Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντίνος Χριστιανόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ντίνος Χριστιανόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Νεοσύλλεκτη ανεμώνη


Αμέσως αρχίσαμε, οι νεοσύλλεκτοι, τις ασκήσεις. Εάν ο καιρός ήταν υποφερτός, οι ασκήσεις γίνονταν στο πεδίο ασκήσεων. Εκεί μας μάθαιναν πώς να κάνουμε επέλαση με εφ' όπλου λόγχη σουβλίζοντας ένα τσουβάλινο ομοίωμα εχθρού και ουρλιάζοντας πολεμόχαρα "ντο!". Εάν έβρεχε, η διδασκαλία γινόταν μέσα στο θάλαμο. Εάν ο καιρός ήταν καλός, βγαίναμε έξω, σε κάποιο μικρό οροπέδιο, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα, συντεταγμένοι κατά τριάδες και με τα όπλα μας. Εκεί καθόμασταν και μας έκαναν διάφορες διδασκαλίες, θεωρητικές και πρακτικές (πώς να συναρμολογούμε π.χ. το μπρεν). Επιπλέον κάναμε και διάφορες ασκήσεις. Η φύση της Κορίνθου ήταν απερίγραπτα ωραία και τα ξεμυτίσματα της άνοιξης με ξετρέλαιναν. Εκεί που καθόμασταν λ.χ. πάνω στα χόρτα κι ακούγαμε την πληκτική διδασκαλία που μας έκαναν τα διάφορα δεκανάκια, πρακολουθούσα στην άκρη της αρβύλας μου μια χαριτωμένη ανεμώνα, που την πρόσεχα στις εννιά το πρωί ως μπουμπούκι και στις δέκα είχε ανοίξει εντελώς και μου έδειχνε την ωραία καρδούλα της. Άλλο τόσο με συγκινούσαν και τα διάφορα ολοζώντανα και καταπράσινα αγκάθια, κυρίως η αρχαία άκανθα, που τα μεγάλα λογχωτά φύλλα της έμοιαζαν με της αγκινάρας και εξακτινώνονταν με τέλεια συμμετρία και ομορφιά. Αυτή την άκανθα δεν την είχα προσέξει ποτέ άλλοτε και τώρα την κοίταζα εκστατικός (την έβλεπα και καταλάβαινα τι θα πει ρυθμός) ενώ μερικοί με κορόιδευαν που την είχα κάνει ψώνιο με τα αγκάθια. 

***

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Εγώ, φαντάρος χακί... Αναμνήσεις από τη στρατιωτική μου θητεία, Εκδόσεις Μπιλιέτο, Παιανία 2014. 

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

Κανάλ ντ' Αμούρ

Η οδός Τανταλίδου την ώρα που ανάβουν τα φώτα

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στο διήγημά του "Το γιαούρτι" περιγράφει το γιαούρτωμα μιας τραβεστί που έκανε πιάτσα στην οδό Πολυτεχνείου στη Θεσσαλονίκη, μια χιονισμένη νύχτα του Φλεβάρη. Εκείνος δε συνήθιζε να πιάνει μαζί τους γνωριμίες και δεν τον χώνευαν. Το 'βρισκαν ακαταδεξιά να τις ακολουθεί στα πηγαινέλα, να ξημεροβραδιάζεται στις πιάτσες τους και να μην τους απευθύνεται. Δεν τις ενοχλούσε και δεν τον ενοχλούσαν. Εκείνη τη νύχτα η Πολυτεχνείου ήταν "άδεια από αδερφές και τεκνά" και μονάχα η τραβεστί σουλατσάριζε φορώντας ένα γούνινο πολυτελές παλτό. Ξάφνου, δυο τύποι πέρασαν με ένα μηχανάκι και της πέταξαν ένα κεσεδάκι γιαούρτι, που τη βρήκε στην πλάτη. 

Φανάρια τη νύχτα στη λεωφόρο Νίκης
Την πρόλαβα την ώρα που ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. "Μην κάνετε έτσι", της είπα φιλικά, "δεν είναι τίποτα, θα το σκουπίσουμε". "Δεν κλαίω τα χάλια μου", μου απάντησε μες στα δάκρυά της, "κλαίω το άτυχο παλτό μου, που το 'βαλα πρώτη φορά απόψε". Την έπιασα απ' το μπράτσο και την πήγα στο παρκάκι με τη βρυσούλα. Παίρνοντας με τις χούφτες μου νερό, καθάρισα σιγά σιγά όλα τα γιαούρτια, που σχημάτιζαν μια πλάγια γραμμή από τους ώμους στους γοφούς. Με κάτι χαρτομάντιλα που βρέθηκαν, προσπάθησα να καθαρίσω απ' τη γούνα και τα τελευταία υπολείμματα του γιαουρτιού. Μα κι έτσι το παλτό της φάνταζε σαν λεηλατημένο. Πάντως η πίκρα της είχε αρχίσει να υποχωρεί· μέχρι που έβγαλε και καθρεφτάκι να σιαχτεί. Στο τέλος φώναξε ένα ταξί και, πριν χωθεί στο πίσω κάθισμα, μου άρπαξε το χέρι και το φίλησε, λέγοντάς μου ελαφρά τρακαρισμένη: "Και να σκεφτείτε πως σας νόμιζα χαφιέ!"[1]

Ο Χριστιανόπουλος αφιέρωσε αρκετά κείμενά του στο ερωτικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης. Το αποτύπωσε ανθρώπινα, ως ανάμνηση και εμπειρία. Αυτός, όμως, που αποτύπωσε σε ένα ολόκληρο αφήγημα εκείνον τον κόσμο, που δεν υπάρχει πια, είναι ο Θωμάς Κοροβίνης με το Κανάλ ντ' Αμούρ. Το βιβλίο γράφτηκε στο μεγαλύτερο μέρος του στις 22 Σεπτεμβρίου 1990, τη μέρα που κηδεύτηκε στη Θεσσαλονίκη ο σκηνοθέτης Τάκης Κανελλόπουλος. 

"Με τις φωτογραφίες δεν ξεχνιέται ούτε αλλάζει τίποτα"
Όποτε αναφέρεται το όνομά του, μου έρχεται στο μυαλό η σκηνή από εκείνο το διήγημα του Σκαμπαρδώνη, "Ο Τάκης Κανελλόπουλος στο Ντορέ". Ο σκηνοθέτης  κάθεται στο τραπεζάκι του. "Είχε παραγγείλει, όπως πάντα, τον καφέ του κι ένα ποτήρι ουίσκι χωρίς ποτό, γεμάτο με παγάκια. Έβαζε μέσα το κομπολόι του, από κεχρί, να παγώνει· μετά το έπαιρνε, το σκούπιζε καλά και το 'παιζε παγωμένο. Έτσι του άρεζε γιατί το ένιωθε καλύτερα στο χέρι κι έβγαζε πιο κρυστάλλινο ήχο"[2]

Τη μέρα που κηδευόταν αυτός ο ιδαίτερος σκηνοθέτης, ο Κοροβίνης σχεδόν ολοκλήρωσε το Κανάλ ντ' Αμούρ, προσπαθώντας να αποτυπώσει σε ένα κείμενο τα επιθανάτια σκιρτήματα μιας πόλης που ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '80 είχε αρχίσει να αλλάζει δραματικά. Τα Λαδάδικα από κακόφημη συνοικία αναδεικνύονται στην πιο μοδάτη περιοχή της πόλης.

Εφημερίδα "Ακρόπολις"
Ο τόπος ήταν πήχτρα στην κούρσα. ΄Ολες μπάνικες, από μερσεντές μέχρι τζάγκουαρ. [...] Έκανα μεταβολή, τρόμαξα. Αν με πετούσες μέσα σ' ένα κοπάδι μαχαιροβγάλτες θα φοβόμουν λιγότερο. Τόσα χρόνια από δω κι από κει, τρίφτηκα με τους λούμπεν, μιλάω τη γλώσσα τους, ξέρω την καρδιά τους, συνήθισα τα χούγια τους, χνωτίστηκα μαζί τους τέλος πάντων, όχι για αλήτες δεν τους έχω, για τίποτα δεν τους έχω [3].  

Η πόλη ανακαινίζεται και στα μισοχαλασμένα καλντερίμια της, εκεί που στεγάζονταν μαγαζιά όπως το "Σεχραζάτ", ο "Παράδεισος", η "Καλή καρδιά", τώρα κυκλοφορούν ακριβά αυτοκίνητα, χρυσά τακουνάκια, θεατές της νυχτερινής αμαρτίας. 
δη από τη δεκαετία του '60, κάτοικοι των παραπλησίων στα Λαδάδικα δρόμων είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται πως κάτω απ' τα σπίτια τους κυκλοφορούν υποκοσμικοί και ανώμαλοι που μπορεί να αποπλανήσουν τα παιδιά τους. Η αστυνομία έκανε συχνά συλλήψεις, η τάξη έπρεπε να επιβληθεί σε όλους: αριστερίζοντες φοιτητές, ελευθεριάζοντες στον έρωτα, ακόμη και νοικοκυραίους αναγνώστες που προτιμούσαν τη "Μακεδονία" από τον "Ελληνικό Βορρά". 

Αυτοί που έστησαν σήμερα τα στέκια τους εκεί τριγύρω, είναι οι ίδιοι που εξαντλούσαν
την κακία τους κράζοντας και βγάζοντας τα σπασμένα [...
σ' όλους αυτούς και κυρίως πάνω στις χιλιογιαουρωμένες τραβεστές. [...] Εποχούμενοι με τις στραφτερές τους λαμαρίνες, γιοι μπαμπάδων, αυτοί που κρυφοπλήρωναν τις τραβεστί να τους κάνουν τα ανομολόγητα, ήταν οι ίδιοι που σε στιγμές ασφαλούς εκτόνωσης τις πετούσαν κόκα κόλες...

Νύχτα στο λιμάνι
Ο κόσμος της λαϊκής κραιπάλης, της λαγνείας και της παρανομίας απειλήθηκε από περιορισμούς, κυνηγητά κι απαγορεύσεις, και αποτελειώθηκε με την εμφάνιση του Έιτζ, αφήνοντας πίσω του κάμποσους αδικοθανατισμένους. Τώρα οι καφετέριες και τα μπαράκια κάναν τα Λαδάδικα να θυμίζουν κάπως την τουριστική Πλάκα.  

Μα εκείνος ο κόσμος, λέει ο Κοροβίνης, εκείνα τα ναυάγια της θεσσαλονικιώτικης αμαρτίας, παρά τους τσαμπουκάδες, τα τσαλίμια και τα καμώματα, λειτουργούσαν με δικούς τους νόμους και κανόνες, με μια δική τους, ανόθευτη ηθική. Εκείνος ο κόσμος θα βρίσκει πάντοτε στέκια να κρύψει την τρέλα του και να χορτάσει τις λαχτάρες του.


***

Οι πρώτες δύο φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης, όπως και η τελευταία, είναι του Βαγγέλη Κώστογλου. Η συλλογή των φωτογραφιών του εδώ
Η τρίτη φωτογραφία αποτελεί σκηνή από την ταινία του Τάκη Κανελλόπουλου, "Παρένθεση".

[1] Ντίνος Χριστιανόπουλος, Οι ρεμπέτες του ντουνιά, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004. 
[2] Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νοέμβριος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014.
[3] Θωμάς Κοροβίνης, Κανάλ ντ' Αμούρ, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1996.

 

Δευτέρα 6 Ιουλίου 2015

Το τέλος της Ρόζας


Σ' όλα τα καταστήματα δίσκων και γραμμοφώνων, η μποέμικη εικόνα της (σαν καλλονή της μπελ-επόκ) ξετρέλαινε τους μάγκες και τους βλάμηδες. Όλα δικά της: ο άντρας της πιασμένος έμπορος στη Σαλονίκη, ένας κουνιάδος της πολιτευτής, ο ένας γιος της αξιωματικός. Κι η Ρόζα, από καλοσύνες άλλο τίποτα: άρρωστες τραγουδίστριες να τις συμπαραστέκεται με χρήματα και γιατρικά, νέους εργάτες να τους βρίσκει θέση σε κανένα εργοστάσιο. Κάποτε, λίγα χρόνια πριν από τον πόλεμο, βοήθησε κάποιον χωροφύλακα από την Κόρινθο - ή μήπως ήτανε κρυφό ειδύλλιο; Κανείς δεν ξέρει. 

Τότε ήρθαν συμφορές απανωτές, πόλεμος, πείνα, κατοχή. Η Ρόζα δεν ήτανε πια ντίβα, στη θέση της μεσουρανούσαν άλλες. Άρχισαν να σαλεύουνε και τα μυαλά της. Τότε οι δικοί της την πετάξανε σ΄ ένα μικρό καλύβι, στην άκρη της Αθήνας. Κακά γερατειά, το κοτέτσι της γεμάτο ποντίκια και κουράδια, κι αυτή να λερώνεται επάνω της, να ζει με τα συντρίμμια της παλιάς της δόξας. Ώσπου την ανακάλυψε επιτέλους ο μπασκίνας της. Τώρα ήτανε φορτηγατζής, μ' ένα σωρό αυτοκίνητα, μα την παλιά ευεργεσία (ή την παλιά αγάπη) δεν έλεγε να την ξεχάσει. Κίνησε γη και ουρανό για να τη βρει. Ήθελε να την πάρει σπίτι του στην Κορινθία, εκεί να ζει μ΄ όλα της τα αγαθά, μα η γριά πού να αφήσει το κοτέτσι της!

Μόνος του την υπηρετούσε και την ντάντευε, μόνος του έκανε τη λάτρα στο καλύβι της, την τάιζε, την έλουζε, τη χτένιζε, την έβγαζε περίπατο, κι άμα θα έφευγε για μακρινό ταξίδι, την εμπιστευόταν στις διπλανές γειτόνισσες. Τριάντα χρόνια, λένε, βάσταξε αυτή η ιστορία. Κι όταν η Ρόζα πέθανε, τρελή κι αλλοπαρμένη, την πήρε και την έθαψε στην Κορινθία, στο χωριό του. 

Ντίνος Χριστιανόπουλος, Οι ρεμπέτες του ντουνιά, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004.