Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Σκαμπαρδώνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 19 Μαΐου 2015

"Φρύγανα πεσόντα εκ της φυγής ελάφου"


Στη συλλογή "Περιπολών περί πολλών τυρβάζω" του Γιώργου Σκαμπαρδώνη...

... το περίπτερο πουλά κάθε λογής αναπτήρες. Ο ιδιοκτήτης του έχει διατελέσει "αναπτήρ κυριών" σε νυχτερινά κέντρα. Προτού η κυρία σκεφτεί ότι θέλει να ανάψει τσιγάρο, εκείνος βρίσκεται δίπλα της, κι ανάμεσά τους η φλόγα του ζίπο. Ο Μπέμπης αποστομώνει με το ταξίμι του τον Χιώτη. Δυο φοιτητές μπαρκάρκουν με τον "Θαλάσσιο δαίμονα". Συμπλοκή σε μια βρόμικη ταβέρνα ανάμεσα σε μια παρέα μάγκες και Γύφτους που παίζουνε ζουρνάδες. Ο Σποκ και ο Πλούτο. Αγαπημένα σκυλιά. Μια φλογέρα κατασκευασμένη από την κάνη ενός όπλου. Ένας καπετάνιος του ΕΛΑΣ μετά από χρόνια στις φυλακές βγάζει το ψωμί του φτιάχνοντας κλουβιά. Ένας παπάς γλείφει τη μετάληψη από το δάπεδο της εκκλησίας "σαν ατάιστο σκυλί". Ο γέροντας Συμεών παίζει τις "Γυμνοπαιδιές" του Σατί στη σπηλιά του. Σταχτάρες κοιμούνται εν πτήσει. "Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει". Το λουκούμι του κυρ Σωφρονίου και η συνταγή που δεν κληρονόμησε κανείς. Σαλιγκάρια για πολυτελή εστιατόρια, ζαβογαρίδες και Μαλαματίνα. Βυζαντινές ψαλμωδίες και τζαζ αυτοσχεδιασμοί. 


Στον πιο πρόσφατο "Νοέμβριο"...

... γουρούνια ζευγαρώνουν λίγο πριν από τη σφαγή. Ο δάσκαλος της Β' δημοτικού εμφανίζεται μόνο για να ρωτήσει πώς λέγονται στα αρχαία ελληνικά τα κάστανα. Ένας λατερνατζής παίζει στο ασανσέρ της πολυκατοικίας. Το μνήμα του πατέρα που έχει μπατάρει. Ένας λοχαγός βγάζει όλον τον Εμφύλιο με άδειο πιστόλι. Κοκκάλινες γλώσσες παπουτσιών. Μια λαϊκή τραγουδίστρια αποθέτει στην τουαλέτα της το πλαστικό στήθος. Ο Κοσμάς μετά το θάνατο του σκύλου του βγάζει βόλτα μόνον το λουρί του. Ο Θερμαϊκός ξεβράζει το πτώμα του Τζων Πολκ. Φουστανελάδες, Μακεδονομάχοι και ο Μεγαλέξανδρος στο Γρανικό ποταμό. Το φαρμακείο του Πεντζίκη. Ανοιχτό και εφημερεύον.




Αν ο διηγηματογράφος μεγαλουργούσε σε μία άλλη τέχνη, αυτή θα ήταν σίγουρα το ψηφιδωτό. Ρωμαϊκό ή βυζαντινό. Να αποκαλύπτει έναν πορφυροντυμένο αυτοκράτορα, έναν άγιο ή μια γυμνόπλατη καλλίκομη Νύμφη.

Κάθε διήγημα είναι μια ψηφίδα, ένας στρογγυλός ή τετράγωνος βόλος που προσκολλάται στο κατάλληλα διαμορφωμένο υπόστρωμα, όπου δεν κυριαρχεί το ασβεστοκονίαμα, αλλά το ρεμπέτικο τραγούδι και οι παλιές ταβέρνες, τα συνεργεία αυτοκινήτων και τα νυχτερινά κέντρα, τα περίπτερα της λεωφόρου και οι δρόμοι της πόλης, οι συγγενείς κι οι δάσκαλοι, οι άγιοι και όσοι διακονούν την αγιοσύνη τους επί γης.

Μεταξύ όλων αυτών, ένας αρμός ρέει και συνέχει το μωσαϊκό. Δεν είναι η πόλη -αν και οι δρόμοι της μνημονεύονται συχνά. Είναι η γλώσσα, τρυφερή στη όψη και αψιά στην αφή. Σαν της γάτας. Ο ρέων αρμός γίνεται αισθητός στον αναγνώστη τόσο από διήγημα σε διήγημα, όσο και στα σωθικά της κάθε ιστορίας, όπου άλλοτε ένα δραματικό απρόοπτο και άλλοτε μια τελική φράση ανανοηματοδοτούν την ανάγνωση που προηγήθηκε και απαιτούν ενός λεπτού σιγή προτού συνεχίσει η διαδικασία.

***


Ο τίτλος της ανάρτησης αποτελεί φράση παρμένη από το διήγημα "Τι είναι το διήγημα".
 
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2011
Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νοέμβριος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014

Κυριακή 26 Απριλίου 2015

Κυνό-τυπες ιστορίες



Εκτός του σκύλου, το βιβλίο είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου.
Εντός του σκύλου, είναι θεοσκότεινα κι άντε να διαβάσεις.
Γκρούτσο Μαρξ

Κοιτώ το ράφι της βιβλιοθήκης και κατεβάζω τρία βιβλία με ένα και μοναδικό κριτήριο: τους σκύλους στα εξώφυλλα. Παρατηρώ τη μουσούδα του σκύλου στην "Αθανασία των σκύλων" του Κώστα Μαυρουδή, τον αγριεμένο σκύλο στο "Νοέμβριο" του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, την ουρά-φιτίλι του σκυλάκου που "Περιπολών περί πολλών τυρβάζει" και είναι λες και την ακούω να τσιρτσιρίζει. Το βλέμμα των σκύλων με πείθει. Αισθάνομαι σαν να είμαι σε ένα πετ-σοπ και να με κοιτούν επίμονα, παρακαλώντας με να τα υιοθετήσω και να βγουν επιτέλους από τα μεταλλικά κλουβιά τους. Τα παίρνω και τα τρία. 

Διαβάζω την τρίτη ιστορία από την "Αθανασία των σκύλων". Στη "Βιριδιάνα" του Μπουνιουέλ ο Χόρχε σώζει ένα σκύλο. "Η απελευθέρωση του σκύλου" είπε ο κριτικός, "δεν προσφέρει τίποτε. Υπάρχουν χιλιάδες άλλοι δεμένοι. Η λύση, καταλαβαίνουμε, αν δεν είναι συλλογική δεν είναι λύση. Η φιλανθρωπία μας, λέει ο Μπουνιουέλ, είναι μάταιη". 

[...] Στο τέλος της ταινίας του Σπίλμπεργκ, ένας Εβραίος, που είχε σωθεί χάρις στο βιομήχανο Σίντλερ, απευθύνεται σ' αυτόν με μια φράση από το Ταλμούδ: "Εκείνος που σώζει έναν άνθρωπο είναι σαν να σώζει όλο τον κόσμο"[1]. Σκέφτομαι ότι σήμερα έσωσα τρία σκυλιά από τα ράφια μιας βιβλιοθήκης. 

Ως παιδί δεν είχα ποτέ σκύλο. Ζήλευα όσους είχαν. Πίστευα πως -εκτός από το σκύλο-  έχουν γονείς καλύτερους απ' τους δικούς μου. Τώρα δεν τους ζηλεύω, τους εκτιμώ. Μέχρι που άρχισαν να κυκλοφορούν στη γειτονιά σκυλάκια τσέπης, σκυλάκια τσάντας, σκυλάκια με λούτρινα και μάλλινα αξεσουάρ -μα τα ζώα έχουν τη δική τους γούνα- και πλείστοι ζωόφιλοι με την αντίστοιχη αισθητική. Έκτοτε, το ξανασκέφτομαι. Εννοώ το αίσθημα απέναντι στον κάτοχο του ζώου. Η εκτίμηση για το ζωντανό παραμένει αδιαπραγμάτευτη. "Είμαι, πιστεύω, ο μόνος άνθρωπος, όστις, αν τον ωνόμαζον ζώον δεν θα εθεώρει τούτο ως προσβολήν". Εγώ κι ο Ροΐδης.

Ένα βαρετό χειμωνιάτικο σαββατόβραδο -ήμουν οχτώ χρονών- δεν είχα μαθήματα να διαβάσω, δεν είχαμε καμιά επίσκεψη να πάμε, δεν έπαιζε τίποτα η τηλεόραση. O πατέρας μου τρύπωσε στο κοριτσίστικο δωμάτιο, ξαπλώσαμε οι τέσσερίς μας στα κρεβάτια -εκείνος, εγώ κι οι αδερφές μου- και ανήμπορος προφανώς να σκαρφιστεί κανένα παραμύθι που δε μας είχε πει, μας αφηγήθηκε την ιστορία του "Ασπροδόντη". Ήταν το πρώτο μου ταξίδι στον παγωμένο αμερικανικό Βορρά. Δεν μπορούσα να σταματήσω τα κλάματα, ονειρευόμουν για πολλά βράδια το σκύλο. 

Και τότε, το κάλεσμα της φωνής της ράτσας του έφτασε στον Μπακ κατά τρόπο που δεν μπορούσε πια μήτε να το αγνοήσει, μήτε να το απαρνηθεί. Ανακάθησε κι αυτός, κ' έβγαλε το ίδιο ουρλιαχτό. Και μόλις τελείωσε το μοναχικό τραγούδι του, βγήκε από τη γωνιά του, κι ολόκληρη η ορδή των λύκων μαζεύτηκε γύρω του, τρίβοντας το ρίγχος τους πάνω στο δικό του, μ' έναν τρόπο, που ήτανε ακόμα άγριος, μα ήτανε κιόλας φιλικός [2].

Αν η λογοτεχνία μάς δίνει την ευκαιρία να ζήσουμε κι άλλες ζωές εκτός από τη δική μας, τότε σ' αυτές τις ζωές είχα πολλούς σκύλους. Είχα τη γλυκιά Καστάνκα και το Μαντροσκυλάκο του Τσέχοφ, είχα τον Ασπροδόντη και τον αγαπημένο μου Μπακ του Τζακ Λόντον, είχα οπωσδήποτε τον Ντίνγκο, το σκυλί του Ντανίλο Κις. Γίνομαι η κυρία με το σκυλάκι, με λίγη ακόμη φαντασία γίνομαι το σκυλάκι. 

Δεν μπορώ να θυμηθώ αν στη "Φάρμα των ζώων" υπήρχε κανένας σκύλος. Δεν μπορώ να θυμηθώ κι αν ο κύριος Κόϋνερ αγαπούσε τους σκύλους. Θυμάμαι ότι το αγαπημένο του ζώο ήταν ο ελέφαντας. Θυμάμαι ότι δεν αγαπούσε τις γάτες. Ναι, 

Ο κύριος Κόϋνερ δεν αγαπούσε τις γάτες. Δεν του φαινόταν να είναι φίλοι του ανθρώπου, γι' αυτό κι εκείνος δεν ήταν δικός τους φίλος. "Αν είχαμε τα ίδια νιτερέσα," έλεγε, "τότε η εχθρική στάση τους θα μου ήταν αδιάφορη". Μα του κ. Κ. δεν του άρεσε και να διώχνει τις γάτες από την καρέκλα του. "Το να αναπαύεσαι είναι μια δουλειά", έλεγε, "πρέπει λοιπόν να πετύχει". Κι όταν οι γάτες νιαούριζαν μπροστά στην πόρτα του σηκωνόταν από το κρεβάτι του, ακόμα και στο κρύο, και τις έμπαζε μέσα, στη ζέστη. "Ο υπολογισμός τους είναι απλός," έλεγε, "σα φωνάξουν, τους ανοίγουν. Αν πάψουν να τους ανοίγουν, θα πάψουν κι αυτές να φωνάζουν. Το να φωνάζει κανείς είναι πρόοδος"[3]

Πάντως ο σκύλος έχει προοδεύσει περισσότερο. Φωνάζει πιο πολύ από τη γάτα. Το ίδιο είναι να μην ανοίγεις σ΄ένα σκύλο και το ίδιο ν' αφήσεις απέξω ένα γατί; 

Σκέφτομαι κι άλλες ιστορίες με σκύλους, το σκύλο που με ακολουθούσε όποτε έκανα βόλτα στο Μουσείο, το Μάκη της κυρα-Μάρως στο χωριό, που τρύπωνε στις αυλές, έπνιγε τις κότες των γειτόνων, έκλεβε ρολόγια και κάλτσες, ανακάτωνε τα πράματα, ώσπου η γειτονιά ξεσηκώθηκε και η κυρα-Μάρω αναγκάστηκε, του φόρεσε μια πέτρα και τον έπνιξε στον Τάνο. Αλλά εκείνος δε γύρισε, όπως ο Μουσταφά στην ιστορία που ανθολογεί ο Μαυρουδής. Εκεί ο Ρομπέρ δένει ένα σκοινί και μια πέτρα στο λαιμό του Μουσταφά και τον βουτά στη θάλασσα. Χάνει εν τω μεταξύ το σκούφο του. Τη νύχτα ακούει το κλαψούρισμα του σκύλου έξω από την πόρτα του. Είναι ο Μουσταφά που κρατά το σκούφο στα δόντια του. Ο Μάκης όμως δε γύρισε πίσω. Πνίγηκε ο καημένος στον Τάνο ποταμό για να μην παραπονιούνται οι γείτονες. Κοντεύουν εξήντα χρόνια. 

Διαβάζω στο "Περιπολών περί πολλών τυρβάζω" του Σκαμπαρδώνη για τον Σποκ και την Πηνελόπη, τον Πλούτο στο συνεργείο των αυτοκινήτων, που κλαίει στο άκουσμα των ασθενοφόρων. Διαβάζω τις αφιερώσεις στις πρώτες σελίδες:

Στην Ία,
Στη Μουφ, που έφυγε τον Νοέμβριο του 2010
Στον Πάκο
Στη Φαίδρα 
Στα αδέσποτα του 751 [4]

Και στον "Νοέμβριο" ξανά:

Στην Ία, διακαώς, 
Στον Πάκο
Στη Φαίδρα
Στη Μούφ, που κοιμάται

Στα αδέσποτα [5]

Τώρα "που το ανεκπλήρωτο εγκαταστάθηκε φιλικά στη ζωή μας", δε λυπόμαστε για τους σκύλους που δεν είχαμε. Μας φτάνουν αυτοί που σώζουμε, που ταΐζουμε, που χαρίζουμε, που φυλάμε τα καλοκαίρια, που κατεβάζουμε από τα ράφια μιας βιβλιοθήκης.

***

[1] Κώστας Μαυρουδής, Η αθανασία των σκύλων, ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2013
[2] Τζακ Λόντον, Το κάλεσμα της άγριας φύσης, Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1989
[3] Μπέρτολντ Μπρεχτ, Οι ιστορίες του κ. Κόυνερ, Θεμέλιο, Αθήνα 1991
[4] Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Περιπολών περί πολλών τυρβάζω, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2011
[5] Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νοέμβριος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014