Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΑΣΙΚΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΛΑΣΙΚΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΗΜΕΝΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2020

Δυο αγόρια


Σ’ εκείνο το δωμάτιο που δεν θερμαινόταν καλά, στη βορειοδυτική γωνία του σπιτιού στο Παρκ Πλέις, άρχισα έκπληκτος να νιώθω τα πρώτα σκιρτήματα μιας ηδονής που στην αρχή δεν ήξερα ούτε πώς να εκμαιεύσω ούτε πώς να ανταποδώσω στο σώμα που την προκαλούσε, το οποίο ήταν το δικό μου. Δεν υπήρχαν εικόνες που να συνδέονται μ’ αυτήν ούτε και αντικείμενο, πέρα από την αγνή σωματική αίσθηση. Ήταν σαν να είχα βρει τρόπο να τραγουδάω αλλά όχι από το λαρύγγι. Ανακάλυψα κατά τύχη και δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό ότι μπορεί να την είχαν νιώσει κι άλλοι πριν από μένα. Έτσι, δεν συνέδεσα αυτές τις θεσπέσιες, έντονες αισθήσεις με τη δολοφονία που έδιωξε τον Κλίτους Σμιθ από το Λίνκολν, ή με αυτά που έκαναν οι άντρες και οι γυναίκες, τα οποία είχαν το ελεύθερο να κάνουν αρκεί να ήταν παντρεμένοι. Ή ακόμα με αυτά που συζητούσαν τα μεγαλύτερα αγόρια στ’ αποδυτήρια του σχολείου. Ήταν ένα απόλυτα ατομικό πάθος, κάθε άλλο παρά παθητικό, που με έκανε δύο ξεχωριστά αγόρια. Το ένα πήγαινε στο γυμνάσιο και ήταν επιμελές με τα μαθήματά του και προσπαθούσε να μπει στη χορωδία ή στη ρητορική ομάδα κι έμενε μετά το σχόλασμα για να συζητήσει με τον καθηγητή μαθηματικών. Το άλλο ήταν μελαγχολικό και σπάραζε από τύψεις κι από τους άλλους δεν ζητούσε τίποτα περ’ από την απουσία τους.

* * * 

William Maxwell, Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο (μτφρ: Παναγιώτης Κεχαγιάς), Gutenberg, Αθήνα 2020.


Τρίτη 4 Αυγούστου 2020

Χωρίς πρόσωπο


Ο παιδίατρος, ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, ήταν ένας βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, παρότι δεν το έδειχνε, είπε στην ανήσυχη μητέρα να πει στον Αντρέα, όταν το πρωί πλένει το πρόσωπό του, να μην το τρίβει με δύναμη διότι φθείρεται και χάνονται τα χαρακτηριστικά του. "Κινδυνεύει, αν δεν προσέξει, να φτάσει δεκαπέντε χρονών παλικαράκι και να μην έχει καθόλου πρόσωπο". "Και πού 'ν' το κακό;", ρώτησε αυθόρμητα η σκληρυμένη από τη συμφορά που τη βρήκε μάνα. "Έλα, ντε", μουρμούρησε αυθόρμητα ο παιδίατρος. 

***

[1] Κώστας Βραχνός, Πρώτα ο Θεός, Νεφέλη, Αθήνα 2017. 
[2] Φωτογραφία: Chimuo Nureki

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Φραντς Κάφκα: Επιστολή στη Μίλενα


Χθες σε ονειρεύτηκα. Δεν θυμάμαι τι έγινε ακριβώς, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι διαρκώς μετατρεπόμασταν ο ένας στον άλλο, εγώ ήμουν εσύ, εσύ ήσουν εγώ. Τελικά, κάπως πήρες φωτιά, θυμήθηκα ότι πρέπει κανείς να καταπνίγει τις φλόγες με υφάσματα, άρπαξα ένα παλιό πανωφόρι και σε χτυπούσα με αυτό. Αλλά πάλι άρχισαν οι μεταμορφώσεις, σε σημείο που, στο τέλος, δεν ήσουν πια καθόλου παρούσα, αλλά ήμουν εγώ αυτός που φλεγόταν και ήμουν και αυτός που χτυπούσε με το πανωφόρι.  Αλλά δεν ωφελούσε σε τίποτα και απλώς επιβεβαίωσε τον παλιό μου φόβο ότι τέτοια μέτρα κατά της φωτιάς είναι παντελώς ατελέσφορα. Στο μεταξύ όμως είχε έρθει η Πυροσβεστική και κατάφεραν να σε σώσουν κάπως. Αλλά ήσουν διαφορετική από πριν, σαν φάντασμα [...] σχεδιασμένο με κιμωλία στο σκοτάδι, και άψυχη, ή ίσως μόνο λιπόθυμη από τη χαρά που σώθηκες, έπεσες στην αγκαλιά μου. Αλλά κι εδώ υπήρχε η αβεβαιότητα της μεταμόρφωσης, ίσως να ήμουν εγώ εκείνος που έπεσε στην αγκαλιά κάποιου άλλου. 

[Επιστολή στη Μίλενα Γεσένσκα, Σεπτέμβριος 1920]

***

[1] Franz Kafka, Όνειρα (πρόλογος - μετάφραση: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη), Άγρα, Αθήνα 2020

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2020

Ένας Εβραίος στον κουρέα

Charlie Chaplin, "The Gold Rush" (1925)

"Τι πόλη σου είναι όμως η Βαρσοβία! Έχουν οι Οβριοί Γιομ Κιππούρ, και τα πάντα νεκρώνονται. Και υποτίθεται ότι αυτή είναι η πρωτεύουσα, η κορόνα του πολωνικού μας έθνους. Είναι γελοίο!". 

Με είχε πάρει για Εθνικό. Ήθελα να του απαντήσω, αλλά κατάλαβα ότι, αν έλεγα πάνω από δύο λέξεις, θα με πρόδιδε η προφορά μου. Συγκατένευσα, προφέροντας μέσα από τα δόντια μου τη μόνη λέξη που δεν θα μπορούσε να με προδώσει: "Tak". 

"Έχουν καταλάβει ολόκληρη την Πολωνία", συνέχισε. "Οι πόλεις γέμισαν από δαύτους. Παλιά μόλυναν με την παρουσία τους μόνο τις οδούς Ναλέφκι, Γκζυμπόφσκα, και Κροχμάλνα, αλλά τελευταία εξαπλώνονται παντού, σαν τα σκουλήκια. Έφτασαν ακόμη και στο μακρινό Βιλάνουφ. Ένα πράγμα με παρηγορεί: ο Χίτλερ θα τους κάψει σαν κοριούς. 

Με το ζόρι συγκρατούσα το τρέμουλό μου. Ο άνθρωπος αυτός ακουμπούσε το ξυράφι του στον λαιμό μου. Σήκωσα τα μάτια και για μια στιγμή συνάντησα τα πρασινωπά δικά του. Άραγε υποπτευόταν ότι ήμουν Εβραίος; 

"Αγαπητέ μου κύριε, θα σας πω κάτι: Οι μοντέρνοι Εβραίοι, αυτοί που ξυρίζονται, μιλούν σωστά πολωνικά και προσπαθούν να αντιγράψουν τους αληθινούς Πολωνούς, είναι ακόμη χειρότεροι από εκείνους του παλιομοδίτες γερο-Οβριούς με τα μακριά καφτάνια τους, τις φουντωτές γενειάδες τους, και τους βοστρύχους δίπλα στ' αυτιά. Εκείνοι τουλάχιστον δεν πηγαίνουν εκεί που είναι ανεπιθύμητοι. Κάθονται στα μαγαζιά τους με τα μακριά μαύρα παλτά τους και ξεψαχνίζουν το Ταλμούδ τους σαν βεδουίνοι. Ψελλίζουν τα κορακίστικά τους κι όταν κάποιος χριστιανός πέφτει στα νύχια τους, του αρπάζουν επιδέξια μερικά γρόσια. Αλλά τουλάχιστον δεν πηγαίνουν στα θέατρα, στα καφέ και στην όπερα. Αυτοί που ξυρίζονται και φορούν μοντέρνα κοστούμια, αυτοί είναι η πραγματική απειλή. Θρονιάζονται στο Κοινοβούλιό μας και συνάπτουν συμφωνίες με τους χειρότερους εχθρούς μας: τους Ρουθηνούς, τους Λευκορώσους, τους Λιθουανούς. Όλοι αυτοί είναι κρυφοκομμουνιστές και Σοβιετικοί πράκτορες. Έναν σκοπό έχουν: να ξεριζώσουν εμάς τους χριστιανούς και να παραδώσουν την εξουσία στους μπολσεβίκους, στους μασόνους και στους εξτρεμιστές. Ίσως δυσκολευτείτε να το πιστέψετε, αγαπητέ μου κύριε, αλλά οι Εβραίοι εκατομμυριούχοι έχουν συνάψει μυστική συμφωνία με τον Χίτλερ. Παίρνει χρήματα από τους Ρότσιλντ, με μεσάζοντα τον Ρούσβελτ. Υποτίθεται ότι ασπάζονται τη χριστιανική πίστη, αλλά δεν έχουν στο μυαλό τους παρά ένα πράγμα: να υπονομεύσουν από τα μέσα και να διαφθείρουν τα πάντα και τους πάντες. Δεν είναι γελοίο;"

Έβγαλα έναν ήχο ανάμεσα σε γρύλισμα και αναστεναγμό. 

"Έρχονται εδώ για ξύρισμα και κούρεμα όλο τον χρόνο, αλλά όχι σήμερα. Το Γιομ Κιππούρ είναι μέρα ιερή ακόμα και για τους πλούσιους και μοντέρνους από δαύτους. Πάνω από τα μισά μαγαζιά είναι κλειστά εδώ στην οδό Μαρσαλκόφσκα. Δεν πηγαίνουν στους χασιδικούς ευκτήριους οίκους με γούνινα καπέλα και περιώμια προσευχής όπως οι παλιοί Οβριοί... Όχι, φοράνε ημίψηλα και κατευθύνονται προς τη συναγωγή της οδού Τλομάτσκα με ιδιωτικά αυτοκίνητα. Αλλά ο Χίτλερ θα καθαρίσει τον τόπο! Υπόσχεται στους εκατομμυριούχους του ότι θα προστατέψει τα κεφάλαιά τους, μόλις όμως οι ναζί βρεθούν σε θέση ισχύος, θα τους συγυρίσουν όλους -χα, χα, χα! Είναι κρίμα που θέλει να επιτεθεί στη χώρα μας, αλλά, αφού δεν έχουμε τα κότσια να καθαρίσουμε μόνοι μας αυτή την κόπρο, ας αφήσουμε τον εχθρό να το κάνει για μας. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει τι θα συμβεί μετά. Για όλα φταίνε αυτοί οι προδότες οι προτεστάντες, που πούλησαν την ψυχή τους στον διάβολο. Είναι οι πιο θανάσιμοι εχθροί του Πάπα. Ξέρετε, αγαπητέ μου κύριε ότι ο Λούθηρος ήταν στην πραγματικότητα κρυφοεβραίος;"

"Όχι".

"Είναι τεκμηριωμένο γεγονός". 

Ο κουρέας πέρασε το πρόσωπό μου δύο φορές με τη φαλτσέτα. Με πασάλειψε με κολόνια και με πουδράρισε. Τίναξε με τη βούρτσα το σακάκι μου και με τα δυο του δάχτυλα απομάκρυνε λίγες τρίχες από τους ώμους μου. Πλήρωσε κι έφυγα. Όταν έκλεισαν την πόρτα του μαγαζιού πίσω μου, το πουκάμισό μου ήταν μουσκεμένο στο ιδρώτα. Άρχισα να τρέχω, χωρίς να ξέρω που πάω. Όχι, δεν ήθελα να μείνω στην Πολωνία! Έπρεπε να φύγω πάση θυσία!

***

[1] Ισαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ, Σώσα (μετάφραση: Μιχάλης Πάγκαλος), Κίχλη, Αθήνα 2019 (σελ. 229-231).

Δευτέρα 2 Μαρτίου 2020

Ο χαρταετός της Μαρίας Νεφέλης

San Diego kite festival, Edward Clark (1951)

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μού άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν –ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…



Boy flying kite, Summit of Parliament Hill, Hampstead Heath (1950)
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε•
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»•
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια•
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».

 Father Flying Kite With Children, H. Armstrong Roberts  (1050's)

The kite, Jacques Henri Lartigue (1911)

Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου•
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου•
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.





The Kite, Jacques Henri Lartigue (1911)

Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια•
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν•
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.
***
Οδυσσέας Ελύτης, Μαρία Νεφέλη, Ίκαρος, Αθήνα 2008. 

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2019

Κορίτσια του Μπρούκλιν

Πού θα βρισκόμασταν τώρα, αν ξέραμε πως υπήρχε μια μελωδία στην τρέλα μας;

Κι όταν αφουγκραζόμασταν η μία το καρδιοχτύπι της άλλης, πώς και δεν ακούσαμε ποτέ την Κάρμεν Μακρέι να τραγουδάει; Στις σφιγμένες γροθιές της Άντζελας, η Μπίλι Χόλιντεϊ περνούσε τρεκλίζοντας από δίπλα μας κι εμείς δεν ξέραμε το όνομά της. Η Νίνα Σιμόν μάς έλεγε πόσο όμορφες ήμασταν κι εμείς δεν ακούγαμε τη φωνή της. 

Από τα είκοσι ως τα τριάντα μου, πλάγιαζα με λευκούς νεαρούς σε  γυμνά από φωτογραφίες δωμάτια, που αντηχούσαν από μουσική τζαζ. Καθώς πίεζα απαλά το κεφάλι τους στην κοιλιά μου, σκεφτόμουν το Μπρούκλιν, τον Τζερόμ, τη Σύλβια, την Άντζελα και την Τζίτζι. Συνόδευα  με όλη τη δύναμη της φωνής μου τις βλασφήμιες των μαύρων πιτσιρικάδων και τον θρήνο της τρομπέτας του Μπόουι. Τη στιγμή που βοηθούσα τους εραστές μου να μπουν μέσα μου, έκλεινα σφιχτά τα μάτια για να μη βλέπω το πρόσωπό τους -που, όταν ήμουν μικρή, πίστευα ότι ήταν το πρόσωπο του διαβόλου- και φανταζόμουν ότι επέστρεφα σπίτι μου περιτριγυρισμένη από τα κορίτσια. Γελούσαμε όλες μας. Ήμασταν όλες μας ζωντανές. 

Στις Φιλιππίνες, ένας πανέμορφος μελαψός άντρας μού φιλούσε τα πόδια ξανά και ξανά, λέγοντας, "Πάντα από κει να αρχίζεις".  Στο Γουισκόνσιν, υποσχέθηκα στη συγκάτοικό μου, που είχε γίνει πια ερωμένη μου, πως δεν θα την εγκατέλειπα ποτέ. Μερικούς μήνες αργότερα, με τις σελίδες της εγκεκριμένης πια διδακτορικής μου διατριβής σκόρπιες στο πάτωμα της κρεβατοκάμαρας, φίλησα απαλά τα μισάνοιχτα χείλη της όσο κοιμόταν και χάθηκα μέσα στη νύχτα. Στο Μπαλί, περίμενα κάθε βράδυ να ξεπροβάλει από το σκοτάδι ένα όμορφος μαύρος απ' το Ντιτρόιτ. "Πες το", με ικέτευε καθώς τα κορμιά μας τρίβονταν το ένα πάνω στο άλλο με τόση λύσσα που μας έφερνε γέλια. "Δυο λέξεις είναι μόνο, γαμώτο".

Βρισκόμουν στην Κορέα όταν έκλεισα τα τριάντα, και έκλαιγα μια ολόκληρη εβδομάδα επειδή νόμιζα πως ήμουν έγκυος. Και ύστερα άλλη μία, όταν βεβαιώθηκα πως δεν ήμουν. Από πίσω, η Άμπυ Λίκολν τραγουδούσε το "It's  Magic" κι ήταν λες και ξανάβλεπα τη γειτονιά μας από ένα ψηλό παράθυρο, παρακολουθώντας μαζί με τον αδερφό μου τα παιδιά που έπαιζαν στον δρόμο. 

***

Jaqueline Woodson, Ένα άλλο Μπρούκλιν (μτφρ. Άννα Μαραγκάκη), Πόλις, Αθήνα 2019. 


Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2019

Μια άλλη χώρα

Crying game (1992)

Ετοίμασε δυο ποτά και στάθηκε για μια στιγμή στο δωμάτιο, αποτελειώνοντας το χόρτο κι απολαμβάνοντας το πιάνο. Ένιωθε περίφημα, στα χάι του, κι είχε μια ελαφριά ζαλάδα όταν ξαναβγήκε στο μπαλκόνι.
"Πήγανε όλοι στο σπίτι τους;" τον ρώτησε εκείνη ανήσυχα. "Έχει πολλή ησυχία μέσα".
"Όχι" της είπε "κάθονται ακόμα". Ξαφνικά, του φαινόταν πιο όμορφη, πιο τρυφερή, και τα φώτα του ποταμού έπεφταν πίσω της σαν κουρτίνα. Αυτή η κουρτίνα φαινόταν σαν να κουνιέται μαζί της, βαριά, ανεκτίμητη κι εκθαμβωτική. "Δεν το ήξερα" της είπε "ότι ήσουνα πριγκίπισσα".
Της έδωσε το ποτό της και τα χέρια τους αγγίχτηκαν ξανά. "Ξέρω ότι πρέπει να έχεις μεθύσει" της είπε κεφάτα, και τώρα, πάνω από το ποτό της, τα μάτια της φανερά τον προκαλούσαν. 
Περίμενε. Όλα φαίνονταν τώρα πολύ απλά. Της έπιασε τα δάχτυλα και έπαιξε μαζί τους. "Έχεις δει τίποτα που να το θέλεις από τότε που είσαι στη Νέα Υόρκη;"
"Α" είπε εκείνη "τα θέλω όλα". 
"Αυτή τη στιγμή βλέπεις τίποτα που να το θέλεις;"
Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν λίγο, αλλά αυτός συνέχισε να τα κρατάει. "Έλα, πες μου. Δεν πρέπει να φοβάσαι". Αυτά τα λόγια αντήχησαν μέσα στο κεφάλι του. Τα είχε ξαναπεί πριν από χρόνια, σε κάποια άλλη. Ο αέρας ψύχρανε για μια στιγμή, φυσώντας γύρω από το σώμα του κι ανακατεύοντας τα μαλλιά της. Μετά έπεσε. 
"Εσύ;" τον ρώτησε ντροπαλά. 
"Εγώ τι;"
"Βλέπεις τίποτα που να το θέλεις;" [...]
"Δεν απάντησες στην ερώτησή μου".
"Τι;"
Γύρισε και κοίταξε τη Λέονα που κρατούσε το ποτό της με τα δυο της χέρια και τα φρύδια της έδιναν ένα περιπαικτικό ύφος στα απελπισμένα μάτια και το γλυκό χαμόγελο. 
"Ούτε συ απάντησες στη δική μου". 
"Απάντησα". Η φωνή της ήταν πιο παραπονιάρικη από κάθε άλλη φορά. "Είπα ότι τα ήθελα όλα".
Της πήρε από τα χέρια το ποτό της και ήπιε το μισό. Μετά της έδωσε πίσω το ποτήρι και πήγε προς το πιο σκοτεινό σημείο του μπαλκονιού. 
"Τότε λοιπόν" της ψιθύρισε "έλα να τα πάρεις". 
🖤

James Baldwin, Μια άλλη χώρα (μτφρ. Κωστής Αρβανίτης), Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2003.

Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2019

"Ζώον ωμέγα"



"Όλες οι κοινωνίες των ζώων λειτουργούν με βάση ένα σύστημα κυριαρχίας που συνδέεται με τη σχετική δύναμη του κάθε μέλους τους. Το σύστημα αυτό χαρακτηρίζεται από μια αυστηρή ιεραρχία: το ισχυρότερο αρσενικό της ομάδας ονομάζεται "ζώον άλφα", αυτό που ακολουθεί "ζώον βήτα", κι ούτω καθεξής μέχρι το υποδεέστερο ζώο της ιεραρχίας που αποκαλείται ζώον ωμέγα. Οι ιεραρχικές θέσεις καθορίζονται συνήθως ύστερα από τελετουργικά σύγκρουσης. Τέτοιου είδους ιεραρχίες υπήρχαν σε πρωτόγονες ανθρώπινες κοινωνίες, καθώς και στις αναπτυγμένες κοινωνίες των παιδιών και των νεαρών εφήβων". 

Ο Μπρυνό ακουμπάει στο νιπτήρα. Έχει βγάλει το σακάκι της πιτζάμας του. Οι δίπλες της μικρής ασπρουλιάρικης κοιλιάς του ζυγίζονται πάνω στην πορσελάνη του λαβαμπό. Είναι έντεκα χρονών. Θέλει να πλύνει τα δόντια του, όπως κάθε βράδυ. Ελπίζει πως η υγιεινή του περιποίηση θα εξελιχθεί χωρίς κανένα απρόοπτο. Όμως πλησιάζει ο Βιλμάρ, αρχικά μόνος του, και σπρώχνει τον Μπρυνό από τον ώμο. Εκείνος αρχίζει να οπισθοχωρεί τρέχοντας από το φόβο του. Ξέρει περίπου τι πρόκειται να επακολουθήσει. «Αφήστε με…» λέει ξεψυχισμένα.
Ο Πελέ πλησιάζει με τη σειρά του. Είναι μικροκαμωμένος, γεροδεμένος, πολύ δυνατός. Χαστουκίζει βίαια τον Μπρυνό κι εκείνος βάζει τα κλάματα. Κατόπιν, τον σωριάζουν κατάχαμα, τον αρπάζουν απ’ τα πόδια και τον σέρνουν στο πάτωμα. Κοντά στις τουαλέτες του βγάζουν το παντελόνι της πιτζάμας του. Το πέος του είναι μικρούλι, ακόμη παιδικό, χωρίς τριχοφυΐα. Τον κρατάνε απ’ τα μαλλιά και τον αναγκάζουν ν’ ανοίξει το στόμα. Ο Πελέ του τρίβει τα μούτρα με το σφουγγαρόπανο για τις χέστρες. Ο Μπρυνό νιώθει τη γεύση των σκατών. Ουρλιάζει.
Ο Μπρασέρ ενώνεται με τους άλλους. Είναι δεκατεσσάρων, πιο μεγάλος απ’ όλους. Βγάζει το καυλί του, που φαντάζει τεράστιο και χοντρό στον Μπρυνό. Στέκεται από πάνω του και κατουράει το πρόσωπό του. Την προηγούμενη είχε υποχρεώσει τον Μπρυνό να του το πάρει στο στόμα, κι ύστερα να του γλείψει τον κώλο. Όμως σήμερα δεν γουστάρει. «Κλεμάν, το πουλί σου είναι γυμνό, πρέπει να βοηθήσουμε τις τρίχες να φυτρώσουν…» λέει σαρκαστικά. Μ’ ένα νεύμα του, οι άλλοι αλείφουν με αφρό ξυρίσματος το πέος του Μπρυνό. Ο Μπρασέρ ξεδιπλώνει ένα ξυράφι και πλησιάζει τη λεπίδα. Ο Μπρυνό τα κάνει απάνω του απ’ την τρομάρα του.

***
[1] Μισέλ Ουελμπέκ, Τα στοιχειώδη σωματίδια (μτφρ: Αλέξης Εμμανουήλ), Εστία, Αθήνα 2000. 
[2] Φωτογραφία: Rich Johnson. Για το πρότζεκτ "Weapon of choice", ρίξτε μια ματιά εδώ

Πέμπτη 22 Αυγούστου 2019

Παπούτσια εισβολείς




Τώρα πια δύσκολα βρίσκει κανείς τόσο καλά παπούτσια. Είναι καλοβαλμένα, χωρίς κοκεταρίες, παπούτσια με γερή βούληση απ' ό,τι βλέπω. Πέρα όμως απ' όλα αυτά, κυρίως είναι παπούτσια που σας πηγαίνουν τέλεια. Θα  'λεγε κανείς πως γεννηθήκατε μ' αυτά πάνω στα πόδια σας. 
Φαίνεται ότι ξέρετε από παπούτσια. 
Ε, κάπως έτσι είναι. Γυαλίζω παπούτσια εδώ και πενήντα χρόνια. Μια ματιά και τα καταλαβαίνω όλα, τι θέλετε, υλικό, τιμή εποχή, κατασκευαστή; Στην ιστορία μου των πενήντα χρόνων στιλβώματος δεν έχω, απ' ό,τι θυμάμαι, συναντήσει τέτοιο είδος. 
Ο γεράκος έκανε κουβάρι το μαντίλι μαζί με το πάνινο πορτοφόλι που ήταν τώρα άδειο και τα έχωσε στην τσέπη του. 
Θα σας δώσω όμως μια συμβουλή. Όσο κι αν σας είναι άνετα, νομίζω πως δεν είναι καλό να τα έχετε στα πόδια σας εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. 
Και γιατί αυτό;
─ Επειδή, δεσποινίς μου, εφαρμόζουν στα πόδια σας υπερβολικά καλά. Ακόμα κι όταν τα βλέπει κανείς απ' έξω, ως τρίτος, έχουν κάτι το σχεδόν τρομαχτικό. Το στρώσιμό τους είναι τέλειο. Δεν βλέπετε πως τα όρια ανάμεσα στα παπούτσια και το πόδι είναι δυσδιάκριτα; Απόδειξη ότι το παπούτσι έχει αρχίσει να εισβάλλει στο πόδι.
─  Να εισβάλλει;
─ Ναι, έτσι όπως σας το λέω. Σπανιότατα βρίσκει κανείς τόσο φοβερά παπούτσια. Παπούτσια εισβολείς. Μόνον πριν από σαρανταδύο χρόνια μου έτυχε κι εμένα να γυαλίσω μία και μόνη φορά έναν τύπο παπουτσιών ίδιον με αυτά εδώ. Γι' αυτό και τα ξέρω. Δεν θέλω να πω τίποτε κακό, προς Θεού. Απλώς μην τα φοράτε παραπάνω από μία φορά την εβδομάδα. Αν δεν το κάνετε αυτό, δεσποινίς μου, κινδυνεύετε να χάσετε τα πόδια σας. 


***

[1] Yoko Ogawa, Ο παράμεσος (μετάφραση από τα Ιαπωνικά Παναγιώτης Ευαγγελίδης), Άγρα, Αθήνα 2011.
[2] Φωτογραφία: Rufen Afanador

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2019

Από κίλερ στην Τουρκιά νόκερ στο Σικάγο

Chicago meat packing industry, 1900's


Τα βαλα κάτ’ και πιο μακριά απ’ την Αμερική δεν ήξερα, ώστε είπα, να, κει θα πάω. Το πολιέμησα, γιατί δεν ήταν εύκολο τότες να σε δεχτούνε, αλλά το πέτυχα. Κι όταν θα ’φευγα, μάζεψα ό,τι δικό μ’ είχα στο σπίτ’, από βρακιά μέχρι φωτογραφίες. Έπεσ’ η μάνα μ’ στα γόνατα, λέει τι είν’ αυτά; Φεύγεις κι ούτε τίποτα δεν αφήνεις δικό σ’ να σε θυμόμαστε. Της λέω τη φωτογραφία τη θες να την κοιτάς και να με κηδεύεις κάθε μέρα με τα δάκρυα, γιατί όσο μ’ είχες κοντά για τούτο παρακάλαες από μέσα σ’. Κείθε πέρα στην Τουρκιά χίλιες μάνες καταριούνται τ’ όνομά μ’, ε, ας είν’ κι εδώ ακόμα μία, έτσ’ της είπα κι έφκα. Δω που ήρθα άνθρωπος δε με γνώριζε και λίγο σα να λευτερώθηκα. Αλλά το ’ξερα ότι η βρωμιά θα μ’ ακολούθαγε. Δέκα χρόνια ήταν αυτά. [...]

Κι ήρθα το λοιπόν μια μέρα στο Γιούνιον και λέω δώμτε δουλειά. Κι αφού σ’ αυτή τη δουλειά ήμανε ο καλύτερος, στέριωσα κι όλοι έρχονται και μου χτυπάνε την πλάτ’, Εγγλιέζοι, Έλληνες, Ρούσοι, Γερμανοί, όλοι. Αλλά πάλι άμα ξέρανε τι είναι η δουλειά που κάνω, ότι σπάω κεφάλια, πάλιε με σιχασιά θα με κοιτάγανε, παρόλο που την κάνω άξια. Αυτά που αηδιάζει ο κόσμος δεν τον πειράζει να γίνονται, αρκεί να μην τα βλέπει και να τα κάνει άλλος. Να μπορούνε να βγούνε σενιαρισμένοι αλαμπρατσέτα με τις κυράδες τους και να μη βρωμάνε, να πιάνουνε τα μαχαιροπίρουνα με χέρια που δεν είναι πρησμένα απ’ το αίμα και να κόβουνε τη μπριζόλα χωρίς να λερωθούνε. Αυτό πάει να πει να ’σαι σιβιλάιζντ. Να πατάς στα σκατά με αψηλό τακούνι. Κρυφή η δουλειά που κάνω στο Γιούνιον, κρυφή κι αυτή που έκανα στον πόλιεμο, απλά εδώ δε με λένε κίλλερ, εδώ με λένε νόκερ, κι είν’ έτσ’ στ’ αυτιά πιο ωραίο.
"Νόκερ" (απόσπασμα)[1]

***
[1] Από τη συλλογή του Δημοσθένη Παπαμάρκου Γκιάκ, Αντίποδες, Αθήνα 2014. 
[2] Στην κρεατοβιομηχανία των ΗΠΑ εργάστηκαν πολλοί έλληνες μετανάστες στις αρχές του 2οού αιώνα. Στο μυθιστόρημα του Άπτον Σίνκλερ Η ζούγκλα (1906) περιγράφονται η φρίκη των σφαγείων, οι βάρβαρες συνθήκες εργασίας, η φτώχεια, οι αρρώστιες, η διαφθορά -για να μη μιλήσουμε για τις συνθήκες "ζωής" και σφαγής των ζώων. Η απελπισία αποκαλύπτεται μέσα από τα μάτια του Γιούργκις Ρούντκους, ενός νεαρού μετανάστη που φτάνει στον Νέο Κόσμο με την αρραβωνιαστικιά του και την οικογένειά της για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Η έκδοση του μυθιστορήματος καθιέρωσε τον νεαρό συγγραφέα ως σταυροφόρο των δικαιωμάτων των εργαζομένων και ως έναν από τους σημαντικότερους υπερασπιστές της ισότητας και της ανθρωπιάς, ενώ ανάγκασε την αμερικανική κυβέρνηση να διατάξει έρευνες που οδήγησαν σε νόμο περί καθαρής τροφής. [Άπτον Σίνκλερ, Η ζούγκλα, Εκδόσεις Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 2008]
[3] Για τα σφαγεία του Σικάγο δείτε εδώ

Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

Αγαπημένε μου πατέρα


Είναι περίεργο πώς χτίζεται μέσα μας ο φόβος, από τους γονείς μας,
από τους άλλους γύρω μας. Είμαστε τόσο αθώοι στην αρχή, 
που δεν το καταλαβαίνουμε.
Μαρίνα Αμπράμοβιτς.

Ο πατέρας μου προσπάθησε πολλές φορές να με μάθει κολύμπι, σε πισίνα, στα ρηχά νερά μιας λίμνης, αλλά τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα. Το νερό με τρομοκρατούσε, ειδικά όταν με κάλυπτε ολόκληρη, και το κεφάλι μου μαζί. Στο τέλος η υπομονή του εξαντλήθηκε. Μια καλοκαιρινή μέρα που ήμασταν στην παραλία, μ' έβαλε σε μια μικρή βάρκα με κουπιά και, αφού απομακρυνθήκαμε πολύ από την ακτή, με πέταξε στο νερό σαν σκυλί. Ήμουν έξι ετών. 
Πανικοβλήθηκα. Το τελευταίο πράγμα που είδα πριν βυθιστώ στα νερά της Αδριατικής, ήταν τον πατέρα μου να τραβάει κουπί και ν' απομακρύνεται απ' το σημείο, με την πλάτη του γυρισμένη σε μένα. Ούτε καν κοίταξε πίσω. Βυθιζόμουν όλο και περισσότερο, κοπανούσα τα χέρια μου σαν τρελή, το νερό έμπαινε στο στόμα μου. 
Όμως, εκεί που πνιγόμουν, σκεφτόμουν ξανά και ξανά πως ο πατέρας μου έφυγε κωπηλατώντας χωρίς να κοιτάξει καν πίσω του, και θύμωσα. Δε θύμωσα απλώς, έγινα έξαλλη. Σταμάτησα να καταπίνω νερό και τότε, μ' έναν παράξενο τρόπο, εκεί που χτυπιόμουν, ανέβηκα στην επιφάνεια και κολύμπησα ως τη βάρκα. 
Ο Βόγιο μάλλον με άκουσε, γιατί, παρόλο που ακόμη δεν κοίταζε προς τα πίσω, άπλωσε το χέρι, με άρπαξε απ' το μπράτσο και με τράβηξε πάνω. 
Κάπως έτσι οι αντάρτες μάθαιναν τα παιδιά τους να κολυμπούν.[1]

Αγαπημένε μου πατέρα, 
Πριν λίγο καιρό με ρώτησες γιατί ισχυρίζομαι ότι σε φοβάμαι. 
Όπως συνήθως δεν είχα τι ν' απαντήσω. 
Φραντς Κάφκα

Μόνο και μόνο η απλή θέα του σώματός σου με συνέθλιβε. Θυμάμαι ότι συχνά ξεντυνόμαστε στην ίδια καμπίνα. Εγώ ήμουν αδύνατος και καχεκτικός, ενώ εσύ ήσουν ψηλός, δυνατός, με φαρδιές πλάτες. Όσο βρισκόμουν στην ίδια καμπίνα, ένιωθα αξιοθρήνητος, όχι μόνο σε σύγκρισή μ' εσένα, αλλά και με τον κόσμο ολόκληρο, εφόσον εσύ ήσουν το μέτρο κάθε πράγματος. Όταν όμως βγαίναμε από την καμπίνα και παρουσιαζόμαστε στα μάτια των ανθρώπων, εγώ, ένας μικρός σκελετός που σε κρατούσε από το χέρι και πατούσε στις σανίδες με πόδια γυμνά και τρέμοντα, φοβόμουν το νερό και ήμουν ανίκανος να μιμηθώ τις κινήσεις που έκανες κολυμπώντας, και τις οποίες, καλοπροαίρετα μεν, αλλά για μεγάλη μου ντροπή, επαναλάμβανες αδιάκοπα, ώσπου να τις μάθω. Τότε, ναι, ντρεπόμουν πολύ. Σε στιγμές ανάλογες, όλες οι θλιβερές εμπειρίες μου, απ' όποιο χώρο κι αν προέρχονταν, εναρμονίζονταν κατά τρόπο μεγαλειώδη. Πόσο καλά αισθανόμουν όταν συνέβαινε να ξεντυθείς πρώτος κι εγώ να μείνω μόνος στην καμπίνα, αποφεύγοντας για λίγο το όνειδος της δημόσιας εμφάνισής μου.[2]

***


[1]Marina Abramovic, Περνώντας από τοίχους (μτφρ: Αφροδίτη Γεωργαλιού), Ροπή, Θεσσαλονίκη 2016.
[2] Φραντς Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα (μτφρ: Φαίδων Καλαμαράς), Νεφέλη, Αθήνα 1987. 

Παρασκευή 14 Ιουνίου 2019

Γράμμα από τη θάλασσα

Jonė Reed


Στη θάλασσα, Πάσχα 9/4/72


Νήστεψα για να μπορέσω να σου γράψω τούτο το γράμμα. Και προσευχήθηκα. Ο ειδωλολάτρης. Εκείνη η μικρή κάρτα που έλαβα ήταν γιομάτη από ένα κόσμο. Από χιλιάδες κόσμους. Πρώτη φορά πήρα ένα τέτοιο δείγμα ανθρωπιάς, καλοσύνης! Το φύλαξα. Θα το φυλάω, θα με προστατεύει. Το πρωινό σου τηλεφώνημα ήταν κάτι χαρμόσυνο. Μ' έκανε να φύγω για το πρώτο φετινό ταξίδι πιο ήρεμος, πιο καλός και τιμιότερος. Ταλαιπωρήθηκα στην Αθήνα. Έφυγα χρεώστης. Για πρώτη μου φορά δε μου φταίει κανείς. Εγώ φταίω που καμιά φορά (σπάνια) ξεγελιέμαι και πιστεύω για μια στιγμή πως η ζωή είναι όμορφη. Βρίσκω καλό κι ό,τι δεν είναι και τα κάνω μούσκεμα και θολό νερό. Όμως μόλις βγήκαμε τα "Σαράντα κύματα" έριξα ένα μπουγέλο θάλασσα από την κορυφή ως τα νύχια. Τρεις ανθρώπους γνώρισα να περπατάνε στέρεα στα δυο τους πόδια. Ο ένας ήταν Μαλαίσιος, ο άλλος Εγγλέζος. Ο τρίτος ήταν ο άντρας σου. Δεν πίστευαν καθόλου τα ίδια πράγματα. Δεν γνωρίζονται όμως μοιάζουν και οι τρεις στη λεβεντιά, τη δύναμη και την καλοσύνη. Θα ξανάρθω να σας δω, να καθίσουμε σε κείνο το φωτεινό δωμάτιο με το τζάκι και θα σου πω παραμύθια. Δε θα σε κουράσω. Όμως θα σε κάνω να νυστάξεις και κατόπι θα φύγω περπατώντας ξυπόλυτος. Τα σκυλιά σου θα με πάνε ως την εξώπορτα και θα μου γλείφουν τα χέρια γιατί θα καταλαβαίνουν την αγάπη μου για όλους σας. 

Ο πιο αφοσιωμένος φίλος σου Κόλιας.

[1] Γράμμα του Νίκου Καββαδία στη Φραντζέσκα Ιωάννου Λαγωνίκα.  

Μιχάλης Γελασάκης, Νίκος Καββαδίας: Ο αρμενιστής ποιητής, Άγρα, Αθήνα 2019.

Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2019

Όταν θα είμαι γέρος...

Paul Fusco, Belfast 1989.

Το 1669 ο Τζόναθαν Σουίφτ ήταν μόλις τριάντα δύο ετών. Η πρώιμη σοφία του όμως τον έκανε να διαισθανθεί πως μεγαλώνοντας θα ξεχάσει όλα όσα σ' εκείνη την ηλικία θεωρούσε σημαντικά. Και πρώτα πρώτα θα ξεχνούσε αυτό που όλοι ξεχνάμε μεγαλώνοντας: πώς είναι να 'σαι νέος. Σημείωσε, λοιπόν, σ' ένα σύντομο κείμενο δεκαεπτά πράγματα που θα ήθελε να θυμάται όταν θα έχει πια γεράσει. Διαβάζοντάς τα συνειδητοποιεί κανείς πόσο γρήγορα χάνουμε τελικά τη νεότητά μας, πόσο λίγο κατανοούμε τις νεανικές ανησυχίες και συμπεριφορές, κι ας συνηθίζουμε να λέμε όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε πως μέσα μας παραμένουμε παιδιά, "σαν να μην πέρασε μια μέρα" από τον καιρό που κανείς δεν καταλάβαινε τις δικές μας αγωνίες. 

Θέλω λοιπόν να αφιερώσω αυτή την ανάρτηση σε όλους όσους συναναστρέφονται καθημερινά τα νιάτα, είτε είναι γονείς είτε εκπαιδευτικοί, και να δώσω στον καθέναν από μας τη συμβουλή να έχει αυτό το σύντομο κείμενο καθημερινά στην τσάντα του και να ανατρέχει κάθε φορά που η συγκυρία το απαιτεί. 

Kids outside 'The Irish House', Ireland 1962
Να θυμάμαι λοιπόν κι εγώ όταν γεράσω (λέει ο Σουίφτ): 

1. Να μην παντρευτώ νέα γυναίκα.
2. Να μη συναναστρέφομαι νέους εκτός αν εκείνοι το επιθυμούν αληθινά. 
3. Να μην είμαι ευέξαπτος, δύσθυμος, καχύποπτος.
4. Να μην απαξιώνω τους σύγχρονους τρόπους ή τις ιδέες ή τις μόδες ή τους ανθρώπους, τους πολέμους κλπ. 
5. Να μη μου αρέσουν τα παιδιά, ούτε να τ' αφήνω καν να με πλησιάζουν. 
6. Να μη λέω την ίδια ιστορία ξανά και ξανά στους ίδιους ανθρώπους.
7. Να μην είμαι άπληστος.
8. Να μην παραμελώ την ευπρέπεια, την καθαριότητα, για να μην εκπέσω στη ρυπαρότητα. 
9. Να μην είμαι υπερβολικά αυστηρός με τους νέους, αλλά να δείχνω κατανόηση για τις νεανικές τρέλες και αδυναμίες. 
10. Να μην παρέχω αφειδώς συμβουλές, ούτε να γίνομαι φορτικός, εκτός κι αν κάποιοι θέλουν να με ακούσουν. 

Για τα υπόλοιπα μπορείτε να καταφύγετε στο κείμενο του Σουίφτ. "Κάτι ήξερε ο συγγραφέας και κράτησε το κείμενο της νιότης του στα γεράματά του: Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα". 

***

Jonathan Swift, Αποφάσεις για όταν θα είμαι γέρος (μτφρ. Μίλτος Φραγκόπουλος, προλόγισμα Γεράσιμος Βώκος), Άγρα, Αθήνα 2018. 



Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Παιδική αθωότητα ΙΙ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πουλί που φύλαγε παιδιά, ας το ονομάσουμε Κοράκι. Είχε διαβάσει πάρα πολλά ρώσικα παραμύθια (το καμένο τεμπέλικο αγόρι, το ουρλιαχτό του Μπάμπα Γιάγκα, τη νίκη του καλού πρίγκιπα), πάντως, ήταν ένας εγκεκριμένος και πιστοποιημένος παιδοκόμος, που τον θαύμαζαν πολλοί Λονδρέζοι γονείς και είχε μεγάλη ζήτηση για τα βράδια της Παρασκευής. Η αγγελία που έβαλε στο πρακτορείο των εφημερίδων έλεγε:
"Από την ηλικία των πάμπερς και μετά!"

Tο κοράκι έσβησε την τιβί και πρότεινε ένα παιχνίδι. "Λοιπόν, αγόρια", είπε, "ο καθένας σας θα κάνει ένα ομοίωμα της Μητέρας σας, εκεί, καταγής. Ακριβώς όπως τη θυμάστε! Και ο νικητής θα είναι αυτός που θα κάνει το καλύτερο ομοίωμα. Όχι το πιο ρεαλιστικό, αλλά το καλύτερο, το πιο αληθινό. Και το βραβείο...", είπε το Κοράκι ανακατώνοντας τα λουσμένα τους μαλλιά, "... είναι ότι θα ζωντανέψω το καλύτερο ομοίωμα, μια μητέρα με σάρκα και οστά που θα σας πηγαίνει για ύπνο το βράδυ". 

Τα αγόρια λοιπόν στρώθηκαν στη δουλειά. 
Το πρώτο επέλεξε να τη ζωγραφίσει, με μανιασμένη αυτοσυγκέντρωση, σαν ένας μικροσκοπικός ζωγράφος νωπογραφιών, σκαρφαλωμένος με τα τέσσερα στη σκαλωσιά. Τριάντα εφτά φύλλα Α4 κολλημένα μεταξύ τους με ταινία και όλο το ουράνιο τόξο των κραγιονιών, των παστέλ και των μαρκαδόρων, δαγκώνοντας τα χείλη με τα μπροστινά δόντια του. Ξεφυσώντας βαριά από τη μύτη καθώς προσπαθούσε να φτιάξει τα μάτια, διόρθωνε, άρχιζε πάλι από την αρχή, έσβηνε, προχωρούσε πιο κάτω, ευχαριστημένο με τα χέρια, ευχαριστημένο με τα πόδια. 

Το δεύτερο προτίμησε τη συναρμολόγηση, ένα ομοίωμα γυναίκας φτιαγμένο με μαχαιροπίρουνα, κορδέλες, χαρτικά, παιχνίδια, κουμπιά και βιβλία. Συναρμολογούσε με μανιακή προσήλωση -πεταγόταν πάνω, έπεφτε στο πάτωμα- σαν μηχανικός αυτοκινήτων μέσα στο γκαράζ του. Έκανε κλακ και τ-τ-τ με τη γλώσσα του, χτίζοντας σιγά σιγά την ψηφιδωτή μαμά, ευχαριστημένο με το πρόσωπο, ευχαριστημένο με το μέγεθος. Και τελικά, "Στοπ!", είπε το Κοράκι. 

"Είναι και τα δύο εξαιρετικά," είπε, θαυμάζοντας τη δουλειά τους, "εσύ πέτυχες το χαμόγελό της, εσύ πέτυχες τη στάση της, ακριβώς έτσι έγερνε τους ώμους της!"

Και τα αγόρια ανυπομονούσαν να μάθουν ποιος βγήκε νικητής. "Ποια είναι; Ποια είναι η Μαμά;!", αλλά το Κοράκι άρχισε να χοροπηδά, απέφυγε το βλέμμα τους, έπνιξε ένα χάχανο και τους γύρισε την πλάτη. 

"Κοράκι, ποια από αυτές τις ψεύτικες μαμάδες κέρδισε, ώστε να γίνει αληθινή;"

Και το Κοράκι σώπαινε, δεν γελούσε πια. 

"Κοράκι, χωρίς πλάκα, δώσε μας την πραγματική Μαμά μας". 

Και το Κοράκι άρχισε να κλαίει. 

Και τ' αγόρια έψησαν το Κοράκι σε έναν πολύ καυτό φούρνο μέχρι που απέμειναν μόνο κάποια κύτταρα. 

***

[1] Μαξ Πόρτερ, Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου), Πόλις, Αθήνα 2018. 
[2] Φωτογραφία: Antanas Sutkus.


Κυριακή 11 Νοεμβρίου 2018

Παιδική αθωότητα Ι


Με τον αδερφό μου βρήκαμε ένα ψαράκι γκάπυ μέσα σ' έναν νερόλακκο ανάμεσα στα βράχια. Βαλθήκαμε να το σκοτώσουμε. Στην αρχή πετάξαμε χαλίκια στο νερό, αλλά το ψάρι ήταν πολύ γρήγορο. Μετά προσπαθήσαμε με χοντρά βότσαλα και κροκάλες, αλλά κρυβόταν μέσα στις ρωγμές και στις κόγχες και τιναζόταν απότομα. Εμείς ήμασταν μικρά ανθρωπάκια και το ψάρι ήταν μόνο ψάρι, οπότε σκαρφιστήκαμε έναν τρόπο για να το σκοτώσουμε. Βάλαμε ένα σωρό πέτρες στον νερόλακκο, χτίσαμε ένα φράγμα για να στριμώξουμε το ψάρι σε έναν όλο και πιο μικρό χώρο. Εκείνο άρχισε να γυροφέρνει σιγά σιγά και λυπημένα μέσα στον μικροσκοπικό νερόλακκο-φυλακή και εμείς διαλέξαμε μια πέτρα στο τέλειο μέγεθος. Ο αδελφός μου την πέταξε με όλη του τη δύναμη και εκείνη πιτσίλισε κάνοντας μεγάλο θόρυβο, πέτρα πάνω στην πέτρα μέσα στο νερό, και, πανευτυχείς, τη βγάλαμε. Φυσικά, το ψάρι ήταν νεκρό. Όλη η διασκέδασή μας εξατμίστηκε στην έρημη παραλία. Ήθελα να κάνω εμετό και ο αδελφός μου έβρισε. Πρότεινε να πετάξουμε το άψυχο γκάπυ μέσα στη θάλασσα, αλλά εγώ δεν άντεχα να το αγγίξω κι έτσι το βάλαμε στα πόδια τρέχοντας κατά μήκος της παραλίας, και ο Μπαμπάς δεν σήκωσε τα μάτια του από το βιβλίο του αλλά είπε, "κάνατε κάτι κακό, το ξέρω". 

***

[1] Max Porter,  Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου), Πόλις, Αθήνα 2018. 
[2] Φωτογραφία: Antanas Sutkus

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2018

Υπερασπίζοντας την ελευθερία


Τουλάχιστον θα προσπαθήσουμε να μείνουμε πιστοί στην Ουγγαρία, όπως υπήρξαμε στην Ισπανία. Μέσα στη σημερινή μοναξιά της Ευρώπης, δεν έχουμε παρά μόνο έναν τρόπο για να το κάνουμε -δηλαδή, να μην προδώσουμε ποτέ, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό, εκείνο για το οποίο πέθαναν οι Ούγγροι μαχητές και να μη δικαιώσουμε ποτέ, έστω κι έμμεσα, είτε στο εσωτερικό είτε στο εξωτερικό, εκείνο που τους σκότωσε. 
Η ακούραστη εμμονή στην ελευθερία και την αλήθεια, η κοινότητα του εργάτη και του διανοούμενου (οι οποίοι εξακολουθούν να αντιμάχονται ηλίθια ο ένας τον άλλο, σύμφωνα με τους σκοπούς της τυραννίας που θέλει να τους κρατάει διαιρεμένους) και, τέλος, η πολιτική δημοκρατία σαν αναγκαία κι αναπόσπαστη (αν κι οπωσδήποτε όχι αρκετή) προϋπόθεση της οικονομικής δημοκρατίας -να τι υπεράσπιζε η Βουδαπέστη. Και κάνοντάς το αυτό, η μεγάλη εξεγερμένη πόλη θύμισε στη Δυτική Ευρώπη την ξεχασμένη αλήθεια και το μεγαλείο της. Ξέφυγε από κείνο το παράξενο αίσθημα κατωτερότητας που εξουθενώνει τους περισσότερους απ' τους διανοουμένους μας, αλλά που εγώ, στα σίγουρα, αρνιέμαι να αιστανθώ.[1]

[Από λόγο του Αλμπέρ Καμύ, 18 Μάρτη 1957]


***

[1] Αλμπέρ Καμύ, Ούτε δήμιοι ούτε θύματα, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα 1979.
[2] Η φωτογραφία είναι του Δανού φωτογράφου Vagn Hansen, που κάλυψε τα γεγονότα της Βουδαπέστης τον Οκτώβριο του 1956. 

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

Ο Μπομπρόφ και το κοριτσάκι

Wrocław, Poland (1957)

Ο Μπομπρόφ περπατούσε στο δρόμο και σκεφτόταν: γιατί, άμα ρίξεις στη σούπα άμμο, η σούπα θα γίνει άνοστη;
Ξάφνου, βλέπει να στέκεται στο δρόμο ένα πολύ μικρό κοριτσάκι, που κρατάει ένα σκουλήκι και κλαίει με αναφιλητά. 
"Γιατί κλαις;" ρώτησε ο Μπομπρόφ το κοριτσάκι. 
"Δεν κλαίω, τραγουδάω", είπε το κοριτσάκι. 
"Και γιατί τραγουδάς;" ρώτησε ο Μπομπρόφ. 
"Για να διασκεδάσει το σκουλήκι", είπε το κοριτσάκι. "Και με λένε Νατάσα".
"Ώστε έτσι;" απόρησε ο Μπομπρόφ. 
"Ναι, έτσι", είπε το κοριτσάκι. "Χαίρετε". Ανέβηκε μ' ένα σάλτο σ' ένα ποδήλατο κι έγινε άφαντη. 
"Τόσο μικρό κοριτσάκι και να ξέρει να κάνει ποδήλατο", σκέφτηκε ο Μπομπρόφ. 

Δανιήλ Χαρμς [1930]

***

Δανιήλ Χαρμς, Γαλάζιο τετράδιο (μτφρ. Ροδούλα Παππά), Νεφέλη, Αθήνα 2010.