Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίταλο Καλβίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ίταλο Καλβίνο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

Γεια σου, γοριλάκι


Στα μέσα τις δεκαετίας του 1980 κυκλοφορούσαν κάτι πανέμορφα λούτρινα πιθηκάκια. Ήταν ολόκληρα καλυμμένα με καφετιά γούνα και μόνο τα χέρια, τα πόδια και η μουσούδα τους ήταν πλαστική. Είχαν το στόμα τους ελαφρώς ανοιχτό, το ένα δάχτυλο του χεριού τους τεντωμένο, κι όταν τους έβαζες το χέρι στο στόμα, έμοιαζαν με χαριτωμένα μωρά που πιπιλούν το δάχτυλό τους. Τα συμπαθούσα γιατί είχαν καλοσυνάτο βλέμμα και ροδαλά μάγουλα, σαν να ντρέπονται. 

Σε ένα από τα πολλά κτίσματα του ζωολογικού κήπου του Βρότσλαβ είναι φυλακισμένα τα διάφορα πιθηκοειδή. Σε κάποιο από τα κλουβιά ζει ένα κοινωνικό και αεικίνητο πιθηκάκι που δίνει το χέρι του σε κάθε επισκέπτη, σαν πολιτικός σε προεκλογική εκστρατεία ή οικοδεσπότης σε πάρτι γενεθλίων. Συγκλονιστικότερη, ωστόσο, είναι μια μελαγχολική κοκκινότριχη χιμπατζίνα που ζει με τον αρσενικό της και, όση ώρα περιηγούνται οι επισκέπτες, εκείνη καθαρίζει αργά αργά κάθε σημείο του κλουβιού της μ' ένα κόκκινο ξεσκονόπανο. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω δει ζώο να υποφέρει από τόση θλίψη. Πέρασαν πάνω από είκοσι χρόνια από εκείνη την επίσκεψη κι ακόμα το θυμάμαι.

Εκείνο το πρόσωπο με τα χοντροκομμένα χαρακτηριστικά, σαν λυπημένου γίγαντα, γυρίζει κάθε τόσο προς το πλήθος των επισκεπτών που στέκεται πίσω από το τζάμι, σε μια απόσταση μικρότερη από το ένα μέτρο. Είναι ένα αργό βλέμμα σημαδεμένο από θλίψη, καρτερία και ανία, ένα βλέμμα που εκφράζει όλη την παραίτηση που νιώθει ένα ζώο γι' αυτή την ιδιαιτερότητά του, να είναι το μοναδικό δείγμα στον κόσμο με μια μορφή που το ίδιο δεν διάλεξε και που οι άλλοι δεν αγάπησαν, όλη την απόγνωση να κουβαλά στις πλάτες του τη μοναξιά του, όλη την αμηχανία του που καταλαμβάνει χώρο και χρόνο με την τόσο ογκώδη και χτυπητή παρουσία του. 

Ο κύριος Πάλομαρ, στην ομώνυμη συλλογή αφηγημάτων του Ίταλο Καλβίνο, έζησε μια παρόμοια εμπειρία στον ζωολογικό κήπο της Βαρκελώνης, όπου είδε τον μοναδικό αλμπίνο γορίλα του κόσμου. Παραιτημένος και κακόκεφος, κρατούσε σφιχτά στο στήθος του μια σαμπρέλα αυτοκινήτου, την οποία αρνούνταν πεισματικά να εγκαταλείψει, σαν να ήταν κομμάτι του σώματός του. 

Ο Πάλομαρ έχει την εντύπωση ότι καταλαβαίνει πολύ καλά τον γορίλλα, την ανάγκη του να κρατά κάτι σφιχτά, ενώ όλα γύρω του γλιστράνε από τα χέρια του, ένα αντικείμενο με το οποίο διασκεδάζει το άγχος της απομόνωσής του. 

Ο κύριος Πάλομαρ, που ζούσε απόλυτα μόνος και αδυνατούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, καταλάβαινε πολύ καλά πως μια βρόμικη σαμπρέλα χρησιμεύει στον γορίλα σαν "απτό στήριγμα για μια παραληρηματική κουβέντα χωρίς λέξεις". Μόνος στην πόλη, σαν το ζώο σε ένα τεράστιο κλουβί, είχε κι εκείνος την ανάγκη να αγκαλιάσει ένα ξεφούσκωτο λάστιχο. 

Πίσω από το τζάμι φαίνεται ένας περιφραγμένος χώρος με ψηλούς γύρω γύρω μαντρότοιχους που θυμίζει αυλή φυλακής, στην πραγματικότητα όμως είναι ο "κήπος" του σπιτιού-κλουβιού της οικογένειας του γορίλλα, και στον κήπο φυτρώνουν ένα χαμηλό δέντρο χωρίς φύλλα και μια σιδερένια σκάλα σαν αυτές που βλέπουμε στα γυμναστήρια. 

Απορώ που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει απαγορεύσει ακόμη τους ζωολογικούς κήπους. Οι συνθήκες υποτίθεται πως έχουν αλλάξει. Σε εποχές όχι και τόσο μακρινές, άλλωστε, οι κήποι εξέτρεφαν και αφρικανούς ιθαγενείς. Έρχονταν οι οικότροφοι διαφόρων ευρωπαϊκών σχολείων και τους τάιζαν μπανάνες, σαν να επρόκειτο για ανθρωπόμορφα πιθηκοειδή. Τώρα έχουμε κοντά στην Αθήνα το Αττικό Πάρκο, που υποτίθεται ότι περιθάλπει αδύναμα ζώα που δεν θα μπορούσαν να ζήσουν ελεύθερα στη φύση. Και πάλι παράλογο μου φαίνεται ένα λιοντάρι να ζει στα Σπάτα -ούτε καν στη Νεμέα δηλαδή- κι ας έχει προβλήματα υγείας. Ο άνθρωπος φαίνεται πως πάσχει από την ανίατη ασθένεια να φυλακίζει ό,τι υποτίθεται πως αγαπά. 


***

Ίταλο Καλβίνο, Πάλομαρ (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2011.

Τετάρτη 30 Αυγούστου 2017

Δύσκολοι έρωτες


O Ίταλο Καλβίνο έχει πολλές φορές χαρακτηριστεί ως "σύγχρονος κλασικός" της λογοτεχνίας. Στη δεκαετία του '90, έχω την εντύπωση πως στην Ελλάδα είχε γίνει μόδα. Τα καλοκαίρια έβλεπες πολύ συχνά στα χέρια λουόμενων αναγνωστών να φιγουράρουν οι "Δύσκολοι έρωτες", ενώ το "Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης" είχε μεγάλη επιτυχία στη χώρα μας.

Ο Καλβίνο έχει το χάρισμα να μιλά απλά κι ωραία για πράγματα δύσκολα. Στις "Αόρατες πόλεις" πάντρεψε ευφυέστατα τη λογοτεχνία με την αρχιτεκτονική του φανταστικού. Στο "Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης" τόλμησε σε ένα μυθιστόρημα να εντάξει τις αρχές δέκα διαφορετικών μυθιστορημάτων -διαφορετικού ύφους, συγγραφέα, εθνικότητας. Και δεν ήταν μόνο αυτό. Σ' αυτές τις ημιτελείς ασκήσεις επί χάρτου, κατάφερε να μιλήσει με χιούμορ για τη λογοτεχνία, τους αναγνώστες και την ανάγνωση, θίγοντας θέματα όπως η λογοκρισία, τα πνευματικά δικαιώματα, η λογοκλοπή. Όλα αυτά με μια μικρή δόση από γκαγκστερικές περιπέτειες. 

Από όλα του τα βιβλία, όμως, αγάπησα περισσότερο τους "Δύσκολους έρωτες". Απολαυστικές ιστορίες για ανθρώπους που θέλουν, μα δεν μπορούν να συναντηθούν. Στην περιπέτεια της κολυμβήτριας, μια γυναίκα χάνει το κάτω μέρος του μαγιού της την ώρα που κολυμπά. Γαντζώνεται από μια σημαδούρα και προσπαθεί να κολυμπήσει με τρόπο που να μην εκθέτει τα οπίσθιά της στα βλέμματα των παραθεριστών.

Κι αυτή, ενώ είχε ανάγκη από εμπιστοσύνη, έβρισκε μπροστά της ένα φράχτη γεμάτο κακεντρέχειες και υπονοούμενα, έναν αγκαθότοπο γεμάτο βλέμματα που σε καρφώνουν, γκριμάτσες και διφορούμενα χαμόγελα, ξαφνικές ερωτηματικές σιωπές των κουπιών στην επιφάνεια του νερού, και κάθε φορά το έσκαγε μακριά τους. 

Κολυμπά μέχρι το σούρουπο, που δυο ψαράδες οργανώνουν τη διάσωσή της. Η ψευδαίσθηση της έκθεσης -όταν κανείς δεν μας κοιτάζει αλλά νιώθουμε πως όλοι μάς παρακολουθούν- οδηγεί στην εσωτερική διαδικασία μιας επίπονης ενδοσκόπησης. Σκέψεις που αφορούν τον άντρα και τη γυναίκα, τον έρωτα, τα στερεότυπα, τη ζήλια. Μέχρι που η διάσωση διώχνει τελικά τον φόβο μιας επικείμενης τιμωρίας.

Η κυρία Ιζότα συνειδητοποίησε τότε πόσο μια γυναίκα είναι μόνη, πόσο σπάνια είναι ανάμεσα στις γυναίκες η αυθόρμητη και αλληλέγγυα καλοσύνη -θανάσιμα τραυματισμένη ίσως από τη στενή επαφή με τον άντρα- το μόνο πράγμα στον κόσμο που μπορεί να προλάβει κάθε σου ανάγκη, να σε περιβάλει με κατανόηση τη στιγμή της κακοτυχίας, και που οι άντρες δεν μπορούν να καταλάβουν. Οι γυναίκες δε θα την έσωναν ποτέ. 

Στην περιπέτεια του υπαλλήλου, ο έρωτας παρουσιάζεται ως μοναδική ευκαιρία απόδρασης από τη βάσανο της καθημερινότητας. Η δύναμη της ρουτίνας και της συνήθειας, όμως, πάντα τον επισκιάζουν. 

[...] δεν θα κατόρθωνε ποτέ να της πει τι ήταν γι' αυτόν η νύχτα που είχε περάσει, που ήδη ένιωθε να εξανεμίζεται, όπως εξανεμίζεται κάθε νύχτα τέλειου έρωτα, στη φρικτή καθημερινότητα του καιρού που περνά.   

Παρόμοιες δυσκολίες βιώνουν στρατιώτες, κακοποιοί, φωτογράφοι, ταξιδιώτες, μύωπες, ποιητές και χιονοδρόμοι.  Ο έρωτας ποτέ και πουθενά δεν είναι βιώσιμος. Χάνεται πίσω από τείχη ανυπέρβλητων εμποδίων. Η κάθαρση που προσφέρει είναι προσωρινή. Θαρρείς και η δυσκολία στην επικοινωνία αποτελεί απαραίτητο συστατικό του ερωτικού παιχνιδιού.  

Στην περιπέτεια της παντρεμένης, η σύζυγος αποκτά αυτοπεποίθηση μετά από την πρώτη της μοιχεία. Στην περιπέτεια των παντρεμένων, άντρας και γυναίκα εκδηλώνουν σιωπηλά την τρυφερότητά τους όταν ένας από τους δύο απουσιάζει από το σπίτι: αγκαλιάζουν άδεια σεντόνια, ετοιμάζουν φαγητό για εκείνον που λείπει, φαντασιώνονται ο ένας τον άλλον, νιώθουν τη μυρωδιά τους στα ρούχα. Πνευματική παρουσία, σωματική απουσία. 

Στην περιπέτεια του αναγνώστη, που είναι η πιο ξεκαρδιστική από όλες (ίσως επειδή αφορά τους πιο τραγικούς από μας) συμβαίνει το αντίθετο: η αναγνώστης είναι παρών στον έρωτα σωματικά, αλλά απουσιάζει πνευματικά. Ο καημένος ο Αμεντέο πίσω από τις σελίδες του βιβλίου του ανακαλύπτει έναν κόσμο όπου η ζωή είναι πιο ζωντανή από την πραγματική. Ακόμη και στη θάλασσα, όταν κολυμπά, η καρδιά του είναι πάντα εκεί, στο βιβλίο που έχει αφήσει στην ακρογιαλιά. Τι γίνεται όταν μια γυναικεία παρουσία τραβά την προσοχή του;

Από την άλλη μεριά της πετσέτας η κυρία είχε βγάλει το σουτιέν της χωρίς να νοιάζεται αν αυτός κοίταζε ή όχι. Ο Αμεντέο δεν ήξερε αν έπρεπε να την κοιτάζει κάνοντας δήθεν πως διαβάζει, ή αν έπρεπε να συνεχίσει να διαβάζει κάνοντας δήθεν πως την κοιτάζει. Τον ενδιέφεραν και η μία και η άλλη περίπτωση και φοβόταν ότι αν κοίταζε θα φαινόταν πολύ αδιάκριτος, ενώ αν συνέχιζε να διαβάζει, πολύ αδιάφορος.

Τελικά, ο συμπαθητικός αναγνώστης και η κυρία με το γυμνό στήθος αρχίζουν να ερωτοτροπούν. Ο Αμεντέο, υπό την επήρεια του ερωτικού πάθους, προσπαθούσε να ελευθερώσει το ένα του χέρι για να βάλει το σελιδοδείκτη του βιβλίου του στη σωστή σελίδα. Δεν υπάρχει τίποτα πιο αντιπαθητικό από το να θέλεις να αρχίσεις αμέσως να διαβάζεις και να μη βρίσκεις σε ποια σελίδα είχες μείνει!

Δύσκολο πράγμα ο έρωτας. Αναρωτιέμαι αν ο Καλβίνο είχε δίκιο όταν έγραφε στη τελευταία φράση αυτού του τρυφερού βιβλίου: "Δεν υπάρχει κανείς που να μπορεί να μας δεχτεί και να μας καταλάβει".  

Ίταλο Κλαβίνο,  Οι δύσκολοι έρωτες, Αστάρτη (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Αθήνα 1985.



*** 




Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Κοινή ανάγνωση



Το χαρακτηριστικό που κάνει την ερωτική πράξη και την ανάγνωση να μοιάζουν μεταξύ τους είναι ότι στο εσωτερικό τους ανοίγονται χρόνοι και χώροι διαφορετικοί από το χρόνο και το χώρο που είναι δυνατόν να υπολογιστούν. 
Στον μπερδεμένο αυτοσχεδιασμό της πρώτης συνάντησης μπορεί κανείς να διαβάσει την πιθανή περιπέτεια μιας συμβίωσης. Σήμερα, ο ένας είναι αντικείμενο ανάγνωσης του άλλου, ο καθένας διαβάζει στον άλλο την άγραφη ιστορία του. Αύριο, Αναγνώστη και Αναγνώστρια, αν συνεχίσετε να είστε μαζί, αν συνεχίσετε να ξαπλώνετε στο ίδιο κρεβάτι σαν ένα κανονικό ζευγάρι, θα ανάβετε ο καθένας το αμπαζούρ κοντά στο μαξιλάρι του και θα βυθιστείτε ο καθένας στο δικό του βιβλίο. Δύο παράλληλα διαβάσματα θα συνοδέψουν τον ύπνο που θα πλησιάζει. Πρώτα εσύ και ύστερα εσύ θα σβήσετε το φως. Σαν επαναπατρισμένοι από διαφορετικούς κόσμους θα ξαναβρεθείτε φευγαλέα στο σκοτάδι που σβήνει όλες τις αποστάσεις, πριν τα διαφορετικά όνειρα σάς σύρουν εσένα από τη μια μεριά κι εσένα από την άλλη. Μην ειρωνεύεστε, όμως, αυτή την προοπτική συζυγικής αρμονίας: ποια καλύτερη εικόνα ζευγαριού θα μπορούσατε ν' αντιπαραθέσετε; 

***

[1] Ίταλο Καλβίνο, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης... (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Αστάρτη, Αθήνα 1982. 
[2] Στη φωτογραφία ο Ζαν Λικ Γκοντάρ και η Άννα Καρίνα σε μια προσωπική τους σκηνοθεσία.  
 

Πέμπτη 2 Ιουνίου 2016

Ρουά ματ



Ένας δωδεκάλογος που κάθε βασιλιάς οφείλει να έχει υπόψη του ώστε να αποφύγει, ή τουλάχιστον να επιβραδύνει, τον εκθρονισμό του...


1. Μην ξεχνάς ότι η κορόνα ισορροπεί στο κεφάλι σου. Αν τύχει και λαγοκοιμηθείς, είναι σίγουρο ότι θα κατρακυλήσει και θα γίνει χίλια κομμάτια. Κάθε φορά που νιώθεις ότι θα γλιστρήσει από το κεφάλι σου πρέπει να είσαι έτοιμος να την επαναφέρεις στη σωστή της θέση με μικρά τινάγματα του κεφαλιού.

2. Πρέπει πάση θυσία να διατηρείς την κοσμιότητα που αρμόζει στο βασιλικό πρόσωπό σου. 

3. Μη σκοτίζεσαι για τίποτα. Είσαι ο βασιλιάς, όλα όσα επιθυμείς είναι ήδη δικά σου. Αρκεί να κουνήσεις ένα δάχτυλο και αμέσως σου φέρνουν να φας, να πιείς, τσίχλα να μασήσεις, οδοντογλυφίδες, τσιγάρα της μάρκας που προτιμάς, όλα σ' έναν ασημένιο δίσκο. 


4. Όταν νυστάζεις, ο θρόνος είναι αναπαυτικός, μαλακός, αρκεί να μισοκλείσεις τα μάτια σου και να στηρίξεις το σώμα σου στην πλάτη του θρόνου, μένοντας φαινομενικά στη συνηθισμένη στάση: είτε κοιμάσαι είτε είσαι ξύπνιος το ίδιο είναι, κανείς δεν θα καταλάβει τη διαφορά. 

5. Για τις σωματικές σου ανάγκες, ο θρόνος διαθέτει μια μεγάλη τρύπα, όπως κάθε θρόνος που σέβεται τον εαυτό του. 

6. Όλα έχουν προβλεφθεί κατά τέτοιον τρόπο, ώστε να αποφεύγεται οποιαδήποτε μετακίνησή σου. Δεν έχεις να κερδίσεις τίποτα μετακινούμενος, παρά μόνο να χάσεις (βλ. και παρακάτω).

7. Αν σηκωθείς και απομακρυνθείς έστω και μερικά μόνο βήματα, αν χάσεις το θρόνο από τα  μάτια  σου έστω και μόνο για ένα λεπτό, ποιος σου εγγυάται πως, όταν επιστρέψεις, δεν θα βρεις κάποιον άλλον να κάθεται σε αυτόν; 

8. Ένας βασιλιάς ξεχωρίζει μόνο γιατί κάθεται στο θρόνο, φοράει κορόνα και κρατάει σκήπτρο. Τώρα που αυτές οι ιδιότητες είναι δικές σου, καλό είναι να μην τις αποχωρίζεσαι.

9. Για να ξεμουδιάζεις, μπορείς να τεντώνεις τα πόδια, να ανασηκώνεις τα γόνατα, να κάθεσαι ανακούρκουδα πάνω στο θρόνο, φυσικά για λίγη ώρα, όταν οι υποθέσεις του Κράτους το επιτρέπουν. 

10. Αν θελήσεις να ενδώσεις σε σαρκικές επιθυμίες, Κυρίες της Αυλής, ειδικά επιλεγμένες και εκπαιδευμένες, παχουλές ή αδύνατες είναι στη διάθεσή σου. Αυτά που μπορείτε να κάνετε, εσύ καθισμένος στο θρόνο σου κι αυτές όρθιες μπροστά σου κατά μέτωπο ή με τα νώτα τους ή πλαγίως, είναι πολλά και διάφορα, κι εσύ μπορείς να τα διεκπεραιώσεις σε λίγα μόνο λεπτά ή, αν οι υποθέσεις του βασιλείου σού αφήνουν αρκετό ελεύθερο χρόνο, σε μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, ας πούμε τρία τέταρτα της ώρας.

11. Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που στέφεσαι βασιλιάς σε συμφέρει να κάθεσαι συνεχώς στο θρόνο, μέρα και νύχτα, και να μη σηκώνεσαι ποτέ. 

12. Πρόσεχε τους χαφιέδες. Χαφιέδες βρίσκονται πίσω από κάθε πόρτα, κάθε κουρτίνα, κάθε ταπισερί. Είναι οι δικοί σου χαφιέδες, οι πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών, που έχουν την υποχρέωση να συντάσσουν λεπτομερείς αναφορές γύρω από τις συνωμοσίες του παλατιού. Η Αυλή βρίθει εχθρών, τόσο που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να τους ξεχωρίσεις από τους φίλους: είναι σίγουρο πως η συνωμοσία που τελικά θα σε εκθρονίσει, θα είναι οργανωμένη από δικούς σου υπουργούς και αξιωματούχους.

***

Στις φωτογραφίες: ένα εξώφυλλο των Sex Pistols και δυο βασιλιάδες που δεν θα εκθρονιστούν ποτέ.

Ο "δωδεκάλογος" -κείμενο διασκευασμένο και ελαφρώς συντομευμένο- βρέθηκε στο διήγημα του ΄Ιταλο Καλβίνο "Ένας βασιλιάς αφουγκράζεται". Από τη συλλογή:

Italo Calvino, Κάτω απ' τον Ιαγουάρο ήλιο (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1998. 



 

Παρασκευή 27 Μαΐου 2016

Αόρατες πόλεις

Φεδώρα

Άλλη είναι η πόλη για όποιον περνά χωρίς να μπει μέσα, και άλλη για όποιον εγκλωβίζεται σ' αυτή και δεν μπορεί να ξεφύγει· άλλη είναι η πόλη στην οποία φτάνει κανείς για πρώτη φορά, άλλη είναι εκείνη που αφήνει πίσω του για να μην ξαναγυρίσει ποτέ...
 
Μετά από ένα εικοσαετές ταξίδι στις χώρες τις Άπω Ανατολής, ο Μάρκο Πόλο κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο "Βιβλίο των θαυμάτων". Το βιβλίο του κίνησε την περιέργεια των Ευρωπαίων για εκείνους τους μακρινούς τόπους, τους γεμάτους αρώματα, χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες. Στις "Αόρατες πόλεις" του, ο Ίταλο Καλβίνο βάζει τον Μάρκο Πόλο να περιγράψει στον Μεγάλο Χαν, αυτοκράτορα των Ταρτάρων, καθεμιά από τις πόλεις που γνώρισε στο ταξίδι του

Στη ζωή των αυτοκρατόρων υπάρχει πάντα μια στιγμή κατά την οποία την περηφάνια για την κατάκτηση τόσων απέραντων εκτάσεων έρχεται να διαδεχτεί η μελαγχολική και ανακουφιστική διαπίστωση ότι πολύ σύντομα θα πάψουμε να θέλουμε να τις γνωρίσουμε και να τις κατανοήσουμε· μια αίσθηση κενού μάς πλημμυρίζει τη νύχτα, μαζί με τη μυρωδιά που αναδίδουν οι ελέφαντες μετά τη βροχή και η στάχτη του σανδαλόξυλου που κρυώνει στα μαγκάλια... 
Ο αυτοκράτορας γνωρίζει πως η αχανής αυτοκρατορία του σύντομα θα διαλυθεί, και αναθέτει στον Βενετό εξερευνητή να του περιγράψει κάθε της πόλη. Ο Πόλο μετατρέπεται σε μια νέα Σεχραζάτ που εγκιβωτίζει τη μια πόλη μέσα στην άλλη, τη μια ιστορία μέσα στην άλλη, ώσπου να διαλυθεί η μελαγχολία του αυτοκράτορα. Αφηγείται άλλοτε με νεύματα, φωνές και γρυλίσματα ζώων, άλλοτε με λέξεις, και άλλοτε με κινήσεις στα πιόνια της σκακιέρας.   

Κρεμασμένη πάνω από την άβυσσο, η ζωή των κατοίκων της Οκταβίας είναι λιγότερο αβέβαιη από ό,τι στις άλλες πόλεις. Ξέρουν ότι το δίχτυ δεν θα αντέξει περισσότερο από όσο είναι να αντέξει.
[Rebecca Chappell] 


[David Fleck]
Καμιά από τις πόλεις δεν είναι υπαρκτή. Είναι όλες επινοημένες. Δεν είναι καν πόλεις με τη στενή έννοια του όρου. Η πόλη για τον Καλβίνο δεν είναι ένα σύνολο δρόμων και οικοδομημάτων, αλλά κυρίως ένα σύνολο επιθυμιών, πόθων, φόβων και σκέψεων των ανθρώπων που την ζουν. Ο αναγνώστης μπορεί να πλάσει την εικόνα καθεμιάς από τις 55 πόλεις, μπορεί όμως και να αφουγκραστεί τους ψιθύρους των κατοίκων της.  

Ταξινομημένες  κατά πεντάδες σε 11 διαφορετικές ομάδες,  οι αόρατες πόλεις κινητοποιούν άλλοτε τη μνήμη και άλλοτε την επιθυμία. Αποκαλύπτουν σημάδια, φιλοξενούν ανταλλαγές, συνοδεύουν ονόματα και νεκρούς, χαρακτηρίζονται ως συνεχόμενες, λεπτές, κρυφές. 

Eίναι οι μορφές που η πόλη θα μπορούσε να πάρει αν δεν είχε γίνει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, αυτό που βλέπουμε σήμερα. Σε κάθε εποχή κάποιος, κοιτάζοντας πώς πραγματικά ήταν η Φεδώρα, είχε φανταστεί τον τρόπο να τη μετατρέψει σε ιδανική πολή· ενώ όμως έφτιαχνε το πρότυπό του σε μινιατούρα, η Φεδώρα δεν ήταν πλέον ίδια με πριν, και εκείνο που μέχρι χθες ήταν ένα πιθανό μέλλον της αποτελούσε πλέον απλώς ένα παιχνίδι σε μια γυάλινη σφαίρα.

Εγκαταλελειμμένη πριν ή μετά την κατοίκησή της, η Αρμίλα δεν μπορεί να θεωρηθεί έρημη. Οποιαδήποτε ώρα, αν ορθώσεις το βλέμμα ανάμεσα στις σωληνώσεις, δεν είναι σπάνιο να διακρίνεις μία ή περισσότερες λυγερόκορμες μα όχι ψηλές νεαρές γυναίκες να χουχουλίζουν στις μπανιέρες...

Το βιβλίο του Καλβίνο θα μπορούσε να είναι ένα στρουκτουραλιστικό παιχνίδι αρχιτεκτονικής, ένα βιβλίο κατασκευών, ένα παιχνίδι λογικής ή αφήγησης. Κάθε πόλη αποτελεί ένα γρίφο πάνω στη σχέση της πραγματικότητας με τη φαντασία, της εικόνας με τους αντικατοπτρισμούς της, ενώ ταυτόχρονα βρίθει από συμβολισμούς που αφορούν την ύπαρξη, τα διλήμματα, τις αντιφάσεις του ανθρώπου, τους τόπους του.

Ο συγγραφέας επισημαίνει στην εισαγωγή του την ανάγκη της πλοκής. Θεωρεί πως ακόμη και ένα μυθιστόρημα χωρίς ιστορία, υπόθεση και χαρακτήρες, έχει ανάγκη την πλοκή. Εδώ ως πλοκή δεν νοείται το στόρι, αλλά η δομή του. Κάθε κείμενο είναι ένας χώρος στον οποίο ο αναγνώστης θα περιηγηθεί, ενδεχομένως και θα χαθεί, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να βρει μια έξοδο, να του δοθεί η δυνατότητα να ανοίξει έναν δρόμο και να ξεφύγει. Ωστόσο, πολλές  πόλεις δεν έχουν εξόδους, δεν έχουν αρχή, μέση και τέλος, δεν προτείνουν ούτε διαδρομές ούτε λύσεις. Άλλες μετεωρίζονται πάνω από την άβυσσο, άλλες μαραζώνουν, διαλύονται και εξαφανίζονται από τον χάρτη, άλλες αναιρούνται από τις επιθυμίες όσων τις επισκέπτονται, άλλες αποσυναρμολογούνται, υφίστανται σεισμικές δονήσεις ή παραμένουν ανολοκλήρωτες.

Βαυκίδα. Τίποτε από την πόλη δεν αγγίζει το έδαφος εκτός από εκείνα τα μακριά, σαν φοινικόπτερου, πόδια στα οποία στηρίζεται και, στις φωτεινές μέρες, εκείνη τη διάτρητη και γεμάτη γωνίες σκιά που σχεδιάζεται πάνω στα φύλλα των δέντρων
Ο αυτοκράτορας διαρκώς εκφράζει την απορία αν ο Μάρκο Πόλο πράγματι γνώρισε τις πόλεις για τις οποίες του μιλά ή αν όλα αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας του. Όταν του ζητά να μιλήσει για τη Βενετία, ο Πόλο παραδέχεται ότι περιγραφές της Βενετίας υπάρχουν στην εικόνα κάθε πόλης. Κάθε πόλη αποτελεί μια άλλη όψη της Βενετίας; Κάθε πόλη είναι ένα από τα πολλά πρόσωπα της πόλης καταγωγής ή της πατρίδας; Αν όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι που μεταξύ άλλων αφορά και την αφήγηση, η Βενετία είναι  η αφετηρία, η οπτική γωνία, ο εαυτός από τον οποίο ο αφηγητής ποτέ δεν ξεφεύγει. Είναι το "εδώ" που αναγνωρίζουμε ως δικό μας σε κάθε ξένο τόπο. Όταν φτάνει σε μια νέα πόλη, καθένας μας ξαναβρίσκει το παρελθόν του. "Το αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δεν θα έχει. [...] Στη ζωή του καθενός φτάνει μια στιγμή κατά την οποία το μυαλό αρνείται να δεχτεί άλλες φυσιογνωμίες, άλλες εκφράσεις, και σε καθετί νέο που συναντά αποτυπώνει κάτι παλιό. Στο καθετί προσαρμόζει τη μάσκα που του ταιριάζει καλύτερα". 

[Paris Koutsikos]
Άλλωστε, το ξένο -όπως και το οικείο- βρίσκεται μέσα μας. Ξένο είναι αυτό που πάψαμε να είμαστε ή δεν υπήρξαμε ποτέ. Οικείο είναι αυτό που αναγνωρίζουμε ως δικό μας, ακόμη και στα πιο άγνωστα μέρη. Άραγε, το ταξίδι του Πόλο στα πέρατα του κόσμου απαντά στο ερώτημα του Πεσσόα: "Γιατί να ταξιδέψω; Πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο";  

Όταν, τέλος, ο αυτοκράτορας αποκαλύπτει τους φόβους του περιγράφοντας τη ζωή που του απομένει σαν μια ρουφήχτρα που τον τραβά προς την κόλαση, ο ταξιδιώτης διασκεδάζει τον φόβο για το μέλλον με έναν λόγο παρηγορητικό για το παρόν: 

Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον· αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο. 
 
*** 
Μια απόπειρα εικονογράφησης των "Αόρατων πόλεων" από την Περουβιανή αρχιτέκτονα Karina Puente εδώ

Ίταλο Καλβίνο, Αόρατες πόλεις (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004.