Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΤΑΚΤΩΣ ΕΡΡΙΜΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΤΑΚΤΩΣ ΕΡΡΙΜΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουνίου 2022

Κυρία Γιώτα δαγκωτό


Είναι που σήμερα βγαίνουν οι βαθμοί των Πανελλαδικών εξετάσεων και αποχαιρετούμε τους παλιούς μαθητές μας; Είναι που τελειώνει η σχολική χρονιά κι εγώ, μετά από καμιά εικοσαριά χρόνια στην εκπαίδευση, αποφάσισα, τουλάχιστον για το επόμενο σχολικό έτος, να μείνω έξω από τις σχολικές αίθουσες; Είναι που μεγαλώνω; Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με έχει κάνει από το πρωί να σκέφτομαι τα χρόνια στο Δημοτικό. Τρεις δασκάλους αλλάξαμε στα έξι χρόνια φοίτησής μας και ζήτησα από τον Ανδρέα, παιδικό μου φίλο, να διαλέξει τον καλύτερο.

Διαπιστώσαμε πως ανεξίτηλοι στη μνήμη μας είχαν μείνει η κυρία Γιώτα και ο κύριος Αρσένης. Η πρώτη και ο τελευταίος. Ο Αρσένης παράξενη περίπτωση. Μετανάστης στη Γερμανία για χρόνια, έφυγε από την Ήπειρο και πήγε να δουλέψει στη φάμπρικα. Προτού φύγει, έβγαλε την Ακαδημία και αμέσως μετά τη βάρδια, που λέει ο λόγος, μπήκε σε μια τάξη όπου δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Δάσκαλος δεν ήταν. Αλλά μας έμεινε αξέχαστος. 

Για την κυρία Γιώτα, όμως, δεν ξέραμε τι να πούμε. Εγώ είπα πως μας αγαπούσε. Ο Ανδρέας, λέει, ήταν πιο “προχώ” από όσο μπορούσαμε με το μικρό μας το μυαλό ν' αντιληφθούμε. Συμφώνησα, χωρίς να ξέρω γιατί. 

Έμοιαζε παραδοσιακή, αλλά είμαι σίγουρη πως δεν ήταν. Κράταγε τη βέργα της. Αλλά τη χρησιμοποιούσε λελογισμένα, “μεταπολιτευτικά”, όπως ψέλλισα για να πω την εξυπνάδα μου, αν και λελογισμένη χρήση βέργας δεν υπάρχει. “Είναι λάθος” μού είπε ο Ανδρέας και είχε δίκιο. 

Η κυρία Γιώτα μού είχε δείρει το χεράκι. Με σήκωσε στον χάρτη να της δείξω τη Θεσσαλονίκη και έδειξα κάπου πολύ χαμηλά γιατί χάζευα. Τώρα Πύργος ήταν, Αμαλιάδα, θα σας γελάσω. Ντρεπόμουν τόσο για το ατόπημα της αφηρημάδας, που μπορεί να έδειξα και το Λιβυκό. Η κυρία με ρώτησε με ποιο χεράκι της έδειξα τον χάρτη κι εγώ, χαρούμενη που αρχίζαμε ένα ολοκαίνουργιο παιχνίδι, σήκωσα με θάρρος το δεξί. Το πήρε και μου έριξε μια με τη βέργα κι ύστερα κάθισα στη θέση μου καταντροπιασμένη. 

Την άλλη φορά, όμως, που κατούρησα στο θρανίο και είπα αηδιασμένη πως το είχε κάνει ο Σπύρος, διέκοψε το μάθημα και με πήρε να κάνουμε μια βόλτα ως τις τουαλέτες. Θυμάμαι πως χάιδευε το χέρι μου στη διάρκεια της διαδρομής και όταν φτάσαμε επιτέλους και έλεγα ας ανοίξει η γη να με καταπιεί να τελειώνουμε, γονάτισε, μου χάιδεψε τα μαλλιά και μου είπε πως, τώρα που ξέρω πού είναι οι τουαλέτες, δεν θα χρειαστεί να ξαναπώ ψέματα. Με εκείνο το χάδι τής συγχώρησα τη βέργα. 

Ο Ανδρέας μού αποκάλυψε πως του έδενε τα κορδόνια και του είχε δώσει λεφτά να πάρει τυρόπιτα από το κυλικείο, χωρίς να ξέρουν τίποτα οι δικοί του. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο από κείνη, δεν θυμάμαι τα μαθήματά της. Αλλά όποτε τη σκέφτομαι μού έρχεται στο νου η φράση του Παπαδιαμάντη. "Χωρίς να το ηξεύρω ήμην ευτυχής". 

Η κυρία Γιώτα κέρδισε σήμερα το βραβείο της καλύτερης δασκάλας. Ο Ανδρέας κέρδισε το βραβείο του καλύτερου εκπαιδευτή ιατρού από τους φοιτητές του. Κι εγώ κέρδισα ένα χρόνο άδεια για να μείνω μακριά από την τάξη και να ξαναθυμηθώ τις χαρές της δουλειάς μου. 

Για την κυρία Γιώτα ήμασταν οι τελευταίοι μαθητές. Μετά από εμάς πήρε σύνταξη. Και ήταν μόλις πενήντα χρονών. Λίγο μεγαλύτερή μας. 

***

Φωτογραφία: Η μαμά μου στο Δημοτικό. Πρώτη από αριστερά με το λουλούδι στα μαλλιά. 

Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

Πιστοποιητικό Επάρκειας Γνώσεων για Πολιτογράφηση

"Migrants", Issa Watanabe

Την περασμένη Κυριακή έγιναν εξετάσεις για όσους μετανάστες επιθυμούν να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια. Η εξέταση ήταν γραπτή και προφορική και οι υποψήφιοι εξετάστηκαν σε θέματα ελληνικής γλώσσας, ιστορίας, γεωγραφίας, πολιτισμού και θέματα κοινωνικής και πολιτικής αγωγής. 

Τα θέματα της γραπτής δοκιμασίας ήταν κατά κοινή ομολογία δύσκολα. Και για έναν Έλληνα θα ήταν ζόρικο να ορίσει σε τριάντα λέξεις την έννοια της μεταπολίτευσης, της Αντίστασης ή του εθνικού διχασμού. Υποθέτω πως οι περισσότεροι θα είχαν προετοιμαστεί με τον τρόπο τους. Αγοράζοντας βιβλία, μελετώντας παλιά θέματα, παρακολουθώντας φροντιστηριακά μαθήματα. 

Κάθε ελληνικός διαγωνισμός είναι περίοδος γιορτής για λογής λογής φροντιστήρια που σου υπόσχονται την επιτυχία. Αρκεί να μπορείς να διαθέσεις τις οικονομίες σου. Ακόμη θυμάμαι το σοκ που έπαθα όταν συνειδητοποίησα ότι τα φροντιστήρια ζητούσαν δύο έως και τρεις χιλιάδες ευρώ για να προετοιμάσουν μελλοντικούς εκπαιδευτικούς για τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. 2000 ευρώ για να σου μάθουν τίτλους ποιημάτων του Καβάφη, περιεχόμενα ποιητικών συλλογών και ημερομηνίες από ασήμαντα ιστορικά γεγονότα. Στην περίπτωση των εξετάσεων της ιθαγένειας δεν ξέρω εάν ίσχυσε κάτι τέτοιο, αλλά η συμμετοχή ήταν από μόνη της στα 130 ευρώ.

Οι άνθρωποι, πάντως, στα γραπτά δυσκολεύτηκαν και  τα περισσότερα από τα θέματα δεν θα τα απαντούσαν εύκολα ούτε Έλληνες υποψήφιοι. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της διαδικασίας ήταν η προφορική εξέταση. 

Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι υποψήφιοι που γνωρίσαμε ήταν Αλβανοί και ανατολικοευρωπαίοι. Τα επαγγέλματα λίγο πολύ αναμενόμενα. Άνδρες οικοδόμοι, γυναίκες οικιακές βοηθοί και αποκλειστικές νοσοκόμες. Ελάχιστοι υποψήφιοι Αφρικανοί, Ασιάτες, Λατινοαμερικανοί. Ενδεχομένως να μην τους ενδιαφέρει να αποκτήσουν την ιθαγένεια, να μην έχουν εγκλιματιστεί με τον ίδιο τρόπο. Σε μεγάλο βαθμό ζουν γκετοποιημένοι στις γειτονιές της Αθήνας, έχουν μικρότερη πρόσβαση στις υπηρεσίες και παραμένουν πιο αδύναμοι ταξικά στις ενδομεταναστευτικές κοινότητες. Εάν κρίνω από τους γονείς των μαθητών μου, οι Αφρικανοί μιλούν μεταξύ τους και στα παιδιά τους στην αγγλική γλώσσα. Λίγοι γνωρίζουν τα ελληνικά, και κάνουν παρέα κυρίως μεταξύ τους. Μπορεί να μην ενδιαφέρονται να επιστρέψουν στη χώρα τους, να μην αισθάνονται την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα. Έχουν μάλλον διαφορετικό τρόπο σκέψης, ακόμη κι εκείνοι που ζουν χρόνια στην εδώ. 

Οι Αλβανοί υποψήφιοι είχαν αγωνία να αποδείξουν πόσο αγαπούν τη χώρα που τους φιλοξενεί. Πολλοί τόνιζαν ότι έχουν αγοράσει εδώ σπίτι και έχουν ιδιοκτησία, που σημαίνει πως ριζώνουν εδώ οι ζωές τους. Τα παιδιά τους φοιτούν σε ελληνικά πανεπιστήμια και "έχουν βαφτιστεί με τον δικό μας τρόπο". 

Ήταν συγκινητικό το πόσο περιποιημένοι προσήλθαν. Κάποιες κυρίες είχαν φτιάξει τα μαλλιά τους στο κομμωτήριο, φόρεσαν κυριακάτικα ρούχα, έδωσαν στην ημέρα μια διαφορετική αξία, σαν να ψήφιζαν για πρώτη φορά. 

Το δυστοπικό περιβάλλον της αριστείας που  έχουν επιβάλει οι κυβερνώντες (προς το παρόν στα σχολεία μας), με οδήγησε να φανταστώ μια μελλοντική "εφαρμογή" της πλατωνικής πολιτείας όπου όλοι θα διαγωνιζόμαστε σκληρά, προκειμένου να αξιωθούμε την έννοια του πολίτη. Και φυσικά κανείς δεν θα ενδιαφέρεται για την ευαισθησία μας ή την πολιτική μας συνείδηση. Εξάλλου, αυτά ποιος από μας τα διδάχτηκε από ιδιωτικούς φορείς και φροντιστήρια;

Παρά την απειρία, και την πρόχειρη οργάνωση σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλλον η μέρα των εξετάσεων κύλησε ομαλά και η αμοιβή των εκπαιδευτικών που συμμετείχαμε θα είναι αξιοπρεπής. Οι αμοιβές μας είναι αξιοπρεπείς μόνο όταν πληρωνόμαστε από άλλα Υπουργεία, και όχι το Υπουργείο Παιδείας. Έτσι, ενώ στην επιτήρηση του Σαββάτου όπου διαγωνίστηκαν μαθητές που θέλουν να φοιτήσουν σε Πρότυπα Γυμνάσια και Λύκεια, ένας εκπαιδευτικός απασχολήθηκε περίπου 6 ώρες και θα πληρωθεί γι' αυτές 30 ευρώ, για τις εξετάσεις της ιθαγένειας, στις οποίες το Υπουργείο μας δεν εμπλέκεται, η αμοιβή θα είναι παραπάνω από διπλάσια. 

Με την ίδια λογική, ένα γραπτό πανελλαδικών εξετάσεων (που μπορεί να σου πάρει ακόμη και μισή ώρα να το διορθώσεις) κοστολογείται από το υπουργείο μας κάτω από 2 ευρώ, ενώ η βαθμολόγηση άλλου τύπου γραπτών, που είναι αρκετά ευκολότερη και γίνεται πιο γρήγορα, πληρώνεται πιο γενναιόδωρα. Ο δημόσιος τομέας για άλλη μια φορά αποδεικνύει πως υπάρχουν χρήματα για όλους, αλλά όχι τους εκπαιδευτικούς του. Αυτοί ζουν και με πνευματικά αγαθά. 


Κυριακή 20 Μαρτίου 2022

Jane Kroik: Βόλτα στα βιβλιοπωλεία


Τα χρόνια που δούλευα σε βιβλιοπωλείο, όσο κι αν μ' άρεσε η δουλειά, δεν μπορούσα εύκολα να χωνέψω πως θα ζήσω τη ζωή μου ως υπάλληλος. Μια ζωή χωρίς ελεύθερα Σάββατα και χωρίς χριστουγεννιάτικες διακοπές. Μια ζωή να διαφωνώ με συναδέλφους και προϊσταμένους για δυο βδομάδες καλοκαιρινή άδεια. Και κυρίως, μια ζωή με πενιχρό μισθό. 



Όχι ότι οι απολαβές καθόρισαν αυτό που διάλεξα να κάνω -κάθε άλλο. Αλλά η παντελής έλλειψη ελεύθερου χρόνου, η πιθανότητα να φεύγω από το σπίτι το πρωί και να επιστρέφω στις δέκα το βράδυ, μετά από τουλάχιστον οκτάωρη ορθοστασία, με απέτρεψαν. 

Στο βιβλιοπωλείο, όμως, πέρασα όμορφα. Ενθουσιαζόμουν με τις νέες παραλαβές, λάτρευα τη μυρωδιά του χαρτιού (που τότε αναμειγνυόταν με τη μυρωδιά του καπνού γιατί δεν υπήρχε βιβλιοϋπάλληλος που να μην καπνίζει και τη δεκαετία του '90 ήταν αδιανόητο να βγεις έξω για τσιγάρο), ξετρελαινόμουν να παρατηρώ τους θαμώνες, διάσημους και άσημους. 

Τώρα που το τοπίο στην εκπαίδευση αλλάζει δραματικά προς το χειρότερο, η δουλειά στο βιβλιοπωλείο αρχίζει και μου λείπει. Μου λείπει η ηρεμία των ημερών που δεν είχαμε κόσμο, τα αυγουστιάτικα απογεύματα που περνούσες την ώρα σου διαβάζοντας ένα καινούργιο βιβλίο, μια καλή κουβέντα, τα κοινά ενδιαφέροντα. 

Ποτέ δεν θα δουλέψουμε όπως δουλεύαμε πριν από είκοσι χρόνια. Ο ελεύθερος χρόνος στη χειρότερη περίπτωση αποκλείεται, στην καλύτερη είναι ελάχιστος και σε γεμίζει και ενοχές. 

Αυτά τα δυο χρόνια παγωνιάς και πανδημίας, πέρασα αμέτρητες ώρες στο σπίτι διαβάζοντας, άλλοτε για τη δουλειά, άλλοτε για τις σπουδές, κάπου κάπου για ευχαρίστηση. Εξακολουθώ να νιώθω πως σε μια δουλειά που πρέπει απλώς να διαβάζω, θα μπορούσα να δουλεύω όλη μέρα. 

Όσο ήμουν κλεισμένη μέσα, περίμενα πώς και πώς να ανοίξουν τα βιβλιοπωλεία και επισκέφτηκα σχεδόν κάθε μικρό βιβλιοπωλείο του κέντρου της Αθήνας, παρόλο που ακόμη ψωνίζω και πάντα θα ψωνίζω από το βιβλιοπωλείο στο οποίο δούλεψα. 


Τα βιβλιοπωλεία είναι ένας τρόπος να μάθεις τα μυστικά μιας πόλης. Είναι στέκια, πολλές φορές είναι κρυμμένα σε όμορφες γειτονιές, το καθένα έχει τους πιστούς του. Δεν υπάρχει πια τουριστικός οδηγός που να μην αναφέρεται σ' αυτά. Στη γειτονιά μου, τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν ανοίξει αρκετά, και όλα έχουν το κοινό τους, κι ας μην εξυπηρετούν τις συνήθεις ανάγκες των γειτόνων σε μαρκαδόρους, μολύβια και φωτοτυπίες. 


Η Jane Kroik, μια από τις πολύ νέες εικονογράφους που παρακολουθώ, εδρεύει στη Νέα Υόρκη. Όταν εγκαταστάθηκε στην πόλη, έβαλε στόχο να ξετρυπώσει όλα τα βιβλιοπωλεία της. Ήταν ένα τρόπος να χαρτογραφήσει τις συνήθειες των κατοίκων και να αποκτήσει δικές της. 


Ήθελε διακαώς να ανακαλύψει όσο περισσότερα μπορούσε, να τα φωτογραφήσει, να πάρει μια γεύση από την ατμόσφαιρα του καθενός και να τα απαθανατίσει με τις μπογιές της, συμβάλλοντας στο να παραμείνουν ανοιχτά, ζωντανά, προσβάσιμα στους επισκέπτες τους, ας ήταν κι ελάχιστοι. 


Χάρη σ΄ αυτό το πρότζεκτ, η Jane φιλοτέχνησε αργότερα πολλά εξώφυλλα για τον New Yorker, το περιοδικό της πόλης για "ανθρώπους που διαβάζουν". Ο New Yorker αγαπά τους νέους εικονογράφους και έχει συμβάλει στη καθιέρωση καμπόσων από δαύτους με τα εξώφυλλά του. Να, δείτε εδώ την ιστορία ενός μικρού βιβλιοπωλείου που εικονογράφησε η Jane για το περιοδικό. 


* * * 


Σάββατο 1 Ιανουαρίου 2022

Βιβλία του 2021

Ήμουν και είμαι άνθρωπος που λατρεύει τις ανασκοπήσεις, τα φλας μπακ, τους απολογισμούς και τις λίστες. Λίστες δώρων, λίστες όσων έγιναν ή πρέπει να γίνουν. Λίστες με υποχρεώσεις, λίστες με επιθυμίες, λίστες με στόχους. Λίστες με μέρη που επισκέφτηκα, ταινίες που είδα, φίλους που θέλω να πάρω τηλέφωνο, φίλους που θέλω να δω, βιβλία που θέλω να διαβάσω, βιβλία που διάβασα και πάει λέγοντας. 

Οι λίστες δεν χρησιμεύουν σε τίποτα. Βέβαια, βάζουν το μυαλό σε μια τάξη. Όταν το μυαλό είναι από τη φύση του τακτοποιημένο και οι λίστες επιμένουν να το απασχολούν χωρίς να έχουν πραγματικό λόγο ύπαρξης, πρόκειται περί ψυχαναγκασμού. Εγώ είμαι ψυχαναγκαστική χρόνια τώρα. 

Σε σπάνιες περιπτώσεις οι λίστες μάς μιλούν. Για παράδειγμα, πάντοτε υπήρχε μια λίστα με αναρτήσεις που ήθελα να κάνω στο ιστολόγιο. Με τα χρόνια άρχισε να αυξάνει επικίνδυνα. Κόντεψε να με φάει. Όταν η λίστα γιγαντώθηκε κι η όρεξη συρρικνώθηκε, συνειδητοποίησα πως ήρθε η ώρα να τα παρατήσω. Πού και πού επιστρέφω. Όπως τώρα. 

Στη λίστα των βιβλίων που διάβασα το 2022, μέτρησα 42. Σημαδιακό, δεν μπορείς να πεις. Ξεκίνησα (ξανα)διαβάζοντας τον Ίαν Μακ Γιούαν, που τον είχα αγαπήσει από την Εξιλέωση και το Σάββατο. Ο Πρώτος έρωτας ήταν μια εξαιρετική σειρά διηγημάτων που βρήκα σε φιλική βιβλιοθήκη και μου θύμισε εκείνα τα φανταστικά βιβλία τσέπης που έβγαζε κάποτε ο Οδυσσέας κι εγώ τα καταβρόχθιζα σαν τρελή τον καιρό που δούλευα στο βιβλιοπωλείο. Συνέχισα διαβάζοντας το Στην ακτή και, παρόλο που δεν μου φάνηκε σπουδαίο, διάβασα και την Έμμονη αγάπη, ένα αριστούργημα. Το ξεκινάς και δεν παίρνεις χαμπάρι πού το πάει. 

Μέσα στον χειμώνα κατάφερα να αφοσιωθώ στον Γουόρεν, που με περίμενε όλο το φθινόπωρο στο ράφι με τα αδιάβαστα και με καθήλωσε με το Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά. Αναζήτησα και τις δυο κινηματογραφικές του μεταφορές. Πολύ καλή η πρώτη, μάλλον κακή η δεύτερη. Από τις χειρότερες ερμηνευτικές απόπειρες του Σον Πεν. 

Διαβάζοντας μανιωδώς για τη διατριβή που πασχίζω να προχωρήσω, επέστρεψα στις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα και ό,τι παλιό ή καινούργιο έχει γραφτεί γι' αυτές.  Σε μια προσπάθεια να συνδυάσω το τερπνόν μετά του ωφελίμου που λένε, εκεί που ασχολιόμουν με ό,τι αφορά το ανατολικό μπλοκ, έπεσα πάνω στο Ανατολικά της Δύσης του Μίροσλαβ Πένκοφ που ισορροπεί τόσο τρυφερά το τραγικό με το αστείο. 

Με συγκίνηση επέστρεψα στο Πανδοχείο της μνήμης του Τόνι Τζαντ, όπου μπορεί να βρει κανείς υπέροχες σελίδες για τα κιμπούτς, την εβραϊκότητα, τη ζωή του σύγχρονου ακαδημαϊκού, τη διδασκαλία, τη μαθητεία, τη διαχείριση της οικογενειακής ιστορίας, την ασθένεια. 

Στις αρχές του καλοκαιριού, διάβασα το Δόκτωρ Ζιβάγκο του Παστερνάκ και ό,τι μπόρεσα να βρω για την ιστορία αυτού του βιβλίου: το Νόμπελ, οι μυστικές υπηρεσίες, τα παράνομα πόκετ μπουκ που κυκλοφόρησαν στην Expo 58.

Στο καράβι για τη Νίσυρο κατάπια χωρίς να το καταλάβω καμιά διακοσαριά σελίδες από την Ιστορία αγάπης και σκότους του Άμος Οζ, ενώ κατά κοινή ομολογία διαβάζω αργά. Συνέχισα με τον Ιούδα, που πραγματεύεται συγκλονιστικά την έννοια του προδότη και το, απογοητευτικό για μένα, Μαύρο κουτί. 

Ένας συγγραφέας που δεν είχα ασχοληθεί μαζί του, παρόλο που μου άρεσαν πολύ τα πρώτα του βιβλία, ήταν ο Μισέλ Ουελμπέκ. Τον πήρα μαζί μου στο Πήλιο και με βοήθησε να ξεχάσω λίγο τον καύσωνα και τα τσιμπήματα απ' τις τσούχτρες. Ψηφίζω Πλατφόρμα. Δ α γ κ ω τ ό. 

Με έλληνες συγγραφείς ασχολήθηκα ελάχιστα φέτος. Ξεχώρισα όμως τα Ανήσυχα άκρα του Νίκου Παναγιωτόπουλου, το Εκεί που ζούμε του Χρίστου Κυθρεώτη και την Πόλη και τη σιωπή του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη. 

Μεσολάβησαν διάφορα άλλα και τελικά η χρονιά τελείωσε με το Neverhome του Λερντ Χαντ, ένα διαμάντι για τον αμερικανικό εμφύλιο, γεμάτο λυρισμό και ανατροπές, και τις Κόκκινες Ψυχές του Πωλ Γκρεβεγιάκ, στις οποίες ελπίζω να επανέλθω σύντομα με μια εκτενέστερη ανάρτηση. 

Και κάτι ακόμη. Το 2021 πήρα το πρώτο μου Kindle! Είμαι αμήχανη απέναντί του και δεν ξέρω αν τα βιβλία που διαβάζω εκεί πρέπει να γράφονται σε χωριστή λίστα ή όχι. Δεν περίμενα πως θα μου άρεσε, αλλά ευτυχώς εδώ και λίγο καιρό έχω μάθει να εκτιμώ μιαν αρετή ακόμη: την ελαφρότητα. 

***

[1] Ίαν Μακ Γιούαν, Πρώτος έρωτας (μτφρ. Ρωξάνη Καυτατζόγλου), Οδυσσέας, Αθήνα 1979.

[2] Ίαν Μακ Γιούαν, Στην ακτή (μτφρ. Ελένη Ηλιοπούλου), Πατάκης, Αθήνα 2008. 

[3] Ίαν Μακ Γιούαν, Έμμονη Αγάπη (μτφρ. Έλλη Εμκέ), Νεφέλη, Αθήνα 1999. 

[4] Ρόμπερτ Πεν Γουόρεν, Όλοι οι άνθρωποι του βασιλιά (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου), Πόλις, Αθήνα 2020.

[5] Μίροσλαβ Πένκοφ, Ανατολικά της Δύσης (μτφρ: Άκης Παπαντώνης), Αντίποδες, Αθήνα 2016.

[6] Τόνι Τζαντ,  Το πανδοχείο της μνήμης (μτφρ: Γιώργος Καράμπελας - Κώστας Λιβιεράτος), Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2019. 

[7] Μπορίς Παστερνάκ, Δόκτωρ Ζιβάγκο (μτφρ. Μαρία Τσαντσάνογλου), Ποταμός, Αθήνα 2015. 

[8] Άμος Οζ, Ιστορία αγάπης και σκότους (μτφρ. Ιακώβ Σιμπή), Καστανιώτης, Αθήνα 2014. 

[9] Άμος Οζ, Ιούδας (μτφρ. Μάγκυ Κοέν), Καστανιώτης, Αθήνα 2016.

[10] Άμος Οζ, Το μαύρο κουτί (μτφρ. Ιακώβ Σιμπή), Καστανιώτης, Αθήνα 2010. 

[11] Μισέλ Ουελμπέκ, Πλατφόρμα (μτφρ. Κώστας Κατσουλάρης), Εστία, Αθήνα 2005. 

[12] Νίκος Παναγιωτόπουλος, Ανήσυχα άκρα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2020.

[13] Χρίστος Κυθρεώτης, Εκεί που ζούμε, Πατάκης, Αθήνα 2019

[14] Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Η πόλη και η σιωπή, Καστανιώτης, Αθήνα 2013. 

[15] Λερντ Χαντ, Neverhome (μτφρ.: Χρήστος Οικονόμου), Πόλις, Αθήνα 2021. 

[16] Paul Greveillac, Κόκκινες ψυχές (μτφρ. Στέλα Ζουμπουλάκη), Πόλις, Αθήνα 2021. 



Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2021

Χαρτοκοπτική

Όταν πήγαινα στο δημοτικό, παρακαλούσα τους γονείς μου να μας αγοράζουν τη "Μανίνα" και τη "Κατερίνα" -η "σούπερ Κατερίνα" δεν είχε αρχίσει να κυκλοφορεί ακόμη, μιλάμε για τη δεκαετία του '80. Ήταν γνωστά κοριτσίστικα περιοδικά της εποχής, ακολουθούσαν μια εντελώς έιτις αισθητική, με αφίσες και σιδερότυπα γνωστών τραγουδιστών της ποπ ή ηθοποιών του Χόλιγουντ και το κλασικό ερωτικό φωτορομάντζο στις τελευταίες σελίδες. 


Πολλές φορές, όταν στη μέση του περιοδικού υπήρχε δώρο μια γιγαντοαφίσα, μπορούσε η μικρή αναγνώστρια, ανάλογα με το πόσο μικρή ήταν, να επιλέξει ανάμεσα στο πρόσωπο της γιγαντοαφίσας και την χαρτοκοπτική που υπήρχε στην πίσω πλευρά της. 


Έτσι, για παράδειγμα, μια έφηβη μπορεί να είχε στο δωμάτιό της τον Ρόμπερτ Σμιθ των Cure, ενώ η μικρή αδερφούλα της θα προτιμούσε να κάνει τον Ρόμπερτ με τα κρεμμυδάκια, να τον κόψει σε  φουστίτσες, μπλουζάκια, εσώρουχα, γόβες και τσαντάκια της στρουμπουλής και πρόωρα σέξι χάρτινης κούκλας της πίσω πλευράς. 

Τόλμησα κάποτε το απονενοημένο διάβημα και ξεκόλλησα το Μελ Γκίπσον από την ντουλάπα της αδερφής μου (που του έδινε ένα φιλί κάθε πρωί), για να τον μετατρέψω σε μικροσκοπικά χάρτινα ρουχαλάκια εποχής. 

Οι χάρτινες κούκλες αποτελούν παράδοση από τον 19ο αιώνα τουλάχιστον και, από αυτή την άποψη, είναι πολύ μεγαλύτερης αξίας από κάθε λογής ποπ σταρ που φιγουράρισε για έναν καιρό στα κοριτσίστικα περιοδικά και μετά πέρασε η μπογιά του. 


Το χαστούκι που 'φαγα μετά τον ακρωτηριασμό του Μελ, δε θα το ξεχάσω. Αυτό,  μια σπασμένη μύτη, ένας ραγισμένος καρπός και ένα δόντι που σφηνώθηκε στα πλακάκια του μπαλκονιού μας αποτελούν τις μελανές σελίδες στο αναμνηστικό άλμπουμ των παιδικών μας χρόνων. 

***

 

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

Μια ιστορία αγάπης

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια φτωχή...

Ζούσε σε ένα μικρό διαμέρισμα και πέρναγε τον καιρό της κοιτώντας έξω από το παράθυρο της κουζίνας. 

Η φτωχή είχε μια γάτα, έναν σκύλο και μια κατσίκα. 

Κάθε μέρα έβγαινε βόλτες ελπίζοντας να συναντήσει το ταίρι της. 

Άλλοτε γύμναζε την κατσίκα της ποδηλατώντας,

άλλοτε έβγαζε τον σκύλο της για να ξεσκάσει στο δάσος

κι άλλες φορές έκανε το χατίρι του γατιού της και καθόταν σπίτι να απολαύσει το τσάι της. 

Όταν σώνονταν οι οικονομίες της, ξενόραβε. 

Κι όταν κουραζόταν πολύ, ξάπλωνε στον καναπέ της κι ονειρευόταν ένα συναρπαστικό μέλλον.

Μια μέρα, εκεί που άλεθε τον κιμά της, άγγελος Κυρίου τής παρουσιάστηκε για να της πει πως έρχεται το τυχερό της. 


Ο μοναχικός γείτονάς της θα άφηνε στη μέση την πασιέντζα...

και θα τη ζητούσε σε ραντεβού. 


Η φτωχή γυναίκα δέχτηκε. 

Στο πρώτο ραντεβού, έβαψε τα νύχια της. 

Στο δεύτερο, κάθισε πλάι του στο παγκάκι το δρόμου. 

Στο τρίτο, της φίλησε το χέρι.

Στο τέταρτο, χόρεψαν κι εκείνη έβγαλε την μπλούζα της.

Στο πέμπτο, τον καβάλησε και του ρούφηξε τα χείλη. 

Στο έκτο, κολύμπησε γυμνή μπροστά του στη μολυσμένη παραλία της πόλης τους. 


Κι ύστερα, τον φώναξε σπίτι της κι έμεινε μόνο με το βρακί της. 

Και τελικά, το έβγαλε κι αυτό.

Όταν πέρασε ο καιρός, έπαψε να τον εντυπωσιάζει η γύμνια της κι ο άντρας επέστρεψε στην εφημερίδα του

και στα διαβάσματά του. 


Η φτωχή γυναίκα όμως χαιρόταν, γιατί στην πόλη τους, έλεγαν, κάθε άντρας αντιστοιχούσε σε δύο γυναίκες κι εκείνη είχε έναν από μόνη της.

Και στο κάτω κάτω,  δε θα ξανάβλεπε ποτέ μοναχή της τηλεόραση.


***

Ιστορία: Ελένη Πούλου

Εικονογράφηση: Valentin Gubarev