Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγλική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αγγλική Λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2021

Πρώτος έρωτας



Πριν από είκοσι χρόνια περίπου, δούλευα σε ένα μεγάλο βιβλιοπωλείο της Αθήνας. Είχα μετακινηθεί σε διάφορα τμήματα -από την τέχνη στα κοινωνιολογικά και περιστασιακά στη λογοτεχνία- μέχρι που κατέληξα σε ένα παταράκι που είχε κόμικς, τουριστικούς οδηγούς και τις λεγόμενες προσφορές. Φοιτήτρια ακόμα, δούλευα εκεί τα απογεύματα, που τότε δεν είχαν και τόσο κόσμο, τουλάχιστον όχι τις καθημερινές. Η Δευτέρα, μάλιστα, ήταν σχεδόν νεκρή. Οι βιβλιόφιλοι είχαν κάνει τα ψώνια τους από το Σάββατο, γραφεία, υπουργεία και δημόσιες υπηρεσίες έκλειναν μετά τις τρεις και εκείνα τα χρόνια λίγα μαγαζιά έμεναν ανοιχτά στο κέντρο τις Δευτέρες και τις Τετάρτες. Ακόμη και το εμπορικό τρίγωνο ερήμωνε. 

Από τις τρεις μέχρι και τις οκτώ, λοιπόν, ήμουν σκαρφαλωμένη σε εκείνο το πατάρι και, όταν δεν υπήρχε κόσμος να εξυπηρετήσω, διάβαζα παλιά και ξεχασμένα βιβλία που οι εκδότες πρόσφεραν για τελευταία φορά σε χαμηλή τιμή. Έτσι είχα διαβάσει ιστορικά του Κυριάκου Σιμόπουλου, άπαντα τα διηγήματα του Δημοσθένη Βουτυρά, κάποια από τα μυθιστορήματα του Θανάση  Βαλτινού, προτού μετακομίσουν από τις εκδόσεις Άγρα στην Εστία. Εκεί γνώρισα και λάτρεψα την Κάρσον ΜακΚάλλερς (την είχε μεταφράσει για τον Κέδρο ο Μένης Κουμανταρέας), την τριλογία του Ντος Πάσος για την Αμερική, την αυτοβιογραφία του Λουί Μπουνιουέλ, μικρά κλασικά των εκδόσεων Νεφέλη και πολλά άλλα. 


Η σειρά, όμως, που θυμάμαι εντονότερα ήταν τα βιβλία τσέπης του Οδυσσέα. Μικρά, ελαφριά, το ευτελές χαρτί τους θύμιζε βίπερ, αλλά οι τίτλοι τους ένας κι ένας. Ήταν ολιγοσέλιδα, συλλογές διηγημάτων συνήθως ή το πολύ πολύ καμιά νουβέλα. Μια πρώτη αποκάλυψη ήταν ο Μπάρτλμπυ ο γραφιάς του Χέρμαν Μέλβιλ. Σ' αυτή τη σειρά του Οδυσσέα, είχε πρωτοεμφανιστεί στα ελληνική γράμματα και ο Ίαν Μακ Γιούαν, που ξανάπεσε στα χέρια μου πρόσφατα. Η πρώτη του συλλογή είχε τον τίτλο Πρώτος έρωτας και κυκλοφόρησε στα ελληνικά στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Πολύ θα ήθελα να ξέρω πώς την υποδέχτηκε εκείνα τα χρόνια κριτική. 

Αυτό που είχε συμβεί πιθανόν να ήταν από τα πιο θλιβερά ζευγαρώματα στην ιστορία της συνουσιαζόμενης ανθρωπότητας, όπου ανακατεύονταν ψέμα, απάτη, ταπείνωση, αιμομιξία, ο σύντροφός μου κοιμισμένος, εγώ με οργασμό μυρμηγκιού και οι λυγμοί που τώρα γέμιζαν την κρεβατοκάμαρα. Αλλά εγώ ήμουν ευχαριστημένος μ' αυτό, με το εαυτό μου, με την Κόνι, και ήθελα να μείνουν τα πράγματα για λίγο έτσι, να καταλαγιάσει η υπόθεση. Πήγα την Κόνι στο μπάνιο και άρχισα να γεμίζω τον νιπτήρα -οι γονείς μου θα γύριζαν σε λίγο και η Κόνι έπρεπε να κοιμάται στο κρεβάτι της. Είχα επιτέλους μπει στον κόσμο των μεγάλων, ήμουν ικανοποιημένος μ' αυτό.


Η συλλογή αποτελούνταν από οκτώ διηγήματα, καθένα από τα οποία αφορά μια διαστροφή. Στη "Σπιτική συνταγή" ένας έφηβος βιάζει τη μικρή του αδερφή. Στη "Στερεομετρία" ένας άνδρας που επιμελείται τα απομνημονεύματα του προπάππου του και κρατά σαν φυλαχτό ένας πέος στη φορμόλη, κάνει έρωτα μετά από μήνες με τη σύντροφό του δίνοντας στο σώμα της μια στάση που τελικά με έναν μαγικό τρόπο την αφανίζει. Στην "Τελευταία μέρα του καλοκαιριού", ένα ορφανό αγόρι σφυρίζει αδιάφορα στον πνιγμό μιας χοντρής του φίλης. Στο "Ο Κόκερ στο θέατρο" ένα ζευγάρι ηθοποιών κάνει έρωτα την ώρα της πρόβας. Ένας άντρας παραμένει το μωρό της μαμάς του, ακόμη και μετά την ενηλικίωσή του, μια παρέα παιδιών ψήνουν μια γάτα, ένα ζευγάρι νεαρών εραστών σκοτώνουν έναν αρουραίο που με τις νυχιές του στον τοίχο επενδύει μουσικά την ερωτική τους πράξη, μια μεσήλικη γυναίκα αναγκάζει τον ανιψιό της να μεταμφιέζεται σε μικρή κοπελίτσα κι εκείνη υποδύεται τον αυστηρό αξιωματικό του. 

Προσπάθησε να σταματήσει την ανάπτυξή μου και για πολύ καιρό το πέτυχε. Ξέρεις, δεν έμαθα να μιλάω κανονικά ως τα δεκαοχτώ μου. Δεν πήγα σχολείο, με κράτησε σπίτι, γιατί έλεγε πως ήταν πολύ σκληρό περιβάλλον. Μέρα νύχτα με κράταγε αγκαλιά. Δεν της άρεσε που δεν χώραγα πια στο παιδικό κρεβατάκι μου και πήγε κι αγόρασε ένα κρεβάτι με κάγκελα σε κάποια δημοπρασία νοσοκομείου. Τέτοια πράγματα έκανε. Ως τη μέρα που έφυγα κοιμόμουν σ' αυτό το πράμα. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ σε κανονικό κρεβάτι, φοβόμουν πως θα έπεφτα και δεν μ' έπαιρνε ο ύπνος. Την πέρναγα έξι πόντους κι εκείνη ακόμα προσπαθούσε να μου δένει τη σαλιάρα γύρω από το λαιμό. 

Η πρώτη ιστορία της συλλογής ("Συζήτηση με τον άνθρωπο στην νουλάπα") γράφτηκε το 1970, όταν ο συγγραφέας ζούσε ως μεταπτυχιακός φοιτητής στο Νόργουιτς. Οι κριτικοί αντιμετώπισαν το έργο τόσο αμήχανα που ήταν δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς μια θετική από μια αρνητική κριτική, μιας και όλες επέμεναν στην ηθική διάσταση του έργου και όχι στη λογοτεχνική του αξία. Ο νεαρός συγγραφέας ήθελε να σπάσει τη μονοτονία του "Hamstead divorce novel", μυθιστόρημα της εποχής που αφορούσε τα μικροπροβλήματα στις προσωπικές σχέσεις Άγγλων της μεσαίας τάξης, υπενθυμίζοντας πως οι ηθικές αναστολές, τα διλήμματα, η παιδική σκληρότητα και ο πόθος μπορούν να πάρουν πολύ πιο ακραίες και πολύ ρεαλιστικότερες μορφές. 

Σήμερα, πενήντα χρόνια μετά, είναι ζητούμενο αν γίναμε πιο σεμνότυφοι ή πιο απελευθερωμένοι. Μπερδεμένοι στον σύγχρονο βηματισμό μιας "πολιτισμένης" κοινωνίας αδυνατούμε να ορίσουμε τι σημαίνει κακοποίηση, τι σημαίνει  βία. Το σίγουρο, πάντως, είναι πως ο Μακ Γιούαν από είκοσι χρονών ήταν αποφασισμένος να γίνει συγγραφέας και το συγγραφικό του ντεμπούτο υπήρξε εκρηκτικό. Πιο χαμηλόφωνος σήμερα, αγαπιέται πολύ από το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, αν και πολλά από τα παλιά του έργα είναι δυσεύρετα. Εκείνα τα παλιά, καλά, εξαντλημένα βιβλία μάς σύστησαν τους συγγραφείς που αγαπήσαμε. 

***

Ίαν Μακ Γιούαν, Πρώτος έρωτας (μτφρ. Ρωξάνη Καυτατζόγλου), Οδυσσέας, Αθήνα 1979. 

Τετάρτη 15 Μαΐου 2019

Μέση Αγγλία


Στις εννιά το βράδυ της Παρασκευής, 27 Ιουλίου 2012:
Η Σόφι και ο Ίαν ήταν καθισμένοι στον καναπέ του σπιτιού τους, παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην τηλεόραση. 
Ο Κόλιν Τρότερ ήταν μόνος στο σπίτι του στο Ρέντναλ, καθισμένος στην πολυθρόνα του, παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην τηλεόραση. 
Η Έλενα Κόλαν ήταν μόνη στο σπίτι της στο Κέρνελ Μάγκνα, καθισμένη στην πολυθρόνα της, παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην τηλεόραση. 

Ο Τζόναθαν Κόου είναι από τους συγγραφείς που στην Ελλάδα έχουν τους ακολούθους τους. Κάποιοι από μας έχουμε διαβάσει όλα ή σχεδόν όλα του τα βιβλία. Εμένα το μόνο που μου ξέφυγε ήταν ο Κλειστός κύκλος, κι έτσι δεν είδα τους ήρωες της Λέσχης των τιποτένιων να ωριμάζουν. Τους ξανασυνάντησα, περίπου είκοσι χρόνια μετά, τακτοποιημένους μεσήλικες στη Μέση Αγγλία και τα πλούσια προάστια του Λονδίνου. 

Λένε πως ο τίτλος Μέση Αγγλία παραπέμπει στη Μέση γη του Τόλκιν, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα εμπνεύστηκε την περιοχή του ειδυλλιακού Σάιρ από το Μπέρμιγχαμ. Να πω την αλήθεια, με το που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου ταύτισα τη Μέση Αγγλία με τη μέση ηλικία. Middle aged in middle England. Ίσως επειδή η "πολιτική ορθότητα", πάνω στην οποία προβληματίζεται ο συγγραφέας και οι ήρωές του σ' αυτό το μυθιστόρημα, αποτελεί χαρακτηριστικό της. 

Την τελευταία φορά που ο Κόου επισκέφτηκε την Ελλάδα, είχε δηλώσει στο κοινό πως θα απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις, αλλά δεν θα ήθελε να τοποθετηθεί για δύο πράγματα: τον Ντόναλντ Τραμπ και το Brexit. Τελικά μίλησε γι' αυτά μέσα από το τελευταίο μυθιστόρημά του. "Βλέπεις, οι Βρετανοί δεν πιστεύουν στην πρόοδο. Στα λόγια είναι μια χαρά, βέβαια, αλλά όταν έρχεται η ώρα της πράξης, δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη στη λέξη 'πρόοδος' -ούτε και στην ιδέα. Γιατί απειλεί το σύστημα που τους εξυπηρετεί τόσο καλά εδώ και μερικούς αιώνες", έγραφε ο Κόου στο Expo 58, και αναρωτιόμαστε σήμερα αν αυτή η αντίδραση στην πρόοδο ή την "πολιτική ορθότητα" τελικά οδήγησε μια, έστω οριακή, πλειοψηφία Βρετανών να ψηφίσουν την έξοδο της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Οι άνθρωποι που κάποτε κρατούσαν μια σπουδαία βρετανική παράδοση ζωντανή με τα κυνηγόσκυλά τους, δεν είναι πλέον ελεύθεροι να το κάνουν. Κι αν κάποιος από μας τολμήσει να διαμαρτυρηθεί γι' αυτό, τον αναγκάζουν να σωπάσει. Το τοπικό τηλεοπτικό δίκτυο μας αγνοεί ή μας αντιμετωπίζει με περιφρόνηση. Η εκλογική διαδικασία είναι απλώς χάσιμο χρόνου, εφόσον όλοι οι πολιτικοί συμφωνούν με τις ίδιες μοντέρνες απόψεις. 


Σατιρικός όπως πάντα, ο Κόου παρουσιάζει μια χώρα όπου αναβιώνουν αντιθέσεις και διαφωνίες που δεν είναι απλώς ταξικές. Οι Εργατικοί καμώνονται τους φιλόζωους και απαγορεύουν το κυνήγι της αλεπούς όχι γιατί ενδιαφέρονται για την ευημερία των ζώων, αλλά γιατί απεχθάνονται την ανώτερη τάξη. Η αποδοχή του βεγκανισμού, των ομοφυλοφιλικών σχέσεων, της προαγωγής μιας μουσουλμάνας (και αλλόθρησκη και γυναίκα) σε μια ανώτερη θέση που διεκδικεί ταυτόχρονα ένας Βρετανός συνάδελφός της, παρουσιάζονται ως μικρά στοιχεία καθημερινότητας που διχάζουν τους Βρετανούς. 

"Η μεσαία τάξη της Αγγλίας", είπε απευθυνόμενη ευθέως στον Κινέζο φιλοξενούμενο, "ψήφισε τον κύριο Κάμερον, γιατί δεν είχε καμία άλλη, αληθινή επιλογή. Η εναλλακτική ήταν αδιανόητη. Αλλά, αν μας δοθεί ποτέ η ευκαιρία να του πούμε τι πραγματικά πιστεύουμε γι' αυτόν, τότε, πιστέψτε με, θα την αδράξουμε". 

Ο Κόου, όπως ακριβώς έκανε και στη Λέσχη των τιποτένιων για τη δεκαετία του '70 ή στο Τι ωραίο πλιάτσικο! για τη δεκαετία του '80, σχολιάζει την επικαιρότητα και τον βαθύ πολιτικό διχασμό της εποχής μας. Ο αναγνώστης θα έχει να θυμάται τις σελίδες που αφιερώνονται στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012 και τις αντιδράσεις που προκαλεί σε καθέναν από τους πρωταγωνιστές, την αναφορά στις πολιτικές αναταραχές και τη δολοφονία της Τζο Κοξ λίγο πριν από το δημοψήφισμα για το Brexit, την περιγραφή της καθίζησης της βρετανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, τον ανάλγητο πόλεμο, τη λασπολογία και το τρολάρισμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -που εύστοχα θίγονται και στον Αριθμό 11

Δεν λέω... εννοώ, το ξέρω ότι φτιάχναμε χάλια αυτοκίνητα. Το ξέρω πως οι Γερμανοί και οι Ιάπωνες κατασκευάζουν καλύτερα αυτοκίνητα από όσο φτιάχναμε εμείς ποτέ. Δεν ξεμωράθηκα. Τα καταλαβαίνω όλα αυτά. Καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι προτιμούν να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο από την Ιαπωνία, που δεν πρόκειται να χαλάσει μετά από δύο χρόνια, όπως συνέβαινε με τα δικά μας. Όμως, αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι... Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πού θα τελειώσει αυτό; Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι; Δεν φτιάχνουμε τίποτα πια. 

Διάβασα το βιβλίο στην Αγγλία, ακούγοντας αρκετές φορές τις νοσταλγικές παλιομοδίτικες μουσικές της Shirley Collins και συνθέτοντας μ' αυτό τον τρόπο ένα ιδιαίτερο σύμπαν ήχων και εικόνων στο σάουντρακ της ανάγνωσης. Όπως κάθε φορά, περισσότερο με συγκίνησε η τρυφερότητα με την οποία ο Κόου συμπαρίσταται στα αδιέξοδα των ηρώων του, το χιούμορ και η σατιρική διάθεση με την οποία αντιμετωπίζει τα λάθη τους, η αναζήτηση αυτού του ψυχογεωγραφικού φαινομένου που οι ήρωές του ονομάζουν "βρετανικότητα" -άλλοι την ταυτίζουν με τις ένδοξες εποχές της βρετανικής βιομηχανίας και άλλοι με την αχυρένια οροφή μιας τοπικής παμπ, τον κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο, το κρίκετ, τους Μόντι Πάιθον, ένα hot toddy. Νοσταλγοί μιας γαλήνης που δεν έζησαν ποτέ, οι ήρωες συν-κλονίζονται από την πολιτική ορθότητα, ενίοτε γίνονται θύματά της, και καταφεύγουν στον ρατσισμό και την ξενοφοβία προδίδοντας τους ανθρώπους από τους οποίους εξαρτάται η ίδια τους η φροντίδα. Κι αυτοί δεν είναι ποτέ Βρετανοί. Το 2017 η Βρετανία ψήφισε και ύστερα επέστρεψε στις καθημερινές της ασχολίες πιστεύοντας πως δεν έχει τίποτα να χάσει. Μένει να δούμε κατά πόσο θα διαψευστεί.


***

Τζόναθαν Κόου, Μέση Αγγλία (μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη), Πόλις, Αθήνα 2019. 

Δευτέρα 21 Αυγούστου 2017

Το τετράγωνο αυγό και άλλες ιστορίες


Ο Έκτορ Χίου Μούνρο, γνωστότερος με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Σάκι, υπήρξε ιδιαίτερη περίπτωση στη βρετανική λογοτεχνία και πραγματικός μετρ του διηγήματος. Γεννήθηκε το 1870 στη Βιρμανία και πέθανε το 1916 στα χαρακώματα του γαλλικού μετώπου. Στο "Τετράγωνο αυγό" ο πόλεμος  παρουσιάζεται με τα μάτια του ασβού:
Τι σκέφτεται ο ασβός για τη ζωή δεν θα το μάθουμε ποτέ, και είναι κρίμα, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτε· είναι αρκετά δύσκολο να ξέρεις τι σκέφτεται κανείς στα χαρακώματα. [...]

Παρεμπιπτόντως, το να είσαι παιδί σε ένα χωριό κοντά στην πρώτη γραμμή του πυρός πρέπει να προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: κανένας δεν επιχειρεί να σου μάθει νοικοκυροσύνη.

Η μητέρα του συγγραφέα βρήκε τραγικό θάνατο από μια αφηνιασμένη αγελάδα και ο Σάκι, τρίτο παιδί της οικογένειας, μεγάλωσε στην Αγγλία με δύο γεροντοκόρες πολύ αυταρχικές θείες. Μάλλον δεν είναι τυχαίο  που στις ιστορίες του παρακολουθούμε τα γεγονότα ιδωμένα άλλοτε από την οπτική γωνία ενός ζώου-τιμωρού και άλλοτε απ' αυτήν ενός καταπιεσμένου αγοριού, που επίσης γίνεται ανελέητος τιμωρός της ανόητης υποκρισίας των ενηλίκων. Η δε θεία, όταν πρωταγωνιστεί, είναι είτε αντιπαθητική είτε γελοία.
Στο διήγημα "Ο παραμυθάς",  μια θεία ταξιδεύει με τα τρία ανιψάκια της και ο καημένος συνεπιβάτης τους στο τρένο δεν μπορεί να βρει ούτε για ένα λεπτό την ησυχία του. Ώσπου αποφασίζει να αφηγηθεί στα τρία "τέρατα" την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού. Το κοριτσάκι ήταν τόσο "φρικτά καλοσυνάτο" και είχε κερδίσει τόσα μετάλλια συνέπειας, προσήνειας και καλοσύνης, που κουδούνιζαν στο δάσος, κι έτσι τη βρήκανε οι λύκοι και την έφαγαν.  "Η πιο ακατάλληλη ιστορία που θα μπορεί να πει κανείς σε παιδιά! Υποσκάψατε τα θεμέλια επιμελούς εργασίας πολλών ετών!"

Στο διήγημα "Η αποθήκη", μια εξίσου μισητή θεία καταπιέζει μέχρις εσχάτων τον πολύ εξυπνότερο ανιψιό της, ενώ στη "Λουίζ" μια αφηρημένη γυναίκα δεν μπορεί να θυμηθεί σε ποιο από όλα τα πολυκαταστήματα του Λονδίνου ξέχασε την ανιψιά της: 

- Μένω κατάπληκτη, είπε η κληρονόμος χήρα, που μπορείς να κάθεσαι εκειπέρα πίνοντας ήσυχη το τσάι σου, ενώ πριν από λίγο έχασες την αγαπημένη σου ανιψιά.
- Μα τι είναι αυτά που λές! Μιλάς σαν να την άφησα στον άλλο κόσμο, ενώ απλώς θα μου παράπεσε για λίγο. Όπου να ΄ναι θα το θυμηθώ πού την έχασα, μην ανησυχείς καθόλου. 

Η ειρωνεία του Σάκι δεν αφήνει κανέναν ανέγγιχτο και σατιρίζει με εντυπωσιακή οξύνοια την παρακμή της εδουαρδιανής κοινωνίας. Ένας καθωσπρέπει Βρετανός οφείλει να πίνει κάθε απόγευμα ατάραχος το τσάι του είτε υποφέροντας τη μουρμούρα της συζύγου του είτε υπομένοντας τη σιωπή της. Ο σνομπισμός και το πείσμα της λαίδης Αν στο ομώνυμο διήγημα δεν βοηθούν καθόλου τον σύζυγό της να καταλάβει ότι στο μικροκαβγαδάκι τους την ώρα του τσαγιού εκείνη δεν απαντά στις απολογητικές του κουβεντούλες πολύ απλά επειδή είναι... νεκρή. 

 
Οι συμβάσεις του γάμου στις αρχές του περασμένου αιώνα ήταν τόσες, που φαίνεται πως δεν επέτρεπαν στον άντρα να διαχωρίσει μια ζωντανή από μια νεκρή σύζυγο.

- Όλα εντάξει με την πρόταση γάμου, ανακοίνωσε, ήμασταν στην έκτη τρύπα, όταν μου πρότεινε να τον παντρευτώ. Του είπα ότι χρειάζομαι κάποιο χρόνο να σκεφτώ την πρότασή του. Στην έβδομη τρύπα τού είπα το "ναι". 
- Κοριτσάκι μου, είπε η μητέρα της, νομίζω ότι λίγη παρθενική ντροπή και δισταγμός δε θα 'ταν άσχημα για την ώρα, αφού δεν έχει περάσει ουτε μια βδομάδα που τον γνώρισες. Θα μπορούσες τουλάχιστον να περιμένεις μέχρι την ένατη τρύπα. 

Πάνω από τις τρύπες του γκολφ, στην καλύτερη περίπτωση κατά τη διάρκεια μιας παρτίδας κρίκετ, χιλιάδες νεαρές Βρετανίδες ονειρεύονται τον εαυτό τους σύζυγο εκείνη την επίσημη ώρα του απογεύματος που θα κάθονται πίσω από φίνα πορσελάνινα και ασημένια σερβίτσια και οι φωνές τους θα κουδουνίζουν ευχάριστα σ' έναν χείμαρρο μικρών ερωτήσεων: "Το τσάι δυνατό ή ελαφρύ; Πόσο γάλα; Μήπως καθόλου; Ζάχαρη; Κρέμα;".

Ο Σάκι βάζει στο στόχαστρο της πένας του τη νοσηρότητα μιας βαρύθυμης και νωθρής μπουρζουαζίας που έχει αναγάγει την πλήξη της σε ιδεολογία. Σ' αυτή την κοινωνία υποκρισίας, τα παιδιά και τα ζώα αποτελούν μοναδικούς φύλακες της ζωής και της φαντασίας. Σ' έναν κόσμο που η ημιμάθεια περνιέται για καλλιέργεια και η κοινωνική πόζα γίνεται μόδα, τα παιδιά, ζωηρά και αθώα, άλλοτε με αφοπλιστική ειλικρίνεια και άλλοτε με καλοειπωμένα ψέματα, επιλέγουν τον δρόμο της ανυπακοής και διοχετεύουν τη στοργή τους σε παραμελημένα γεροντοπαλίκαρα, μυστικές αποθήκες, γουρουνάκια και κουνάβια. 



Σ' ένα από τα διηγήματα της συλλογής, η ανιψιά της κυρίας Γκέρτλμπερυ διαπιστώνει μονολογώντας πως όλα στη ζωή της είναι σύμβαση και αυταπάτη. Δεν είναι καλή χορεύτρια και κανένας δεν θα τη θεωρούσε όμορφη, αλλά όταν πηγαίνει στους ανιαρούς χορούς της τάξης της καμώνεται πως πετάει στον έβδομο ουρανό, πως προσελκύει βλέμματα καβαλιέρων-υποψήφιων μνηστήρων και πως θα επιστρέψει σπίτι της με ευχάριστες αναμνήσεις, παρά τις επίπλαστες και κούφιες κουβέντες στις οποίες ξόδεψε τις ώρες της.

Είμαστε πολλά ζώα καρφωμένα σε κάποια αναβαθμίδα Μάπιν, αλλά με την εξής διαφορά ως προς τις δυσμενείς συνθήκες που μας έλαχαν: τα ζώα είναι εκεί για να τα κοιτάζουν, ενώ εμάς δεν γυρίζει να μας κοιτάξει κανένας. 


*** 

[1] Σάκι, Το τετράγωνο αυγό και άλλες ιστορίες (μτφρ., επίμετρο: Ανδρέας Σπύρου), Ίνδικτος, Αθήνα 2013. 
[2] Στις δύο τελευταίες εικόνες μια εικονογράφηση του διηγήματος "Σρέντνι Βαστάρ" από την Emma Molony.

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2017

Ανήκουστος βλάβη



"Στον παράδεισο θ΄ακούω". 
Λούντβιχ βαν Μπετόβεν


Είχα αγαπήσει τον Ντέιβιντ Λοτζ από το μυθιστόρημά του "Μικρός που είναι ο κόσμος", πρώτη μου γνωριμία με το campus novel. Ξεκατινιαζόντουσαν οι καθηγητές σε κάθε κεφάλαιο και το ευχαριστιόμουν. Επιτέλους, ένας συγγραφέας -καθηγητής και ο ίδιος- που είχε την τόλμη να χλευάσει με τόσο θάρρος, αλλά και τόσο χιούμορ, τη σοβαροφάνεια των ακαδημαϊκών! Ακόμη καλύτερο μου φάνηκε το "Αλλάζοντας θέσεις", με το οποίο ο Λοτζ κέρδισε μια θέση στους Βρετανούς συγγραφείς που προτιμώ. Εξάλλου, συγκεντρώνει ανεκτίμητα χαρακτηριστικά: γράφει καλά, απεχθάνεται τον καθωσπρεπισμό των Βρετανών, παραμένει ενοχλητικά πολιτικοποιημένος, η προτεσταντική ηθική τού φαίνεται πιο αστεία κι απ΄ό,τι φάνηκε στους Μόντι Πάιθονς, γελάει με τη Μεγαλειοτάτη, μπορεί να σε κάνει να ξεκαρδιστείς σε κάθε αράδα παραμένοντας πάντα διακριτικός και ευαίσθητος.

Τον παρατηρώ στις φωτογραφίες να κάθεται σοβαρός στο γραφείο του έχοντας πίσω του μια τεράστια βιβλιοθήκη και  την καδραρισμένη καρικατούρα του. Σκέφτομαι πως σε κάθε μυθιστόρημα ο αφηγητής δεν είναι παρά μια καδραρισμένη καρικατούρα του συγγραφέα: παραλλαγή του εαυτού του, σοβαρή και συνάμα αστεία, τοποθετημένη σε διαφορετικό πλαίσιο κάθε φορά. Τόσο οικείος με το γιλεκάκι και τη ζακετούλα του όσο και ο Ντέσμοντ Μπέιτς, ο καθηγητής Γλωσσολογίας που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα "Ανήκουστος βλάβη".  Ο Ντέσμοντ βγαίνει πρόωρα στη σύνταξη. Φαινομενικά, το αποφασίζει για να γλιτώσει τις αλλαγές που έρχονται στη τριτοβάθμια εκπαίδευση -συγχώνευση τμημάτων, υποβάθμιση του τμήματος Γλωσσολογίας. Στην πραγματικότητα αναγκάζεται να το κάνει, καθώς η βαρηκοΐα δεν του επιτρέπει πια να ακούει καθαρά τους φοιτητές του, να αφουγκράζεται τις αντιδράσεις τους, να συζητάει μαζί τους.
 
Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Ντέσμοντ συγκρίνει την κώφωση με την τυφλότητα, υπερθεματίζοντας υπέρ της δεύτερης που, αν και τραγικότερη, δεν χαρακτηρίζεται από την γελοιότητα της πρώτης. Είναι σαν να συγκρίνει κανείς τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, το κωμικό με το τραγικό. Το δεύτερο, όσο να πεις, παραμένει γοητευτικότερο. "Οι τυφλοί κομίζουν πάθος". Βέβαια, κανείς δεν θα επέλεγε την τυφλότητα. Ωστόσο, κρύβει ένα μεγαλείο.
 
Ο αγώνας ανάμεσα στα δυο όργανα είναι απολύτως άνισος. Τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής, εκφράζουν συναισθήματα, ξεχειλίζουν δάκρυα, φωτίζονται και λάμπουν και αστράφτουν. Τα αυτιά, ε, τα αυτιά είναι στ' αλήθεια αστεία πράγματα.

Στο ίδιο κεφάλαιο ο Ντέσμοντ κάνει λογοπαίγνια με τις λέξεις "κώφωση" (deaf) και "θάνατος" (death). Στην προσπάθειά του να πείσει για την αδιέξοδη κατάστασή του, αναφέρει στίχους του Μίλτον, του Τζόνσον, του Τόμας Χουντ, Ντίλαν Τόμας, του Οράτιου. Αντικαθιστά τη μια λέξη με την άλλη και η τελεσιδικία του θανάτου εναλλάσσεται με αυτήν της κώφωσης. Τα ευτράπελα γεννούν συμπάθεια για τον πρωταγωνιστή, θαυμασμό για τα αποθέματα γνώσεων του συγγραφέα και βαθιά εκτίμηση για τη μεταφράστρια που επιστρατεύει πνευματικές δεξιότητες, γνώση και σπιρτάδα ώστε να μην ελαττωθεί στο ελάχιστο η απόλαυση του Έλληνα αναγνώστη. 

Ο Ντέσμοντ έχαιρε εκτίμησης στο πανεπιστήμιο και ήταν πρόεδρος του τμήματός του. Από τη στιγμή που βγαίνει στη σύνταξη αισθάνεται σαν "συντρίμμι ακαδημαϊκού ναυαγίου". Εν τω μεταξύ, όσο εκείνος αποσύρεται από την ενεργό δράση, τόσο αυξάνεται η δημοτικότητα της γυναίκας του που έχει κατάστημα με είδη διακόσμησης στην πόλη που ζουν. 

Μερικές φορές, όταν πήγαινε με τη γυναίκα του σε τούτη ή την άλλη εκδήλωση, ένιωθε σαν βασιλικός σύζυγος που συνόδευε την μεγαλειοτάτη, βαδίζοντας πάντα ένα δυο βήματα πίσω της, με τα χέρια του δεμένα στην πλάτη κι ένα αόριστο χαμόγελο χωρίς συγκεκριμένο αποδέκτη να παγώνει στα χείλη του. 

Μα πώς να αρνηθεί αυτές τις εξόδους, από τη στιγμή που η μοναδική εναλλακτική λύση είναι περισσότερες μοναχικές ώρες στο σπίτι με την τηλεόραση στη διαπασών; Και σαν να μην έφταναν όλα τούτα, ο καθηγητής είναι υποχρεωμένος να ζει καθημερινά με ένα "πλαστικό φασόλι" αξίας χιλιάδων λιρών τοποθετημένο στο αυτί του. 

Η στιγμή αφαίρεσης του ακουστικού βοηθήματος στο τρένο μοιάζει με ως διά μαγείας αυτόματη αναβάθμιση από την Τουριστική στην Πρώτη Θέση: το μεταλλικό κροτάλισμα και τρίξιμο των τροχών πάνω στο συρμό ελαττώνεται σ' ένα ανεπαίσθητο ρυθμικό κλικ-κλακ, και οι φωνές των συνεπιβατών σου μετατρέπονται σ' ένα καθησυχαστικό μουρμουρητό. 

Σ' αυτή την ηλικία, που η συζυγική ζωή δεν κρύβει πια ευχάριστες εκπλήξεις, η επαγγελματική καταξίωση είναι μακρινό παρελθόν, και η φροντίδα των γονιών μετατρέπεται σε καθημερινό άγχος, τι μπορεί να περιμένει κανείς; Εύκολα ο πρώην καθηγητής μπλέκει στα δίχτυα μιας μάλλον ανισόρροπης Αμερικανίδας φοιτήτριας, μιας μεταπτυχιακής γκρούπι που προσπαθεί να τον σαγηνεύσει για να ολοκληρώσει ευκολότερα τη διδακτορική της διατριβή πάνω στη σύνταξη και τα γλωσσικά χαρακτηριστικά των αυτοκτονικών σημειωμάτων! 

Σαν ανάπηρος καουμπόι που κλαίει τη μοίρα του επειδή ένα άσχημο ατύχημα τον υποχρέωσε να αποσυρθεί, άρπαξα απ' τα μαλλιά την ευκαιρία να καβαλικέψω ξανά το άλογό μου και να φύγω για μια τελευταία παγάνα.

Σ' αυτή την καθημερινότητα, το μάθημα χειλεανάγνωσης μετατρέπεται σε μοναδική διαφυγή· ένα αναζωογονητικό διάλειμμα μέσα στη βδομάδα του γλυκού καθηγητή, μια ευπρόσδεκτη προσωρινή διακοπή από την κοπιώδη ενδοσκόπηση, τους ορίζοντες της οποίας ανοίγει διάπλατα η συνταξιοδότηση... 

Το ημερολόγιο του καθηγητή Μπέιτς είναι γραμμένο με χιούμορ και ειλικρίνεια. Η γκρίνια για τις ημέρες των Χριστουγέννων, η αδυναμία δύο οικογενειών να συνυπάρξουν για μερικές ώρες γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, η σιωπή των μοναχικών ωρών, η φασαρία των οικογενειακών μαζώξεων, η διαρκής συγκατάβαση... Μα πάνω από όλα, η ευγνωμοσύνη για την ύπαρξη ενός ζεστού σπιτικού και την παρουσία όσων αγαπάμε θυμίζουν πως "η ζωή είναι ωραία, ακόμη κι όταν η ένταση αρχίζει να χαμηλώνει αμετάκλητα..."

***

David Lodge,  Ανήκουστος βλάβη (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), Εκδόσεις BELL, Αθήνα 2009.

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Αριθμός 11



Στο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου, ο αριθμός 11 αναδεικνύεται σε μυστήριο που σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό σε καθεμιά από τις πέντε σπονδυλωτές ιστορίες του μυθιστορήματος: Αριθμός λεωφορείου, αριθμός των ορόφων του σπιτιού μιας άπληστης συζύγου, αριθμός της κατοικίας του Βρετανού Υπουργού Οικονομικών και άλλα τέτοια. (Μικρή είχα αναπτύξει μια ξεχωριστή θεωρία για τους αριθμούς, την ποιότητα του καθενός και τα χαρακτηριστικά του. Ο αριθμός 11 παρέμενε αινιγματικός. Δεν μπορούσα να αντιληφθώ πώς ήταν μονός, από τη στιγμή που αποτελείται από δύο μονάδες.)

Η ιστορία ξεκινά το 2003 με τη δολοφονία του Ντέβιντ Κέλλυ, επιθεωρητή όπλων των Ηνωμένων Εθνών την εποχή της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, και τελειώνει το 2015. Τόσο στην πρώτη όσο και στην τελευταία ιστορία, πρωταγωνίστρια είναι η νεαρή Ρέιτσελ, ένα κορίτσι που κατά τη διάρκεια αυτών των δώδεκα χρόνων μεγαλώνει, ωριμάζει και αφυπνίζεται πολιτικά. 

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, που περιγράφεται η σκοτεινή επίσκεψη της Ρέιτσελ και του αδελφού της σε ένα αββαείο, στοιχεία λογοτεχνίας μυστηρίου θυμίζουν πολύ το "Στρίψιμο της βίδας" του Χένρυ Τζέιμς, όπου τα όρια ανάμεσα το ορατό και το αόρατο, την αίσθηση και την ψευδαίσθηση είναι δυσδιάκριτα. Στο τελευταίο κεφάλαιο, η αράχνη που απειλεί το μέγαρο του Βρετανού μεγιστάνα σερ Γκίλπμπερτ Γκαν και η αγωνία που προκαλεί η απόδρασή της, εκτοξεύονται σε ύψη που μάλλον αγγίζουν την υπερβολή, το θρίλερ, το παράλογο ή την παρωδία.   

"Η επαιτεία", διακήρυξε, "μετατρέπεται σε σοβαρό πρόβλημα για το Μπέβερλι και τα περίχωρά του. Το συμβούλιο πρέπει να το αντιμετωπίσει, αλλά ειλικρινά φαίνεται πως πάσχει από έλλειψη προθυμίας και μέσων". Παρατήρησε, σ' αυτό το σημείο, πως κρατούσα μια πιατέλα με μπισκότα γεμιστά με κρέμα κάτω από τη μύτη του. "Ω! Για μένα είναι αυτό; Πολύ ευγενικό". 

Μεταξύ αυτών, ένα μωσαϊκό από πρόσωπα και γεγονότα: η Άλισον, φίλη της Ρέιτσελ, συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του "διαφορετικού": μαύρη, ανάπηρη και ομοφυλόφιλη. Η μητέρα της Άλισον, διάσημη τραγουδίστρια του παρελθόντος, αποφασίζει να ξεπληρώσει τα χρέη της συμμετέχοντας σε ένα ριάλιτι τύπου σερβάιβορ και την τρολάρουν ανελέητα οι νεαροί των μέσων κοινωνικής δικτύωσης γιατί δεν είναι πια ούτε νέα ούτε όμορφη. Μια καθηγήτρια πανεπιστημίου ασχολείται με το μυστήριο του Λοχ Νες και έχει στη διάθεσή της μια τεράστια συλλογή από παλιές βρετανικές ταινίες αμφιβόλου ποιότητας. Ένας φιλόδοξος αστυνομικός αναζητά το πολιτικό στοιχείο που κρύβεται πίσω από τις ανεξισχνίαστες υποθέσεις του. Μια δημοσιογράφος πατά επί πτωμάτων για να κάνει πρωτοσέλιδο. Και ένας από τους πλουσιότερους άντρες της Βρετανίας χτίζει για τη σύζυγό του ένα λαβύρινθο έντεκα ορόφων, με τεχνητές λίμνες και φοίνικες θαμμένους σαράντα μέτρα κάτω από το έδαφος. 

Μια Τετάρτη μεσημέρι επέστρεφε σπίτι από τη βιβλιοθήκη με το λεωφορείο με τον Aριθμό 11. Ανέβηκε από το Χάρμπορν και σκόπευε να κατέβει κοντά στο σπίτι της στη Γιάρντλι, μια διαδρομή είκοσι πέντε λεπτών περίπου. Αλλά, καθώς πλησίαζε στη στάση της, άλλαξε γνώμη. Το λεωφορείο ήταν ζεστό· το σπίτι της ήταν κρύο. Το λεωφορείο ήταν γεμάτο κόσμο· το σπίτι της ήταν άδειο. Η θέα από τη θέση της στο λεωφορείο μεταβαλλόταν διαρκώς· η θέα από το σπίτι της ήταν μονότονη. Ξαφνικά δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να σηκωθεί από την άνετη θέση της και να βγει έξω στο κρύο. 

Ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος, ο αστυνόμος Πίμπλιμ λέει κάπου πως για να κατανοήσει κανείς ένα έγκλημα, πρέπει να αντιληφθεί το κίνητρο του δράστη και αυτό προϋποθέτει να λάβει υπόψη του την επίδραση της οικονομίας και του περιβάλλοντος, της κουλτούρας και του κεφαλαίου, του τοπίου και του αστικού τοπίου, της πολιτικής της ταυτότητας και της πολιτικής των κομμάτων. 

Για να μπορέσει κανείς να λύσει ένα αγγλικό έγκλημα, που το έχει διαπράξει άγγλος εγκληματίας, πρέπει να αναλογιστεί την κατάσταση της ίδιας της Αγγλίας. 

Το ίδιο ακριβώς θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει και για τα μυθιστορήματα του Κόου: για να τα κατανοήσει κανείς,  πρέπει να έχει υπόψη του την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της Αγγλίας. Όχι όμως σε αυτό το μυθιστόρημα. Εδώ περιγράφονται  συνθήκες που μας είναι πιο οικείες απ΄ό,τι άλλοτε. Ο κανιβαλισμός των θαμώνων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το ανελέητο τρολάρισμα, ο εξευτελισμός διασημοτήτων του παρελθόντος στα προγράμματα της μεσημεριανής ζώνης για λίγα λεπτά δημοσιότητας, η προθυμία ανθρώπων να συμμετάσχουν σε ριάλιτι όπου υποχρεώνονται να γλείψουν κόπρανα και να φάνε κατσαρίδες για λίγα χρήματα, οι τράπεζες τροφίμων, τα παροπλισμένα καλοριφέρ στα παγωμένα σπίτια, τα κομμένα επιδόματα, μας είναι όλα γνώριμα. Η κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα δεν διαφέρει πολύ από αυτήν που παρουσιάζει ο Κόου. Και οι φωνές που διαμαρτύρονται, όπως αυτή της Ρέιτσελ, αντιμετωπίζονται σαν "νεανικά ξεσπάσματα πολιτικής αφέλειας".
 
Ο Τζόναθαν Κόου είναι από κείνους τους συγγραφείς που οι φαν του δεν τον προδίδουν ποτέ. Κάθε του βιβλίο αποτελεί εκδοτικό γεγονός και γίνεται γρήγορα ανάρπαστο, τόσο στη Βρετανία όσο και στην Ελλάδα. Έχω την υποψία ότι σε κανένα από τα πρόσφατα μυθιστορήματά του δεν συναντήσαμε την πολιτική σάτιρα του "Τι ωραίο πλιάτσικο!", το καυστικό χιούμορ τού "Ιδιωτικού βίου του Μάξουελ Σιμ" ή την ευαισθησία τού "Σαν τη βροχή πριν πέσει". Ωστόσο, πάντοτε στις σελίδες του το πολιτικό με το κωμικό συνυπάρχουν, η αγωνία με την αναγνωστική ευχαρίστηση εναλλάσσονται, το απροσδόκητο με το αναμενόμενο πάνε παρέα, και όλα αυτά με μπόλικη Βρετανία, σερβιρισμένη κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη. Έτσι, κάθε φορά ο αναγνώστης μένει, αν μη τι άλλο, ικανοποιημένος. 

*** 

Τζόναθαν Κόου, Αριθμός 11 (μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη), Πόλις, Αθήνα 2016.