Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατής Τσίρκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Στρατής Τσίρκας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

Όνειρο

Oνειρεύτηκα τρεις συγγραφείς φυλακισμένους. Ο ένας ήταν  φυλακισμένος σε κανονικό δεσμωτήριο, με κελιά, με κάγκελα, μ'  ανθρωποφύλακες. Αλλά ελευθερώθηκε. Ο δεύτερος ήταν αιχμάλωτος της συνείδησής του. Ελευθερώθηκε κι αυτός. Ο τρίτος είχε βρει τον τρόπο να γίνει ο πιο δυστυχισμένος απ' όλους κι έμεινε εγκλωβισμένος στην ανάμνηση της ερωμένης του.

- Σύντροφε, κοιμάσαι;

Ήθελα να μου πεις, ξέρεις καμιά σελίδα μαρξισμού
που να βουλιάζουν οι λέξεις στο χαρτί
σαν τη σιωπή μου
στις κόρες των ματιών της;
[1]

Monia Merlo

- Είναι χρόνια τώρα που θέλω να γράψω ένα ωραίο βιβλίο. Ένα βιβλίο με δέντρα, μ’ ένα ψαράδικο λιμανάκι κι ένα μεγάλο έρωτα. Νάναι μια κόρη που να τη φωνάζουν Ίγγεμποργκ κι άλλη μια, η Μονάκριβη. Τα λόγια γεμάτα και ήρεμα σαν ποτάμι, να φεγγίζουν μες απ’ τις γραμμές του χρυσαφένια. Όπως το ηλιοβασίλεμα πίσω απ’ τα λιόδεντρα και τα πεύκα. Να τελειώσω το βιβλίο και να μη μου κάνει καρδιά να τ’ αφήσω, μόνο να κάθομαι να γράφω άλλες δυο σελίδες, με κυρτά των δέκα, λευκά, έτσι, για να μείνω ακόμα λίγο με τη συντροφιά των δακρυσμένων ηρώων μου. Θέλω να γράψω ένα βιβλίο λυπημένο που να κάνει ευτυχισμένους όσους το διαβάζουν. 

Μα είναι τούτη η κατάρα της εποχής μας που μου πατάει το σβέρκο και μου κολλά το πρόσωπο πάνω στη δυστυχία των ανθρώπων, πάνω στις ανοιχτές πληγές, στη λάσπη και τον κοριό. Και σκληράθηκαν όλα: η φωνή, τα δάχτυλα κι η καρδιά μου. Κι ο Απρίλης, ο Απρίλης με τις πασχαλιές, γίνηκε ο μήνας ο σκληρός. Τον βλέπω σαν ξερή πέτρα να βουλιάζει αργά μέσα σε μιαν άγονη και πυρωμένη αμμοθάλασσα. Και γύρω από την πέτρα είναι τσακάλια κι ακρίδες και σκορπιοί και σκολόπετρες και φίδια και γεράκια. Είναι και τα κίτρινα κόκκαλα της εξορίας και της μοναξιάς. Τον Απρίλη γευτήκαμε πρώτη φορά το φαρμάκι της προδομένη φιλίας. Γι’ αυτό είναι και πιο σκληρός.[2]


"Όταν λείπεις, προσπαθώ να μετρήσω την κίνηση του ρολογιού, να δω το φως πώς αλλάζει. Ξέρω πως το ρολόι κινείται, πως το φως όσο πλησιάζει το βράδυ λιγοστεύει και σώνεται. Δε βλέπω τίποτα. Ούτε τη θερμοκρασία που κατεβαίνει μαζί με το βράδυ, ούτε το δέντρο πως μεγαλώνει. Χωρίς εσένα, είμαι μικρός, το καταλαβαίνω, πολλές φορές ένα τίποτα. 

Συχνά δε θυμάμαι πώς βρέθηκα από το ένα πεζοδρόμιο στ’ άλλο. Ξέρω μόνο πως ενώ πρώτα βρισκόμουν στο αντικρινό, τώρα είμαι εδώ. Γενικά υπάρχουν στη ζωή μερικά γεγονότα, που άθελά τους ξεχνιούνται. Παραδείγματος χάρη, πότε και πόσες φορές έκανα δήλωση, ακόμα και τι έγραφα μέσα. 

Όμως θυμάμαι όλους τους πόρους στο δέρμα σου, ίσως γιατί από κει αναπνέω, των παρειών σου το πύρωμα, έτσι όπως θα ‘θελα πάντα να είναι ζεστή η ζωή, τους κυματισμούς της κοιλιάς σου, μια κίνηση, που αν με συνόδευε στο πέρασμα του δρόμου για το αντικρινό πεζοδρόμιο, δε θα την ξεχνούσα ποτέ, της ραχοκοκαλιάς σου το τόξο, ουράνιο, τη μυστική σου σπηλιά, καμίνι που μέσα του λιώνουν όλες οι δεύτερες πράξεις μου, μερικά λυπηρά γεγονότα που σβήνουν εκεί και ξεχνιούνται ολότελα".[3]

***

[1] Άρης Αλεξάνδρου, Ποιήματα, Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991. 

[2] Μια εξομολόγηση του Στρατή Τσίρκα στα 1947. Από το άρθρο του Μίλτου Πεχλιβάνου, "Σημεία στίξεως της ανάγνωσης: Δημήτρης Ραυτόπουλος και Στρατής Τσίρκας", Μανδραγόρας, Τχ.30, Σεπτέμβριος 2003.  

[3] Μάριος Χάκκας, "Οι εξαιρετικές μου στιγμές", από τον Μπιντέ, Κέδρος, Αθήνα 1986


Τρίτη 14 Ιουλίου 2015

Ακυβέρνητες Πολιτείες


Ο πόλεμος πάει καλά, κι οι σύντροφοι κάνουν το χρέος τους, μα ο άνθρωπος έχει μέσα του σκατά και δεν αλλάζει [1].

Σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει στα σύγχρονα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα καμία αφηγηματική πληροφορία δε μεταδίδουνε φερέφωνα. Τα πολιτικώς χειραγωγημένα πρόσωπα έχουνε λόγο, αλλά δεν έχουν ποτέ το ρόλο του πληροφοριοδότη. Σε κανέναν από τους τρεις τόμους του έργου δε μαθαίνουμε νέα από το Ανθρωπάκι -έρμαιο της "αριστερής" ιδεολογίας και μαριονέτα του κόμματος- ούτε από τον Πήτερ, ούτε από τους πράκτορες Μερτάκηδες. 

Τη διαφώτιση του αναγνώστη και την προώθηση της δράσης επωμίζονται ο Μάνος -μοναδικό πρόσωπο που αναλαμβάνει το ρόλο του αφηγητή και στους τρεις τόμους-, η μητρική φιγούρα της Αριάγνης ή έστω ο Ρούμπυ, προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, τόσο λόγω των πολιτικών του θέσεων όσο και λόγω της ομοφυλοφιλίας του. 

Η δράση τοποθετείται στην καρδιά του Β' Παγκοσμίου Πολέμου στις πολιτείες της Μέσης Ανατολής, αλλά είναι τόσο πολυσχιδής και λαβυρινθώδης που δεν έχει νόημα να γίνει λόγος γι' αυτήν. Καμία περίληψη δε θα μπορούσε να την περιλάβει και κανένας σχολιασμός δε θα τη σχολίαζε αρκετά σχολαστικά. Ο ρεαλισμός συνυπάρχει με το λυρισμό, οι αφηγητές είναι πολλαπλοί. Ο λόγος δίνεται στα πρόσωπα που υπηρετούν το αξιακό σύστημα του μυθιστορήματος. Οι υπόλοιποι ήρωες αποτελούν αντικατοπτρισμούς ή παραμορφωτικές μορφές τους.

Ο Στρατής Τσίρκας στις Ακυβέρνητες Πολιτείες κατέγραψε την ανάγκη του ελεύθερου ανθρώπου να διαβρώνει τις ιδεολογίες για τις οποίες πολεμά. Με τη σκέψη, τη γραφή, την αμφισβήτηση. Οι ήρωες, όταν είναι ελεύθεροι, αναζητούν την πίστη στην αμφιβολία. Η κρίση ενδυναμώνει την πίστη τους και όχι η υποταγή. Έχουνε πάθη: το πάθος της ελευθερίας και το πάθος του έρωτα. Δεν είναι  υπόδουλοι οι ίδιοι, αλλά είναι υπόδουλα τα πρόσωπα που τους περιβάλλουν σαν αρνητικά φορτισμένα ηλεκτρόνια. Οι ελεύθεροι παραμένουν ακυβέρνητοι. Διλημματίζονται -δράση ή τέχνη, φιλία ή δόγμα, ιδεολογία ή ουμανισμός;- και η απάντηση δεν είναι δεδομένη.

Αγαπούν τη ζωή που έρχεται, αλλά νοσταλγούν κι αυτήν που χάνεται, τις κουβέντες στους μαχαλάδες και τα καφενεία, τα χαμόσπιτα, το άρωμα της γαζίας.

Κι αφού ζητάς και τα πιο δύσκολα, να τι περιμένω να μου εξηγήσεις. Θα στο περιγράψω όπως το νιώθω και κάνε μέσα στο μυαλό σου εσύ το περιδιάγραμμά του: Στο σπίτι μας είχαμε μια γαζία, κατσιάρικη, με κάτι κίτρινα κουμπάκια που ξέφτιζαν μόλις φύσαγε, δεν ποτιζόταν ταχτικά. Την πήρε κι αυτή ο βομβαρδισμός. Λοιπόν, όποτε ονειρεύουμαι πώς θα ναι τα πράγματα σα θα γυρίσουμε, όλο η γαζία έρχεται μπρος μου. Θέλω το καμαράκι με τ' ασουβάντιστα ντουβάρια, τα πορτοπαράθυρα που δε σφαλλούσαν καλά και κατέβαζαν σφάχτη το χειμώνα και... τη γαζία. Έλα τώρα που μόνοι μας λέμε πως θα φτάξουμε έναν κόσμο καλύτερο, χωρίς αδικίες και εκμετάλλευση: Ωραία. Μα τότες εγώ, ο Βασίλης δε θα κάθουμαι πια σε χαμόσπιτο, αφού θα τα καταργήσουμε είπαμε και θα χτίσουμε πολυκατοικίες για την αργατιά, με φως, με νερό και ανέσεις. Κι η γαζία[2];

Ακόμη κι όταν οι ήρωες είναι σίγουροι για τον αγώνα τους, ο αφηγητής πίσω από τις βεβαιότητες αναρωτιέται:

Ένας άνθρωπος μπορεί να είναι ολόψυχα δοσμένος σε μια ιδέα, ευγενικιά και δίκια, να ζει και ν' ανασαίνει για κείνη και μόνο για κείνη, κι ωστόσο να ξεγελάει τον εαυτό του. Κάπου μέσα του, ένας άλλος, δε σταματάει ποτέ να ονειρεύεται και να υπολογίζει, να χαίρεται και να πονάει, ανεξάρτητα, σχεδόν κρυφά από κείνο, τον ιδεολόγο[3].

Στις Ακυβέρνητες Πολιτείες, μέσω ενός αντιήρωα, κι αυτός είναι το Ανθρωπάκι, καταγγέλλεται ο παρεμβατισμός της εξουσίας στο πνεύμα και τις ψυχές, ο βιασμός και η αλλοτρίωση της συνείδησης, ο φανατισμός του δόγματος, η υποκρισία, η κενολογία. Ίσως το Ανθρωπάκι να υπήρξα κι εγώ, στοχάζεται ο Τσίρκας στο ημερολόγιο των Ακυβέρνητων Πολιτειών, ενώ στα εισαγωγικά σημειώματα του κάθε τόμου τονίζει πως το έργο δεν είναι αυτοβιογραφικό, δεν  είναι ιστορικό μυθιστόρημα, και πως ο ίδιος κακώς ταυτίζεται με τον Μάνο. 

Αν δεν πρόκειται λοιπόν για χρονικό, για τι πρόκειται; Έργο κριτικής ενός αγώνα; Έργο αυτοκριτικής; Οι Ακυβέρνητες Πολιτείες αποτελούν μια μελέτη της αβύσσου που ζει ο κάθε άνθρωπος, ιδεολόγος και μη. Μια άβυσσος γεμάτη από προδοσίες, διπλοπαιχνίδια και αυταπάτες.

Γεροσόλυμα, Κάιρο, Αλεξάντρεια, είπε. Μεσ' στις μεγάλες πολιτείες της Ανατολής τριγυρνάμε, δίνουμε ραντεβού, ξαναχωρίζουμε, κι από πάνω μας το ίδιο φεγγάρι. Μας κυνηγάει σα να μας μάχεται. Τουρισμό κάνουμε, σύντροφε, κι ο λαός το πληρώνει με δάκρια[4].

***

[1] Στρατή Τσίρκα, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Αριάγνη, Αθήνα, Κέδρος 1995.
[2], [3] Στρατή Τσίρκα, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Η Λέσχη, Αθήνα, Κέδρος 1995.
[4] Στρατή Τσίρκα, Ακυβέρνητες Πολιτείες, Η Νυχτερίδα, Αθήνα, Κέδρος 1995.