Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φραντς Κάφκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Φραντς Κάφκα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Αυγούστου 2020

Φραντς Κάφκα: Μεταξύ ύπνου και ξύπνιου



Έρχεται πάλι καλοκαιριάτικα αυτός 
ο Φραντς Κάφκα. Κάθεται. Παίζουμε σκάκι. 
Πίνουμε γάλα –που πολύ ταιριάζει 
με τα μαύρα ρούχα– Λέμε αστεία 
και γελάμε. Έχει ένα σιδερένιο βήχα
που με αναστατώνει. Βγάζει το παλτό
και με ρωτάει για σένα. Του εξηγώ
ότι κοιμάσαι δίπλα. Συνεχίζουμε. 
Τα ξημερώματα φεύγει, παίρνοντας μαζί του
το μισό δωμάτιο –όπως πάντα με κερδίζει–
Γιάννης Κοντός 

Δεν μπορώ να κοιμηθώ. Μόνο όνειρα, καθόλου ύπνος. 
[Ημερολόγιο, 21 Ιουλίου 1913]

Μια συλλογή ονείρων του Κάφκα μπορεί να διαβαστεί σαν συλλογή διηγημάτων. Αλλόκοτα, φανταστικά, βασανιστικά, απογυμνωμένα από μυθοπλασία, τα όνειρα απηχούν τις βαθύτερες ανησυχίες του. Σε επιστολές προς αγαπημένα του πρόσωπα, σε προσωπικά σημειώματα και σε ημερολόγια συχνά αφηγείται εφιαλτικές στιγμές της νύχτας, όταν τα όνειρα τον απομακρύνουν από τον ύπνο.  "Η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων ως αστείρευτη πηγή παρανοήσεων, και βέβαια ο κόσμος, με το θόρυβο, τη βρόμα και τη συνεχή του κίνηση ως ανυπέρβλητο εμπόδιο ανάμεσα στο υποκείμενο και στην πραγμάτωση των στόχων του" είναι σταθερές που απαντούν στα γραπτά του και στα όνειρά του.


Σήμερα το μεσημέρι, πριν με πάρει ο ύπνος –δεν αποκοιμήθηκα όμως–, βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω μου ο κορμός μιας γυναίκας από κερί. Το πρόσωπό της ήταν γερμένο πάνω στο δικό μου, το αριστερό της μπράτσο πίεζε το στήθος μου. [Ημερολόγιο, 16 Νοεμβρίου 1911] 

Όταν ήμουν ξαπλωμένος σήμερα το απόγευμα στο κρεβάτι και κάποιος γύρισε γρήγορα το κλειδί στην κλειδαριά, βρέθηκα να έχω για μια στιγμή κλειδαριές σε όλο μου το σώμα, σαν να βρίσκομαι σε αποκριάτικο χορό, και σε τακτά χρονικά διαστήματα ανοίγει και κλείνει, μια εδώ, μια εκεί, κάποια κλειδαριά.  [Ημερολόγιο, 30 Αυγούστου, 1912]

Επιστολές σε ερωμένες, γράμματα στον πατέρα, αποσπάσματα ημερολογίων φέρνουν στο φως την πιο σκοτεινή πλευρά του· αυτή που έχει καθιερώσει το επίθετο "καφκικός" για τον χαρακτηρισμό του ζοφερού, του ασφυκτικού, του εφιαλτικού, του ανοίκειου. 


Στον αντίποδα αυτών, σκέφτομαι τον Κάφκα σαν μια τρυφερή ύπαρξη, ένα παιδί που αρνήθηκε να αποχωριστεί την αθωότητα, που δεν μπόρεσε να ενηλικωθεί. Σκέφτομαι διαρκώς τη σχέση του με το κοριτσάκι του πάρκου.

Σε μια από τις βόλτες του, ο Κάφκα συνάντησε ένα κορίτσι που έκλαιγε απαρηγόρητο γιατί έχασε την κούκλα του. Τη διαβεβαίωσε πως η κούκλα δεν έχει χαθεί, αλλά έχει φύγει για ταξίδι και μάλιστα του είχε δώσει ένα γράμμα για τη μικρή της φίλη. Ο συγγραφέας αφιέρωσε εκείνο το βράδυ για να γράψει ως κούκλα στο κοριτσάκι, ενώ για αρκετές εβδομάδες κλεινόταν στο γραφείο του και, απόλυτα αφοσιωμένος στο έργο που είχε αναλάβει, υποδυόταν μέσα από τα γραπτά του την κούκλα που γυρίζει τον κόσμο. 

Ήταν ένας τρόπος διώξει τους εφιάλτες του ή να διασκεδάσει μια παιδική απογοήτευση, από αυτές που κανείς μας δεν έχει ξεχάσει;

***

[1] Franz Kafka, Όνειρα (πρόλογος - μετάφραση: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη), Άγρα, Αθήνα 2020

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2020

Φραντς Κάφκα: Επιστολή στη Μίλενα


Χθες σε ονειρεύτηκα. Δεν θυμάμαι τι έγινε ακριβώς, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι διαρκώς μετατρεπόμασταν ο ένας στον άλλο, εγώ ήμουν εσύ, εσύ ήσουν εγώ. Τελικά, κάπως πήρες φωτιά, θυμήθηκα ότι πρέπει κανείς να καταπνίγει τις φλόγες με υφάσματα, άρπαξα ένα παλιό πανωφόρι και σε χτυπούσα με αυτό. Αλλά πάλι άρχισαν οι μεταμορφώσεις, σε σημείο που, στο τέλος, δεν ήσουν πια καθόλου παρούσα, αλλά ήμουν εγώ αυτός που φλεγόταν και ήμουν και αυτός που χτυπούσε με το πανωφόρι.  Αλλά δεν ωφελούσε σε τίποτα και απλώς επιβεβαίωσε τον παλιό μου φόβο ότι τέτοια μέτρα κατά της φωτιάς είναι παντελώς ατελέσφορα. Στο μεταξύ όμως είχε έρθει η Πυροσβεστική και κατάφεραν να σε σώσουν κάπως. Αλλά ήσουν διαφορετική από πριν, σαν φάντασμα [...] σχεδιασμένο με κιμωλία στο σκοτάδι, και άψυχη, ή ίσως μόνο λιπόθυμη από τη χαρά που σώθηκες, έπεσες στην αγκαλιά μου. Αλλά κι εδώ υπήρχε η αβεβαιότητα της μεταμόρφωσης, ίσως να ήμουν εγώ εκείνος που έπεσε στην αγκαλιά κάποιου άλλου. 

[Επιστολή στη Μίλενα Γεσένσκα, Σεπτέμβριος 1920]

***

[1] Franz Kafka, Όνειρα (πρόλογος - μετάφραση: Αλεξάνδρα Ρασιδάκη), Άγρα, Αθήνα 2020

Κυριακή 16 Ιουνίου 2019

Αγαπημένε μου πατέρα


Είναι περίεργο πώς χτίζεται μέσα μας ο φόβος, από τους γονείς μας,
από τους άλλους γύρω μας. Είμαστε τόσο αθώοι στην αρχή, 
που δεν το καταλαβαίνουμε.
Μαρίνα Αμπράμοβιτς.

Ο πατέρας μου προσπάθησε πολλές φορές να με μάθει κολύμπι, σε πισίνα, στα ρηχά νερά μιας λίμνης, αλλά τίποτα δεν είχε αποτέλεσμα. Το νερό με τρομοκρατούσε, ειδικά όταν με κάλυπτε ολόκληρη, και το κεφάλι μου μαζί. Στο τέλος η υπομονή του εξαντλήθηκε. Μια καλοκαιρινή μέρα που ήμασταν στην παραλία, μ' έβαλε σε μια μικρή βάρκα με κουπιά και, αφού απομακρυνθήκαμε πολύ από την ακτή, με πέταξε στο νερό σαν σκυλί. Ήμουν έξι ετών. 
Πανικοβλήθηκα. Το τελευταίο πράγμα που είδα πριν βυθιστώ στα νερά της Αδριατικής, ήταν τον πατέρα μου να τραβάει κουπί και ν' απομακρύνεται απ' το σημείο, με την πλάτη του γυρισμένη σε μένα. Ούτε καν κοίταξε πίσω. Βυθιζόμουν όλο και περισσότερο, κοπανούσα τα χέρια μου σαν τρελή, το νερό έμπαινε στο στόμα μου. 
Όμως, εκεί που πνιγόμουν, σκεφτόμουν ξανά και ξανά πως ο πατέρας μου έφυγε κωπηλατώντας χωρίς να κοιτάξει καν πίσω του, και θύμωσα. Δε θύμωσα απλώς, έγινα έξαλλη. Σταμάτησα να καταπίνω νερό και τότε, μ' έναν παράξενο τρόπο, εκεί που χτυπιόμουν, ανέβηκα στην επιφάνεια και κολύμπησα ως τη βάρκα. 
Ο Βόγιο μάλλον με άκουσε, γιατί, παρόλο που ακόμη δεν κοίταζε προς τα πίσω, άπλωσε το χέρι, με άρπαξε απ' το μπράτσο και με τράβηξε πάνω. 
Κάπως έτσι οι αντάρτες μάθαιναν τα παιδιά τους να κολυμπούν.[1]

Αγαπημένε μου πατέρα, 
Πριν λίγο καιρό με ρώτησες γιατί ισχυρίζομαι ότι σε φοβάμαι. 
Όπως συνήθως δεν είχα τι ν' απαντήσω. 
Φραντς Κάφκα

Μόνο και μόνο η απλή θέα του σώματός σου με συνέθλιβε. Θυμάμαι ότι συχνά ξεντυνόμαστε στην ίδια καμπίνα. Εγώ ήμουν αδύνατος και καχεκτικός, ενώ εσύ ήσουν ψηλός, δυνατός, με φαρδιές πλάτες. Όσο βρισκόμουν στην ίδια καμπίνα, ένιωθα αξιοθρήνητος, όχι μόνο σε σύγκρισή μ' εσένα, αλλά και με τον κόσμο ολόκληρο, εφόσον εσύ ήσουν το μέτρο κάθε πράγματος. Όταν όμως βγαίναμε από την καμπίνα και παρουσιαζόμαστε στα μάτια των ανθρώπων, εγώ, ένας μικρός σκελετός που σε κρατούσε από το χέρι και πατούσε στις σανίδες με πόδια γυμνά και τρέμοντα, φοβόμουν το νερό και ήμουν ανίκανος να μιμηθώ τις κινήσεις που έκανες κολυμπώντας, και τις οποίες, καλοπροαίρετα μεν, αλλά για μεγάλη μου ντροπή, επαναλάμβανες αδιάκοπα, ώσπου να τις μάθω. Τότε, ναι, ντρεπόμουν πολύ. Σε στιγμές ανάλογες, όλες οι θλιβερές εμπειρίες μου, απ' όποιο χώρο κι αν προέρχονταν, εναρμονίζονταν κατά τρόπο μεγαλειώδη. Πόσο καλά αισθανόμουν όταν συνέβαινε να ξεντυθείς πρώτος κι εγώ να μείνω μόνος στην καμπίνα, αποφεύγοντας για λίγο το όνειδος της δημόσιας εμφάνισής μου.[2]

***


[1]Marina Abramovic, Περνώντας από τοίχους (μτφρ: Αφροδίτη Γεωργαλιού), Ροπή, Θεσσαλονίκη 2016.
[2] Φραντς Κάφκα, Γράμμα στον πατέρα (μτφρ: Φαίδων Καλαμαράς), Νεφέλη, Αθήνα 1987. 

Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Στη σωφρονιστική αποικία

Προφητεία του παραλόγου ή εφιαλτική πραγματικότητα; 

"Μόλις παραταχθούν οι στρατιώτες, ακούγεται να πλησιάζει ένας υπόκωφος ήχος από αλυσίδες που κροταλίζουν. Είναι οι κατάδικοι του νησιού Νου, οι οποίοι οδηγούνται ομαδικά στον τόπο της εκτέλεσης για να παραστούν ως θεατές. Έρχονται εφ' ενός ζυγού, κλίνουν επ' αριστερά και στέκονται με το πρόσωπο προς την γκιλοτίνα".

Ένας ταξιδιώτης-ερευνητής επισκέπτεται τη σωφρονιστική αποικία με σκοπό να μελετήσει τον τρόπο απονομής δικαιοσύνης εκεί. Θα παραστεί ως μάρτυρας στην εκτέλεση ενός στρατιώτη, έχοντας συνοδό του τον αξιωματικό της αποικίας.  Αυτός, περήφανος για το μηχάνημα που χαρίζει απλόχερα, επώδυνα και βασανιστικά τον θάνατο στους κατάδικους, παρουσιάζει με λεπτομέρειες την ευρηματική κατασκευή και τον τρόπο λειτουργίας της.  

Κατά τη διάρκεια της νυχτερινής σκοπιάς, κάθε μία ώρα, στο χτύπημα του ρολογιού, ο στρατιώτης όφειλε να χαιρετά μπροστά στην πόρτα του λοχαγού. Το βράδυ που ο λοχαγός έλεγξε αν ο υποτακτικός του εκτελεί το καθήκον του με συνέπεια, τον βρήκε να κοιμάται. Στον "ένοχο" δεν παρέχεται το δικαίωμα της υπεράσπισης, δεν προηγείται της καταδίκης καμιά ανακριτική διαδικασία, δεν διεξάγεται δίκη. Υπόδικοι και κατάδικοι ταυτίζονται στην αποικία. Η θεμελιώδης αρχή στην οποία βασίζονται όλες οι αποφάσεις είναι μία: "Η ενοχή είναι σε κάθε περίπτωση αδιαμφισβήτητη". Και το πιο ασήμαντο περιστατικό αντιμετωπίζεται σύμφωνα με τους νόμους της στρατιωτικής πειθαρχίας.

Δεν γινόταν, φυσικά, να μεταχειριστούμε απλή γραφή, αφού πρόθεσή μας δεν είναι να θανατώσει ακαριαία, αλλά σ'  ένα χρονικό διάστημα, μέσες άκρες, δώδεκα ωρών. Το κρίσιμο σημείο υπολογίζεται γύρω στην έκτη ώρα. Η βασική εγχάραξη περιβάλλεται από ποικίλα στολίδια, έτσι που η ίδια να κυκλώνει το σώμα σαν μια λεπτή ζώνη, ενώ τα στολίδια καλύπτουν όλη την υπόλοιπη επιφάνεια. Μπορείτε τώρα να εκτιμήσετε την εργασία της Σβάρνας και ολόκληρου του μηχανήματος; 
 
Όλα αυτά, όμως, μικρή σημασία έχουν μπροστά στο μηχάνημα που αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας την ποινή -κοινή για όλους του κατάδικους. Περιγράφονται υποδειγματικά τα μέρη και ο μηχανισμός λειτουργίας του. Ο κατάδικος τοποθετείται γυμνός σ' ένα κρεβάτι και με καρφιά και ακίδες χαράζονται στο δέρμα του οι λέξεις που περιγράφουν το αδίκημά του. Είναι δεμένος, με φίμωτρο στο στόμα. Στα μισά της μακράς διαδικασίας, του προσφέρεται ένα πιάτο ρύζι που γλείφει με τη γλώσσα του και συνήθως ξερνάει. 

Ο αξιωματικός θεωρεί τον εαυτό του θεματοφύλακα μιας σπουδαίας κληρονομιάς και νοσταλγεί την εποχή που η εκτέλεση της ποινής αποτελούσε πραγματικό υπερθέαμα στην αποικία. 

Καμιά παραφωνία δεν διατάρασσε τη λειτουργία του μηχανήματος. Κάποιοι απέστρεφαν το πρόσωπό τους και κάθονταν στην άμμο με το βλέμμα τους χαμηλωμένο. Όλοι όμως γνώριζαν ότι εδώ αποδίδεται δικαιοσύνη. Μέσα στην απόλυτη σιγή ακούγονταν μόνο τα πνιχτά βογκητά του κατάδικου.

[...]

Έπαιρνα συχνά δύο παιδιά, ένα αριστερά και ένα δεξιά στην αγκαλιά μου. Πώς ρουφούσαμε την έκφραση της έκστασης που σημάδευε το τυραννισμένο πρόσωπο, πώς ξάναβαν οι παρειές μας από το λαμπρό φως που χυνόταν γύρω μας κατά την απόδοση της δικαιοσύνης! Τι εποχές, αδερφέ μου! 

Τεχνολογία: Βαρβαρότητα και ανθρωπισμός

Σύμφωνα με τον Zimmermann και το δοκίμιό του που συνοδεύει την έκδοση, δράστης-αξιωματικός και αδρανής-ταξιδιώτης είναι συνένοχοι στο ίδιο έγκλημα. Παρακολουθούν τη στυγνή δολοφονία ενός κατάδικου. Ο πρώτος την υποστηρίζει, ο δεύτερος την αποστρέφεται, αλλά κανείς τους δεν αντιδρά. Πρόκειται για δύο πλευρές της ταυτότητας του πολιτισμένου Ευρωπαίου: ο αμήχανος συμβατικός ανθρωπισμός από τη μία και η ανυποχώρητη λατρεία της τεχνολογίας από την άλλη. Ο αξιωματικός σε καμία περίπτωση δεν συμπάσχει με τον άνθρωπο που βασανίζεται, αλλά με το μηχάνημα-βασανιστή. Ο ταξιδιώτης, πάλι, επίσης απέχει πολύ από το να αισθανθεί οίκτο για τον κατάδικο -τον οποίο η αποστασιοποιημένη αφήγηση δεν καθιστά ιδιαίτερα συμπαθή στον αναγνώστη. Απλώς η συμπεριφορά του ως πολιτισμένου επισκέπτη είναι -θα λέγαμε- κάπως πιο εκλεπτυσμένη. Στο τέλος του διηγήματος παίρνει το καράβι που θα τον οδηγήσει προφανώς στη Δύση και θα κοπεί το νήμα μεταξύ εκείνου και της αποικίας.   

Οι σωφρονιστικές αποικίες υπήρξαν μια πραγματικότητα που υποστήριξαν όλες οι αποικιοκρατικές δυνάμεις προκειμένου να εκτοπίσουν κακούργους και πολιτικά αντιφρονούντες. Στο "Άλικο γράμμα" ο Χώθορν θυμίζει πως κάθε αποικία ενδιαφερόταν για τον σωφρονισμό των αποίκων της, κι έτσι κατά την ανοικοδόμησή της πάντοτε προηγούνταν η εκκλησία, η φυλακή και η τοποθέτηση της γκιλοτίνας σε περίοπτη θέση. Άλλες εποχές... Πολύ "αθώες" σε σχέση με τον 20ό αιώνα. Το Ολοκαύτωμα και τόσα άλλα εγκλήματα πολέμου δεν θα ήταν δυνατόν να πραγματωθούν τον 19ο αιώνα, που το τεχνολογικό θαύμα δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του.

Ως εργαζόμενος στο Ίδρυμα Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων, ο Φραντς Κάφκα συνέτασσε ετήσιες αναφορές για τα βιομηχανικά ατυχήματα. Περιγραφές των μηχανημάτων αυτών πιθανώς ενέπνευσαν το κείμενο του διηγήματος, για το οποίο ο συγγραφέας παραδέχεται στον εκδότη του: "Θέλω να σας προτείνω να εκδώσουμε αυτό το αφήγημα, το οποίο αγαπώ ιδιαιτέρως, αν και η αγάπη μου είναι ανάμεικτη με μία κάποια φρίκη και τρόμο για τον βαθμό θηριωδίας του φρικαλέου περιεχομένου του". 

Ο Κάφκα, που "δεν ήθελε και δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά λογοτεχνία", δεν κλείνει τα μάτια στη φρίκη. 

*** 


Franz Kafka, Στη σωφρονιστική αποικία (μτφρ. Βασίλης Τσάλης), Κίχλη, Αθήνα 2017.
 

Παρασκευή 18 Οκτωβρίου 2013

Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί;

Πολλοί άνθρωποι όταν φτάνουν ή ξεπερνούν την ηλικία των τριάντα αντιπετωπίζουν ένα δίλημμα: να αποτολμήσουν ή όχι το απονενοημένο διάβημα; Να παντρευτούν ή να μην παντρευτούν; Υπάρχει και το κακόγουστο αστείο, σύμφωνα με το οποίο ο ελεύθερος ζει σαν άνθρωπος και πεθαίνει σαν σκυλί. Ο παντρεμένος ζει σαν σκυλί και πεθαίνει σαν άνθρωπος. Να ζει κανείς ή να μη ζει; Τέλος πάντων, σημασία έχει να είναι ο άνθρωπος ευτυχής και ο καθένας νιώθει ευτυχής διαφορετικά. Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά ακούγονται πια κάπως ξεπερασμένα.

Άραγε η λογοτεχνία τι έχει να πει εδώ; Στο αρχαίο θέατρο, ο θεατής νιώθει έλεο και φόβο για τους ήρωες και όσα τους συμβαίνουν. Βιώνει και ο ίδιος τα διλήμματα που εκείνοι αντιμετωπίζουν. Και όταν έρχεται αντιμέτωπος με ένα δίλημμα στην πραγματική του ζωή είναι πιο έτοιμος. Η Τέχνη τελικά δίνει απαντήσεις; Μας βοηθάει σε τίποτα; Μας κάνει καλύτερους; Μας αφήνει τους ίδους;

Στο Έγκλημα και Τιμωρία, ο Λιούζιν, αυτός ο αντιπαθητικός τύπος, ο αρραβωνιαστικός της Ντούνιας, αδερφής του Ρασκόλνικοφ, κάνει μια συζήτηση με τον Αντρέι Σεμιόνοβιτς για το γάμο. Ο νόμιμος γάμος μού χρειάζεται γιατί δε θέλω να φορέσω κέρατα και ν' αναστήσω ξένα παιδιά λέει ο Λιούζιν. 

Ο Σεμιόνοβιτς όμως τον αποστομώνει για τα καλά: 

Μα τι είναι λοιπόν τα κέρατα; Ω, τι παρερμηνεία! Τι κέρατα είναι αυτά; Γιατί τα είπαν κέρατα; Τι ανοησίες! Απεναντίας, στον πολιτικό ίσα ίσα γάμο, δε θα υπάρχουν καθόλου! Τα κέρατα δεν είναι παρά η φυσική συνέπεια κάθε νόμιμου γάμου, μια διόρθωσή του, να πούμε, μια διαμαρτυρία, έτσι που απ' αυτή την άποψη δεν είναι καθόλου ταπεινωτικά... Κι αν καμιά φορά εγώ -  ας υποθέσουμε για μια στιγμή αυτή την ανοησία - παντρευτώ νόμιμα, πολύ θα ευχαριστηθώ αν αποκτήσω τα τρισκαταραμένα σας κέρατα. Θα πω τότε στη γυναίκα μου: "Φίλη μου, ως τα τώρα σ' αγαπούσα μονάχα, τώρα όμως σε εχτιμώ κιόλας, γιατί μπόρεσες και διαμαρτυρήθηκες!" Γελάτε; Είναι γιατί δεν έχετε τη δύναμη να αποτινάξετε τις προλήψεις σας! Καταλαβαίνω πολύ καλά, που να πάρει ο διάολος, πόσο δυσάρεστο είναι να σ' απατάει η νόμιμη γυναίκα σου. Αυτό όμως δεν είναι παρά η πρόστυχη συνέπεια μιας πρόστυχης πράξης, όπου έχουν ταπεινωθεί κι ένας κι άλλος. Όταν όμως τα κέρατα φοριούνται φανερά, όπως γίνεται στον πολιτικό γάμο, τότε πια είναι σαν να μην υπάρχουν καθόλου, είναι αδύνατο να υπάρξουν και χάνουν μάλιστα την ονομασία κέρατα. Απεναντίας, το μόνο που θα κάνει η γυναίκα σας είναι που θα σας αποδείξει πόσο πολύ σας εχτιμάει, θεωρώντας σας ανίκανο να σταθείτε εμπόδιο στην ευτυχία της και τόσο ανεπτυγμένον ώστε να μην την εκδικηθείτε, γιατί απόχτησε καινούργιο άντρα. Που να πάρει ο διάολος, είναι μερικές φορές που ονειρεύομαι πως αν με παντρεύανε, φτού! Αν παντρευόμουνα - πολιτικά ή νόμιμα, το ίδιο κάνει - νομίζω πως θα 'φερνα ο ίδιος έναν εραστή στη γυναίκα μου, αν έβλεπα πως αργεί ν' αποχτήσει μόνη της. "Φίλη μου" θα της έλεγα, "σ' αγαπώ πολύ, θέλω όμως επιπλέον να μ' εχτιμάς, ορίστε!"

Ακους εκεί! Αυτά λέει ο Ντοστογιέφσκι δια στόματος Σεμιόνοβιτς 150 χρόνια πριν. Τώρα απ' ό,τι φαίνεται, τον 19ο αιώνα στον πολιτικό γάμο -που δεν ήταν νόμιμος- επιτρεπόταν το κέρατο, ενώ στο θρησκευτικό όχι. 

Ένας συγγραφέας που αντιμετώπιζε μεγάλη φοβία με το γάμο ήταν ο Φραντς Κάφκα. Δυο φορές είχε κοντέψει να παντρευτεί και καμία δεν το τόλμησε. Στο Γράμμα στον πατέρα, που αποτελεί ένα ψυχογράφημα του ίδιου του συγγραφέα αναφέρει χαρακτηριστικά: 

Ἀλλά το σπουδαιότερο ἐμπόδιο γιά τόν γάμο μου εἶναι ἡ πεποίθηση, ἀξερίζωτη πιά, ὅτι ἡ κάλυψη τῶν ἀναγκῶν μιᾶς οἰκογένειας, καί πόσο μᾶλλον ἡ διακυβέρνησή της, ἀπαιτοῦν ὅλες τίς ἰδιότητες πού ἀνακάλυψα σε ἐσένα, ἰδιότητες καλές ἤ κακές, θεωρημένες ἀξεχώριστα ὅπως εἶναι συνδεδεμένες ὀργανικά καί συγκεντρωμένες ὅλες στο πρόσωπό σου: δύναμη καί περιφρόνηση γιά τόν ἄλλο, ὑγεία καί μιά κάποια ἔλλειψη τοῦ μέτρου, εὐγλωττία καί σκληρός χαρακτήρας, αὐτοπεποίθση και δυσαρέσκεια για ὅ, τι δεν προέρχεται ἀπό ἐσένα, αἴσθημα ἀνωτερότητας ἀπέναντι στόν κόσμο και τυραννική συμπεριφορά, γνώση τῶν ἀνθρώπων καί ἐπίδειξη δυσπιστίας γιά τούς περισσότερους ἀπό αὐτούς, καί στά παραπάνω νά προστίθενται ἰδιότητες ἀπόλυτα θετικές, ὅπως ἡ ἐργατικότητα, ἡ ἀντοχή, ἡ ἐτοιμότητα πνεύματος, ἡ ἄγνοια τοῦ φόβου. Ἐγώ δεν εῑχα σχεδόν τίποτε ἤ ἐλάχιστα ἀπ’ ὅλα αὐτά. 

Η γυναίκα πάντως μέχρι πολύ πρόσφατα έπρεπε να παντρευτεί. Αλλιώς έμενε γεροντοκόρη, μεγαλοκοπέλα, στο ράφι και άλλα τέτοια. Σε μια σκηνή από τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, η Χαδούλα αναπολεί πλάι στην εστία τα πάθη του βίου της, του ανωφελούς και μάταιου και βαρύ:

Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της - και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού. Όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της. Όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγονών της. 

Αυτό σήμαινε γάμος. Και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αυτός ο άνθρωπος ο τόσο θεοσεβής και συνάμα τόσο ανθρώπινος, τόσο γεμάτος πάθη και τόσο κοντά στην αγιοσύνη, είχε καταλάβει πολύ καλά τη γυναίκα της εποχής του. Τη μάνα, τη γιαγιά, την παιδίσκη, την εγγόνα.

Τρεις αλλιώτικες απόψεις για το γάμο. Τρεις απόψεις που εκφράστηκαν εκατό και πλέον χρόνια πριν. Πολύ διαφορετικές μεταξύ τους αλλά και πολύ προχωρημένες. Και το ερώτημα του τίτλου παραμένει φυσικά αναπάντητο. 

***

Τα  αποσπάσματα ήταν από τα βιβλία:
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκη, Έγκλημα και Τιμωρία (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου), Εκδόσεις Γκοβόστη 1990
Φραντς Καφκα, Γράμμα στον πατέρα (Φαίδων Καλαμαράς), Νεφέλη 1987
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Νεφέλη 1998


Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Λόγος παρηγορητικός περί Δικαιοσύνης

Πολλές συλλήψεις αυτές τις μέρες και μακάρι να τιμωρηθούν οι ένοχοι και να 'χουμε κι άλλα τέτοια ευχάριστα και στην ώρα τους. Κι επειδή οι συλλήψεις είναι πολλές και ακούμε πολλά περί Δικαιοσύνης αλλά και λόγω επειδής αυτό το έρμο το μπλογκ πρέπει να ανανεώνεται, πλην όμως η γράφουσα δεν έχει και πολλή έμπνευση, σήμερα θα θυμηθούμε κατιτίς κλασικό. 

Ποιος λογοτεχνικός ήρωας συνελήφθη χωρίς να ξέρει το γιατί; (Καμία σχέση με τους συλληφθέντες των ημερών. Αυτοί πολύ καλά ξέρουν.) Ούτε το όνομά του δε γνωρίζουμε... Ήταν ο καημένος ο Κ. από τη Δίκη του Φραντς Κάφκα. Πιθανόν να πρόκειται για το αρχικό γράμμα του ονόματος του συγγραφέα. 

Τον Κ. που λέτε τον έπιασαν στον ύπνο. Ήρθαν στο σπίτι του οι δεσμοφύλακες, καταβρόχθισαν το πρωινό του και τον ειρωνεύτηκαν κιόλα: 

 Αν συνεχίσει η τύχη να σας ευνοεί όπως και στην επιλογή των δεσμοφυλάκων σας, τότε μείνετε ήσυχος.
 
Και να φανταστείτε πως κατά τα άλλα ζούσε σε μια κοινωνία δημοκρατική, σαν τη δική μας: 
 
Ποιοι ήσαν τάχα ετούτοι οι δύο; Για τι πράγμα μιλούσαν; Ποια αρχή αντιπροσώπευαν;  Ο Κ. ζούσε σε μια χώρα με συνταγματικό πολίτευμα, βασίλευε γενική ειρήνη, και όλοι οι νόμοι ήσαν εν ισχύι·  ποιος τολμούσε να τον συλλάβει στο ίδιο του το σπίτι; 
Ήταν τόσο τυχερός ο Κ. που μπορούσε να εξακολουθήσει να εργάζεται παρά το γεγονός ότι είχε συλληφθεί. Ο επιθεωρητής μάλιστα ήταν εξαιρετικά καθησυχαστικός:

«Πώς να πάω στην Τράπεζα αφού έχω συλληφθεί;» «Α! καταλαβαίνω», είπε ο Επιθεωρητής, που είχε φτάσει κιόλας στην πόρτα. Με παρανοήσατε. Φυσικά έχετε συλληφθεί, αλλ’ αυτό δε θα σας εμποδίσει να πηγαίνετε στη δουλειά σας. Δε θα εμποδιστείτε να συνεχίσετε την κανονική σας ζωή.» «Μα τότε δεν είναι άσχημο να σε συλλαμβάνουν», είπε ο Κ. πλησιάζοντας τον Επιθεωρητή. «Δεν είπα ποτέ πως είναι», είπε ο Επιθεωρητής.

Σε μια ευνομούμενη πολιτεία λοιπόν, γιατί να φοβόμαστε τη Δικαιοσύνη; Έλα όμως που η ευνομούμενη πολιτεία μπορεί να είναι και διεφθαρμένη... Ο Κ. στην απολογία του προς το Δικαστήριο ανεφέρει χαρακτηριστικά: 

[...] Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πίσω απ’ όλες τις ενέργειες του δικαστηρίου, εννοώ την υπόθεσή μου, πίσω από τη σύλληψή μου και τη σημερινή ανάκριση, κινείται ένας μεγάλος οργανισμός. Ένας οργανισμός που διαθέτει όχι μόνο διεφθαρμένους δεσμοφύλακες, ηλίθιους Επιθεωρητές και Ανακριτές για τους οποίους το καλύτερο που μπορείς να πεις είναι ότι αναγνωρίζουν τα όριά τους, αλλά έχει επίσης στη διάθεσή του δικαστική ιεραρχία υψηλής, της ύψιστης πράγματι βαθμίδος, για την απαραίτητη και ολιγάριθμη ακολουθία κλητήρων, γραφέων, αστυνομικών και άλλων υπαλλήλων, ενδεχομένως και δημίων·  δε με πτοεί η λέξη. Και ποια η σημασία, κύριοι, αυτού του  μεγάλου οργανισμού; Να, σε τι συνίσταται: αθώοι κατηγορούνται ως ένοχοι και παράλογες αξιώσεις εγείρονται εναντίον τους, κατά το πλείστον, είναι αλήθεια, χωρίς αποτέλεσμα, όπως στην περίπτωσή μου. Αλλ’ αφού στο σύνολό του είναι παράλογος, πώς είναι δυνατόν οι ανώτερες βαθμίδες να παρεμποδίσουν τη διαφθορά των οργάνων τους; Αδύνατον. Ακόμα και ο Ανώτατος Δικαστής αυτού του οργανισμού θ’ αναγκαστεί να παραδεχτεί τη διαφθορά του δικαστηρίου του. 

Και ενώ ο Κ. είναι φυσικά πεπεισμένος για την αθωότητά του, είναι επίσης πεπεισμένος για την καταδίκη του. Μάταια ζητά τις συμβουλές του ζωγράφου Τιτορέλλι, που υπόσχεται να τον απαλλάξει. Εδώ όμως το παράλογο που τόσο αγαπούσε ο Κάφκα φτάνει στα όριά του. Ο Κ. δε χρειάζεται βοήθεια γιατί είναι αθώος. Αφού είναι αθώος θα έπρεπε να μείνει ήσυχος. Μα από τη στιγμή που κατηγορείται από το Δικαστήριο κανείς δεν είναι αθώος. Κι έτσι ο Κ. μπλέκεται σ' ένα λαβύρινθο αναζήτησης βοήθειας που στην πραγματικότητα δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα γιατί δύο μόνο είδη αθώωσης υπάρχουν: η φαινομενική και η αναβολή της δίκης επ' αόριστον...  

«[...] Κάποτε φαντάζεται κανείς ότι η όλη υπόθεση λησμονήθηκε, τα έγγραφα χάθηκαν και η αθώωση έγινε οριστική. Τέτοιο πράγμα δεν μπορεί ποτέ να το φανταστεί όποιος πραγματικά γνωρίζει το Δικαστήριο. Ουδέποτε χάνεται ένα έγγραφο. Το Δικαστήριο ποτέ δεν ξεχνά τίποτα. Κάποια μέρα – τελείως απροσδόκητα – κάποιος δικαστής θα πάρει το φάκελο και θα τον μελετήσει προσεκτικά, θα διαπιστώσει ότι η κατηγορία ισχύει ακόμα, και θα διατάξει την άμεση σύλληψη. Υποτίθεται, φυσικά, ότι περνά μεγάλο διάστημα μεταξύ της φαινομενικής αθωώσεως και της νέας συλλήψεως·  αυτό είναι δυνατόν και γνωρίζω κάποιες παρόμοιες περιπτώσεις, είναι όμως εξίσου δυνατόν να επιστρέψει ο αθωωθείς κατευθείαν από το Δικαστήριο στο σπίτι του και να βρει να τον περιμένουν κιόλας οι αστυνομικοί για να τον ξανασυλλάβουν. Τότε, βέβαια, η ελευθερία του έληξε.»

«Η αναβολή συνίσταται στο εξής: η υπόθεση παρεμποδίζεται να προχωρήσει πέρα από τα αρχικά της στάδια. Για να το επιτύχει κανείς αυτό πρέπει ο κατηγορούμενος και ο αντιπρόσωπός του, αλλά κυρίως ο αντιπρόσωπός του, να βρίσκεται σε συνεχή προσωπική επαφή με το Δικαστήριο. Πρέπει να σας ξανατονίσω ότι αυτό δεν απαιτεί τόσο έντονη συγκέντρωση των ενεργειών όπως στη φαινομενική αθώωση, ωστόσο απαιτεί μεγαλύτερη επαγρύπνηση. Δεν τολμάς ν’αφήσεις από τα μάτια σου την υπόθεση, επισκέπτεσαι το Δικαστή κατά κανονικά διαστήματα καθώς και σε έκτακτες περιπτώσεις, και πρέπει να κάνεις ό,τι σου περνάει από το χέρι για να διατηρήσεις τις φιλικές σχέσεις μαζί του·  αν δε γνωρίζεις προσωπικώς το Δικαστή, τότε πρέπει να προσπαθήσεις να τον επηρεάσεις μέσω άλλων Δικαστών που ξέρεις, αλλά χωρίς να εγκαταλείψεις τις προσπάθειές σου για να επιτύχεις μια προσωπική συνάντηση. Αν δεν αμελήσεις τίποτα απ’ αυτά, τότε μπορείς να είσαι αρκετά σίγουρος ότι η υπόθεση δε θα προχωρήσει πέρα από τα αρχικά της στάδια. Όχι πως η δίωξη σταματάει, αλλά ο κατηγορούμενος είναι σχεδόν βέβαιος ότι θα αποφύγει την καταδίκη, σαν να ήταν ελεύθερος.[...]»

Ας ελπίσουμε στο σημείο αυτό η Δικαιοσύνη μας να μη θυμηθεί την αναβολή επ' αόριστον, όπως έχει κάνει σε πολλές άλλες περιπτώσεις...

Στην περίπτωση του Κ. πάντως ήταν πολύ αποτελεσματική. Και πολύ άδικη. Τον αποτελείωσαν  σ' ένα ξέφωτο το ξημέρωμα. "Σαν το σκυλί!" 

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Φραντς Κάφκα, Η Δίκη (μτφρ. Αλέξανδρος Κοτζιάς), Κέδρος, Αθήνα 1995.