Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμμανουήλ Ροΐδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Εμμανουήλ Ροΐδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2019

Βιβλιοθήκες - Μέρος 3ο

Εθνική Βιβλιοθήκη, Βαλλιάνειο κτίριο

Η Εθνική Βιβλιοθήκη εν έτει 1880

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης, μια από τις σπουδαιότερες φυσιογνωμίες στα ελληνικά γράμματα, διετέλεσε έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης από το 1880 έως το 1913. Όσοι τον γνώρισαν στη θέση αυτή μίλησαν και έγραψαν εντυπωσιασμένοι από τη μόρφωση, την αβρότητα των τρόπων και την εργατικότητά του. Ωστόσο, όταν ανέλαβε καθήκοντα, βρέθηκε μπροστά σε πολλές δυσάρεστες εκπλήξεις, κατανοώντας γιατί "ού μόνον δημοσιογράφοι, αλλά και υπουργοί, πρυτάνεις και έφοροι πολλάκις ωνόμασαν αυτή [τη βιβλιοθήκη] εν επισήμω εκθέσει εθνικόν αίσχος, σαπρίαν, σταύλον, σκελετόν, χάος και κυκεώνα". 

Πριν από το 1866, δεν υπήρχε στη βιβλιοθήκη ούτε ταξινόμηση, ούτε τάξη. Διαιρούνταν φυσικά σε τμήματα, αλλά οι τόμοι ήταν ανακατεμένοι, πεταμένοι από δω κι από κει, ενώ κανείς δεν ήξερε τι φυλάσσεται στην αποθήκη. Επρόκειτο για ένα "ακάθαρτο έλος", σημείωνε ο Ροΐδης, που παρέλαβε τη βιβλιοθήκη "ελεεινώς ηκρωτηριασμένη". Η ολοκλήρωση της απογραφής διαρκώς εκκρεμούσε, με αποτέλεσμα κανένας έφορος να μη γνωρίζει τι παραλαμβάνει από τον προκάτοχό του και τι οφείλει να παραδώσει στον διάδοχό του. Άλλωστε, ως τότε, για να αναλάβει κανείς αυτό το πόστο, δεν απαιτούνταν τόσο επιστημονικές γνώσεις όσο γνωριμίες:

Ως εν Ελβετία οικοδομούνται αι οικίαι, όπως ανθίστανται της χιόνος, εν Ολλανδία κατά της πλημμύρας και εν Μεξικώ κατά των εφόδων της ανεμοζάλης, ούτω και εν Ελλάδι, πρέπει να κατατάσσωνται αι βιβλιοθήκαι, όπως κάλλιον αντέχωσι κατά των εφόδων της πολιτικής.



Βασικό πρόβλημα της εθνικής μας βιβλιοθήκης ήταν ότι τα βιβλία της έκαναν φτερά. Όσες φορές κι αν τα μετρούσε, είχε απολέσει τα μισά από τα προικιά της. Ο Κουμανούδης, μάλιστα, κάθε φορά που έκανε μια δωρεά, σημείωνε πως αισθάνεται σαν να πετά τα βιβλία του στο πιθάρι των Δαναΐδων. Συγκεκριμένα, οι νόσοι από τις οποίες έπασχε η βιβλιοθήκη ήταν τρεις: η κατάχρηση του δανεισμού, η έλλειψη καταλόγου και η εξάρτηση από την πολιτική. 

Σε ό,τι αφορά την πρώτη περίπτωση, κάθε πρόσωπο με επιρροή και γνωριμίες μπορούσε να δανειστεί οτιδήποτε και μάλιστα με ασήμαντη αφορμή και επ' αόριστον. Αν, για παράδειγμα, το παιδί ενός βουλευτή ασθενούσε, η βιβλιοθήκη τού έστελνε μερικά σπάνια εικονογραφημένα βιβλία, και δεν τα ξανάβλεπε ποτέ. Έτσι, δεν μοιάζει καθόλου υπερβολικό το παράγγελμα:

Οσάκις ανήρ υψηλής περιωπής ζητεί παρ' υμών βιβλίον, το οποίον δεν επιθυμείτε να χάσετε, πρέπει ν' αποκρίνεσθε ευσεβάστως ότι δεν το έχετε. 

Όταν, πάλι, με βασιλικό διάταγμα επιτράπηκε η αποστολή βιβλίων μόνο σε καθηγητές, λογίους και υψηλόβαθμους δημοσίους υπαλλήλους, το αποτέλεσμα ήταν ο θησαυρός της Εθνικής Βιβλιοθήκης, αντί να κοσμεί ιδιωτικές βιβλιοθήκες, να βρίσκεται διασκορπισμένος σε γυμνάσια, πανεπιστήμια, ειρηνοδικεία, επαρχεία, στρατώνες και πάει λέγοντας. Γενικώς, "πας τις δικαιούται να λαμβάνη βιβλία και ουδείς υποχρεούται να αποδίδη". Κι αφού δεν υπήρχε και κατάλογος, άντε να βρεις τα απολεσθέντα.

Η τρίτη νόσος, πάντως, έμοιαζε ανίατη. Είκοσι τρία χρόνια έφορος, ο Ροΐδης ποτέ δεν συνάντησε τα τέκνα λογιών λογιών βουλευτών και υπουργών που οι γονείς τους τους είχαν εξασφαλίσει μια θέση στη βιβλιοθήκη, ελάμβαναν υψηλούς μισθούς, πλην όμως ουδέποτε εμφανίζονταν. Φαίνεται πως η Ελλάδα ήταν "κράτος πτωχόν με Βουλήν πλουσίαν". Ο έφορος, λοιπόν, αναγκαζόταν να στέλνει επιστολές, υπενθυμίζοντας πως:

Οι κύριοι βουλευταί έχουσιν ιδίαν βιβλιοθήκην και εις ταύτην πολύ μάλλον ή εις την Εθνικήν απόκειται να περιθάλπτη των κυρίων βουλευτών τους προστατευομένους και ν' αμείβη τας εκλογικάς αυτών εκδουλεύσεις, αφού μάλιστα χορηγούσιν αυτή εκ του προϋπολογισμού επταπλάσιον του παρεχομένου εις την ημετέραν προς αγοράν ποσόν, επταπλάσιον επίσης προς βιβλιοδεσίαν και τριπλάσιον των γραφικών εξόδων. Ανάρμοστον δε είναι εις αντιπροσώπους χριστιανικού έθνους να λησμονώσι εις τοιούτον βαθμόν το παράγγελμα: "Ο συ μισείς ετέρω μη ποιήσης". 

Θέλω να πιστεύω και ελπίζω πως θα έρθει καιρός που τα κείμενα του Ροΐδη θα πάψουν να είναι επίκαιρα και πως στο μέλλον θα διαβάζουμε τα ξεκαρδιστικά και τραγικότατα χρονογραφήματά του θαυμάζοντας τη λεπτή ειρωνεία της γραφής του, αλλά και αισθανόμενοι ευγνώμονες που επιτέλους κάτι μάθαμε απ' τα ατοπήματα του παρελθόντος. Πιθανότερο, βέβαια, μοιάζει διαβάζοντας τον Ροΐδη να παρηγοριόμαστε πως το κακό έχει τις ρίζες του στο παρελθόν και δεν αποτελεί ίδιον της εποχής μας. Αλλά, πάλι, ποτέ δεν ξέρεις. Η νέα βιβλιοθήκη, πάντως, είναι στολίδι για την πόλη και θα 'ταν ωραίο τέτοιοι χώροι πολιτισμού ν' αβγατίσουν και να πάψει πια να μας εκπλήσσει η ποιότητά τους. 

***

[1] Το κείμενο του Ροΐδη "Η Εθνική Βιλβλιοθήκη εν έτει 1880", πρωτοδημοσιεύτηκε το 1880 και κυκλοφόρησε το 1913 στη σειρά των Έργων του Εμμανουήλ Ροΐδη. Περιλαμβάνεται επίσης στη συλλογή Περί βιβλιοθηκών, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Άγρα. 

[2] Στις φωτογραφίες χώροι του Κέντρου Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος όπου στεγάζεται η νέα Εθνική Βιβλιοθήκη. 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Εμμανουήλ Ροΐδης - Γ' Μέρος (Σημειώσεις)

Αφηγηματικά στοιχεία


Η αναλυτική έρευνα μπορεί τελικά να αποδείξει πως τα διηγήματα είναι αποτέλεσμα μιας μυθοπλαστικής διάθεσης, η οποία όμως "κρύβεται" πίσω από την προσποίηση του αφηγητή ότι ανατρέχει στη μνήμη του. Η προσποίηση της προσωπικής εμπειρίας, εξάλλου, συνιστά σταθερή συγγραφική τεχνική του Ροΐδη, ο οποίος πολύ συχνά ισχυρίζεται ότι τα κείμενά του μετασχηματίζουν προσωπικά βιώματα.

Προς αυτό το συμπέρασμα προσανατολίζουν και άλλα χαρακτηριστικά που αφορούν στη διάρθρωση των διηγημάτων. Συχνά ο αφηγητής είναι αποδέκτης μιας αφήγησης την οποία ακούει ή διαβάζει. Μεταθέτοντας έτσι το ρόλο της αφήγησης στον ήρωα-αφηγητή, ο συγγραφέας αποκτά μεγαλύτερη δυνατότητα να παρουσιάσει φανταστικές ιστορίες. Στο "Ημερολόγιον ομογενούς", λ.χ., κατοχυρώνεται η ανωνυμία του πραγματικού συγγραφέα με το εύρημα του χαμένου χειρογράφου του ξένου επισκέπτη. Ο αφηγητής προσποιείται πως βρήκε το ημερολόγιο και αναλαμβάνει να το δημοσιεύσει. Το παρουσιάζει να ανήκει σε μια πλούσια ομογενή (το όνομά της, Αργυρώ Πολυχρύσου, ασφαλώς δεν επιλέγεται τυχαία) και η κύρια αφήγηση αναπαράγει τις σελίδες που εκείνη δήθεν έγραψε. Η αντικειμενικότητα του περιεχομένου του, μάλιστα, ενισχύεται από το γεγονός ότι το ημερολόγιο ανήκει σ' έναν ξένο επισκέπτη, ο οποίος μπορεί ως εκ τούτου να κρίνει τα πράγματα απαλλαγμένος από κάθε ίχνος υποκειμενισμού (και στην Πάπισσα Ιωάννα η αφηγήτρια λειρουργεί ως αντικειμενικός κριτής, κατά την επίσκεψή της στην Αθήνα, ενώ τη διάσημη τεχνική από τις Περσικές επιστολές του Μοντεσκιέ χρησιμοποίησε ο Ροΐδης στις επιστολές του Σουρλή το 1866).

Στο "Ημερολόγιον Ομογενούς", το εισαγωγικό σημείωμα του εξωδιηγηματικού αφηγητή λειτουργεί ως το πλαίσιο της αφήγησης, το οποίο εξυπηρετούσε την πεζογραφία του περασμένου αιώνα, με επεξηγηματικούς προλόγους ή σημειώματα, την αισθητική της αναπαράστασης, της ρεαλιστικής ακρίβειας και της ιστορικής πιστότητας [1]. Ανάλογα λειτουργεί και η εκτενής εισαγωγική περιγραφή του χώρου στο "Παράπονο του νεκροθάπτου". Εδώ η αφήγηση εξελίσσεται σταδιακά, από το χώρο στο πρόσωπο, για να καταλήξει στο κύριο μέρος. Πρόκειται για τεχνική που εφαρμόζεται και σε άλλα διηγήματα όπως στην "Κυνομυομαχία", στην "Ιστορία ενός αλόγου", στην "Ιστορία ενός σκύλου". Το κύριο μέρος εκθέτει συχνά ο ήρωας της ιστορίας, όπως στο "Παράπονο του νεκροθάπτου". Πολλές φορές το πλαίσιο και οι παρεκβάσεις του αφηγητή φαίνεται να μην έχουν άμεση σχέση με το κύριο θέμα της αφήγησης,  ή είναι τόσο εκτενείς που επιβραδύνουν την πλοκή της υπόθεσης. Σε μερικές περιπτώσεις, το σχόλιο κατέχει μεγάλη έκταση και κινείται στον χώρο της θεωρητικής γενίκευσης και της φιλοσοφικής θεώρησης [2], όπως συμβαίνει στην "Ιστορία Ορνιθώνος", όπου ανευρίσκεται ένα ακόμη σκαλάρθυμα του Ροΐδη ως πρόλογος του διηγήματος. Ωστόσο, τα σχόλια και οι παρεκβάσεις έχουν οργανική θέση στο διήγημα, υπηρετώντας, όπως είπαμε, τη ρεαλιστική πρόθεση. Δηλαδή, ό,τι υπερβαίνει ή ξεφεύγει από τη φυσική ή διανοητική δυνατότητα πρέπει να τεκμηριωθεί για να μην κλονιστεί η αληθοφάνεια του κειμένου [3]. Όταν η αληθοφάνεια κινδυνεύει να κλονιστεί από την περιγραφή παράδοξων γεγονότων, τότε τεκμηριώνεται με επιστημονικά βιβλία και συγκεκριμένες αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα ("Η αμφίβολος ζωή") ή με άλλα ευρήματα, όπως η αναγωγή του παράδοξου στον χώρο του ονείρου [4].

Είναι, επίσης, χαρακτηριστική η δήλωση-αυτοσχόλιο του διηγήματος "Ιστορία ενός τουφεκισμού" (1896). Τώρα, επιδιώκοντας να τεκμηριώσει την ακρίβεια των γεγονότων, ο αφηγητής υπονομεύει με παρέκβαση τις ρεαλιστικές συμβάσεις προηγούμενων διηγημάτων:
Περιωρίσθημεν πό κανν δη τν νά λέγωμεν ες τούς ναγνώστας μας παραμύθια περί γάτων, σκύλων, λόγων, βον και Συριανν συζύγων.

Εκτός των άλλων, η υπονόμευση - με τη μορφή της ειλικρινούς δήλωσης - λειτουργεί εδώ ως στοιχείο που επικυρώνει την ιστορική ακρίβεια και αληθοφάνεια του διηγήματος που θα ακολουθήσει. Είναι λοιπόν πιθανόν, και απομένει στη συστηματική έρευνα να το αποδείξει, ότι αυτές οι τεχνικές -η πρωτοπρόσωπη αφήγηση, οι συχνές και εκτενείς παρεκβάσεις του αφηγητή- συνιστούν έναν συγκεκριμένο κώδικα στον οποίο υπακούει η ανάπτυξη των περισσοτέρων διηγημάτων του Ροΐδη.  

Μπέζας, Δ., 1997, «Εμμανουήλ Ροΐδης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές ως τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, Αθήνα, Σοκόλης, τόμος Ε΄ 

***

Τι είναι το ύφος του Ροΐδη; Ο Προυστ συσχέτιζε το δικό του με τη μεταφορά. Ο συγγραφέας της Πάπισσας Ιωάννας το συσχετίζει κυρίως με την παρομοίωση. Αρκεί να θυμηθούμε το χωρίο εκείνο των Προλεγομένων του που φωτίζει τα πράγματα: 
[...] ἐπροσπάθησα να ἐξορκίσω τα χασμήματα καταφεύγων ἀνά πᾶσαν σελίδαν εἰς ἀπροσδοκήτους παρεκβάσεις, ἰδιοτρόπους παρομοιώσεις ἤ ἀλλοκότους λέξεων συγκρούσεις. περιβάλλων ἑκάστην ἰδέαν δι' ἐικόνος, οὕτως εἰπεῖν, ψηλαφητῆς, και αὐτά ἀκόμη τα σοβαρώτερα της θεολογίας ζητήματα στολίζων δια κροσσίων, θυσσάνων, και κωδωνίσκων ὠς ποδιάν Ἱσπανής χορευτρίας (Α 71-72).

Η στρατηγική λοιπόν της γραφής επιβάλλει να χρησιμοποιείται ως "ἁνθυπνωτικόν φάρμακον κατά της απαθείας του Έλληνος αναγνώστου" ένα σύνολο από τεχνάσματα (παρεκβάσεις, παρομοιώσεις, συγκρούσεις λέξεων, εικόνες) που ενεργούν σαν χτυπήματα στο κεφάλι "διά ξηρᾶς κολοκύνθης". Φυσικά ο Ροΐδης αποδίδει τον τρόπο γραφής του σε ξένους ομοτέχνους του [...]. Η πρωτοτυπία του όμως είναι αναμφισβήτητη: ο συγγραφέας της Πάπισσας δε γίνεται συγγραφέας [...] παρά μόνο τη στιγμή όπου, γύρω στα 1865, κατακτά το ύφος του, για να το εισαγάγει ακέραιο στα ελληνικά γράμματα, τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στην κριτική, σαρώνοντας έτσι τα φράγματα των ειδών, δηλ. ανανεώνοντας τα είδη και επιβάλλοντας μια ενιαία θεώρηση του κόσμου. Να προσθέσω την πεποίθησή μου ότι "ὁ τρόπος οὗτος τοῦ γράφειν" συνδέεται άμεσα με τη σάτιρα; Αν το ύφος, για να θυμηθούμε και πάλι τον Προυστ, δεν είναι υπόθεση τεχνικής αλλά σκοπιάς, το ενδιαφέρον εδώ, πιστεύω, έγκειται στο γεγονός ότι ο Ροΐδης βρίσκει το ύφος του ταυτόχρονα με την τοποθέτησή του σε μια ορισμένη απόσταση από το κείμενό του, δηλαδή ταυτόχχρονα με την επιλογή της σατιρικής του οπτικής γωνίας.
 Παν. Μουλάς

"Για το ήθος και το ύφος του Ροΐδη. Τρία σημειώματα". Διαβάζω, αρ. 96, 13.6.1984. Αφιέρωμα στον Ροΐδη, σσ. 18-19 

Στις εικόνες o Εμμανουήλ Ροΐδης και ο Μαρσέλ Προυστ (σχέδιο του Tullio Pericoli).

Τετάρτη 26 Μαρτίου 2014

Εμμανουήλ Ροΐδης - Β' Μέρος (Σημειώσεις)

Το ιστορικό πλαίσιο


«Για την ανάγνωση και μελέτη της αφηγηματικής πεζογραφίας του Ροΐδη πρέπει να λαμβάνονται πάντοτε υπόψη οι πολύπλευρες διαστάσεις της σύνθετης προσωπικότηττας του συγγραφέα: ο κριτικός και ο σατιρικός λόγος, το ενδιαφέρον για το δημόσιο βίο και την πολιτική, και τα ποικίλα εκφραστικά ενδιαφέροντα, συνθέτουν μαζί με την πρωτότυπη λογοτεχνική δημιουργία, την ενιαία ταυτότητα αυτού του κορυφαίου πεζογράφου μας. Στην περίπτωση δηλαδή του Ροΐδη είναι δύσκολο -και προφανώς άστοχο- να απομονώσει κανείς το πεζογραφικό του έργο, και να το "διαβάσει" αυτόνομα, χωρίς να δώσει ανάλογη σημασία σε όλες αυτές τις διαστάσεις, που εκδηλώνονται άμεσα ή έμμεσα στο μυθιστόρημα και  στα διηγήματα. Στο περιεχόμενο της Πάπισσας Ιωάννας, για παράδειγμα, ο Ροΐδης διοχετεύει αντιλήψεις που συνιστούν σχολιασμό και κριτική της σύγχρονής του ελληνικής πραγματικότηττας σε κάθε της μορφή: πολιτική, κοινωνική και πνευματική. [...]

Όταν λοιπόν κυκλοφορεί, το 1866, η Πάπισσα Ιωάννα, επιδιώκει και κατορθώνει να έρθει σε σύγκρουση με τους κυρίαρχους ιδεολογικούς άξονες στους οποίους έχει θεμελιωθεί, από το 1850 και μετά, το επίσημο καθεστώς και η φυσιογνωμία του ελληνικού βασιλείου. Τους άξονες αυτούς ορίζουν κυρίως η διατύπωση του τρισδιάστατου σχήματος της ελληνικής ιστορίας, με την προσπάθεια αποκατάστασης του Βυζαντίου και του μεσαιωνικού ελληνισμού, η παράλληλη ενίσχυση της εξουσίας της εκκλησίας και η διατύπωση του ελληνοχριστιανικού δόγματος. Ταυτόχρονα, η επιτακτική αναζήτηση εθνικής ταυτότητας και ο αποδεικτικός αγώνας έναντι της Ευρώπης, σε συνάρτηση με τις αλλεπάλληλες προσβλητικές εμπειρίες που επιφυλάσσει στο νεαρό κράτος η Δύση (Παρκερικά, κριμαϊκός πόλεμος, θεωρίες Φαλμεράυερ), έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός αντιδυτικού και ελληνοκεντρικού πνεύματος.[1]

Την ίδια εποχή, στην πνευματική ζωή δεσπόζει ο θεσμός των πανεπιστημιακών διαγωνισμών (Ράλλειος: 1851-186ο και Βουτσιναίος: 1862-1877), οι οποίοι κατευθύνουν τη λογοτεχνική παραγωγή του ελλαδικού κράτους. Πολύ σύντομα, οι επιλογές των πανεπιστημιακών κριτών παγιώνονται σε συγκεκριμένες προδιαγραφές για τα ποιήματα που υποβάλλονται και βραβεύονται στους διαγωνισμούς. Ο ελληνοκεντρικός προσανατολισμός επιβεβαιώνεται με την επίσημη προτροπή για επιλογή ηρωικών θεμάτων από την ελληνική ιστορία (αρχαία, βυζαντινή, νεότερη). Εξίσου επίμονη είναι η προτροπή για έργα που σέβονται την Εκκλησία και τη θρησκεία [...] 

Ο Ροΐδης παρακολουθεί τις αντιπαλότητες και τις εξελίξεις στον ελληνικό πολιτικό και πνευματικό χώρο, βιώνει την εμπειρία της επανάστασης του 1862 και της έξωσης του Όθωνα, το διάστημα της Μεσοβασιλείας, αλλά και τη διάψευση των ελπίδων που είχαν βασιστεί στο πρόσωπο του νέου ηγεμόνα. Σ' αυτό το κρίσιμο διάστημα συντελείται η ριζική αναθεώρηση των έως τότε ιδεολογικών του προσανατολισμών, όπως κυρίως αυτοί ανιχνεύονται στον πρόλογό του (και με τη μεταφραστική επιλογή) του Οδοιπόρου του Chateaubriand (1860).[2] Πολύ σύντομα, όμως, αυτές οι αρχικές προτάσεις και επιλογές θα αναθεωρηθούν ριζικά και θα οδηγηθούν στην απόλυτη ανατροπή τους με την Πάπισσα Ιωάννα

Με το πρόσχημα της μεσαιωνικής υπόθεσης, ο Ροΐδης επιζητεί να υπονομεύσει την εικόνα του μεσαίωνα, δυτικού και ανατολικού, και επίσης το κύρος της Εκκλησίας, πρωτίστως βέβαια της καθολικής, χωρίς όμως να παραβλέπει και της ορθόδοξης τα μειονεκτήματα, τα σφάλματα και τις παρεκτροπές".


[1] Για την ιδεολογική υποδομή του νεοελληνικού κράτους στα χρόνια 1830-1850, βλ. το σχετικό κεφάλαιο στο Κ.Θ.Δημαράς, Ελληνικός Ρωμαντισμός, Ερμής, Αθήνα 1985, σσ. 325-404.

[2] Αθηνά Γεωργαντά, Εμμανουήλ Ροΐδης. Η πορεία προς την Πάπισσα Ιωάννα,  Ιστός, Αθήνα 1993, σσ.160-161



Το αυτοβιογραφικό στοιχείο

[...] Στα διηγήματα του Ροΐδη αναγνωρίζονται και στοιχεία που χαρακτηρίζουν το σύνολο της πεζογραφικής παραγωγής των δύο τελευταίων δεκαετιών του περασμένου αιώνα. Στα περισσότερα εκδηλώνεται ως κύρια πηγή έμπνευσης η μνήμη, καθώς ο αφηγητής εμφανίζεται να ανακαλεί γεγονότα και καταστάσεις που έχει ο ίδιος βιώσει στο παρελθόν. Μάλιστα, με βάση τις ευδιάκριτες αυτοβιογραφικές αναφορές, δημιουργούνται κύκλοι διηγημάτων: αναμνήσεις από τη Σύρα, τη Γερμανία, την Αίγυπτο και τη Γένοβα. Ο αφηγητής παρουσιάζεται ως αυτόπτης ("Κυνομυομαχία") ή αυτήκοος ("Το παράπονο του νεκροθάπτου") μάρτυρας των ιστοριών που εκθέτει. Για τον Ροΐδη ο πεζογράφος οφείλει να καταγράψει και να εκθέσει στον αναγνώστη πραγματικά γεγονότα, ενώ στη σκέψη του η φαντασία ταυτίζεται με τη λειτουργία της μνήμης:
"ὁ ποιητής οὐδέν πράγματι δημιουργεῖ, ἀλλά μόνον ἐνθυμεῖται καί συνδυάζει". Βρισκόμαστε άλλωστε σε μια εποχή που στο ηθογραφικό διήγημα θα συνδυαστεί η "βασική πηγή έμπνευσης της ελληνικής ηθογραφίας, η μνήμη, με τη βασική πηγή του ευρωπαϊκού νατουραλισμού, την εμπειρία και την παρατήρηση. [1]
 
Οι αυτοβιογραφικές αναφορές στα διηγήματα του Ροΐδη ερμηνεύτηκαν από τον Κλ. Παράσχο ως πρόθεση του συγγραφέα να αφηγηθεί τη ζωή του, και ιδιαίτερα τα παιδικά του χρόνια, όχι μέσα από ένα ενιαίο έργο, αλλά σκορπίζοντας το υλικό του στα διηγήματα, που θα μπορούσαν έτσι να οριστούν με το γενικό τίτλο "εντυπώσεις" ή "αναμνήσεις" [2].


Ωστόσο δεν έχουν διερευνυθεί συστηματικά τα σχετικά ερωτήματα: αν, δηλαδή, και σε ποιο βαθμό αυτοβιογραφείται ο Ροΐδης μέσα από τα διηγήματά του και αν αυτά είναι αποτέλεσμα της λειτουργίας της μνήμης ή μιας μυθοπλαστικής διάθεσης. Και ακόμη, σε ποιο βαθμό τα διηγήματα αυτά σχετίζονται με τις κατευθύνσεις της εποχής, δεδομένου ότι ο αυτοβιογραφικός τόνος ή κάποια αφηγηματολογικά τους γνωρίσματα, όπως η πρωτοπρόσωπη αφήγηση χαρακτηρίζουν συνολικά τη σύγχρονή τους πεζογραφική παραγωγή. Μια συγκεκριμένη εκφορά του λόγου δεν είναι ασφαλώς ανεξάρτητη από τα ιστορικά συμφραζόμενα. "Αφηγούμαι σε πρώτο πρόσωπο, γύρω στα 1880, σημαίνει: μιλώ για πραγματικά γεγονότα που τα είδα με τα μάτια μου ή που τα άκουσα με τα αφτιά μου. [3].[ Ενώ ο ρόλος της δημιουργικής φαντασίας "είναι να παράγει πραγματικά ντοκουμέντα, έτσι όπως την ήθελε ο Ροΐδης στα 1900, ταυτισμένη απόλυτα με τη μνήμη"[4]. Με αυτούς του όρους διήγημα την εποχή αυτή σημαίνει αφήγηση ενός επεισοδίου αυθεντικού, συνήθως βιωμένου από τον ίδιο τον αφηγητή[5]. Κύρια πηγή έμπνευσης, όπως είδαμε για το ηθογραφικό διήγημα της εποχής είναι η μνήμη, ενώ η εμπειρία και η παρατήρηση, ως βασικές μέθοδοι, παραπέμπουν στο θετικισμό και στο μοντέλο των νατουραλιστικών αντιλήψεων".



[1] Γ. Βελουδής, "Από την ηθογραφία στο νατουραλισμό", "Το Βήμα", 20.3.1981
[2] Κλ. Παράσχος: Εμμανουήλ Ροΐδης. Η ζωή, το έργο, η εποχή του, τομ.Β', σελ.44
[3] Παν. Μουλάς: "Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ. Βιζυηνός", σελ. ςγ' 
[4] όπ.π. σελ. μθ' 
[5] Παν. Μουλάς: "Το διήγημα αυτοβιογραφία του Παπαδιαμάντη", εισαγωγή στον τόμο Α. Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος, Ερμής, Αθήνα 1974, σελ. κη' 

  

Μπέζας, Δ., 1997, «Εμμανουήλ Ροΐδης», Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές ως τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, Αθήνα, Σοκόλης, τόμος Ε΄
  
Στις εικόνες ο Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, ο βασιλιάς Όθωνας και ο Εμμανουήλ Ροΐδης.


Τετάρτη 19 Μαρτίου 2014

Εμμανουήλ Ροΐδης - Α' Μέρος (Σημειώσεις)


Ποιος ήταν ο Έλληνας λογοτέχνης που υπέφερε σχεδόν σε όλη του τη ζωή από βαρηκοΐα; Που έχασε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στην κρίση των "Λαυρεωτικών"; Που υπήρξε θερμός υποστηρικτής του Χαρίλαου Τρικούπη και διετέλεσε έφορος της Εθνικής Βιβλιοθήκης τον καιρό της πρωθυπουργίας του; Ποιος ήταν ο εκδότης της πολιτικής και σατιρικής εφημερίδας "Ασμοδαίος", ο μεγάλος εχθρός του Άγγελου Βλάχου και του εξαντλημένου αθηναϊκού ρομαντισμού, ο υπονομευτής του ρομαντικού αφηγηματικού κώδικα, ο υπέρμαχος της δημοτικής και αριστοτέχνης της καθαρεύουσας, ο άνθρωπος που ασχολήθηκε με το μυθιστόρημα, το διήγημα, την κριτική, την πολιτική μελέτη, τη μετάφραση, το δοκίμιο, το χρονογράφημα; Ήταν ο Εμμανουήλ Ροΐδης. 

***
 
"Στα 1877 ο Φιλολογικός Σύλλογος "Παρνασσός" (που είχε ιδρυθεί το 1865 και τον αποτελούσαν κυρίως νέοι) καθιέρωνε έναν δικό του δραματικό διαγωνισμό και καλούσε ως κριτή τον γνωστό  μας από την Πάπισσα Ιωάννα Εμμανουήλ Ροΐδη. Η κριτική του, απορριπτική για όλα τα έργα που είχαν υποβληθεί, ήταν συνάμα και ένα βαρυσήμαντο δοκίμιο: Περί συγχρόνου ελληνικής ποιήσεως.  Ο εισηγητής διαπίστωνε πως η ποίηση τότε στην Ελλάδα δεν υπήρχε, αλλά και ούτε θα μπορούσε να υπάρξει· έλειπε το κατάλληλο, κατά τη θεωρία του Taine, milieu (που ο Ροΐδης το έλεγε "περιρρέουσα ατμόσφαιρα"). Η Ελλάδα βρισκόταν σ' ένα κρίσιμο μεταίχμιο, είχε εγκαταλείψει την πατροπαράδοτη ζωή, αλλά και δε συμμετείχε ακόμα στο διανοητικό βίο των νεώτερων εθνών· ένα μεταίχμιο διόλου ευνοϊκό για την ποίηση. Από τους ποιητές που ζούσαν, ο Ροΐδης ξεχώριζε μόνο τον Βαλαωρίτη και (περιέργως) τον Παράσχο. 

Στο επικριτικό δοκίμιο του Ροΐδη απάντησε ο Άγγελος Βλάχος. Οι δύο συνομιλητές διακρίνονταν και οι δύο για την οξύνοια, την πολυμάθεια και την καλλιέργειά τους. Αλλά ο Βλάχος (1838-1920) είχε περισσότερη εκτίμηση στα κατακτημένα και λιγότερη κριτική οξυδέρκεια. Του έλειπε και η ικανότητα, που την είχε ο Ροΐδης, να οσφραίνεται το καινούριο που πλανιόταν ασχημάτιστο στην ατμόσφαιρα. Εξέφραζε περισσότερο το πνεύμα της παλαιότερης γενιάς· αισθανόταν πως ανήκε στον κόσμο που είχε οργανώσει, στα πενήντα χρόνια που πέρασαν, με κάποια συνέπεια την κοσμοθεωρία του, τη γλώσσα του, την ποίησή του, και δεν είχε τη διάθεση να καταστρέψει τον κόσμο αυτό στον οποίο ανήκε. Νεώτατος, το 1857, είχε δημοσιεύσει την πρώτη του ποιητική συλλογή· ακολούθησαν άλλες το 1860, το 1875. Αλλά ποιητής δεν ήταν· η λογοτεχνία ήταν πιο αδύνατη πλευρά του, ήταν πιο πολύ λόγιος. [...] 

Ο Εμμανουήλ Ροΐδης (1836-1904) ήταν προσωπικότητα διαφορετική. Γεννημένος στη Σύρο, έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Γένοβα, και ανατράφηκε και μορφώθηκε, ως το 1863 που γύρισε οριστικά στην Αθήνα, στο εξωτερικό. Ο κοσμοπολιτισμός σφραγίζει ιδιαίτερα την προσωπικότητά του, το αναμφισβήτητο γούστο του έχει θραφεί σε ξένα πρότυπα. Η λογοτεχνία δεν είναι ασφαλώς η ισχυρότερη πλευρά της προσωπικότητας αυτής, είναι ίσως μάλιστα χαρακτηριστικό πως δεν έγραψε ποτέ του ποιήματα. Είδαμε την πρώτη του νεανική εμφάνιση, την Πάπισσα Ιωάννα· περισσότερο από τη δημιουργική πνοή στο έργο κυριαρχεί μια διάθεση σαρκαστική και ένας ορθολογισμός που φτάνει ως την απιστία· το ύφος είναι σπινθηροβόλο, αλλά και κουραστικό στην επίδειξη πνεύματος. Τα χαρακτηριστικά αυτά και το σκανδαλιστικό θέμα εξασφάλισαν στο έργο μεγάλη επιτυχία· μεταφράστηκε σε πολλές ξένες γλώσσες, προκάλεσε όμως, όπως και στην περίπτωση του Λασκαράτου, τη βίαιη αντίδραση των συντηρητικών κύκλων και της Εκκλησίας, αντίδραση που ο συγγραφέας δεν την άφησε βέβαια αναπάντητη. 

Λογοτεχνικά πιο άρτια είναι μερικά διηγήματα που έγραψε ο Ροΐδης στο τέλος της ζωής του (μετά το 1890), όταν οικονομικές ατυχίες και η βαρηκοΐα του τον οδηγούν σε μιαν απομόνωση και του απαλαίνουν την υπεροπτική του στάση. Δεν είναι διηγήματα "ηθογραφικά", όπως τα περισσότερα της εποχής εκείνης, μολονότι εμπνέονται από τις αναμνήσεις της παιδικής του ζωής στη Σύρο. Η ιδιαίτερη δύναμη του Ροΐδη βρίσκεται όμως στην κριτική, και ως κριτικός άσκησε αναμφισβήτητη επίδραση σε όλη τη νεώτερη γενιά, που τον αναγνώριζε πνευματικό οδηγό. Ύστερ' από την οξύτατη διαμάχη του με τον Βλάχο το 1877, θα είναι από τους πρώτους που θα χαιρετίσει το 1888 το Ταξίδι του Ψυχάρη· και το 1893, για να υποστηρίξει τη δημοτική, θα γράψει (στην καθαρεύουσα!) μια γλωσσική μελέτη, Τα Είδωλα. Ωστόσο, σωστά παρατηρήθηκε πως, με όλη την οξύνοια και το καλλιεργημένο γούστο, λείπει από την κριτική του Ροΐδη η συνθετική ικανότητα, και ακόμα (βασικό προσόν του κριτικού) η συμπάθεια. Ελέγχει χωρίς να οικοδομεί. Αλλά για τους καιρούς εκείνους ο αμείλικτος έλεγχος ήταν, έστω και αυτός μόνο, ευεργετικός". 
 
Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Ι' Έκδοση,  ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999