Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωσταντίνος Χατζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωσταντίνος Χατζόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Μια ανάγνωση της "Κερένιας κούκλας" - Β' μέρος

Το διάβασμα της "Κερένιας κούκλας" του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου φέρνει αναπόφευκτα στο νου το "Φθινόπωρο" του Κωσταντίνου Χατζόπουλου. Υπάρχουν αρκετές διαφορές, επικρατεί όμως η αίσθηση πως είναι λεπτές, όπως αυτή που παρατηρείται στο όνομά τους. Φαινομενικά συνoνόματοι, μόνο που ο Χατζόπουλος δεν ήθελε να βλέπει το "ν" στο μικρό του όνομα. Κωσταντίνος, όχι Κωνσταντίνος. Διόρθωνε διαρκώς όσους έγραφαν το όνομά του λάθος.

Και τα δύο πεζογραφήματα γράφτηκαν την ίδια περίπου εποχή. Το 1911 εκδίδεται η "Κερένια κούκλα", το 1917 το "Φθινόπωρο". Και τα δύο προκάλεσαν εντύπωση στους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς κύκλους, και τα δύο θεωρήθηκαν συμβολιστικά έργα. Για το "Φθινόπωρο" η ετυμηγορία υπήρξε ομόφωνη, για την "Κερένια κούκλα" όχι.

Και ως προς την υπόθεση υπάρχουν ομοιότητες. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ένα νεαρό ζευγάρι. Ο Στέφανος και η Μαρίκα στην πρώτη περίπτωση, ο Νίκος και η Βεργινία στη δεύτερη. Ένας νέος όμορφος, γεμάτος όρεξη και κέφι για ζωή, με ένα γέλιο ηχηρό, γεμάτο ζωηράδα, και μία κοπέλα θαμπή, αχνή, φιλάσθενη, σχεδόν αντιπαθής στον αναγνώστη, αν και θύμα μιας μοίρας που δεν ελέγχει η ίδια. Κι ανάμεσά τους ένα πολύ νεαρό κορίτσι -η Ευανθία του "Φθινοπώρου", η Λιόλια της "Κερένιας κούκλας"- που εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, γεννά τον πόθο, συμβολίζει τα νιάτα, την ίδια τη ζωή. Η εμφάνισή της προκαλεί ανατροπές. Ένα σύμβολο ζωής που, τελικά, προκαλεί το θάνατο. Ένα φάλτσο, μια κραυγή χαράς  σε ένα σπίτι που το μαστίζει η αρρώστια.

Κυρίαρχα θέματα είναι η ζωή των νέων από τη μια μεριά και τα κουτσομπολιά της μικρής επαρχιακής πόλης ή της Αθήνας -που εκείνη την εποχή δε διαφέρει και πολύ από μια μικρή επαρχιακή πόλη και οι περιγραφές του Χρηστομάνου το μεταφέρουν αυτό- από την άλλη. Η κακογλωσσιά, οι φαρμακόγλωσσες γειτόνισσες, οι ανύπαντρες κόρες, η ζήλεια, η βασκανία, το μάτι. Όλα είναι παρόντα. Και στις δύο περιπτώσεις. Δε σχολιάζονται από τον αφηγητή, αλλά το ύφος αποτελεί από μόνο του ένα σχόλιο.

Αυτός που επικρατεί είναι ο εσωτερικός χώρος. Αυτός που γίνεται απειλητικός, ασφυκτικός, πάντα αποπνικτικός και σκοτεινός, ίδιος ο θάνατος. Αντίθετα, όταν ο φακός του αφηγητή μεταφερθεί σε χώρο εξωτερικό, η φύση οργιάζει, γεμίζει λουλούδια, ανοιξιάτικες μυρωδιές και πρόωρα ανθισμένες αμυγδαλιές. Μέσα από το παράθυρο όλα πεθαίνουν, έξω από αυτό όλα σφύζουν από ζωή. 

Τα χρώματα κάνουν την παρουσία τους παραπάνω από αισθητή. Δεν υπάρχει σκηνή που να μη γίνεται αναφορά σε ένα χρώμα. Το λευκό, το γαλάζιο, το κόκκινο, το χρυσό, το ασημί, το κίτρινο. Η χλομάδα στα πρόσωπα επανέρχεται διαρκώς και είναι ενδεικτική της συναισθηματικής τους κατάστασης, ενώ και στα δύο πεζογραφήματα πολλές φορές τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται "κέρινα". Αφαιμαγμένα ομοιώματα, χωρίς ζωή. 

Έτσι κοιμήθηκαν εκείνη τη νύχτα η άσπρη Βεργινία και ο μαυριδερός ο Νίκος σκεπασμένοι με το νυφικό τους πάπλωμα από ατλάζι γαλάζιο [...]

***
Σα γάλα έμπαινε η γαλανή ανάσα τ' ουρανού μέσα στην κάμαρη της άρρωστης και της χάδευε τ' άσπρο πρόσωπό της τ' αχάδευτο και της φιλούσε τα κόκκινά της τα μαλλιά, που άλλος κανένας δεν τα φιλούσε. 
***
Η Λιόλια όλο και ξεροκοκκίνιζε κι έμενε σκυμμένη... Με μιας σήκωσε τ' αθώα και γλυκά της μάτια, που οι κόρες τους ήτανε χρυσαφένιες σαν τα τζίτζιφα και κολυμπάγανε μες στο ασπράδι, το υγρό και μπλου, σα μέσα σ' ένα πέλαγος αυγινό, σε κάποιον ουρανό χλωμό [...] 

Κ. Χρηστομάνου, Η Κερένια κούκλα

Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ' έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός.
 *** 
Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ψυχροκίτρινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σε κέρινη λευκή λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία.
Κ. Χατζόπουλου, Φθινόπωρο

Το φεγγάρι ως σύμβολο επανέρχεται διαρκώς στην "Κερένια κούκλα", ενώ στο "Φθινόπωρο" σύμβολο αποτελεί η ίδια η εποχή, η υγρασία της, οι μυρωδιές της, το ομιχλώδες τοπίο. Οι υπαινιγμοί, τα υπονοούμενα, η συμβολιστική ασάφεια που συναντά κανείς στο "Φθινόπωρο" δεν είναι εξίσου έντονα στην "Κερένια κούκλα", αλλά η υποβλητικότητα στη γραφή είναι χαρακτηριστική και στα δύο. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης έχει κανείς την αίσθηση πως τα δωμάτια σκοτεινιάζουν, οι τοίχοι βάφονται σε  χρώμα ασημί, ένα χλομό φεγγάρι φωτίζει τις σελίδες.



Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία:

Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο,  Νεφέλη, Αθήνα 1987

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2013

Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο


Κάτω στης λαγκαδιάς το χάσμα άγρια περικοκλάδια πλεγμένα σε κουμαριές και σκίνα και σε ρείκια σχημάτιζαν λόχμες, μικρούς θόλους που έφεγγαν βιολετοκόκκινοι όταν άνοιγαν τα ρείκια, έλαμπαν ασπριδεροί με μουντούς, παρδαλούς τόνους όταν άνθιζαν τα περικοκλάδια.

Το δειλινό έβαψε ρόδινα, ρόδινα  ωχρά τα τζάμια μια στιγμή, έπειτα έριξε μια θολοκίτρινη χλομάδα που κρεμάστηκε σταχτιά, μουντή κ’ έμοιαζε και ήταν σα να κρεμάστηκε και να σταμάτησε σταχτιά, μουντή και η ώρα απάνω τους·  

Το χειμώνα κάποιες φορές το κρύο γίνεται τσουχτερό. Και στην Αθήνα. Μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις της ημέρας, να ανάψεις το καλοριφέρ. Αν το ανάψεις θα κάψει πετρέλαιο. Τα λιγοστά  δέντρα της πόλης είναι γυμνά, τα φώτα ανάβουν νωρίτερα, η μέρα μικραίνει. Ρίχνεις κλεφτές ματιές στα σπίτια που δεν έχουν κλείσει τις κουρτίνες. Σε πείσμα όλων, οι αμυγδαλιές επιμένουν ν’ ανθίζουν.

 Την άνοιξη αρχίζουν οι πρώτες μυρωδιές, η ανθοφορία είναι αισθητή παντού. Αλλάζεις την ώρα, περιμένεις το καλοκαίρι. Οι πιο τολμηροί βουτούν τα πόδια στη θάλασσα. Κι όταν το καλοκαίρι έρθει, βυθίζεσαι στη ραστώνη του. Τζιτζίκια, τριζόνια, ζέστη, φρούτα πολλά. 

Και το φθινόπωρο; Φοράς μια ζακέτα παραπάνω. Οι λογαριασμοί αρχίζουν να φουσκώνουν. Στη λαϊκή, τα ρόδια και τα κάστανα σου υπενθυμίζουν ότι τελείωσε το καλοκαίρι. Υποχρεώσεις. Νιώθουμε την αλλαγή της εποχής επειδή ο κόμπος αρχίζει να ανεβαίνει στο λαιμό και να μας σφίγγει. Όσοι ζούμε στην πόλη δεν έχουμε τη χαρά να δούμε τη φύση να κοκκινίζει. Ο ερχομός του φθινοπώρου γίνεται αισθητός με το χειρότερο δυνατό τρόπο: φέρνοντας άγχος. Κακή συνήθεια που άφησε το σχολείο. 

Τέτοιες σκέψεις και συνειρμοί μού έφεραν στο μυαλό το Φθινόπωρο του Κωσταντίνου Χατζόπουλου. Ξεκινάς να διαβάζεις και δυσκολεύεσαι να ξεχωρίσεις ποιος είναι ποιος, τι σχέση έχουν τα πρόσωπα μεταξύ τους. Ο Στέφανος είναι ερωτευμένος με τη Μαρίκα, κόρη αποθανόντος νομάρχου. Ένας πόθος σιγοκαίει μέσα του για την ξαδέρφη Ευανθία, αδυναμία της μητέρας του, της Κατίγγως που για κάποιον ανείπωτο λόγο εχθρεύεται η Αγλαΐα, μητέρα της Μαρίκας. Μια γιαγιά, ένας παππούς κρυμμένος πίσω από το παράθυρο -«αγωγός του φόβου και του αγνώστου» κατά τον Τέλλο Άγρα-, ένας νομάρχης που προσφέρεται για γάμο, ένας στρατηγός, μια ατμόσφαιρα υποβλητική. Φθινόπωρο. Υγρασία, πλήξη,  μελαγχολία, οδύνη και ένας θάνατος.  

Στο βιβλίο οι διάλογοι είναι πολλοί. Τα πρόσωπα συχνά συνομιλούν μεταξύ τους. Και δε λένε τίποτα. Υπονοούμενα, υπαινιγμοί, μυστικά που πονάνε. Πίσω από τα κουτσομπολιά για τη ζωή της μικρής επαρχιακής πόλης νιώθεις ότι κρύβεται κάτι άλλο. Και διαβάζεις, διαβάζεις, περιμένεις κάποιος να το ξεστομίσει, να το ψιθυρίσει, νιώθεις ότι κρυφακούς, αλλά τελικά η Μαρίκα πεθαίνει. Δεν ξέρεις γιατί, ξέρεις όμως ότι κάποιο μυστικό παίρνει μαζί της. Και μέσα σε όλα αυτά, η μικρή Ευανθία ξεχωρίζει. Τρέχει, παίζει, γελάει σα μικρό κορίτσι, κοροϊδεύει. Μια ηχηρή παραφωνία. Η χαρά της μοιάζει με φάλτσο. 

Το Φθινόπωρο αποτέλεσε σταθμό στα ελληνικά γράμματα ως το μοναδικό συμβολιστικό πεζογράφημα. Ο λόγος του Χατζόπουλου εδώ γίνεται «ποιητικότερος, [...] μουσικότερος, με τάσεις προς τη συμβολιστική ασάφεια, αοριστία και υποβλητικότητα». 

Τελειώνεις την ανάγνωση, νιώθεις ότι έχει σκοτεινιάσει. Έξω έχει ομίχλη, πλησιάζει φθινόπωρο. Κι αυτό που σου μένει είναι ένας καμβάς γεμάτος θαμπές αποχρώσεις.

 
Έξω, εμπρός στο παράθυρο μια λεύκα σιγοκινούσε τα φύλλα της κοκκινισμένα. Τα πεύκα πλάι ίσκιωναν την αυλή βαριά.

Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ΄έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός.

Σώπασαν λίγες στιγμές. Από κάτω ανέβαινε η υγρασία της νοτισμένης γης. Η μισομαδημένη λεύκα έμενε ακίνητη· μόνο σε μια άκρη ενός κλαδιού σάλευαν δυο καρδερίνες. Στην αντικρινή ταράτσα παρδαλές πλατειές κουβέρτες απλωμένες έμοιαζαν σημαίες που με το κόκκινό τους βάθος έδιναν όψη φαιδρή την ερημιά του μικρού δρόμου. 

Ο αέρας σφύριζε μελαγχολικά στα κιτρινισμένα βούρλα και στη μαδημένη καλαμιά. Η γιαγιά έφερνε τότε τα παιδιά έξω στους λόφους πίσω από το κάστρο, όπου ο ήλιος έλαμπε χαρωπά στη νέα χλόη.



*** 

Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο, Νεφέλη, Αθήνα 1987.