Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2019

Μικρή πατρίδα

Ρουάντα: Η χώρα των χίλιων λόφων

Μου έχει γίνει εμμονή η επιστροφή. Την αναβάλλω επ’ αόριστον, τη μεταθέτω συνεχώς για αργότερα. Φοβάμαι να ξαναβρώ αλήθειες βαθιά κρυμμένες, εφιάλτες που τους έχω αφήσει στο κατώφλι της γενέτειράς μου. Είκοσι χρόνια τώρα επιστρέφω· τη νύχτα στα όνειρά μου, τη μέρα στις ονειροπολήσεις μου· στη γειτονιά μου, σ’ εκείνο το αδιέξοδο όπου ζούσα ευτυχισμένος με την οικογένειά μου και τους φίλους μου. Τα παιδικά μου χρόνια μού έχουν αφήσει σημάδια που δεν ξέρω τι να τα κάνω. Τις καλές μέρες, λέω στον εαυτό μου πως απ’ αυτά αντλώ τη δύναμη και την ευαισθησία μου. Όταν, όμως, πιάνω πάτο, θεωρώ πως αυτά είναι ο λόγος που δεν μπορώ να προσαρμοστώ στον κόσμο. 

Στη Μικρή πατρίδα του Γκαέλ Φάιγ ο Γκαμπριέλ, ενήλικας πια, προσπαθεί να θυμηθεί τα παιδικά του χρόνια στο Μπουρούντι. Ο πατέρας του είναι Γάλλος που βρέθηκε τυχαία στην Αφρική για να υπηρετήσει τη στρατιωτική του θητεία. Η μητέρα του, “ψηλή σαν κυπαρίσσι, με εβένινη επιδερμίδα και μάτια γαζέλας”, κατάγεται από τη Ρουάντα και ανήκει στη φυλή των Τούτσι. Εγκατέλειψε την πατρίδα της μια νύχτα σφαγής, με τη φωτιά να καίει πίσω της το πατρικό της σπίτι. 

Στον Κρατικό Συνοικισμό, οι γείτονες ήταν, ως επί το πλείστον, από τη Ρουάντα κι είχαν εγκαταλείψει τη χώρα τους για να γλιτώσουν από τους σκοτωμούς, τις σφαγές, τους πολέμους, τους διωγμούς, τις εκκαθαρίσεις, τις καταστροφές, τις πυρκαγιές, τις μύγες τσε τσε, τις λεηλασίες, τις φυλετικές διακρίσεις, τους βιασμούς, τα εγκλήματα, τα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών και δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Όπως κι η οικογένεια της μαμάς, είχαν αφήσει πίσω τους αυτά τα προβλήματα για να βρουν μπροστά τους άλλα προβλήματα στο Μπουρούντι –τη φτώχεια, τον αποκλεισμό, το ότι ανήκαν στη μειονότητα, την ξενοφοβία, την απόρριψη, τον ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου, την κατάθλιψη, τη νοσταλγία για την πατρίδα, τη νοσταλγία γενικότερα. Προβλήματα προσφύγων.


Ο Γκαμπριέλ θυμάται το ειδυλλιακό τοπίο της πατρίδας του όπως το έζησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990: τα πολύχρωμα κολιμπρί να μαζεύουν νέκταρ από κατακόκκινους ιβίσκους, τους γερανούς να κάνουν περίπατο στις σκιές δέντρων, τα κλαδιά που λύγιζαν από τις μπανάνες, τα ζουμερά μάνγκο. 

Το διαζύγιο των γονιών του ήταν το πρώτο πλήγμα στον παράδεισο των παιδικών χρόνων. Σ' αυτό τον οικογενειακό πόλεμο η μητέρα του δεν μπορούσε να συγχωρέσει στον σύζυγό της τις ευρωπαϊκές του "συνήθειες": να ρεμβάζει τους ειδυλλιακούς λόφους χωρίς να αναλογίζεται τη φτώχεια των ανθρώπων που τους κατοικούν, να θαυμάζει τις όμορφες λίμνες της αφρικανικής χώρας χωρίς να νοιάζεται για το μεθάνιο που αναπαύεται στα νερά τους. Στο πρόσωπό του έβλεπε έναν προνομιούχο που άφησε την Ευρώπη για να ζήσει τη μαγεία της Αφρικής. Ένα κακομαθημένο παιδί της Δύσης που αναζητά μια επικράτεια για να επεκτείνει τα όνειρά του. 

Ένα ειδησεογραφικό κανάλι προβάλλει εικόνες από ανθρώπους που εγκαταλείπουν εμπόλεμες ζώνες. Κοιτάζω τις πρόχειρες βάρκες τους που προσεγγίζουν το ευρωπαϊκό έδαφος. Τα παιδιά τα οποία βγαίνουν από μέσα είναι κοκαλωμένα απ’ το κρύο, πεινασμένα, αφυδατωμένα. Παίζουν τις ζωές τους στο γήπεδο της παράνοιας του κόσμου. [...] Κανένας δεν θα πει τίποτα για τη χώρα που κουβαλάνε μέσα τους. Η ποίηση δεν είναι πληροφορία. Κι όμως, η ποίηση είναι το μοναδικό πράγμα που ένα ανθρώπινο ον θα συγκρατήσει απ’ το πέρασμά του πάνω στη γη.


Τον πόλεμο στην οικογένεια ακολουθούν οι εμφύλιοι πόλεμοι στο Μπουρούντι και τη Ρουάντα. Μια σκληρή διαμάχη ανάμεσα στους Χούτου και τους Τούτσι θα στοιχίσει τη ζωή σε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους. Το πάρτι γενεθλίων του Γκαμπριέλ επισφραγίζει επισήμως το τέλος της παιδικής ηλικίας. Όλα είναι διαφορετικά έξω από το κουκούλι της. Πόσο εύκολο μπορεί να είναι για ένα παιδί να συγχωρέσει την εγκατάλειψη της συζυγικής εστίας από την ίδια του τη μητέρα; Πόσο μπορεί να αντισταθεί στη στοργική επιμονή του πατέρα του να τον κρατά μακριά από κάθε είδους πληροφόρηση όταν οι φίλοι του αρχίζουν να οργανώνονται σε ένοπλες συμμορίες και να αναλαμβάνουν δολοφονική δράση εναντίον των Χούτου της περιοχής; 

Σε λίγο τα γενέθλιά μου θα τελείωναν· απολάμβανα αυτό το λεπτό που προηγήθηκε της βροχής, αυτήν τη στιγμή της μετέωρης ευτυχίας, όπου η μουσική ζευγάρωνε με τις καρδιές μας, γέμιζε το κενό ανάμεσά μας, υμνούσε την ύπαρξη, το τώρα, την αιωνιότητα των έντεκα χρόνων μου, εδώ, κάτω από τον επιβλητικό φίκο των παιδικών μου χρόνων· κι εκείνη τη στιγμή ήξερα βαθιά μέσα μου πως όλα, εντέλει, στη ζωή θα έφτιαχναν.

Στη Ρουάντα οι Χούτου θέλουν να αφανίσουν τους Τούτσι, να μη μείνει κανένας τους ζωντανός. Τους αποκαλούν "κατσαρίδες", τους εξοντώνουν. Τα θύματα θα ξεπεράσουν τις 700.οοο, με τις γυναίκες και τα παιδιά να πρωταγωνιστούν σε μια από τις μεγαλύτερες γενοκτονίες στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι Τούτσι που ζουν στο Μπουρούντι αναλαμβάνουν τα αντίποινα και ο εμφύλιος σπαραγμός αρχίζει κι εκεί. 

Οι λευκοί θα καταφέρουν να εφαρμόσουν τα μακιαβελικά τους σχέδια. Μας επέβαλαν το Θεό τους, τη γλώσσα τους, τη δημοκρατία τους. Σήμερα, στα δικά τους νοσοκομεία νοσηλευόμαστε και στα δικά τους σχολεία στέλνουμε τα παιδιά μας να σπουδάσουν. Οι νέγροι είναι όλοι τους ανόητοι και άχρηστοι. 

Για τον Γκαμπριέλ και όλα τα προνομιούχα παιδιά των καλών συνοικιών, ο πόλεμος ήταν ακόμη απλώς μια λέξη. Η ζωή τους για ένα εύλογο χρονικό διάστημα συνεχιζόταν όπως και πριν: τους απασχολούσαν τα πάρτι, τα φλερτ, οι μάρκες ρούχων, η μόδα.

Ο πόλεμος, δίχως να του το ζητάμε, αναλαμβάνει πάντα να μας βρει εχθρό. Εγώ, που ήθελα να παραμείνω ουδέτερος, δεν μπόρεσα. Είχα γεννηθεί μαζί με την ιστορία αυτήν. Κυλούσε στο αίμα μου. Της ανήκα. 

Στη Ρουάντα ο πόλεμος κράτησε τρεις μήνες και οι Τούτσι εξοντώθηκαν. Δεκάδες χιλιάδες ήταν τα θύματα της γενοκτονίας. Η Γαλλία πήρε την πλευρά των συμμάχων της, των Χούτου, και απ’ αυτή την άποψη φέρει μεγάλες ευθύνες για τη γενοκτονία. Η μητέρα του αφηγητή φεύγει αμέσως για την πατρίδα της να αναζητήσει τους συγγενείς της, αλλά τους βρίσκει αποτεφρωμένους. Ό,τι απέμεινε απ' τις σάρκες τους έχει κολλήσει στα πλακάκια του πατρικού της σπιτιού. Η Ρουάντα δεν υπήρχε πια. Ήταν ένας τάφος ανοιχτός κάτω απ’ τον ουρανό.


Καθημερινά ο κατάλογος των νεκρών μεγάλωνε, η Ρουάντα είχε μετατραπεί σ’ ένα απέραντο κυνηγετικό πεδίο στο οποίο το θήραμα ήταν ο Τούτσι. Ένα ανθρώπινο ον που γεννήθηκε, ένοχο που ζούσε. Ένα ζωύφιο στα μάτια των δολοφόνων, μια κατσαρίδα που έπρεπε να τη λιώσουν.

Η μητέρα του Γκαμπριέλ επέστρεψε στο Μπουρούντι πεζή, ρακένδυτη και μισότρελη. Κάθε βράδυ, με μια φωνή που ερχόταν από τα έγκατα της γης, ψιθύριζε στα παιδιά της το δράμα της οικογένειάς της, ενώ εκείνα προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να παραμείνουν παιδιά. "Το πρώτο που σου παίρνει ο πόλεμος είναι η παιδική σου ηλικία". Κι όμως, μέχρι το τέλος, ο αφηγητής προσπαθεί να κρατήσει μέσα του ζωντανό τον παράδεισό της. Τότε που καβάλα σε μια σχεδία κατηφόριζε με τους φίλους του τα γαλαζοπράσινα νερά της λίμνης Τανγκανίκα.

Σ' αυτή τη Μικρή πατρίδα ο λυρισμός και η κομψότητα της φύσης αναμετριούνται με την πιο σκληρή ιστορική πραγματικότητα. 
***

[1] Αμέσως μετά τη γενοκτονία ειδικοί στη Ρουάντα δημιούργησαν χιλιάδες δικαστήρια με σοφούς από κάθε κοινότητα, που στη γλώσσα τους λέγονταν “σοφοί που μισούν την ανεντιμότητα”, για να καταφέρουν  μια -έστω εύθραυστη- εθνική συμφιλίωση. 
[2] Gael Faye, Μικρή πατρίδα (μτφρ: Γιάννης Στρίγκος), Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2017. 



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου