορέσει να γεννήσει μόνο με καισαρική τομή, η οποία, με δεδομένο την εύθραυστη υγεία του παιδιού (η ίδια είναι παιδί), για να μην αναφερθούμε και στην πνευματική της κατάσταση, θα ήταν πολύ επικίνδυνη. Γι' αυτό αποφάσισα να της κάνω έκτρωση.[1] 

Ο Δόκτωρ Λάρτς δέχεται να κάνει εκτομή της μήτρας και να κονιορτοποιήσει ένα έμβρυο, προκειμένου να απαλλάξει μια μέλλουσα μητέρα από κινδύνους που αφορούν τη σωματική και ψυχική της υγεία. Είναι παράνομο, αλλά το κάνει παρόλα αυτά. Είναι μαιευτήρας. Δουλειά του είναι να φέρνει παιδιά στον κόσμο. Οι συνάδελφοί του το ονομάζουν "έργο του Κυρίου". Κάνει επίσης και εκτρώσεις. Οι συνάδελφοί του τις αποκαλούν "έργο του Διαβόλου". 

Η πόρτα ανοίγει και μπαίνουν άλλες δυο γυναίκες, κι οι δυο με κόκκινο φόρεμα και τη λευκή καλύπτρα των Θεραπαινίδων. Η μία απ' αυτές είναι έγκυος σε προχωρημένο μήνα. Η κοιλιά της, κάτω απ' το φαρδύ της φόρεμα είναι διογκωμένη θριαμβικά. Ένα θρόισμα διατρέχει τον χώρο, ένας ψίθυρος, κοφτά επιφωνήματα. Παρά τη θέλησή μας, στρέφουμε το κεφάλι ξεδιάντροπα για να κοιτάξουμε. Τα δάχτυλά μας λαχταρούν να την αγγίξουν. Η παρουσία της έχει κάτι το μαγικό για όλες μας, είναι αντικείμενο φθόνου και πόθου, τη ζηλεύουμε βασανιστικά. Είναι σαν σημαία σε κορυφή λόφου, δείχνοντάς μας αυτό που μπορεί ακόμη να επιτευχθεί: μπορούμε κι εμείς να σωθούμε.[2] 

Η Άτγουντ στο μυθιστόρημά της περιγράφει το ολοκληρωτικό καθεστώς της Γαλαάδ: Μια κοινωνία βαθιά πατριαρχική, που παρουσίαζε τη στειρότητα ως αμάρτημα και κατάρα. Οι στείρες γυναίκες μετατρέπονταν σε κέρβερους βασανιστές, τις λεγόμενες Θείες, και οι στείροι άνδρες σε Κυβερνήτες. Βέβαια...

Δεν υπάρχουν πλέον στείροι άντρες, τουλάχιστον όχι επισήμως. Μόνο γυναίκες καρπερές και γυναίκες στέρφες, έτσι ορίζει ο νόμος. 

Το καθεστώς δημιούργησε ένα άμεσο απόθεμα γυναικών που επιστρατεύτηκαν για αναπαραγωγικούς σκοπούς με την απλή τακτική της κήρυξης όλων των δεύτερων γάμων και των σχέσεων εκτός γάμου ως τέλεση μοιχείας. Συλλαμβάνοντας και κρίνοντάς ηθικά αξιόμεμπτες τις γυναίκες των ζευγαριών, έδινε τα παιδιά που είχαν αποκτήσει σε άτεκνες οικογένειες των ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων και πρόσφερε τις ίδιες σαν μηχανές τεκνοποίησης σε άντρες της ελίτ και στις συζύγους τους. 

Η πτωτική πορεία των γεννήσεων, η αδυναμία των γυναικών για αναπαραγωγή, αλλά και η εκτεταμένη διαθεσιμότητα ποικίλων μέσων αντισύλληψης, συμπεριλαμβανομένης και της έκτρωσης, επέβαλαν τη λήψη εφιαλτικών μέτρων. Στο πρόσφατο παρελθόν έχουν εφαρμοστεί παρόμοια μέτρα. Αρκεί να θυμηθούμε τη Ρουμανία της δεκαετίας του '80 όπου ο πρόεδρος Τσαουσέσκου απαγόρεψε όλα τα μέσα αντισύλληψης επιβάλλοντας καταναγκαστικούς ελέγχους εγκυμοσύνης στον γυναικείο πληθυσμό, συνδέοντας επαγγελματικές προαγωγές και μισθολογικές αυξήσεις με τη γονιμότητα. 


Για τις κατοπινές γενιές, έλεγε η θεία Λίντια, τα πράγματα θα είναι απείρως καλύτερα. Οι γυναίκες θα ζουν αρμονικά όλες μαζί, σε μια μεγάλη οικογένεια. Θα είστε σαν κόρες τους, κι όταν ο πληθυσμός θα φτάσει πάλι τα παλιά του επίπεδα δε θα χρειάζεται πλέον να σας μεταφέρουμε απ' το ένα σπίτι στο άλλο, διότι θα υπάρχουν αρκετά μωρά. [...]Γυναίκες ενωμένες προς έναν κοινό στόχο! 

Με την είσοδό τους στο νοικοκυριό ενός Κυβερνήτη, οι Θεραπαινίδες άλλαζαν το όνομά τους: Τουγκλέν, Τουφρέντ, Τουγουόρεν, κατά τον ίδιο τρόπο που μια γυναίκα της ελληνικής υπαίθρου μετά τον γάμο της ονομαζόταν Γιαννού, Μήτσαινα, Κώσταινα και πάει λέγοντας. Ρατσισμός, παγανιστικά στοιχεία, χριστιανικοί φόβοι συνδυάστηκαν με την κοινωνιοβιολογική θεωρία της φυσικής πολυγαμίας του ανθρώπου και μετέτρεψαν τις γυναίκες σε αντικείμενα αναπαραγωγής. Οι ηλικιωμένες, οι Θεραπαινίδες που απέτυχαν και στις τρεις ευκαιρίες που τους δόθηκαν να εγκυμονήσουν και άλλες "αδιόρθωτες" εξορίζονται στις αποικίες. Ξερονήσια για απόβλητες και στείρες. Γιατί όχι;

Αναλογίσου τι μπλεξίματα είχαν [οι γυναίκες] τα παλιά χρόνια. Ξεχνάς τα μπαρ για εργένηδες, την αναξιοπρέπεια των τυφλών ραντεβού στο λύκειο; Το εμπόριο σαρκός. Ξεχνάς το φρικτό χάσμα που χώριζε όσες μπορούσαν να εξασφαλίσουν έναν άντρα από εκείνες που δεν μπορούσαν; Ορισμένες κυριεύονταν από απόγνωση, λιμοκτονούσαν για να αδυνατίσουν ή τίγκαραν τα στήθη τους με σιλικόνη, πήγαιναν κι έκοβαν τις μύτες τους. Σκέψου το μέγεθος της ανθρώπινης δυστυχίας. 

***

[1] Τζον Ίρβινγκ, Θέα στον ωκεανό, Νεφέλη, Αθήνα 1999.

[2] Μάργκαρετ Άτγουντ, Η ιστορία της θεραπαινίδας, Ψυχογιός, Αθήνα 2018. 

[3] Οι εικόνες τις ανάρτησης είναι από το γκράφικ νόβελ της Renee Nault

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2022

Μαθήματα λογοτεχνίας από τον Χούλιο Κορτάσαρ

"Όσο πιο λογοτεχνική είναι η λογοτεχνία, τόσο πιο ιστορική και επιδραστική γίνεται".

Στα Μαθήματα Λογοτεχνίας του Χούλιο Κορτάσαρ περιλαμβάνονται οκτώ διαλέξεις που έδωσε ο συγγραφέας στους φοιτητές του τμήματος Νοτιαμερικανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια μεγάλη κουβέντα που κάνει ο Κορτάσαρ με τους φοιτητές του και αφορά τα πάντα: τον ρεαλισμό και το φανταστικό, τη μουσική και το χιούμορ, τον ερωτισμό και τον χρόνο, το μοιραίο, τα βασικά χαρακτηριστικά της λατινοαμερικανικής λογοτεχνίας, και όχι μόνο. 

Ακούγοντας ή διαβάζοντας τον Κορτάσαρ καταλαβαίνει κανείς πώς είναι δυνατόν να περάσεις από τη λατρεία της λογοτεχνίας χάριν της λογοτεχνίας στη λατρεία της λογοτεχνίας ως μελέτης της ανθρώπινης συνθήκης, αλλά και ως μορφής συμμετοχής στις ιστορικές διεργασίες που τελούνται σε αυτό που ο καθένας μας ονομάζει πατρίδα. 

Τα σημεία του βιβλίου που επέλεξα να σταχυολογήσω είναι όσα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο αναφέρονται στη σχέση της λογοτεχνίας με την Ιστορία, στον κοινωνικό ρόλο που καλείται ή μπορεί να επιτελέσει και σε αυτό που πολλοί αποκαλούν "στράτευση" του καλλιτέχνη. Ο Κορτάσαρ παραδέχεται πως "σήμερα, το να γράφεις ή να διαβάζεις λογοτεχνία προϋποθέτει την αδιαμφισβήτητη παρουσία του ιστορικού και του γεωπολιτικού πλαισίου μέσα στο οποίο διενεργείται αυτή η ανάγνωση ή η γραφή", δίνοντας, όμως, στην έννοια της στράτευσης μια νέα, ευρύτερη σημασία. 

Αυτό που ήθελα να πω –εξ ου και η παρανόηση– και θα το επαναλάβω τώρα, ίσως πιο ξεκάθαρα, είναι πως, κυρίως αυτόν τον καιρό και κυρίως στη Λατινική Αμερική με αυτά που περνάει τώρα, δεν ανέχομαι αυτό το είδος μυθοπλασίας που περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό της και μόνο, όπου αισθάνεσαι πως ο συγγραφέας δημιουργεί ένα έργο μυθοπλασίας ή φαντασίας και μόνο, αποφεύγοντας ηθελημένα μια πραγματικότητα που τον περιβάλλει, που ορθώνεται μπροστά του και του ζητάει ν’ ανοίξουν ένα διάλογο μες στα βιβλία που αυτός ο άνθρωπος θα γράψει. Το φανταστικό, που τόσο πολύ το αγαπώ και το ‘χω χρησιμοποιήσει για να κτίσω το έργο μου, είναι το μόνο που βοηθάει να προβληθεί πιο καθαρά και πιο δυνατά η πραγματικότητα που μας περιβάλλει. 


[...] αν υπάρχει κάτι που υπερασπίζομαι για τον εαυτό μου, για τη γραφή, για τη λογοτεχνία, για όλους τους συγγραφείς και όλους τους αναγνώστες, είναι το κυρίαρχο δικαίωμα του συγγραφέα να γράφει ό,τι του υπαγορεύουν η συνείδησή του και η προσωπική του αξιοπρέπεια. Αν αυτός ο συγγραφέας είναι στρατευμένος σε μια ιδεολογία και γράφει γι’ αυτήν, ως συγγραφέας εκπληρώνει το χρέος του, και αν, παράλληλα, εξακολουθεί να επιτελεί το λογοτεχνικό του έργο λόγου χάριν της ίδιας της λογοτεχνίας –αυτήν του πρώτου σταδίου–, είναι αποκλειστικό του δικαίωμα και κανείς δεν μπορεί να τον επικρίνει γι’ αυτό. 


Αν η λογοτεχνία περιέχει την πραγματικότητα, υπάρχουν πραγματικότητες που κάνουν ό,τι μπορούν για να διώξουν τη λογοτεχνία· και τότε είναι που η λογοτεχνία, η καλύτερη εκδοχή της, εκείνη που δεν είναι συνεργός ή απολογήτρια ή ευνοούμενη αυτής της κατάστασης των πραγμάτων, σηκώνει το γάντι, καταγγέλλει αυτή την πραγματικότητα περιγράφοντάς την, και το μήνυμά της φτάνει πάντα στον προορισμό του· οι μποτίλιες συλλέγονται και ανοίγονται από αναγνώστες που όχι μόνο καταλαβαίνουν αλλά και, πολλές φορές, παίρνουν θέση και μετατρέπουν αυτή τη λογοτεχνία σε κάτι περισσότερο από μια αισθητική απόλαυση ή μια ώρα ψυχαγωγίας. 


Δεν είναι επιτακτικό ή υποχρεωτικό αυτή η λογοτεχνία της εξορίας να έχει πολιτικό περιεχόμενο ή να παρουσιάζεται ως κατεξοχήν ιδεολογική δραστηριότητα. Όταν ένας υπεύθυνος συγγραφέας δημιουργεί δίνοντας όλο του τον εαυτό, ό,τι γράψει θα είναι ένα όπλο σ’ αυτή η δύσκολη διαμάχη που δίνουμε μέρα με τη μέρα. Ένα ερωτικό ποίημα, ένα αμιγώς φανταστικό διήγημα, είναι η ωραιότερη απόδειξη πως δεν υπάρχει δικτατορία ή καταπίεση που να μπορεί να διαρρήξει αυτόν τον βαθύ δεσμό ανάμεσα στους καλύτερους συγγραφείς μας και την πραγματικότητα των λαών τους, αυτή την πραγματικότητα που χρειάζεται την ομορφιά όσο χρειάζεται και την αλήθεια και την καλοσύνη

Σε όλες τις εκδοχές, θετικές ή αρνητικές, της σχέσης μεταξύ πραγματικότητας και λογοτεχνίας, αυτό που κατά βάθος διακυβεύεται είναι η προσέγγιση της αλήθειας μέσω της φαντασίας, της διαίσθησης, των πνευματικών και αισθητικών σχέσεων που φέρνουν αποκαλύψεις, οι οποίες, με τη σειρά τους, θα αποτελέσουν μέρος ενός μυθιστορήματος ή ενός διηγήματος ή ενός ποιήματος. Τώρα, περισσότερο από ποτέ, ο συγγραφέας και ο αναγνώστης γνωρίζουν ότι το λογοτεχνικό είναι ένας ιστορικός παράγων, μια κοινωνική δύναμη, κι ότι το μεγάλο κι ωραίο παράδοξο είναι πως όσο πιο λογοτεχνική είναι η λογοτεχνία, αν μου επιτρέπεται η ταυτολογία, τόσο πιο ιστορική και επιδραστική γίνεται. 

Η λογοτεχνία επιτελεί μια κοινωνική και ιστορική αποστολή, χωρίς αυτό να σημαίνει πως οφείλει να μένει πιστή στην πραγματικότητα με τον τρόπο που το έκαναν οι ρεαλιστές. Ο Κορτάσαρ μιλά γι’ αυτόν τον κάποτε απροσδιόριστο αλλά πάντα αδιαμφισβήτητο δεσμό μεταξύ μιας λογοτεχνίας που δεν κρύβει κάτω από το χαλί την πραγματικότητα, και αυτών που αναγνωρίζουν μέσα της τον εαυτό τους, ενώ εκείνη, την ίδια στιγμή, τους μεταφέρει σε επίπεδα αυτεπίγνωσης, πολιτικής και αισθητικής πέρα από τον εαυτό που γνώριζαν.

***

Χούλιο Κορτάσαρ, Μαθήματα λογοτεχνίας (μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης), Εκδόσεις Opera, Αθήνα 2021


Τετάρτη 20 Ιουλίου 2022

Αυτό είναι ευτυχία

 

"Στο τέλος όλοι γινόμαστε ιστορίες"

Διαβάζω τον τίτλο στο βιβλίο του Νάιαλ Ουίλλιαμς και ξεκινώ το μυθιστόρημα έχοντάς τον διαρκώς στο μυαλό. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ευτυχία από το να βρίσκεσαι σε διακοπές και να διαβάζεις ένα τέτοιο βιβλίο· Αυτό είναι ευτυχία.

Πρόκειται για την ιστορία της ενός ιρλανδέζικου χωριού και των κατοίκων του, λίγο πριν από τον ερχομό του ηλεκτρικού. Βέβαια, ένα χωριό χωρίς ηλεκτρικό δεν σημαίνει απλώς ένα χωριό χωρίς ρεύμα. Σημαίνει ένα χωριό με ανθρώπους εντελώς διαφορετικούς από τους ανθρώπους της εποχής μας· διαφορετικές συνήθειες, διαφορετικό τοπίο, διαφορετική αίσθηση του χώρου και του χρόνου, διαφορετική αντίληψη για τον έρωτα, την οικογένεια, την αγάπη, την αλήθεια. Μια εποχή που ο κόσμος δεν ήταν τόσο οριοθετημένος όσο είναι σήμερα και η γνώση ταυτιζόταν με την εμπειρία. Μια εποχή που οι άνθρωποι δένονταν μεταξύ τους μέσα από τις ιστορίες. Παντού λεγόντουσαν ιστορίες. Το μέλλον του εκσυγχρονισμού έστεκε αβέβαιο και ο κόσμος έβρισκε παρηγοριά στην οπισθοδρομικότητα.

Για να υπερνικηθεί λοιπόν τόσο ο χρόνος όσο και η πραγματικότητα, ένας από τους άγραφους νόμους της τοπικής ποιητικής τέχνης ήταν ότι η ιστορία δεν πρέπει ποτέ να φτάνει στο ζητούμενό της ή να διακινδυνεύει κάποια κατάληξη. Και επειδή στη Φάχα, όπως και παντού στην επαρχία, ο χρόνος ήταν το μόνο πράγμα που περίσσευε σε όλους, οι ιστορίες ήταν πάντα μακροσκελείς, όλοι τις αφηγούνταν με την ησυχία τους, και την ησυχία σου, και την ησυχία όλων, και όλοι απεμπολούσαν τις ησυχίες τους πολύ ευχαρίστως, αντιλαμβανόμενοι πως ιστορίες που μιλάνε για πράγματα τόσο αφύσικα κι αλλόκοτα όσο τα ανθρώπινα όντα οφείλουν να είναι μακροσκελείς, για να μην πούμε περίπλοκες, οφείλουν να είναι τόσο μεγάλες και εκτενείς ώστε να μην τελειώνουν, ώστε βασικά να μην μπορούν να τελειώσουν στην από δω πλευρά του τάφου, και αν δεν έσβηνε κάποια στιγμή η φωτιά και αν δεν ακούγονταν τα πρωινά πουλιά, μπορεί και να συνεχίζονταν για πάντα.

Η ζωή στη Φάχα έχει παραμείνει ίδια εδώ και χίλια χρόνια. Ίδια κι απαράλλαχτη. Σ’ αυτή τη ζωή –τη ζωή στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς του– αναζητά καταφύγιο ο δεκαεπτάχρονος Νόου, ένα ορφανό αγόρι, που από τη στιγμή που το σκάει από το εκκλησιαστικό οικοτροφείο και γίνεται άθεος, η ζωή του γεμίζει θαύματα. Ο Νόου είναι υπερχαρισματικός αφηγητής· αφηγείται τη ζωή τόσο βελτιωμένη, που την κάνει να μοιάζει επική.

Άλλωστε, στη Φάχα η εκκεντρικότητα αποτελούσε κανόνα. Οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να μιλούν τη γλώσσα των πουλιών, των καρπών και του νερού. "Η μοναξιά είχε κάνει τον χαρακτήρα τους διαυγή σαν κρύσταλλο [...] τα παιδικά τους χρόνια είχαν γεύση από δάκρυα". Και επειδή στη ζωή τους τίποτα το σπουδαίο δε συνέβαινε, περίμεναν έναν ξένο για να της δώσει νέο νόημα.

Ο πλανήτης δεν ήταν ακόμη τόσο γεμάτος ώστε βλέποντας ένα ανθρώπινο πλάσμα στην πόρτα σου να μην εξάπτεται η περιέργειά σου και το ενδιαφέρον σου και, επειδή τότε η συνηθισμένη τροχιά της ζωής ήταν μικρότερη, οι ξένοι έφερναν και μια αίσθηση πως οι κουρτίνα της ζωής τραβήχτηκε λιγάκι και μπορούσες για λίγο να δεις τι βρισκόταν από πίσω.

Το μυθιστόρημα του Ουίλλιαμς είναι η αφήγηση ενός ανθρώπου που έθεσε ως στόχο στη ζωή του να γίνεται καλύτερος, ενός ανθρώπου που αναζητά την αγάπη, όχι στο πρόσωπο του πλησίον μόνο· αναζητά την αγάπη στην ολότητά της, στη βαθύτερη ουσία της. Είναι η αφήγηση ενός εφήβου που, όσο τη ζούσε, πίστευε πως εκείνη η προνεωτερική μορφή ζωής στη Φάχα δεν ήταν τίποτε το σπουδαίο θα έπρεπε και θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Κάνοντας την αναδρομή, όμως, στο εφηβικό του  παρελθόν, αισθάνεται δέος μπροστά στην ποικιλοχρωμία της ζωής και των ανθρώπων.

Οι δυσκολίες και τα βάσανα αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής για τόσο πολύ καιρό που θεωρούνταν πια κάτι αυτονόητο. Δεν υπήρχε η προσδοκία ότι τα πράγματα κάποια στιγμή θα αλλάξουν ή ότι μπορούσαν να αλλάξουν. Συνέχιζες να ζεις και, με τη βοήθεια της πίστης, της οικογένειας και του χαρακτήρα σου, προσαρμοζόσουν όσο καλύτερα μπορούσες σε όποιο βάσανο και κακοτυχία σού αναλογούσε.

Ο αναγνώστης παρακολουθεί τις τελευταίες στιγμές που κοινοτικής ζωής στην ενορία της Φάχα –μέχρι που ήρθε το ρεύμα και οι άνθρωποι κλείστηκαν στα σπίτια τους, μες στις ανέσεις της ηλεκτρικής απομόνωσης. Γυρίζοντας την τελευταία σελίδα, νιώθει πως ο μικρόκοσμος της Φάχα αποτελεί πραγματική μικρογραφία του κόσμου όλου. Μια μικρογραφία που σε βοηθά να συνειδητοποιήσεις πόσο μεγαλειώδες, πόσο εκπληκτικά απίθανο πράγμα είναι η ζωή. Και μπορείς πάνω στην τελευταία σελίδα "να σταθείς, να σταματήσεις ό,τι κάνεις για μια στιγμή, όσο διαρκεί ένα καρδιοχτύπι, και, ανεξαρτήτως του τι συμβαίνει μες στο μυαλό σου ή στην καρδιά σου, να πεις Αυτό είναι ευτυχία, λόγω της απλής αλήθειας ότι είσαι ζωντανός και μπορείς να το πεις".

Είθε να έχουμε όλη την τύχη να ζήσουμε τόσο πολύ ώστε να δούμε την εποχή μας να μετατρέπεται σε παραμύθι.

***

Νάιαλ Ουίλλιαμς, Αυτό είναι ευτυχία (μτφρ.: Κίκα Κραμβουσάνου), Δώμα, Αθήνα 2022. 


Δευτέρα 18 Ιουλίου 2022

Πρόσωπα σε απόγνωση

"Πεθαίνουμε όλοι μας από ανία"

Ένα μεγάλο μυθιστόρημα πολλές φορές μπορεί να διαβαστεί μέσα σε μια μέρα. Δεν είναι σύνηθες, αλλά συμβαίνει. Τα Πρόσωπα σε απόγνωση της Πόλα Φοξ είναι ένα σπουδαίο μυθιστόρημα "τσέπης" και διαβάζεται απνευστί. Δεν ξέρω αν βάζει κάτω τον Άπνταϊκ, τον Ροθ ή τον Μπέλοου, όπως σημειώνει ο Τζόναθαν Φράνζεν στην εισαγωγή του, αλλά μπορεί να αναμετρηθεί μαζί τους με μεγάλη ευκολία.  

Διαβάζοντας την ιστορία της Σόφη και του Ότο στο βιβλίο της Φοξ, θυμήθηκα τον Ζερόμ και τη Συλβί στα Πράγματα  του Ζωρζ Περέκ. Δύο νέοι άνθρωποι που ζουν στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του '60 ρίχνονται με τα μούτρα στη βιοπάλη, με σκοπό να κυνηγήσουν την ευτυχία. Μια ευτυχία που μέσα τους ταυτίζεται με την ιδιοκτησία: διαμερίσματα, εξοχικές κατοικίες, αυτοκίνητα, ακριβή διακόσμηση, πορσελάνινα σερβίτσια. Γεμίζουν τη ζωή τους με την ακόρεστη επιθυμία να φτιαχτούν και ξαφνικά κάθε χαρά μένει ημιτελής, κάθε στιγμή μοιάζει χαμένη. 

Οι Μπέντγουντ είχαν υψηλό εισόδημα. Δεν είχαν παιδιά και, μια και είχαν περάσει κι οι δυο τα σαράντα (η Σόφη ήταν δύο μήνες μεγαλύτερη από τον Ότο), δεν περίμεναν ότι θ' αποκτούσαν τώρα πια. Μπορούσαν ν' αποκτήσουν περίπου ό,τι ήθελαν. Είχαν ένα σεντάν Μερσέντες Μπενζ κι ένα σπίτι στο Λονγκ Άιλαντ με μακροπρόθεσμη υποθήκη, που δεν τους ήταν πια βάρος. 

Ο Ότο και η Σόφη έχουν φτάσει εκεί που κάθε ζευγάρι ονειρεύεται. Είναι αστοί και ζουν σε μια όμορφη μονοκατοικία στο Μπρούκλιν. Εκείνος είναι καταξιωμένος δικηγόρος, εκείνη δεν έχει ανάγκη από επάγγελμα. Στα καθιστικό τους φιγουράρουν ακριβές μπερζέρες και ντιζαϊνάτα φωτιστικά. Στα ράφια της βιβλιοθήκης τους έχει περίοπτη θέση ο Γκαίτε. 

- Κοίτα αυτά τα παπούτσια! Φτιαγμένα από κάποιον Ευρωπαίο σκλάβο για μια λιρέτα, σωστά; Πάνω σε τι δυστυχισμένα πλήθη αναπαυόμαστε όλοι! Νόμιζα πως η ματαιοδοξία μου θα υποχωρούσε όταν θα έφτανα τα πενήντα, αλλά έχει χειροτερέψει. 

Μέχρι που μια γάτα επιτίθεται στη Σόφη την ώρα που εκείνη της προσφέρει ένα μπολ με γάλα. Η γάτα πλησιάζει τη γλώσσα της στο μεσημεριανό της και τη στιγμή που η Σόφη επιχειρεί να τη χαϊδέψει, παίρνει φόρα και γαντζώνει τα δόντια στο χέρι που την ταΐζει. Η δαγκωνιά προκαλεί την εσωτερική κατάρρευση της Σόφη. Νιώθει παραμορφωμένη. Όχι από την επίθεση του ζώου, αλλά από αυτό που της προκάλεσε: φόβο και απέχθεια. Απέχθεια για τον άντρα της, απέχθεια για τη ζωή τους.

Τι έλεος θα μπορούσε να περιμένει; Ποιος θα τη λυπόταν για τον παιδιάστικο τρόμο της, την υπεκφυγή της, την προσποίησή της ότι δεν έχει συμβεί τίποτα τρομερό; Η ζωή ήταν εύκολη τόσο πολύ καιρό, στρογγυλεμένη και μαλακή, και τώρα, εδώ, με όλη την επιφανειακή του κοινοτοπία και την καλυμμένη φρίκη του, συνέβαινε αυτό το ηλίθιο επεισόδιο –που η ίδια είχε προκαλέσει– αυτή η αναξιοπρεπής αντιπαράθεση με τη θνητότητα.

Η Σόφη συνειδητοποιεί σταδιακά πόσο μισεί τον Ότο. Θα προτιμούσε να τον είχε δολοφονήσει ο συνέταιρός του; Να είχαν κάψει την αγροικία τους; Να την είχε σκοτώσει ο νέγρος έξω από το σπίτι τους; Να είχε κολλήσει λύσσα; "Θεέ μου, αν κόλλησα λύσσα, είμαι ίση μ’ αυτό που υπάρχει έξω”, μονολογεί. Απαριθμεί κάθε μέρα τις ευλογίες της, όπως έκανε κι η μάνα της: “Έχεις δικό σου χώρο, καλό φαγητό, καινούργια παπούτσια, δικό σου δωμάτιο, παιχνίδια, καθαρά ρούχα, μόρφωση, καλό περιβάλλον". Τις μετρά μία μία και τις βρίσκει πάντα λίγες. 

Όσο η καθημερινότητα του ζευγαριού ξεδιπλώνεται στα μάτια του αναγνώστη, οι πρωταγωνιστές θυμίζουν χαμογελαστούς κολυμβητές που ανταλλάσσουν κλοτσιές κάτω από το νερό. Μοιράζονται "εκείνο το ιδιαίτερο είδος αναλήθειας που κρύβεται τόσο αισχρά σε ενάρετες γνώμες και δείχνει μόνο τη έπαρση εκείνου που μιλάει". 

Έξω από το παράθυρο του σπιτιού τους αφρόντιστες πίσω αυλές, ακαταστασία, άνθρωποι που ψάχνουν στα σκουπίδια, μεθύστακες που κοιμούνται στα σκαλοπάτια, περαστικοί που κατουρούν όρθιοι, γονείς που ζουλάνε και φιλούν ρουφηχτά τα παιδιά τους. Δύο διαφορετικές όψεις του Μπρούκλιν, δύο διαφορετικές εικόνες της καθημερινότητας: βιτρίνα και πραγματικότητα, προσποίηση και αλήθεια, πολιτισμένες χειρονομίες και ενστικτώδεις αντιδράσεις. Τελικά, η λύσσα που φοβάται η Σόφη είναι "αυτό που υπάρχει εκεί έξω". Είναι η ίδια η ζωή. 

***

[1] Paula Fox, Πρόσωπα σε απόγνωση (μτφρ.:Ρένα Χατχούτ), Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2021. 

[2] Στις φωτογραφίες: Η συγγραφέας και διάφορα πρόσωπα σε απόγνωση: Λιβ Ούλμαν και Έρλαντ Γιόζεφσον στις "Σκηνές από ένα γάμο" του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, η Σίρλεϊ Μακ Λέιν στο "Desperate characters" του Φρανκ Ντ. Γκίλροϊ, Ελίζαμπεθ Τέιλορ και Ρίτσαρντ Μπάρτον στο "Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ" του Μάικ Νίκολς.



Παρασκευή 15 Ιουλίου 2022

Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη


Ξέρεις τι αναρωτιόμουνα, Μόρις;

Πέ' μου, Τσάρλι. 

Σχετικώς με το θάνατο, Μος. 

Άντε πάλι. 

Είναι όσο σκληρό πράγμα λένε ότι είναι;

Δηλαδή; 

Δεν είναι κατά κάποιο τρόπο ένα ξαλάφρωμα, όταν εκείνος πλησιάζει και σε καλεί; Ο Μαύρος Άγγελος...; Για στάσου... Άκου... Το απαλό φτερούγισμά του... Τ' ακούς;

Τσαρλς;

Είμαστε εξίσου καλά αν τον αποφύγουμε, Μόρις; Αυτό ρωτάω. Με όλες αυτές τις μαλακίες που μας συμβαίνουν; 

Δεν τον βλέπω να 'ναι και καμιά εκδρομή στη φύση, Τσάρλι. Το θάνατο. 

Πιστεύεις ότι είναι το τέλος; 

Δε λέω ότι είναι το τέλος. Απλώς δεν το βλέπω σαν εκδρομή, ούτε σαν πικνίκ. 

Προσωπικά έχω μια αρκετά χαρούμενη θεωρία για το μεγάλο Θ. Για κάποιο λόγο. 

Τι βλέπεις εκεί κάτω, Τσάρλι; Στο τέρμα του δρόμου;

Δε βλέπω ένα λιβάδι με λουλούδια. Δε λέω αυτό, σε καμία περίπτωση. Ούτε βλέπω μιαν αμμουδιά στο φεγγαρόφωτο. Με όλες τις παλιές σου γκόμενες να σε περιμένουνε στη σειρά, η μία μετά την άλλη, στο άνθος της ηλικίας τους. Δεν βλέπω κάτι τέτοιο, με τίποτα. Αλλά αυτό που φαντάζομαι, Μόρις, είναι μια κάποια... ησυχία. Με νιώθεις; Απλώς ένα είδος... σιωπής. 

Υπέροχα, λέει ο Μόρις Χερν. Ανάπαυση. 

Άμα σκεφτείς τι έχουμε υπομείνει στη ζωή μας. Από πλευράς θορύβου. 

Μια πραγματική κακοφωνία, κύριε Ρέντμοντ. 

Ερχόμαστε στον κόσμο στην άκρη μιας κραυγής, πάνω στο κύμα των βογγητών των κακόμοιρων των μανάδων μας. 

Οι κακομοίρες οι μανάδες μας, να έχουν ξεσκίσει το στρώμα τους, τ' άχυρα να έχουν πεταχτεί έξω σχεδόν. 

Και το πρώτο πράγμα που κάνουμε; Αρχίζουμε κι εμείς να ουρλιάζουμε και να ωρυόμαστε. Ανοίγουμε τα πνευμόνια μας και του δίνουμε και καταλαβαίνει. Τα δίνουμε όλα. Και πώς αποχωρούμε; Στην άλλη άκρη της ζωής; Πολύ συχνά με τον ίδιο τρόπο. Ουρλιάζοντας ενώ βγαίνουμε... εκτός εαυτού! 

Και τι συμβαίνει ενδιαμέσως; 

Φασαρία, Μόρις. Θόρυβος. Θόρυβος και σαστιμάρα. 

Ψάχνει κανείς τα ήσυχα μέρη στη ζωή, Τσαρλς. Τα βρίσκει; 

Στην τρύπα του, ναι. 

Ή στην αγάπη, ίσως. 

Ίσως.

Την αγαπούσα, Τσάρλι. 

Το ξέρω. Πολύ λυπάμαι. 

Για ένα μεγάλο διάστημα. Την ήξερα, με καταλαβαίνεις; Τη Σίνθια. Ήξερα ποια είναι. 

Σκέφτεσαι πού μπορεί να έχει πάει;

Ναι, βέβαια. Και δε βλέπω καμία εκδρομή στη φύση και κανένα πικνίκ, Τσάρλι. 

Δηλαδή εννοείς ότι μπορεί απλώς...

Να είναι μια απ' τα ίδια. 

Στην από κει όχθη. Μπορεί απλώς να έχει πάλι...

Θόρυβο;

***

[1] Kevin Barry, Νυχτερινό πλοίο για Ταγγέρη (μτφρ.: Ορφέας Απέργης), Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα 2021, σ.124-127.

[2] Φωτογραφία: Tristam Kenton. Ίαν ΜακΚέλεν και Πάτρικ Σιούαρτ στο "Περιμένοντας τον Γκοντό" του Σάμιουελ Μπέκετ. 

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

Ο κύριος Μι

Κάθε έργο μυθοπλασίας πρέπει να περιέχει τουλάχιστον ένα ψεύδος που να συντηρεί τη συνοχή του. 

Είναι μερικοί άντρες που κάνουν τις γυναικοδουλειές τους και ξεμπερδεύουν πριν από τα σαράντα, λέει η κυρία Μπι. Αλλά είναι και κάτι άλλοι που περιμένουν να περάσουν τα ογδόντα, για να καταλάβουν ότι όλα αυτά είναι βλακείες. Μπορείτε εύκολα να μαντέψετε σε ποια κατηγορία ανήκει ο κύριος Μι. 

"Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να ζείτε μ' όλα τούτα τα βιβλία πάνω απ' το κεφάλι σας", είπε η κυρία Μπι. 

"Μπορεί αυτός που τα 'γραψε να ήταν έξυπνος άνθρωπος, αλλά αυτός που πάει και τ' αγοράζει είναι χαζός. Λες και δεν σας φτάνουν τα βιβλία που 'χετε εδώ μέσα για να την περνάτε".

"Αυτή η σαβούρα κάνει μονάχα για μουσείο. Ένα κομπιούτερ χρειάζεστε". 

Ο κύριος Μι, ογδοηκοντούτης, παθιασμένος αναγνώστης του Χιουμ και φανατικός μελετητής της λογοτεχνίας του 18ου αιώνα, και η κυρία Μπι, μάλλον μεσήλικη λαϊκή γυναίκα ειδική στην εξολόθρευση της σκόνης, προσπαθούν να συνυπάρξουν. Εκείνος ασχολείται με τα γράμματα και εκείνη με την επιβίωσή του: διατροφή, υγιεινή, καθαριότητα.

Όσο η σκόνη και ο όγκος των βιβλίων αυξάνονται επικίνδυνα, τόσο η κυρία Μπι επιμένει πως ο κύριος Μι πρέπει να ξεφορτωθεί οτιδήποτε χάρτινο βρίσκεται στο σπίτι και να προμηθευτεί έναν υπολογιστή. Το παιδί του γείτονα, από τότε που αγόρασε αυτό το μαραφέτι, περνά επτά με οκτώ ώρες την ημέρα κοιτάζοντας μια πολύχρωμη οθόνη. Το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα και ο κύριος Μι προσηλώνεται στις αράδες των βιβλίων του. Ξεφορτώνεσαι τη βιβλιοθήκη και αγοράζεις το μηχάνημα. Απλό. 

Ο κύριος Μι ακολουθεί τις συμβουλές της καλής του οικονόμου και ανακαλύπτει μια ολότελα καινούργια γλώσσα: επεξεργασία κειμένου, PC, σερφάρισμα, μνήμη...


Σε άλλα νέα, που λένε, οι Φεράν και Μινάρ, δύο παράξενοι τύποι που μοιράζονται το πάθος τους για το σκάκι και την ψητή πάπια, αναζητούν ελεύθερη εργασία για να την βγάλουν. Κλείνονται σε ένα δωμάτιο κι αρχίζουν να αντιγράφουν την Εγκυκλοπαίδεια. Χειρόγραφα που κάνουν φτερά και η δολοφονία της νεαρής Ζακλίν τούς οδηγούν σε ένα συναρπαστικό ταξίδι που θα τους φέρει σε επαφή ακόμη και με τον ίδιο τον Ρουσσώ!

Κάτι αιώνες αργότερα, η ύπαρξη των δυο αντιγραφέων θα απασχολήσει έναν μεσήλικα ακαδημαϊκό που αναζητά  ομοιότητες ανάμεσα στο έργο του Ζαν Ζακ Ρουσσώ και του Μαρσέλ Προυστ μαζί με ολίγη ανανέωση της ερωτικής του ζωής. 

Ο Προυστ έγραψε ένα μεγάλο μυθιστόρημα που αφορά ένα πρόσωπο που αποκαλείται "Εγώ" κι ας μην είναι πάντοτε αυτός ο ίδιος, και που σε ένα μόνο σημείο του βιβλίου ονομάζεται ως Μαρσέλ. [...] Τη μια ο "Εγώ" είναι ο ένας, άλλοτε πάλι ο άλλος, και μερικές φορές, κι αυτό είναι το μαγικό, κανένας απ' τους δύο. Κι όμως, για πάρα πολλούς αναγνώστες αυτά τα πρόσωπα ταυτίζονται. 

Φυγόκεντρες δυνάμεις, καινούργιοι χαρακτήρες, υποπλοκές και πληροφορίες κοντεύουν να τινάξουν τη μυθιστορηματική κατασκευή στον αέρα, μα σταδιακά βρίσκεται ο μίτος που οδηγεί τα πάντα σε μια απολαυστικά εξισορροπητική σύγκλιση, σύμφωνα με τη θεωρία του Κλαριέ και ακριβώς αυτό συμβαίνει στον Κύριο Μι του Άντριου Κράμεϋ. 

Τι θέση έχει, ή θα έπρεπε να έχει, η λογοτεχνία στη ζωή μας; Θα άλλαζε τίποτα στον κόσμο εάν επιλέγαμε ηγέτες βάσει των αναγνωστικών τους προτιμήσεων; 

Γράψιμο σημαίνει να εκθέτεις τον εαυτό σου στον υπέρτατο βαθμό, όπως πίστευε ο Κάφκα; Ποτέ δεν είσαι αρκετά μόνος για να γράψεις;

Υπήρξαν οι Φεράν και Μινάρ ή αποτέλεσαν αποκύημα της φαντασίας του Ρουσσώ; Κι αν ναι, τότε πώς δολοφονήθηκε ο ένας εκ των δύο και από ποιον; Είναι δυνατόν να δολοφονηθεί κάποιος που ουδέποτε υπήρξε;

Το σεξ είναι τελικά αυτό που έχουν στο μυαλό τους οι άνθρωποι όταν υποτίθεται πως παρακολουθούν μια ανακοίνωση σχετικά με τη λογοτεχνία του δέκατου όγδοου αιώνα; 

Λίγα μόνο από τα ερωτήματα που θέτει στον αναγνώστη αυτό το γλυκόπικρα ξεκαρδιστικό μυθιστόρημα. 

Τώρα πια ήμουν στ' αλήθεια μόνος. Η Κατριόνα με είχε εγκαταλείψει, το ίδιο και ο υπολογιστής μου. Ακόμα και το φαρμακευτικό μου απόθεμα είχε εξαντληθεί, και κανένας στα νάιτκλαμπς στα οποία τηλεφώνησα δεν είχε ακουστά για παραδόσεις κατ' οίκον. Για μια ακόμη φορά ήμουν ένας μοναχικός γέρος με αδύναμη φούσκα. Αλλά, όσες δυσκολίες κι αν μας περιμένουν, όσοι εφήμεροι σύντροφοι κι αν μας εγκαταλείπουν, όσους πόνους κι αγωνίες κι αν βιώνουμε, όλα αυτά είναι εντελώς προσωρινά, και αυτές τις στιγμές γνωρίζουμε πάντα πως οι πρώτοι και οι πιο αληθινοί μας φίλοι, των οποίων η εγκατάλειψη ίσως και να επέσπευσε τις συμφορές, θα είναι πάντα εκεί για μας περιμένοντας την επιστροφή μας. Ανέβηκα αργά τη σκάλα, για τελευταία φορά εκείνη τη μέρα, κρατώντας γερά την κουπαστή και λέγοντας από μέσα μου, "Ποιος θα το φανταζόταν ότι", και τα λοιπά, έως ότου έφτασα στο γραφείο μου, ξεκλείδωσα τα παραμελημένα ντουλάπια, κι άρχισα να τα βγάζω έξω ένα ένα. Τα πολύτιμα τετράδιά μου, τη μόνη αληθινή παρηγοριά μου. Μάλιστα, είπα στα βιβλία μου, μπορεί να είστε αραχνιασμένα και παλιωμένα, αλλά το ίδιο ισχύει και για μένα, κι έτσι είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. 

Όσο βρίσκεται πλάι στην κυρία Μπι, ο κύριος Μι υπάρχει πραγματικά; Όταν εκείνη φεύγει, απομακρύνεται από την ίδια του την ύπαρξη; Από τη συνήθεια; Από την ιδιότητα του μοναχικού αναγνώστη; Πρέπει να επιστρέψει εκείνη στη ζωή του για να επιστρέψει κι εκείνος στη ζωογόνο μοναξιά των βιβλίων; 

Ο κύριος Μι είναι ένα βιβλίο για τη λογοτεχνία του 18ου αιώνα και τους Εγκυκλοπαιδιστές. Ένα αστυνομικό θρίλερ. Μια ιστορία μυστηρίου. Ένα κάμπους νόβελ. Ένα βιβλίο για τους κινδύνους των σύγχρονων τεχνολογιών και το ψηφιακό έγκλημα. Ένα βιβλίο για τα βιβλία και όσους τα αγαπούν. Είναι όλα αυτά ή και τίποτε απ' αυτά. Είναι σίγουρα ένα καλό μάθημα για το πώς μπορεί διαφορετικά μυθοπλαστικά σύμπαντα να συναντηθούν και ετερόκλιτα λογοτεχνικά ύφη να συνυπάρξουν για να χαρίσουν γέλιο, γέλιο, γέλιο και συγκίνηση.

 * * * 

Άντριου Κράμεϋ, Ο κύριος Μι (μτφρ. Νίκος Παναγιωτόπουλος), Πόλις, Αθήνα 2001. 

Τρίτη 28 Ιουνίου 2022

Κυρία Γιώτα δαγκωτό


Είναι που σήμερα βγαίνουν οι βαθμοί των Πανελλαδικών εξετάσεων και αποχαιρετούμε τους παλιούς μαθητές μας; Είναι που τελειώνει η σχολική χρονιά κι εγώ, μετά από καμιά εικοσαριά χρόνια στην εκπαίδευση, αποφάσισα, τουλάχιστον για το επόμενο σχολικό έτος, να μείνω έξω από τις σχολικές αίθουσες; Είναι που μεγαλώνω; Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με έχει κάνει από το πρωί να σκέφτομαι τα χρόνια στο Δημοτικό. Τρεις δασκάλους αλλάξαμε στα έξι χρόνια φοίτησής μας και ζήτησα από τον Ανδρέα, παιδικό μου φίλο, να διαλέξει τον καλύτερο.

Διαπιστώσαμε πως ανεξίτηλοι στη μνήμη μας είχαν μείνει η κυρία Γιώτα και ο κύριος Αρσένης. Η πρώτη και ο τελευταίος. Ο Αρσένης παράξενη περίπτωση. Μετανάστης στη Γερμανία για χρόνια, έφυγε από την Ήπειρο και πήγε να δουλέψει στη φάμπρικα. Προτού φύγει, έβγαλε την Ακαδημία και αμέσως μετά τη βάρδια, που λέει ο λόγος, μπήκε σε μια τάξη όπου δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Δάσκαλος δεν ήταν. Αλλά μας έμεινε αξέχαστος. 

Για την κυρία Γιώτα, όμως, δεν ξέραμε τι να πούμε. Εγώ είπα πως μας αγαπούσε. Ο Ανδρέας, λέει, ήταν πιο “προχώ” από όσο μπορούσαμε με το μικρό μας το μυαλό ν' αντιληφθούμε. Συμφώνησα, χωρίς να ξέρω γιατί. 

Έμοιαζε παραδοσιακή, αλλά είμαι σίγουρη πως δεν ήταν. Κράταγε τη βέργα της. Αλλά τη χρησιμοποιούσε λελογισμένα, “μεταπολιτευτικά”, όπως ψέλλισα για να πω την εξυπνάδα μου, αν και λελογισμένη χρήση βέργας δεν υπάρχει. “Είναι λάθος” μού είπε ο Ανδρέας και είχε δίκιο. 

Η κυρία Γιώτα μού είχε δείρει το χεράκι. Με σήκωσε στον χάρτη να της δείξω τη Θεσσαλονίκη και έδειξα κάπου πολύ χαμηλά γιατί χάζευα. Τώρα Πύργος ήταν, Αμαλιάδα, θα σας γελάσω. Ντρεπόμουν τόσο για το ατόπημα της αφηρημάδας, που μπορεί να έδειξα και το Λιβυκό. Η κυρία με ρώτησε με ποιο χεράκι της έδειξα τον χάρτη κι εγώ, χαρούμενη που αρχίζαμε ένα ολοκαίνουργιο παιχνίδι, σήκωσα με θάρρος το δεξί. Το πήρε και μου έριξε μια με τη βέργα κι ύστερα κάθισα στη θέση μου καταντροπιασμένη. 

Την άλλη φορά, όμως, που κατούρησα στο θρανίο και είπα αηδιασμένη πως το είχε κάνει ο Σπύρος, διέκοψε το μάθημα και με πήρε να κάνουμε μια βόλτα ως τις τουαλέτες. Θυμάμαι πως χάιδευε το χέρι μου στη διάρκεια της διαδρομής και όταν φτάσαμε επιτέλους και έλεγα ας ανοίξει η γη να με καταπιεί να τελειώνουμε, γονάτισε, μου χάιδεψε τα μαλλιά και μου είπε πως, τώρα που ξέρω πού είναι οι τουαλέτες, δεν θα χρειαστεί να ξαναπώ ψέματα. Με εκείνο το χάδι τής συγχώρησα τη βέργα. 

Ο Ανδρέας μού αποκάλυψε πως του έδενε τα κορδόνια και του είχε δώσει λεφτά να πάρει τυρόπιτα από το κυλικείο, χωρίς να ξέρουν τίποτα οι δικοί του. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο από κείνη, δεν θυμάμαι τα μαθήματά της. Αλλά όποτε τη σκέφτομαι μού έρχεται στο νου η φράση του Παπαδιαμάντη. "Χωρίς να το ηξεύρω ήμην ευτυχής". 

Η κυρία Γιώτα κέρδισε σήμερα το βραβείο της καλύτερης δασκάλας. Ο Ανδρέας κέρδισε το βραβείο του καλύτερου εκπαιδευτή ιατρού από τους φοιτητές του. Κι εγώ κέρδισα ένα χρόνο άδεια για να μείνω μακριά από την τάξη και να ξαναθυμηθώ τις χαρές της δουλειάς μου. 

Για την κυρία Γιώτα ήμασταν οι τελευταίοι μαθητές. Μετά από εμάς πήρε σύνταξη. Και ήταν μόλις πενήντα χρονών. Λίγο μεγαλύτερή μας. 

***

Φωτογραφία: Η μαμά μου στο Δημοτικό. Πρώτη από αριστερά με το λουλούδι στα μαλλιά.