Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2018

"Ο άνεμος στις ιτιές"



Έφτασε η ώρα λοιπόν. Ο "Άνεμος στις ιτιές" του Κένεθ Γκράχαμ δεν είναι ένα απλό  μυθιστόρημα για παιδιά. Θα έλεγα πως πρόκειται για ένα από τα κλασικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ισάξιο της "Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων"ή του "Πήτερ Παν", του παιδιού που δεν μεγάλωσε ποτέ. Μια τριάδα βιβλίων που πρωτοδιαβάσαμε όταν ήμασταν παιδιά, αλλά δεν τα θεωρούμε ακριβώς παιδικά. Είναι τα πρώτα "σοβαρά" μας βιβλία, κατά τη γνώμη μου πολύ σοβαρότερα από αρκετά βιβλία ενηλίκων. Επιστρέφουμε πάντοτε στις ιστορίες τους.





















Πρόκειται λοιπόν για μια διασκεδαστική ιστορία που εκδόθηκε στην Αγγλία το 1908 και αφηγείται τις περιπέτειες τεσσάρων καλών φίλων: του Σφάλαγκα, του Νεροπόντικα, του Ασβού και του Βάτραχου.  Και πέρα από αυτούς τους τέσσερις, ένας ολόκληρος κόσμος από δέντρα, φυτά, λουλούδια και ήχους της φύσης συνθέτουν ένα σαγηνευτικό σκηνικό για μικρούς και μεγάλους. 



Αυτό που μου άρεσε περισσότερο σ' αυτό το βιβλίο και με εντυπωσίαζε κάθε φορά που το διάβαζα, είτε στα αγγλικά είτε στα ελληνικά, είναι η εκπληκτική λεπτομέρεια με την οποία ο Γκράχαμ σκιαγραφεί τους χαρακτήρες του: ζωάκια που παρουσιάζουν κάθε λογής ανθρώπινη αρετή, μα και κάθε λογής ανθρώπινη αδυναμία. 






















Ο Σφάλαγγας είναι ένα ταπεινό, ευγενικό, πιστό και καλόκαρδο ζώο που αγαπά την καθαριότητα και περνά τον καιρό του τακτοποιώντας κι ασβεστώνοντας το σπίτι του. Ο Νεροπόντικας είναι πιο εξωστρεφής, λατρεύει το νερό και τις βόλτες στο ποτάμι, του αρέσει να ψυχαγωγείται με διάφορους τρόπους και περνά τον καιρό του σουλατσάροντας στη φύση. 


Ο Βάτραχος είναι επιπόλαιος, εξαιρετικά σπάταλος και υπερόπτης. Θυμίζει ξεπεσμένο Άγγλο ευγενή, δίνει ιδιαίτερη σημασία στην εξωτερική του εμφάνιση και κυκλοφορεί με πανάκριβα αυτοκίνητα, που φυσικά δεν είναι δικά του. Ευκολόπιστος και αφελής, ό,τι πρέπει για να γίνει βορά στα χέρια των ζώων που θέλουν να τον εκμεταλλευτούν. Αν θυμάμαι καλά, έχει μπλεξίματα με κάτι νυφίτσες...




Και τέλος, ο αγαπημένος μου γερο-Ασβός. Ο πιο σοφός, ο πιο φιλόξενος, αυτός που έχει τον τρόπο να σώσει τον Βάτραχο από την επιπολαιότητά του. Μοιάζει σνομπ, ένας ελιτιστής γέρος, ένας απόμακρος ερημίτης. Ζει σε μια πελώρια υπόγεια κατοικία, όπου μπορεί να βρει κανείς τα πάντα. Καπνίζει την πίπα του και νομίζεις πως μυρίζεις τον αρωματικό καπνό να γεμίζει το σαλόνι του. Είναι πάντοτε καλοπροαίρετος και παραθέτει λουκούλλεια γεύματα στους μικρούς του φίλους. 

 



















Δεν αντέχω να μη σας πω πόσο ζηλεύω την πολυθρόνα του, το αναπαυτικό υποπόδιο που έχει για να απλώνει τα τριχωτά του ποδαράκια όταν αναπαύεται ή όταν διαβάζει.


Για το βιβλίο έχουν γραφτεί πάρα πολλά. Ένα μείγμα μυστικισμού και περιπέτειας, ένα βιβλίο που προβάλλει από τη μια τη συντροφικότητα και από την άλλη τον πουριτανισμό της Εδουαρδιανής Αγγλίας, μια μεταφορά του αυστηρού ταξικού βρετανικού συστήματος -που υπάρχει ακόμη πριν από τον πόλεμο- στον κόσμο των ζώων. 





















Αυτό που το κάνει, όμως, μαγικό είναι οι εικόνες του: σαν να ακούς τον άνεμο να σφυρίζει στις ιτιές, τις καλαμιές να θροΐζουν τις νύχτες στο ποτάμι, τα ζωάκια του νερού να παίζουν και να θορυβούν, τα ξύλα να τρίζουν στο τζάκι όταν οι μικροί τετράποδοι φίλοι μαζεύονται στα σπιτάκια τους, για να ζεστάνουν τα πόδια τους μπροστά στη φωτιά, να φορέσουν τις σπιτικές τους ρόμπες και να αφηγηθούν ο ένας στον άλλο παλιές ιστορίες του δάσους. 

Ο "Άνεμος στις ιτιές" είναι ένας ύμνος στη φύση και την άδολη αφοσίωση. Θυμίζει στον αναγνώστη πως είναι όμορφες οι περιπέτειες και τα ταξίδια, αρκεί να γυρίζεις πάντοτε σπίτι. 

Ξεφυλλίζοντας το βιβλίο ξανά θυμήθηκα την εκπληκτική μετάφραση του Φώντα Κονδύλη. 

***


[1] Η εικονογράφηση που επέλεξα για την ανάρτηση είναι της Inga Moore. 


 

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2018

Η "Χριστουγεννιάτικη ιστορία" της Lisbeth Zwerger


Δεν μπορώ να φανταστώ καν σε πόσες διαφορετικές εκδόσεις, εικονογραφήσεις, θεατρικές και κινηματογραφικές διασκευές έχει κυκλοφορήσει η "Χριστουγεννιάτικη ιστορία" του Τσαρλς Ντίκενς. Υπάρχει άραγε παιδί που να μην έχει ακουστά τον γεροτσιγγούνη Σκρουτζ; Υπάρχει παιδί που να μην τον αντιπαθεί ή ενήλικας που να μην τον λυπάται;

























Ο Σκρουτζ είναι πια ένας εμβληματικός σπαγκοραμμένος. Έχει γίνει συνώνυμο της γκρίνιας, της κακίας, της αντικοινωνικότητας. Ένας άνθρωπος που σιχαίνεται τα Χριστούγεννα γιατί δουλεύει λιγότερο, μειώνονται τα κέρδη του και είναι υποχρεωμένος να βλέπει στους δρόμους τις χαρούμενες φάτσες των φτωχών γειτόνων του. 


Ο Σκρουτζ εκμεταλλεύεται σκληρά τον υπάλληλό του, που δουλεύει σε ένα παγωμένο δωμάτιο, και ειρωνεύεται μέχρις εσχάτων των ανιψιό του που χαίρεται τις ημέρες των γιορτών. Μισεί θανάσιμα κάθε άνθρωπο που εύχεται "Καλά Χριστούγεννα" στους παγωμένους δρόμους της πόλης, που ανυπομονεί για τη βραδιά που θα μαζευτεί με την οικογένειά του γύρω από το τραπέζι να μοιραστούν το δείπνο τους με αγάπη. 


Στις ιστορίες του Ντίκενς, όμως, το καλό πάντοτε νικά στο τέλος. Άλλωστε, ο Ντίκενς λίγο πολύ πίστευε πως αν όλοι γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι ο κόσμος θα αλλάξει. Και για τον Σκρουτζ αλλάζουν τα πάντα όταν τρία φαντάσματα τον επισκέπτονται τη νύχτα της παραμονής, για να τον ταξιδέψουν στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον. Πρόκειται για μια ανελέητη πολιορκία.


Η σκληρή καρδιά του μίζερου Σκρουτζ σιγά σιγά μαλακώνει. Πρώτα από φόβο και ύστερα επειδή λίγο λίγο ανακαλύπτει τη χαμένη αθωότητα που κάθε ανθρώπινη ψυχή κρύβει. Και κάπως έτσι, αναγκάζεται να αναθεωρήσει όλα όσα πίστευε μέχρι τότε και το πνεύμα των Χριστουγέννων κερδίζει την καρδιά του.

Τα Χριστούγεννα μπορεί να πέρασαν, αλλά η μπογιά αυτής της μαγικής ιστορίας λύτρωσης και καλοσύνης δεν πρόκειται ποτέ να ξεθωριάσει. 

* * * 

[1] Στα βιβλιοπωλεία μπορεί να βρει κανείς αμέτρητες εκδόσεις της Χριστουγεννιάτικης ιστορίας. Οι ακουαρέλες της Lisbeth Zwerger μάς μεταφέρουν υπέροχα το κλίμα της εποχής, παραμένοντας μακριά από τη σύγχρονη τηλεοπτική αισθητική. 


Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2018

Ο καρυοθραύστης της Dagmar Berková


Ο Καρυοθραύστης είναι ένα από τα πιο διάσημα παραμύθια του Χόφμαν και αυτές τις μέρες έχει την τιμητική του. Το έργο άρεσε πάρα πολύ στον Αλέξανδρο Δουμά, που το διασκεύασε και απ' αυτή τη διασκευή ο Τσαϊκόφσκι εμπνεύστηκε το λιμπρέτο για το μπαλέτο του. Θα ήταν πολύ ωραίο να μπορούσαμε να μεταφερθούμε στην παγωμένη Αγία Πετρούπολη τη γιορτινή μέρα της πρεμιέρας, μια Κυριακή πριν από τα Χριστούγεννα του 1892. 





















Το παραμύθι έχει γνωρίσει πάμπολλες διασκευές και έχει κυκλοφορήσει σε εκατοντάδες μεταφράσεις, ενώ ο κανονικός τίτλος του είναι "Ο Καρυοθραύστης και ο βασιλιάς των ποντικών". Μια από τις πιο καλαίσθητες εκδόσεις του είναι εκείνη της Τσέχας εικονογράφου Dagmar Berková, που επιχείρησε να εικονογραφήσει το έργο δύο φορές. Η πρώτη έκδοση κυκλοφόρησε το 1964 και από αυτήν επέλεξα τις εικόνες της ανάρτησης. Η επόμενη κυκλοφόρησε το 1971, είχε παρόμοια αισθητική, αλλά περισσότερο και εντονότερο χρώμα.






















Η ιστορία λοιπόν έχει ως εξής. Σε μια μικρή γερμανική πόλη ζει ένα κορίτσι, η Κλάρα. Την παραμονή των Χριστουγέννων ο νονός της της φέρνει για δώρο έναν μικρό ξύλινο στρατιώτη που λειτουργεί και ως καρυοθραύστης. Εκείνη τη νύχτα το σπίτι της Κλάρας είναι γεμάτο καλεσμένους, όταν όμως φύγουν όλοι και το σαλόνι αδειάσει, η Κλάρα μπαίνει στο ήσυχο και άδειο δωμάτιο για να κοιμίσει τον καρυοθραύστη της. 


Το ρολόι του σαλονιού σημαίνει μεσάνυχτα, η Κλάρα έχει αποκοιμηθεί και ξαφνικά όλα γύρω της ζωντανεύουν. Το χριστουγεννιάτικο δέντρο μεγαλώνει, τα παιχνίδια αρχίζουν να κινούνται, ο καρυοθραύστης ξυπνά και όλοι μαζί ρίχνονται σε μια ανελέητη μάχη με τα ποντίκια που εισβάλλουν στο δωμάτιο. 





















Μετά την αίσια έκβαση του αγώνα, ο καρυοθραύστης μετατρέπεται σε πανέμορφο πρίγκιπα και ξεκινούν με την Κλάρα ένα θαυμάσιο ταξίδι όπου γνωρίζουν τη βασίλισσα του Χιονιού και τη νεράιδα Ζαχαρένια. Μέχρι που ξημερώνει η μέρα των Χριστουγέννων, και η μικρή Κλάρα ξυπνά πλάι στην οικογένειά της, κρατώντας σφιχτά στην αγκαλιά της τον μικρό ξύλινο καρυοθραύστη που της χάρισε ο νονός της. 


Το λιμπρέτο στο μπαλέτο του Τσαϊκόφσκι χωρίζεται σε δύο πράξεις: μία για τη μάχη που διεξάγεται ανάμεσα στα ποντίκια και όλα τα παιχνίδια και αντικείμενα του σπιτιού και μια δεύτερη που αφιερώνεται στο μαγικό ταξίδι της Κλάρας και του πρίγκιπα στη χώρα των Ζαχαρωτών. Η ιστορία παίζεται κάθε Χριστούγεννα στις μουσικές σκηνές και μαγεύει μικρούς και μεγάλους που ονειρεύονται ζωντανά παιχνίδια, ζαχαρωτά ταξίδια και φανταστικές περιπέτειες. 

***



Τρίτη, 25 Δεκεμβρίου 2018

Η Μαίρη Πόπινς επιστρέφει

"In every job that must be done, there is an element of fun!"

Αναρωτιέμαι πόσα από τα παιδάκια που γιορτάζουν αυτές τις μέρες τα Χριστούγεννα, απολαμβάνουν τις χειμερινές τους διακοπές και την ανάπαυλα από το σχολείο, γνωρίζουν τη Μαίρη Πόπινς ή την γνώριζαν προτού το νέο τρέιλερ της Ντίσνεϊ αρχίσει να προβάλλεται στα σινεμά. Έχουν περάσει πια πενήντα πέντε χρόνια από την πρώτη προβολή της ταινίας το 1964, με πρωταγωνίστρια τη Τζούλι Άντριους, που έκανε τότε το ντεμπούτο της. Ήταν η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση για την οποία μάλιστα τιμήθηκε με το Όσκαρ του πρώτου γυναικείου ρόλου. Πόσοι θυμούνται το "σουπερκαλιφταντζιλιστικεξπιαλιντόσιους" ή τα αξιολάτρευτα τραγούδια εκείνης της ταινίας;

Η ανιψιά μου, που είναι τεσσάρων, τα γνώριζε και τα τραγουδούσε στις μακρινές διαδρομές με το αυτοκίνητο πολύ προτού πάρει χαμπάρι πως "η Μαίρη Πόπινς επιστρέφει". Αλλά μάλλον δεν μετράει καθότι είναι κατά το ήμισυ Βρετανίς. Εγώ, πάντως, που ως κορίτσι δεν αγαπούσα και τόσο πολύ τον κινηματογράφο, πόσο μάλλον τα μιούζικαλ, και όταν παρακολουθούσα καμιά ταινία ήθελα πάντοτε να είναι κινούμενα σχέδια και όχι ταινία με κανονικούς ηθοποιούς, είχα ξετρελαθεί όταν είδα για πρώτη φορά -στις αρχές του δημοτικού- τη Μαίρη Πόπινς. Κάναμε διαγωνισμό με τις αδερφές μου ποια θα πει γρηγορότερα τη μαγική λέξη, ενώ αισθανόμουν για πρώτη φορά πως γνωρίζω κάτι πραγματικά καινούργιο: τον ρόλο της γκουβερνάντας, για τον οποίο τίποτα δεν ξέραμε ως τότε, το γκρίζο τοπίο του συννεφιασμένου Λονδίνου, τις συνήθειες μιας άλλης εποχής. Όλα αυτά σε πολύ μικρή ηλικία.

Η Μαίρη Πόπινς ήταν μια τεράστια εισπρακτική επιτυχία για την Ντίσνεϊ και όχι άδικα. Εισήγαγε στην κινηματογραφική βιομηχανία ένα νέο πρόσωπο, αυτό της Τζούλι Άντριους, που δεν είχε καμία σχέση με τις φαμ φατάλ της δεκαετίας του 1960: μια γυναικεία φιγούρα που θύμιζε λίγο μαμά και λίγο δασκάλα, με καθηλωτική αυστηρότητα και αφοπλιστική γλυκύτητα στο βλέμμα. 

Ύστερα, η ταινία σε έκανε να λυπάσαι αυτά τα αναρχικά αντιπαθητικά τέρατα, τον Μάικλ και την Τζέιν, δύο παιδιά εντελώς ανυπάκουα μα και εντελώς περιφρονημένα. Ο πατέρας τους, ο κύριος Μπανκς ήταν αφοσιωμένος στη δουλειά του στην τράπεζα και φιλοχρήματος, ενώ η σύζυγός του, η κυρία Γουίνιφρεντ, μια επίδοξη σουφραζέτα δοσμένη στον αγώνα της γυναικείας χειραφέτησης: δυο γονείς οι υποχρεώσεις των οποίων τους έκαναν σχεδόν να ξεχνούν πως έχουν παιδιά. Εκείνα έφερναν τον κόσμο ανάποδα ζητώντας λίγη προσοχή, ενώ φρόντιζαν να κάνουν τον βίο αβίωτο σε κάθε πιθανή γκουβερνάντα. Επιπλέον, το αντρόγυνο διαφωνούσε έντονα σε ό,τι αφορούσε την ανατροφή των παιδιών. Η κυρία ήταν υπέρ της ελευθεριακής αγωγής, ο κύριος αυστηρών αρχών. Ο κύριος Μπανκς αναζητούσε νταντάδες από τις αγγελίες των Τάιμς και όταν τα μικρά αποφάσισαν να συντάξουν τη δική τους αγγελία, την έκανε κομματάκια και την πέταξε στο τζάκι. 




Και ενώ όλες οι χοντρές και αντιπαθητικές υποψήφιες νταντάδες του Λονδίνου στριμώχνονται στην πόρτα του σπιτιού περιμένοντας να περάσουν από συνέντευξη, ένας άνεμος τις παρασέρνει μακριά και προσγειώνεται στην οικεία των Μπάνκς η Μαίρη Πόπινς. 

Αυτή η μαγεία είναι άλλο ένα από τα στοιχεία που έκανε την ταινία ακαταμάχητη στα μάτια των λιλιπούτειων θεατών. Είναι άλλο πράγμα να κάνει μαγικά ο Μίκι, που όπως και να το κάνουμε είναι ένα κινούμενο σχέδιο και μάλιστα ποντικίσιο, και άλλο να κάνει μαγικά μια γυναίκα με σάρκα κι οστά. Όλα σε κάνουν λίγο λίγο να πιστεύεις πως τα πράγματα στο δωμάτιο μπορεί να πετάξουν, πως η γενική καθαριότητα μπορεί να γίνει με ένα μαγικό ραβδί, πως λίγη ζαχαρίτσα μπορεί να σε βοηθήσει να κατεβάσεις ευκολότερα  το πανάθλιο σιρόπι για τον βήχα και πάει λέγοντας. Και κάπως έτσι, μετά από ένα δίωρο μπροστά στη μικρή ή τη μεγάλη οθόνη, αντικρίζεις την καθημερινότητα με λίγη περισσότερη αισιοδοξία και φαντάζεσαι πως μια όμορφη κοπέλα με στενό σακάκι, φουσκωτή φούστα, όμορφες δετές μπότες και καπελάκι μπορεί να προσγειωθεί από μέρα σε μέρα στο μπαλκόνι σου. Σε μια εποχή που ταινίες σαν τον Χάρι Πότερ δεν μπορούσαμε ούτε καν να τις φανταστούμε, η Μαίρη Πόπινς ήταν σχεδόν πρωτοποριακή. 



Δεν ξέρω τι ποιότητα θα έχει η νέα της μεταφορά στη μεγάλη οθόνη. Φαντάζομαι ότι κινηματογραφικά δε θα είναι σπουδαία, αν και κατά τη γνώμη μου ο ρόλος ταιριάζει γάντι στην Έμιλι Μπλαντ. Έχει στο βλέμμα της βρετανικό πουριτανισμό και δασκαλίστικη τρυφερότητα στις ιδανικές αναλογίες. Όσο, όμως, σκέφτομαι την παλιότερη ταινία, όλο και περισσότερο εντυπωσιάζομαι με το πόσα πολλά ζητήματα τόλμησε να θίξει: τον φιλοχρήματο επιχειρηματία που θεωρεί την οικογένεια ενόχληση, την καριερίστα μητέρα που άλλοτε αναλώνεται σε κοινωνικές επαφές και άλλοτε στις προσωπικές της φιλοδοξίες, το παρατημένο παιδί που μεγαλώνει στην καλύτερη περίπτωση με νταντάδες και στη χειρότερη μόνο του στο παιδικό δωμάτιο. 

Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, ο λόγος που και σήμερα ακόμη αγαπώ την Μαίρη Πόπινς είναι άλλος. Γιατί αποδεικνύει περίτρανα αυτά που κι εγώ προσπαθώ πάντοτε να εφαρμόζω στη σχέση μου με τα παιδιά: ότι με λίγη καλή θέληση η πειθαρχία μπορεί κάλλιστα να συνδυαστεί με την αταξία και η καλοσύνη με την αυστηρότητα. Και όταν οι δοσολογίες είναι σωστές, το αποτέλεσμα μπορεί να γίνει μαγικό. 





















Πολλοί νέοι εικονογράφοι έχουν φιλοτεχνήσει τη δική τους Μαίρη Πόπινς. Εγώ διάλεξα την αγαπημένη μου Βαρνελωνέζα Júlia Sardà. Αν δείτε αυτές τις ημέρες την ταινία στα σινεμά, στείλτε μας μια ανταπόκριση. 

***


Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2018

Διαβάστηκαν


Στους μαθητές μας λέμε διαρκώς την εξυπνάδα πως ο τίτλος ενός άρθρου καλό είναι να μην έχει ρήμα. Είπα λοιπόν κι εγώ να βάλω σήμερα έναν τίτλο ρήμα σκέτο, σαν καλή δασκάλα που δεν υπακούει ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. (Κυρίως σ' αυτόν). Το σκέφτηκα διότι θα μου άρεσε να είχα μια σφραγίδα που θα λέει πάνω "διαβάστηκε", να τη βουτάω σε κόκκινο μελάνι και να κοπανώ μ' αυτήν τα εσώφυλλα των διαβασμένων βιβλίων. 

Τώρα είναι ο καιρός που ιστοσελίδες, περιοδικά, εφημερίδες και ιστολόγια κάνουν απολογισμούς για τη χρονιά που πέρασε και κυκλοφορούν στο διαδίκτυο δεκάδες λίστες από επιλεγμένα βιβλία. Τα καλύτερα βιβλία της χρονιάς, τα βιβλία που ξεχωρίσαμε, που διαβάσαμε, που διαλέξαμε, που αγαπήσαμε και πάει λέγοντας. Εγώ ουδέποτε κάνω τέτοιες λίστες. Έτσι κι αλλιώς, τα βιβλία που ξεχώρισα είναι συνήθως αυτά για τα οποία κάτι ανέφερα εδώ μέσα. Φέτος, όμως, διανύω κατά πώς φαίνεται περίοδο ζήλιας και θα γράψω για όσα διάβασα, να δω και πόσα θα προκύψουν. Ακούω με δέος φίλους, δικούς μου και του βιβλίου, που διαβάζουν πάνω από εκατό βιβλία τον χρόνο. Εγώ ομολογώ πως είμαι μια χελώνα αναγνώστρια που ποτέ δεν έχει νικήσει κανένα λαγό, παρά την επιμονή της. Διότι έχω και την αργύτητα της χελώνας, αλλά και την αφηρημάδα του λαγού. Διαβάζω συχνά έξω, και μετά από κάθε αράδα κοντοστέκομαι, σκέφτομαι, θυμάμαι, συγκρίνω, κοιτώ τους περαστικούς, το πάρκο, τη θάλασσα και μου πέφτει το βιβλίο από τα χέρια. 

Η χρονιά μου λοιπόν ξεκίνησε με Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη το οποίο διάβαζα την παραμονή της πρωτοχρονιάς στο αεροπλάνο της επιστροφής από το Λονδίνο. Άλλαξα χρόνο κάπου πάνω από τον ουρανό του Παρισιού, με το βιβλίο στα χέρια, ακούγοντας τα κάλαντα σε ένα αεροσκάφος της Aegean και θεωρώντας τον εαυτό μου τυχερό που ξεκινώ τη χρονιά πετώντας. Πιο τυχερή βέβαια ήταν η διπλανή μου, που στο φλουρί της αεροπορικής μας βασιλόπιτας κέρδισε ένα διπλό εισιτήριο για προορισμό της επιλογής της. Το βιβλίο πάντως μου άρεσε. 

Συνέχισα με το Χόλι Μάουντεν που όταν το σκέφτομαι άλλοτε με ενθουσιάζει, άλλοτε με συγκινεί και άλλοτε ενοχλούμαι κάπως απ' τις διακειμενικές του υπερβολές. Σε κάθε περίπτωση, είναι αφιερωμένο σ' έναν φίλο που χάσαμε και επομένως παραμένει βιβλίο καρδιάς. 

Σε μια προσπάθεια να κουβεντιάσω με τους μαθητές και τις μαθήτριές μου το θέμα της σεξουαλικότητας, του φύλου και της παρενόχλησης -τον καιρό που η Κατρίν Ντενέβ έκανε δηλώσεις και λογιών λογιών φεμινιστικές ομάδες τοποθετούνταν- επέστρεψα στο βιβλίο της Εντίτα Μόρρις Είμαι καλά, το ίδιο επιθυμώ και για σας. Και χαιρέτησα τον Γενάρη με την ευχάριστη έκπληξη της Μυστικής εταιρείας του ονείρου του Ρένχελ Μουνιόθ, όπου βρήκα μερικά διηγηματικά διαμάντια. 

Ο Φλεβάρης ξεκίνησε με επιστροφή στα παραμύθια της Αγνής Στρουμπούλη. Εξαντλημένη τα βράδια, μετά από πολλή δουλειά, διάβασμα και υποχρεώσεις, κατέφευγα στον Δέντρο, μια εξαιρετική συλλογή με λαϊκά παραμύθια για δέντρα και φυτά. Ένα βροχερό πρωινό που έλειψα από το σχολείο απόλαυσα το Hotel Savoy, ενώ για τις ακαδημαϊκές μου διαστροφές διάβασα το Men of ideas του Coser, πάλεψα με το Κράτος και επανάσταση και αναζήτησα στα βιβλία του Γκράμσι θεωρίες για τους διανοούμενους

Στην παγωμένη Αλεξανδρούπολη διάβασα ένα εξαιρετικό βιβλίο-οδηγό για τη μελέτη της έννοιας του έθνους και του φαινομένου του εθνικισμού [Πώς στοχάστηκαν το έθνος αυτοί που ήθελαν να αλλάξουν τον κόσμο;] του Αντώνη Λιάκου. Απόλαυσα την παρέα του Άγγελου Ελεφάντη στο Μας πήραν την Αθήνα, καθώς και τα κείμενα του Φίλιππου Ηλιού στη συγκεντρωτική έκδοση των εκδόσεων Πόλις [Ψηφίδες ιστορίας και πολιτικής του εικοστού αιώνα]. 

Πέρασα ένα μεγάλο μέρος της άνοιξης χωμένη ώρες στο αναγνωστήριο των ΑΣΚΙ όπου διάβασα βιβλία ελλήνων πολιτικών προσφύγων, όπως τη Μουργκάνα του Δημήτρη Χατζή, το Εμείς θα νικήσουμε του Κώστα Μπόση και τους Καινούργιους ανθρώπους  του Γιώργη Γρίβα. Συχνά ένα βιβλίο σε ενθουσιάζει για λόγους εντελώς ανεξάρτητους από την πλοκή και τη λογοτεχνική του αξία. Με ακόμη μεγαλύτερο ενθουσιασμό μελέτησα βιβλία απορριφθέντα από την κομματική λογοτεχνική κριτική, βιβλία που έμειναν αποσπάσματα, που δεν εκδόθηκαν και δεν θα εκδοθούν ποτέ. Το υπόλοιπο της άνοιξης ήταν αφιερωμένο αποκλειστικά στον Καμύ: τον Επαναστατημένο άνθρωπο, τους Δίκαιους, Δήμιους και θύματα και άλλα τινά. 

Το καλοκαίρι μπήκε με μικρά βιβλία τσέπης. Διάβασα τον Κλόουν σε μια διαδρομή με το αστικό λεωφορείο, το Ο αχυρώνας φλέγεται του Φώκνερ περιμένοντας στους δρόμους της πόλης, από δω κι από κει, και ξεχώρισα την ηθογραφία του Κανελλόπουλου Ο θάνατος του αστρίτη. Στους Λειψούς πήρα μαζί μου τις Σκέψεις για τον εικοστό αιώνα του Τόνι Τζαντ που με συγκίνησαν όχι τόσο για τις ιστορικές πληροφορίες, όσο για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γράφτηκαν και το πόσο σπουδαίος δάσκαλος υπήρξε ο Τζαντ. Είχα διαβάσει του ίδιου το Past Imperfect και το Η Ευρώπη μετά τον πόλεμο. Θύμωσα με την προχειρότητα ορισμένων επιχειρημάτων, αλλά τελικά αποδέχτηκα την αξία της Αιχμάλωτης σκέψης του Μίλος, ξετρελάθηκα με την ευφυΐα του Άντερσον και κατέβασα μονορούφι τη Ζωή πέρα από τα σύνορα. Η Μίλενα από την Πράγα μού κίνησε το ενδιαφέρον για την πραγματικότητα που πραγματεύεται και την προσωπικότητα της συγγραφέως, λογοτεχνικά όμως δεν το βρήκα σπουδαίο. Για παρόμοιους λόγους με απογοήτευσε και ο Αχός της εποχής. Η μοναδική ιστορία με την οποία συνέχισα, όμως, ήταν και είναι για μένα το καλύτερο βιβλίο του Τζούλιαν Μπαρνς. 

Έμεινα άφωνη με την ικανότητα του Seethaler να χωρέσει στο βιβλιαράκι του Μια ολόκληρη ζωή και τον διάβασα κρυμμένη σε μια σπηλιά στο Σούνιο. Πώς και πώς περιμένω να πιάσω στα χέρια μου τον Καπνοπώλη. Στα θαλάσσια μπάνια που απολαμβάνουμε με τη φίλη μου την Κούλα, διάβασα επιτέλους το Πέτρα, ψαλίδι, χαρτί του Κωνσταντίνου Μάντη -μια εκκρεμότητα χρόνων-, ενώ προσπαθώντας να παραλάβω τη γιαγιά μου από τα ελληνοαλβανικά σύνορα μού προτάθηκε, μου δωρίστηκε και μου άρεσε πολύ το Κατά μόνας του Αντρές Νέουμαν (και από το βήμα αυτό ευχαριστώ την Κούλα και πάλι). 

Ξέχασα το Περνώντας από τοίχους της Αμπράμοβιτς, αλλά το λάτρεψα και δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Το διάβασα χάρη στον Λάμπρο, που κατά καιρούς αποτελεί αναγνωστικό σύντροφο, σύμβουλο και ενίοτε και δανειστική μου βιβλιοθήκη. Του οφείλω και την ανακάλυψη της χρονιάς, το Γαλάζιο τετράδιο του Δανιήλ Χαρμς, που μου άνοιξε έναν ολόκληρο κόσμο από ιστορίες, παραμύθια, ρωσικά παιδικά βιβλία, σκίτσα, σημειώσεις και τόσα άλλα. 

Το φθινόπωρο με βρήκε να διαβάζω το Σιδηρούν παραπέτασμα: συνθλίβοντας την Ανατολική Ευρώπη της Άπλμπαουμ, που παρά τις πολύτιμες αλήθειες του δεν μου άρεσε, ενώ βούτηξα με τα μούτρα στο αρχειακό υλικό του βιβλίου των Άννας Ματθαίου και Πόπης Πολέμη Διαδρομές της Μέλπως Αξιώτη. Με τα βιβλία και την αρθρογραφία τους με συντροφεύουν σε όλα όσα τούτο τον καιρό επιχειρώ. Ύστερα έσφιξαν τα λουριά και παράτησα τη λογοτεχνία, αλλά διάβασα δεκάδες βιβλία για τον μαρξισμό, τη λογοτεχνική κριτική, την ποίηση και την πολιτική, τη λογοτεχνική θεωρία του εικοστού αιώνα και άλλα παρόμοια. Ανάμεσα σ' αυτά κάποιες λογοτεχνικές μελέτες πιο πρόσφατες και πιο προσιτές  ήταν το βιβλίο του Δημήτρη Τζιόβα για τον Μύθο της γενιάς του '30, η μελέτη της Βενετίας Αποστολίδου για τη Λογοτεχνία και ιστορία στη μεταπολεμική αριστερά, το βιβλίο της Αγγέλας Καστρινάκη για τη Λογοτεχνία στην ταραγμένη δεκαετία του 1940-1950 και άλλα που δεν θα τα αναφέρω εδώ. 

Αναζητώντας λίγη λογοτεχνία σε ένα εξαιρετικά βεβαρημένο πρόγραμμα, κατόρθωσα να διαβάσω το Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά, που με εντυπωσίασε για τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει το πένθος, τη χηρεία και την παιδικότητα. Τέλος, για άλλη μια φορά γοητεύτηκα από την ικανότητα του Σταύρου Ζουμπουλάκη να συνδυάζει τη λιτότητα και την απομυθοποίηση του φαινομενικά ιδανικού με μια καλώς εννοούμενη νοσταλγία στα Αμπέλια.  

42. Είμαι έτοιμη να γυρίσω τον Γαλαξία. Και του χρόνου με υγεία, να είμαστε όλοι καλά.  


***

Λίγες ώρες αργότερα...

ΥΓ: Έχω ξεχάσει πάρα πολλά. :(