Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρίκ Μοντιανό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πατρίκ Μοντιανό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 11 Νοεμβρίου 2016

Χαμένος στη μνήμη



Χωμένος στο κουκούλι της απογευματινής του μοναξιάς, ο Ζαν Νταραγκάν είχε φανταστεί πολλές φορές το τηλέφωνο να χτυπά, αλλά εκείνο, χρόνια τώρα, παρέμενε βουβό. 

Μέσα σ' αυτήν τη μοναξιά, δεν είχε ποτέ άλλοτε αισθανθεί τόσο ελαφρύς, με αλλόκοτες στιγμές έξαρσης το πρωί ή το βράδυ, σαν να ήταν ακόμη όλα ανοιχτά και σαν η περιπέτεια να ήταν στη γωνιά του δρόμου, όπως το λέει κι ο τίτλος της παλιάς ταινίας...

Ώσπου μια μέρα το τηλέφωνο χτυπά. Κάποιος κύριος Ζιλ Οττολινί θέλει να επιστρέψει στον Ζαν Νταραγκάν την ατζέντα του, που βρέθηκε ξεχασμένη στο σιδηροδρομικό σταθμό της Λυών. Από εκείνη τη στιγμή παρόν και παρελθόν αρχίζουν να μπερδεύονται. Μια ατζέντα χαμένη, φωνές στο τηλέφωνο, ραντεβού σ' ένα καφέ... Όλα έχουν την ελαφρότητα ενός ονείρου. 

Μήπως οι ασήμαντες λέξεις που είχατε ακούσει στα νιάτα σας επιστρέφουν σαν παλιό ρεφρέν ή σαν ψεύδισμα, πολλά χρόνια αργότερα και προς το τέλος της ζωής σας; 

Όπως και πολλά άλλα μυθιστορήματα του Μοντιανό, έτσι και αυτό, δεν αποτελεί παρά μια ομιχλώδη περιδιάβαση στη μνήνη. Βόλτες στο Παρίσι, που ξεκινούν από τη μετακατοχική περίοδο και φτάνουν στο σήμερα, δίνουν έναν τόνο νουάρ και εναλλάσσονται με ρεμβασμούς και αναπολήσεις σε εσωτερικούς χώρους λιτών δωματίων "την ώρα της νύχτας, που το μακιγιάζ λιώνει και που αφηνόμαστε να πάμε τις εξομολογήσεις μας μέχρι τα άκρα"

Ο Ζιλ Οττολινί αποδεικνύεται ένα πρόσωπο-φάντασμα, που έχει γράψει ένα βιβλίο εκδοθέν σε περασμένο αιώνα και εργάζεται σε μια εταιρεία που δεν υπάρχει πουθενά. Ωστόσο, αυτός και η συνεργάτης του αναθέτουν στον Ζαν Νταραγκάν να αναζητήσει σε ένα φάκελο το παιδί που ο ίδιος υπήρξε. 

Ίσως να έκανε λάθος που βούτηξε σ' αυτό το μακρινό παρελθόν. Ποιο το όφελος; Πάει πολύς καιρός που δεν τον απασχολούσε η συγκεκριμένη περίοδος της ζωής του, τόσο ώστε να τη βλέπει τελικά σαν μέσα από ένα θολό τζάμι. 

Γύρω από το όνομα της νεαρής Αννί Αστράν  ξετυλίγεται ένα κουβάρι αναμνήσεων που αφορά τα παιδικά χρόνια του αφηγητή,  παιδιού ξεχασμένου στις φροντίδες ενός θιάσου ανθρώπων της νύχτας, μικροκακοποιών και τζογαδόρων του Παρισιού. Όσο περισσότερα στοιχεία του φακέλου αποκαλύπτονται, τόσο πιο θολό γίνεται το αίνιγμα του παρελθόντος. 

Λέξεις γνωστές και οικείες, όπως το "σπίτι", αποκτούν περιεχόμενο  αβέβαιο και ανοίκειο, ενώ στο κέντρο της αφήγησης τοποθετείται και πάλι το θλιμμένο εγώ του εγκαταλελειμμένου παιδιού που συναντά κανείς και στη "Μικρή Μπιζού" και στο "Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά".

Δεν είχε το κουράγιο να μπει στο σπίτι. Προτιμούσε να μείνει γι' αυτόν σαν ένας από τους τόπους που σας ήταν οικείοι και που σας συμβαίνει καμιά φορά να τους επισκέπτεστε στα όνειρά σας: είναι ίδιοι εξ όψεως και παρ' όλα αυτά εμποτισμένοι από κάτι ανοίκειο. Ένα πέπλο ή ένα εκτυφλωτικό φως; Και διασταυρώνεστε σ' αυτά τα όνειρα με πρόσωπα που αγαπούσατε και που έχουν πεθάνει. Αν τους μιλήσετε δεν ακούν τη φωνή σας. 
 
Στο επίμετρο η μεταφράστρια του βιβλίου επισημαίνει πως, παρόλο που η γλώσσα εφευρέθηκε για να διευκολύνει την επικοινωνία, το γλωσσικό σύστημα του καθενός πολλές φορές καταντάει ερμητικό, συχνά αύταρκες ή αυτάρεσκο. Ακόμη και στο εσωτερικό μιας γλώσσας, η επικοινωνία είναι ένα θαύμα. Η γλώσσα δε φτάνει για να θεραπεύσει την απουσία

Το παιδικό τραύμα του αποχωρισμού, όμως, και η μητέρα ως συνώνυμο της απώλειας είναι κοινά σε όλες τις γλώσσες του κόσμου. Όταν είσαι παιδί, ένα χαρτάκι με σημειωμένη τη διεύθυνση του σπιτιού σου στην τσέπη δεν είναι αρκετό για να μη χαθείς. Όσο μεγαλώνεις, ακόμα περισσότερο.

***

[1] Πατρίκ Μοντιανό, Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά (μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου), Πόλις, Αθήνα 2015.
[2] Στις δύο φωτογραφίες ο συγγραφέας σε νεαρή ηλικία. Μόνος του και με την τραγουδίστρια και αγαπημένη του φίλη  Françoise Hardy.


 

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2016

Φώτα Νέον


Έξω είχαν σβήσει τα Νέον για να δείξουν σ' αυτούς τους δυο τελευταίους πελάτες ότι το καφέ θα έκλεινε. Ο Περρέν ντε Λαρά καθόταν σιωπηλός στο ημίφως. Ο Νταραγκάν θυμήθηκε μια αίθουσα κινηματογράφου στο Μονπαρνάς που είχε μπει ένα βράδυ για να προφυλαχτεί απ' τη βροχή. Δεν είχε θέρμανση και οι λιγοστοί θεατές δεν είχαν βγάλει το παλτό τους. Πολλές φορές, στο σινεμά, έκλεινε τα μάτια. Οι φωνές και η μουσική της ταινίας ήταν γι΄αυτόν πιο υπαινικτικές απ' ό,τι η εικόνα. Του ξαναρχόταν στο μυαλό μια φράση από την ταινία εκείνης της βραδιάς, ειπωμένη από μια υπόκωφη φωνή, πριν ανάψουν τα φώτα, και είχε την ψευδαίσθηση ότι ήταν αυτός ο ίδιος που την έλεγε: "Για να φτάσω ίσαμε εσένα, τι παράξενους δρόμους έπρεπε να πάρω". 

***

[1] Πατρίκ Μοντιανό, Για να μη χάνεσαι στη γειτονιά (μτφρ. Ρούλα Γεωργακοπούλου), Πόλις, Αθήνα 2015. 
[2] Η εικόνα είναι από την ταινία του Μπέλα Ταρ "Κολαστήριο".



 

Δευτέρα 23 Νοεμβρίου 2015

Τα καλά παιδιά



Θυμάμαι στο "Ταξιδεύοντας στην Αγγλία" τον τρόπο με τον οποίο ο Καζαντζάκης περιέγραφε το Ήτον, το ξακουστό κολέγιο όπου σπούδαζε η αριστοκρατία της Αγγλίας: "Οι τοίχοι στις αίθουσες, στους διαδρόμους, είναι από πάνω έως κάτω ταπετσαρισμένοι με ξύλο, κι απάνω στο ξύλο πυκνά, κολλητά, σκαλισμένα, χιλιάδες ονόματα, οι μαθητές που περνούσαν, αιώνες, απάνω από τα θρανία τούτα. Χιλιάδες ψυχές σα να πυκνώνουν τον αγέρα και δυσκολεύεσαι ν' ανασάνεις". Ο αγέρας στο Ήτον ήταν πηχτός από ψυχές. 

Στο "Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά" του Πατρίκ Μοντιανό, το μυαλό του αφηγητή είναι πηχτό από αναμνήσεις. Η ανάσα δυσκολεύει και πάλι. Ο αφηγητής θυμάται τα χρόνια που πέρασε στο δικό του κολέγιο, το Βαλβέρ, τις ψυχές των δικών του συμμαθητών, καλά παιδιά όλοι τους, που για κάποιο λόγο, αν και οικότροφοι σ' ένα τέτοιο κολέγιο, απέτυχαν. 

Οι οικότροφοι του Ήτον, του Βαλβέρ, του κάθε κολεγίου, ασκούνται πάνω απ' όλα στον αθλητισμό, στα ομαδικά παιχνίδια, στην καλλιέργεια του ομαδικού πνεύματος, στη συνεργασία, τη συμβίωση, τη συγκατοίκηση στους εφηβικούς κοιτώνες. "Τα ομαδικά παιχνίδια υπηρετούν μεγάλο ηθικό σκοπό: σε συνηθίζουν να υποτάξεις την ατομικότητά σου σε μια γενική ενέργεια. Να μη νιώθεις πως είσαι άτομο ανεξάρτητο, παρά μέλος μιας ομάδας. Να υπερασπίζεσαι όχι μονάχα την ατομική σου τιμή, παρά ολόκληρη την τιμή της ομάδας που ανήκεις: σχολή, Πανεπιστήμιο, πόλη, έθνος", γράφει πάλι ο Καζαντζάκης.  

Πιστεύω πως ο κ. Ζανσμίτ ήθελε να μας εθίσει, εμάς τα παιδιά της τύχης και του πουθενά, στα αγαθά μιας πειθαρχίας και στην παρηγοριά μιας πατρίδας.

Οι συμμαθητές μου κι εγώ μεγαλώσαμε κάτω από τη μελαγχολική αιγίδα αυτού του ανθρώπου, και ίσως μερικοί από μας, χωρίς καν να το ξέρουν, διατηρούν ακόμη αυτά τα σημάδια.  
 
Αυτοί οι νέοι μαθαίνουν πως η ζωή είναι ένα παιχνίδι. Σαν το τένις, σαν το γκολφ. Δεν παίζεις μόνος σου, παίζεις με τους άλλους και έχεις ευθύνη απέναντί τους. Όταν το παιχνίδι, όμως, βγαίνει από το χώρο του κολεγιακού γηπέδου και τοποθετείται στην αρένα της ζωής, αποδεικνύονται κακοί παίκτες. Τι δεν πήγε καλά; Όταν οι οικότροφοι εγκαταλείπουν το βασίλειο Βαλβέρ, που το κυβερνά ο Πέδρο, ο διευθυντής τους, απειλούνται από έναν κόσμο σκληρό και ακατανόητο. Κι εκεί, ο Πέδρο δεν μπορεί να κάνει τίποτα πια γι' αυτούς. 

Τι να της πω; Πως ο Μπομπ δεν ήταν κακός άνθρωπος -κάθε άλλο- μα ένα ευαίσθητο και αθώο αγόρι κι αυτός, και πως αναζητούσε μια ισορροπία, διαφορετικά δεν θα είχε διαλέξει μια κοπέλα σαν κι αυτήν; Δυστυχώς, όλους εμάς τους παλιούς του Βαλβέρ μας ταλαιπωρούσαν κατά καιρούς ανεξήγητες μελαγχολίες και εκρήξεις θλίψης, που ο καθένας μας πάσχιζε να αντιμετωπίσει με τον τρόπο του. Όλοι μας είχαμε μια "βίδα", όπως έλεγε συχνά ο καθηγητής μας της χημείας, ο κ. Λαφόρ.

Ο αφηγητής συναντά κάποιους από τους συμμαθητές του περίπου είκοσι χρόνια μετά. Εγκαταλελειμμένοι από τις οικογένειές τους οι περισσότεροι, βρίσκονται στην ηλικία που επιχειρούν τη δική τους οικογένεια, την οποία τελικά εγκαταλείπουν με τη σειρά τους. Άλλοι επειδή δεν έχουν μάθει να συνυπάρχουν παρά μόνο με τους έφηβους συμμαθητές τους (Μισέλ), άλλοι επειδή παραμένουν κακομαθημένα παιδιά των εξαφανισμένων μπαμπάδων τους και αντιμετωπίζουν τη ζωή σαν ένα ατέλειωτο σαρπράιζ πάρτι (Φιλίπ Γιολάντ), άλλοι γιατί απλά δεν τα καταφέρνουν μ' αυτή την πολυπόθητη ισορροπία (Μπομπ Φόουλς), άλλοι γιατί παραμένουν για πάντα ανώριμοι έφηβοι και αναγκάζονται να διορίσουν έναν γιατρό-κηδεμόνα για να τους συμβουλεύει (Ντανιέλ Ντεζοντό).


Ύστερα σκέφτομαι κι άλλα καλά παιδιά, άλλων λογοτεχνικών "κολεγίων"... Τα παιδιά της "Λέσχης των τιποτένιων" του Τζόναθαν Κόου, τα παιδιά από το "Ένα κάποιο τέλος" του Τζούλιαν Μπαρνς, που δεν ξεπερνούν ποτέ την αυτοκτονία του συμμαθητή τους, τα παιδιά του "Θολού βυθού" που μεγαλώνουν στις παιδοπόλεις της Φρειδερίκης μαζί με τον Γιάννη Ατζακά. Όλα τους καλά παιδιά, που δεν μπορούν όμως να συνυπάρξουν με τους πραγματικούς άλλους. 

Τελικά το πείραμα της ανατροφής μόνο στο εργαστήριο της οικογένειας έχει πιθανότητες να πετύχει; 

"Θα προτιμούσα να μην ξαναδείτε τον Ντανιέλ", είπε κοφτά.
"Γιατί;"
"Γιατί πιστεύω πως δεν του κάνει καλό". Το φιδίσιο βλέμμα του με διαπερνούσε. Ήθελε, δίχως άλλο, να με τρομοκρατήσει. Εμένα όμως μου 'ρχόταν να βάλω τα γέλια."
"Σε τι του κάνω κακό; Είμαι παιδικός του φίλος".
"Ακριβώς, μόλις είπατε τη σωστή λέξη". 

***

Πατρίκ Μοντιανό, Ήταν όλοι τους τόσο καλά παιδιά... (μτφρ. Βάσω Νικολοπούλου - Νίκη Ντουζέ), Πόλις, Αθήνα 2014.

Οι εικόνες είναι από την ταινία "Tα 400 χτυπήματα" του Φρανσουά Τρυφώ.

Τρίτη 18 Νοεμβρίου 2014

Η μικρή Μπιζού

Ένα μικρό κορίτσι περιμένει έξω από το σχολείο, αλλά κανείς δεν έρχεται να το πάρει. Χτυπάει το κουδούνι, αλλά κανείς δεν του ανοίγει την πόρτα. Είναι εφτά χρονών. Το φωνάζουν "μικρή Μπιζού". Δώδεκα χρόνια μετά, περιπλανιέται σε μια έρημη πόλη, σε στάσεις και σταθμούς του μετρό, σε δρόμους και λεωφόρους, ακολουθώντας ένα κίτρινο παλτό, αναζητώντας παρελθόν και ταυτότητα. Ένα εκτυφλωτικό χρώμα ξεχωρίζει σ' αυτό το νουάρ μυθιστόρημα, όπου κατά τα άλλα κυριαρχεί το λευκό. Το λευκό και όχι το μαύρο. Το χρώμα της απουσίας. Όλα περιστρέφονται γύρω από το καμπαρέ Le néant. Néant, όπως λέμε τίποτα, μηδέν.
 
Γύρω στα δώδεκα χρόνια είχαν περάσει από τότε που δε μ' έλεγαν πια "Μικρή Μπιζού", και βρισκόμουν στη στάση του μετρό Σατλέ, σε ώρα αιχμής.

Η Μικρή Μπιζού, δεκαεννιά χρονών, συναντά σε ένα σταθμό του μετρό μια γυναίκα που φορά ένα κίτρινο παλτό. Της μοιάζει με τη μητέρα της. Η μητέρα της έχει πεθάνει στο Μαρόκο. Θυμάται μια φωτογραφία της και ένα πορτρέτο της φιλοτεχνημένο από τον ζωγράφο Τόλα Σουνγκούροφ. Ακολουθεί τη γυναίκα με το κίτρινο παλτό και ο αναγνώστης καλείται σε μια αινιγματική έρευνα σε παντοπωλεία, τηλεφωνικούς θαλάμους, διαμερίσματα-φαντάσματα. Η διαδρομή θυμίζει υπνοβασία στο ομιχλώδες τοπίο του Παρισιού.

Τα ίχνη τους μπερδεύονται και χάνονται για πάντα. Σ' αυτή τη ροή υπάρχουν σταθερά σημεία. Δε θα 'πρεπε να αρκεστώ στο να περιμένω καθισμένη σ' ένα απ' τα παγκάκια του σταθμού. Πρέπει να μείνεις γι' αρκετή ώρα στα σημεία όπου είναι τα εκδοτήρια και τα κιόσκια των εφημερίδων, στον μεγάλο κυλιόμενο διάδρομο, καθώς και στους άλλους διαδρόμους. Υπάρχουν άνθρωποι που μένουν εκεί όλη μέρα, αλλά δεν τους δίνεις σημασία παρά μόνο αφού περάσει λίγος καιρός και τους συνηθίσεις. Ζητιάνοι. Πλανόδιοι μουσικοί. Πορτοφολάδες. Ναυάγια που δε θα ξαναβγούν ποτέ στην επιφάνεια.

Τα επώδυνα επεισόδια της παιδικής ηλικίας απασχολούν την ηρωίδα, που αναζητά σιωπηλά τις αιτίες της εγκατάλειψής της. Η αναζήτηση μιας μητέρας που δεν υπάρχει πια δεν είναι παρά η αναζήτηση  της ταυτότητας της ίδιας της μικρής Μπιζού. "Πρέπει να βρεθεί ένα σταθερό σημείο, για να πάψει η ζωή να σε πηγαινοφέρνει σαν το φτερό στον άνεμο...". Αναζήτηση του εαυτού στο παράλογο, στην απώλεια, στα θρύψαλα της μνήμης.

Για τελευταία φορά, ήθελα να μαζέψω κάποιες ισχνές αναμνήσεις, να ξαναβρώ τα ίχνη της παιδικής μου ηλικίας. Σαν τον ταξιδιώτη που θα φυλάει στην τσέπη του ως το τέλος μια παλιά, ληγμένη ταυτότητα.

Το οδοιπορικό στο Παρίσι είναι γκρίζο, σκοτεινό και χαμηλόφωνο. Η πόλη του φωτός μετατρέπεται σε πόλη του ημίφωτος. Μόνο οι επιγραφές των καταστημάτων ξεχωρίζουν και τα νέον που τρεμοπαίζουν. Νύχτες αγρύπνιας, μέρες μοναξιάς. Το μόνο που τις ελαφραίνει, η ανθρώπινη παρουσία. 

"Τι ακριβώς αποζητάτε στη ζωή;" [...]
"Αποζητώ ... ανθρώπινες σχέσεις..."
 
Βγήκαμε από το ταξί και, τη στιγμή που μπαίναμε στο δρόμο μου, ένιωσα μια περίεργη αίσθηση ελαφρότητας. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιρνα αυτόν τον δρόμο με κάποιον. Τις νύχτες, όταν επέστρεφα μόνη κι έφτανα στη γωνία αυτής της οδού Κουστού, είχα ξαφνικά την εντύπωση ότι άφηνα το παρόν και γλιστρούσα σε μια ζώνη όπου ο χρόνος είχε σταματήσει.

Η αγάπη και η στέρηση, το φως και το σκοτάδι, η πόλη και το δάσος της Βουλόνης, το παρόν και το παρελθόν, η ενήλικη ζωή και η παιδική ηλικία, η μοναξιά και η συντροφιά. Εναλλαγές χωρίς κανέναν συνδετικό ειρμό. Εναλλαγές που γίνονται άλλοτε στη συνείδηση της ηρωίδας και άλλοτε στο χώρο και το χρόνο της δράσης.


Η μικρή Μπιζού επιστρέφει. Επιστρέφει στα χρόνια που πέρασαν, επιστρέφει εκεί που άρχισαν όλα, "μήπως και καταλάβει". Επιστρέφει εκεί που όλοι μας επιστρέφουμε. Μήπως και καταλάβουμε.


[1] Πατρίκ Μοντιανό, Η μικρή Μπιζού (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης), ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2002.
[2] Στην "εικονογράφηση"  έργα του Edward Hopper.

***