Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

"Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης"



«Η ιστορία αυτή μολονότι πολύ μελοδραματική και "λαπαθιωτική", φαίνεται πως είναι γνήσια»


Σ' έναν μικρό και σκοτεινό χώρο προορισμένο για πάσης φύσεως θεατές, μια αφήγηση ζωντανεύει το αρχοντικό της οικογένειεας Λαπαθιώτη. Το αρχοντικό της οδού Κουντουριώτου. Κουντουριώτου και Οικονόμου γωνία, στα Εξάρχεια. Ξεφλουδισμένο από τον χρόνο και ετοιμόρροπο. Σαν τον ποιητή του. Ξεφλουδισμένος κι αυτός, ετοιμόρροπος, μπαίνει στη σκηνή φορώντας το κοστούμι του. Με ένα μαντήλι ή ένα λουλούδι στην κομβιοδόχη, σαν γνήσιος δανδής. Η είσοδός του γίνεται με βήματα αργά και σταθερά. Επιστρέφει σπίτι του πάντοτε τα ξημερώματα, λίγο πριν από το χάραμα. Τα βήματά του συνοδεύει η Σωτηρία Μπέλλου, που τραγουδά το "Μινόρε της αυγής".

Τι σχέση έχει ένας αριστοκράτης, και μάλιστα ολκής όπως ο Λαπαθιώτης, με το μπουζουκάκι και την παρηγορητική φωνή της Μπέλλου; Πώς δεν έχει. Είναι ο σεβασμός των "ευγενών" για τη λαϊκότητα. Ίδιο τον συναντάμε και στον Καβάφη, τον Ιωάννου, τον Χριστιανόπουλο.

Ο ποιητής επιστρέφει από τη νύχτα, καταρρακωμένος από τον ήχο ενός βιολιού, και μονολογεί. Αλλού εξομολογείται, αλλού διακρίνεται ο ποιητικός του λόγος, αλλού η βουρκωμένη σιωπή του. Απ' έξω έρχονται οι ήχοι της οδού Αθηνάς και κάνουν την αφήγηση πειστικότερη. Ο Λαπαθιώτης το γράφει συχνά πως του άρεσε να ξεφεύγει από τις συντροφιές και τις οχληρές περιποιήσεις των οδηγών του και να περιπλανιέται εδώ κι εκεί, σε συνοικίες μακρινές, σκοτεινές και επικίνδυνες. Η νυχτερινή περιπλάνηση του έδινε "ένα αίσθημα παράξενο, απιθανότητος, παραμυθιού και ονείρου".

Ύστερα η φωνή του ποιητή εναλλάσσεται με εκείνη του Γιώργου Ιωάννου, που το 1971, όταν πήρε των ομματιών του και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, νοίκιασε ένα σπίτι κοντά στην οικία Λαπαθιώτη. Εκεί που βρισκόταν άλλοτε η ταβέρνα του Γιώργη του Μιχαλάκου, του κουλού. 
 
Θα υπήρχε, λοιπόν, κάποια άλλη οπτική γωνία, κάποια διαφορετική σχέση και συνάφεια ή μάλλον δεν θα υπήρχε και πάλι τίποτα, μα θα ήταν πάντα, αυτό, που είναι και τώρα: ο Λαπαθιώτης να διαγράφει τα τελευταία στάδια του κύκλου του σ΄ αυτή τη γειτονιά, κι εγώ δεκάξι χρονών έφηβος στη Θεσσαλονίκη, τρομοκρατημένος και τσαλαπατημένος, ζώντας μέσα στον εφιάλτη της Κατοχής και της άλλης καταπίεσης, να διαβάζω ό,τι έβρισκα μπροστά μου από τα κείμενά του.  

Ο Ιωάννου, σαν να είναι μπροστά σου. Μαζεμένος, αντικοινωνικός, μεστός στα λόγια του. Πίσω του το σκηνικό: φωτογραφίες γυμνών ανδρών από το λεύκωμα του ηθοποιού, εικαστικού και αεροπόρου Θάνου Βελούδιου, που "έζησε και φιλοκομψοτέχνησε κι αυτός στον αέρα και στο περιθώριο μιας ολόκληρης εποχής".

Μόνον ανίδεοι και ξιπασμένοι μπορούν σήμερα να λένε πως ο Λαπαθιώτης ήταν ένας μέτριος ή και ασήμαντος ποιητής του μεσοπολέμου, κι αυτό γιατί δεν μπορούν να δουν άλλο τίποτε παρά μονάχα τα ποιήματά του, και μάλιστα αυτά τα δημοσιεύσιμα, ενώ ο Λαπαθιώτης ήταν ένας δυνατός αισθησιακός ποιητής και προπαντός μια πνευματική προσωπικότητα. Η ποίηση του Λαπαθιώτη βρίσκεται στα ανέκδοτα τολμηρά ποιήματά του. [...] πόση σπουδαία και ξεχωριστή σημασία έχει αυτό και πόσο όλοι αυτοί με τις πανεπιστημιακές μεζούρες στο χέρι δεν μπορούν κάτι τέτοια να τα «πιάσουν». Κάθε τόσο ρίχνουν στη μέση διάφορους ποιητές της εποχής του και της παρέας του, λέγοντας ότι ο Λαπαθιώτης είναι πιο αδύνατος από αυτούς, ανυπόφορα αισθηματικός σε μερικά, ακόμα και σαλιάρης. 

Ο Ιωάννου αγωνιούσε για την τύχη εκείνου του αρχοντικού και απευθύνθηκε στο δήμο Αθηναίων για να το σώσει. Σήμερα στέκει ακόμη στη συμβολή των οδών Κουντουριώτου και Οικονόμου, εγκαταλελειμμένο κι απεριποίητο. Μυρίζει κάτουρο και σκουπιδίλα, σαν την πόλη που το φιλοξενεί. "Ένα κουρελάκι του δρόμου", όπως συνήθιζε να λέει για την ψυχή του ο ποιητής.

Πολλές φορές τη νύχτα, καθώς κάθομαι κλεισμένος μέσα και δουλεύω ή στοχάζομαι, προσπαθώ να ανακαλέσω τα γέλια, τις χαρές, τα αστεία, τους χορούς και τις γλυκιές φιλικές ματιές, που διασταυρώθηκαν επί δεκαετίες σ΄ αυτούς τους βουβούς τώρα χώρους και σχεδόν απορώ με τη ματαιότητα των εγκοσμίων και τη μουγγαμάρα των στοιχείων της ύλης, που είναι βέβαια αυτά τα ίδια με τότε. Τίποτε!

Στην παράσταση "Ο γείτονάς μου Ναπολέων Λαπαθιώτης" τα στοιχεία της ύλης ζωντανεύουν μέσα από έναν μονόλογο καλό, απλό, συνταρακτικά ευαίσθητο. 
 
 
***
[1Η παράσταση "Ο γείτονάς μου Ναπολέων Λαπαθιώτης" ανεβαίνει στο Bijoux de kant hood σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο ο Αντώνης Γκρίτσης.
 
[2] Τα αποσπάσματα είναι από το κείμενο του Γιώργου Ιωάννου "Ο γείτονάς μου ο Λαπαθιώτης", στο οποίο βασίστηκε η παράσταση. Το κείμενο του Ιωάννου δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "Η Λέξη" τον Απρίλιο του 1984 και μπορεί να το διαβάσει κανείς εδώ


Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Άουσβιτς - Μπίρκεναου




Το καλοκαίρι του 1941 -δεν μπορώ να θυμηθώ την ακριβή ημερομηνία- διατάχθηκα ξαφνικά να παρουσιασθώ στον αρχηγό των Ες-Ες στο Βερολίνο και μάλιστα να έρθω σε απευθείας επαφή με τον υπασπιστή του. Αντίθετα όμως με ό,τι συνηθιζόταν, εκείνος με είδε χωρίς τον υπασπιστή του και μου είπε: "Ο Φύρερ διέταξε την οριστική λύση του εβραϊκού ζητήματος κι εμείς, τα Ες-Ες, πρέπει να εκτελέσουμε τη διαταγή αυτή. Οι υπηρεσίες όμως που διαθέτουμε στην Ανατολή δεν είναι σε θέση να εκτελέσουν τέτοιας μεγάλης κλίμακας ενέργειες. Ως εκ τούτου όρισα γι' αυτό τον σκοπό το Άουσβιτς, αφενός λόγω της συγκοινωνιακής του θέσης, που εξυπηρετεί, και αφετέρου επειδή η περιοχή εκεί μπορεί να περιφραχθεί και να καμουφλαριστεί εύκολα. [...] Οι Εβραίοι είναι προαιώνιοι εχθροί του γερμανικού λαού και πρέπει να εξολοθρευτούν. Όλοι οι Εβραίοι που ανήκουν στις χώρες κατοχής μας πρέπει να εξοντωθούν τώρα, όσο διαρκεί ο πόλεμος. Αν δεν κατορθώσουμε τώρα να καταστρέψουμε τις βιολογικές ρίζες του ιουδαϊσμού, θα έρθει η στιγμή που οι Εβραίοι θα εξοντώσουν τον γερμανικό λαό..."
[Από το ημερολόγιο του Rudolf Hoss, διοικητή του στρατοπέδου του Άουσβιτς] 

Εγνατία οδός, εκτόπιση Εβραίων Θεσσαλονίκης
Δεν είναι λίγοι οι μαθητές που γνωρίζουν ελάχιστα πράγματα για το Ολοκαύτωμα των Εβραίων και μέρες σαν τη σημερινή επιβάλλεται να αξιοποιούνται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο από τα σχολεία. Εξάλλου, υπάρχουν εκατοντάδες βιβλία -λογοτεχνικά και μη- που αφορούν όσα συνέβησαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και ακόμη περισσότερες κινηματογραφικές ταινίες που παρουσιάζουν την εποχή και τα γεγονότα με διαφορετικούς τρόπους. Το υλικό είναι απύθμενο. 

Λένε πως μετά από μια επίσκεψη στο Άουσβιτς κανείς δεν επιστρέφει ίδιος...

Το στρατόπεδο βρίσκεται στην πολωνική πόλη Οσβιέτσιμ (πολωνικό όνομα του Άουσβιτς), λίγο έξω από την Κρακοβία. Όταν επισκέπεται κανείς την Κρακοβία, μάλλον αποκομίζει την εντύπωση πως οι Πολωνοί είναι περήφανοι που ζουν σε μια τόσο παλιά και όμορφη πόλη, ένα πραγματικό κέντρο πολιτισμού, αλλά αποσιωπούν ότι δίπλα της βρίσκεται ένα στρατόπεδο συνώνυμο της γενοκτονίας.


Μπλοκ 10 - Ιατρικά πειράματα
Μου έβγαλαν μία ωοθήκη και με ράψανε. Ήταν κι ένα κοριτσάκι εκεί δεκαπέντε χρονών, η Ντουρίκα, Θεσσαλονικιά κι αυτή. Πριν πεθάνει μου είπε να βρω τον αδερφό της, να του πω ότι πέθανε. Στο μεταξύ η κοιλιά μου φούσκωσε, ξέχασε ο γιατρός να με ράψει ολόκληρη. Έκλαιγα και είχα πυρετό, έκανε μόλυνση η πληγή και είπα στην Μπέλλα ότι εγώ θα πεθάνω. 
[Ζερμαίν Μάνο, δεκατριών ετών] 

 
Σκίτσο κρατούμενου του Άουσβιτς
Η UNESCO έχει ανακυρήξει το Άουσβιτς Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Αναρωτιέσαι αν ένας χώρος φρίκης και βασανιστηρίων καλώς λειτουργεί σήμερα ως μουσείο. 

Μόλις φτάνεις βλέπεις στην -τόσο διάσημη από τον κινηματογράφο- πύλη του στρατοπέδου την επιγραφή "Arbeit Macht Frei". Η εργασία απελευθερώνει. Το στρατόπεδο αρχικά μοιάζει μικρό. Θυμίζει συγκρότημα παλιών εργατικών πολυκατοικιών και το μέγεθός του φαίνεται αντιστρόφως ανάλογο των θηριωδιών που διαπράχτηκαν εκεί. 

Τα κτίσματα έχουν μετατραπεί σε μουσεία, καθένα από τα οποία είναι αφιερωμένο σε έναν διαφορετικό τομέα "ζωής" (ή θανάτου) του στρατοπέδου: κοιτώνες, όρθια κελιά, άθλιες εγκαταστάσεις υγιεινής και λίγο πιο έξω, κρεματόρια, φούρνοι, η περήφημη "σάουνα", θάλαμοι αερίων. Στο μπλοκ της "εξόντωσης" μπορεί κανείς να δει σωρούς μαλλιών, παιδικών ρούχων, προσωπικών αντικειμένων, γυαλιών και παιχνιδιών που εκτίθενται σε μεγάλες γυάλινες προθήκες. Οι τοίχοι καλύπτονται από καδραρισμένες φωτογραφίες όλων όσοι βρήκαν εκεί τον θάνατο. Άλλοι είναι σοβαροί, άλλοι προσπαθούν να χαμογελάσουν, οι περισσότεροι μοιάζουν αλλόφρονες. 

Πειράματα έκανε ο δόκτωρ Mengele που είχε το εργαστήριό του στο γειτονικό στρατόπεδο, Άουσβιτς ΙΙ-Μπίρκεναου. Ο Mengele χρησιμοποιούσε στο πλαίσιο γενετικών και ανθρωπολογικών ερευνών δίδυμα παιδιά και ανάπηρους. Υπολογίζεται ότι 3.000 δίδυμα παιδιά υπήρξαν θύματά του και από αυτά επέζησαν μόνο 200. Το παράδοξο είναι ότι τα παιδιά τον αγαπούσαν και τον φώναζαν "θείο Mengele" γιατί για να τα καλοπιάσει και να μην του αντιστέκονται, τους μοίραζε για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν περάσουν στα χειρουργικά του χέρια, καραμέλες και σοκολάτες.

Σκίτσο κρατούμενου του Άουσβιτς
Πολλές κατασκευές είναι ψεύτικες και έχουν συντηρηθεί ή αποκατασταθεί με διάφορους τρόπους. Άλλωστε, τις περισσότερες τις κατέστρεψαν οι ίδιοι οι Γερμανοί κατά την αναχώρησή τους, βάζοντας δυναμίτες σε ό,τι θα μαρτυρούσε την κτηνωδία τους. Άλλες, πάλι, λέγεται ότι τις πλιατσικολόγησαν και Πολωνοί σε αναζήτηση ξυλείας, μετάλλων κλπ. αμέσως μετά τον πόλεμο.

Όπως και να 'χει, το Άουσβιτς είναι ένα τοπίο θανάτου. Είναι μεγάλο στοίχημα για κάθε άνθρωπο που έχει επισκεφτεί τα στρατόπεδα συγκέντρωσης να μπορέσει να μοιραστεί την εμπειρία της επίσκεψής του και να μην αφήσει τη διήγησή του να γεννήσει το μίσος, αλλά το όραμα για μια δικαιότερη, αδελφωμένη κοινωνία. 


*** 

Τα αποσπάσματα και οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο της Φωτεινής Τομαή Έλληνες στο Άουσβιτς - Μπίρκεναου, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2008.

Σάββατο, 21 Ιανουαρίου 2017

Αφίσες #9: Ζωάκια όλων των χωρών ενωθείτε!


To 2015 ξεκινά στην Πολωνία μια καμπάνια ενάντια στην κακοποίηση των ζώων. Toν σχεδιασμό της αφίσας ανέλαβε ο νεαρός γραφίστας Nicodem Pregowski και σχεδίασε μια σειρά από αφίσες που καλούσαν τα ζωάκια σε αντάρτικο! Η σειρά τιτλοφορήθηκε "Animal guerilla" και το μότο σε κάθε αφίσα ήταν:

"Fight against humans"


 























Η σειρά κέρδισε το πρώτο βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ Οικολογικής Αφίσας του 2015 που έλαβε χώρα στην Ουκρανία. Το βραβείο τιμά κάθε χρόνο έναν καλλιτέχνη για την περιβαλλοντική του συνείδηση. 



























Περισσότερα για τον νεαρό και τόσο ταλαντούχο Nicodem Pregowski εδώ.

***

Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2017

"Λοκομοτίβα του ονείρου"



Θυμάμαι ένα διήγημα της Καίης Τσιτσέλη που περιέγραφε με πολύ ρεαλιστικό τρόπο ένα ταξίδι της με το τρένο: ταξίδευε από τη Ναβάμπσα, χωριό του Πακιστάν, για το Καράτσι. Η θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 47 βαθμούς, δεν υπήρχε κλιματισμός, ταλαιπωρημένοι και λασπωμένοι επιβάτες στριμώχνονταν στα βαγόνια. 

Σε εντελώς διαφορετικό κλίμα, αλλά πιστός στη ρεαλιστική γραφή, ο Ντέιβιντ Λοτζ πρόσφατα μου περιέγραφε το συνωστισμό στο βρετανικό σιδηροδρομικό δίκτυο τις ημέρες των γιορτών: 

[...] υπήρχε πάντα η πιθανότητα, όταν φτάναμε στο σταθμό, το τρένο να μην ήταν έτοιμο προς επιβίβαση, επειδή μπορεί να είχε καθυστέρηση η άφιξή του, ή το δρομολόγιο να είχε ακυρωθεί, οπότε δε θα είχαμε κρατημένες θέσεις, και άρα θα έπρεπε να ορμήσουμε στο επόμενο τρένο, μαζί με όλο το μπουλούκι των αλαλιασμένων επιβατών, σαν το κοπάδι των δαιμονισμένων χοίρων των Γαδαρηνών, προσπαθώντας να εξασφαλίσουμε κάθισμα. 
   
Λέω τρένο και σκέφτομαι την Άννα Καρένινα να πέφτει στις ράγες, τον Ηρακλή Πουαρό να ανακρίνει υπόπτους στα βαγόνια της πρώτης θέσης, το τρένο στα έργα του Χίτσκοκ, τον Ηλίθιο να ταξιδεύει γεμάτος απορία, τον σταθμάρχη που έβλεπε να τρένα να περνούν ώσπου ήρθε το τέλος του. 

Τι σημασία έχουν οι ρεαλιστικές αφηγήσεις μπροστά στα εφηβικά μας όνειρα; Μακρινές διαφυγές, βαγόνια που στέγασαν αδιέξοδους έρωτες μιας Σύντομης συνάντησης, σταθμοί που φιλοξένησαν τραγικούς αποχωρισμούς και ανεξιχνίαστα εγκλήματα, ζωές που έλαβαν τέλος στις ράγες.

Σκέφτομαι εκείνο το βαγόνι που έφερε στο Σταθμό Λαρίσης την πραμάτεια μας κλεισμένη σε ξύλινες καρφωμένες κασέλες. Ρουμάνικα έπιπλα αγορασμένα με το δελτίο, κρύσταλλα και κινέζικες πορσελάνες, πολωνικά κεραμικά, σεντόνια, δίσκοι,  ένα πιάνο. "Είδη πολυτελείας" προς πώληση, για να βγουν οι πρώτοι μήνες. Ένα τρένο έρχεται από τον Βορρά και μέσα στα βαγόνια του κοιμούνται τα παιχνίδια μας.  

Ποιο παιχνίδι καταλάμβανε μεγαλύτερο χώρο στο παιδικό δωμάτιο, δηλαδή τον κόσμο όλο, από το τρενάκι; Έφτανε από τη μια άκρη του χαλιού στην άλλη, σαν να διέσχιζε την υφήλιο. Κάθε εφηβικό όνειρο είχε ένα τρένο: το σαλόνι του, το μπαρ, τα κουπέ, το σφύριγμά του, το ρολόι σε κάθε σταθμό, την παγωμένη πινακίδα με το άγνωστο όνομα. 

Και μια μέρα εμφανίστηκε εκείνη η μαγική διαδρομή που δεν θα έμοιαζε με καμία άλλη. Ένα ταξίδι εννέα χιλιάδων χιλιομέτρων, ένα τρένο διασχίζει την τεράστια χώρα, επτά μέρες στις στέπες της ρωσικής υπαίθρου, από τη Μόσχα ως το Βλαδιβοστόκ. 




Ο Υπερσιβηρικός. Ένας μύθος. Το όνειρο των ονείρων. Κανένα ταξίδι δεν θα έμοιαζε με κείνο. Ξεκινά από το σταθμό μιας ευρωπαϊκής πρωτεύουσας και στο τέλος τους ταξιδιού κοντεύει να βουτήξει στον Ειρηνικό. Μεσολαβούν αναρίθμητοι σταθμοί, το τρένο περνά από τους πρόποδες των Ουραλίων, αφήνει πίσω του την Ευρώπη, σαν να αφήνει πίσω του την πραγματικότητα. Οι ράγες του τέμνουν την ασιατική ήπειρο, εισβάλλουν στη Σιβηρία, περνούν μέσα  από δάση κωνοφόρων στις παρυφές της αρκτικής τούνδρας. Όσο oι ρυθμικές κινήσεις του συνεχίζονται, οι σημύδες πληθαίνουν και το τοπίο ντύνεται στα λευκά. Οι επιβάτες φορούν ουσάνκας, θυμίζουν κοζάκους, μυρίζουν βότκα.

Η συντροφιά των απραγματοποίητων ονείρων είναι γλυκιά. Δεν χάνουν ποτέ τη γοητεία τους, δεν προδίδουν ποτέ προσδοκίες. Ο Υπερσιβηρικός κάνει το ταξίδι του εδώ και έναν αιώνα. Διασχίζει τη μεγαλύτερη χώρα του πλανήτη. Ένας τεράστιος σιδηρόδρομος χαράσσει τη γη στο μεγαλύτερο γεωγραφικό πλάτος που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Οκτώ ζώνες αλλαγής ώρας, δύο ήπειροι, σχεδόν δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα, για να φτάσει στο τελευταίο λιμάνι. 

Αν εξακολουθεί να υπάρχει, θα μεταφέρει δεκάδες χιλιάδες κοντέινερ με ρωσικά είδη προς εξαγωγή. Αν όχι, θα βρίσκεται κάπου κάτασπρος, παροπλισμένος και εκατοντάδες υπερσιβηρικοί ταξιδιώτες θα τον θυμούνται και θα τον ονειρεύονται. Τόσα ανεκπλήρωτα εγκαθίστανται στις ζωές μας. Ο Υπερσιβηρικός θα πάρει θέση πλάι τους. Και θα είναι πάντα η "Λοκομοτίβα του ονείρου". 

***

[1] David Lodge,  Ανήκουστος βλάβη (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), Εκδόσεις BELL, Αθήνα 2009. 

[2] Ο τίτλος της ανάρτησης είναι παρμένος από αφιέρωμα του περιοδικού της Ελευθεροτυπίας "Γεωτρόπιο" στον Υπερσιβηρικό. Το αφιέρωμα είχε επιμεληθεί η Κατερίνα Καρόγιαννη και οι φωτογραφίες ήταν του Βασίλη Κολτούκη. 



Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

Ανήκουστος βλάβη



"Στον παράδεισο θ΄ακούω". 
Λούντβιχ βαν Μπετόβεν


Είχα αγαπήσει τον Ντέιβιντ Λοτζ από το μυθιστόρημά του "Μικρός που είναι ο κόσμος", πρώτη μου γνωριμία με το campus novel. Ξεκατινιαζόντουσαν οι καθηγητές σε κάθε κεφάλαιο και το ευχαριστιόμουν. Επιτέλους, ένας συγγραφέας -καθηγητής και ο ίδιος- που είχε την τόλμη να χλευάσει με τόσο θάρρος, αλλά και τόσο χιούμορ, τη σοβαροφάνεια των ακαδημαϊκών! Ακόμη καλύτερο μου φάνηκε το "Αλλάζοντας θέσεις", με το οποίο ο Λοτζ κέρδισε μια θέση στους Βρετανούς συγγραφείς που προτιμώ. Εξάλλου, συγκεντρώνει ανεκτίμητα χαρακτηριστικά: γράφει καλά, απεχθάνεται τον καθωσπρεπισμό των Βρετανών, παραμένει ενοχλητικά πολιτικοποιημένος, η προτεσταντική ηθική τού φαίνεται πιο αστεία κι απ΄ό,τι φάνηκε στους Μόντι Πάιθονς, γελάει με τη Μεγαλειοτάτη, μπορεί να σε κάνει να ξεκαρδιστείς σε κάθε αράδα παραμένοντας πάντα διακριτικός και ευαίσθητος.

Τον παρατηρώ στις φωτογραφίες να κάθεται σοβαρός στο γραφείο του έχοντας πίσω του μια τεράστια βιβλιοθήκη και  την καδραρισμένη καρικατούρα του. Σκέφτομαι πως σε κάθε μυθιστόρημα ο αφηγητής δεν είναι παρά μια καδραρισμένη καρικατούρα του συγγραφέα: παραλλαγή του εαυτού του, σοβαρή και συνάμα αστεία, τοποθετημένη σε διαφορετικό πλαίσιο κάθε φορά. Τόσο οικείος με το γιλεκάκι και τη ζακετούλα του όσο και ο Ντέσμοντ Μπέιτς, ο καθηγητής Γλωσσολογίας που πρωταγωνιστεί στο μυθιστόρημα "Ανήκουστος βλάβη".  Ο Ντέσμοντ βγαίνει πρόωρα στη σύνταξη. Φαινομενικά, το αποφασίζει για να γλιτώσει τις αλλαγές που έρχονται στη τριτοβάθμια εκπαίδευση -συγχώνευση τμημάτων, υποβάθμιση του τμήματος Γλωσσολογίας. Στην πραγματικότητα αναγκάζεται να το κάνει, καθώς η βαρηκοΐα δεν του επιτρέπει πια να ακούει καθαρά τους φοιτητές του, να αφουγκράζεται τις αντιδράσεις τους, να συζητάει μαζί τους.
 
Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, ο Ντέσμοντ συγκρίνει την κώφωση με την τυφλότητα, υπερθεματίζοντας υπέρ της δεύτερης που, αν και τραγικότερη, δεν χαρακτηρίζεται από την γελοιότητα της πρώτης. Είναι σαν να συγκρίνει κανείς τον πεζό με τον ποιητικό λόγο, το κωμικό με το τραγικό. Το δεύτερο, όσο να πεις, παραμένει γοητευτικότερο. "Οι τυφλοί κομίζουν πάθος". Βέβαια, κανείς δεν θα επέλεγε την τυφλότητα. Ωστόσο, κρύβει ένα μεγαλείο.
 
Ο αγώνας ανάμεσα στα δυο όργανα είναι απολύτως άνισος. Τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής, εκφράζουν συναισθήματα, ξεχειλίζουν δάκρυα, φωτίζονται και λάμπουν και αστράφτουν. Τα αυτιά, ε, τα αυτιά είναι στ' αλήθεια αστεία πράγματα.

Στο ίδιο κεφάλαιο ο Ντέσμοντ κάνει λογοπαίγνια με τις λέξεις "κώφωση" (deaf) και "θάνατος" (death). Στην προσπάθειά του να πείσει για την αδιέξοδη κατάστασή του, αναφέρει στίχους του Μίλτον, του Τζόνσον, του Τόμας Χουντ, Ντίλαν Τόμας, του Οράτιου. Αντικαθιστά τη μια λέξη με την άλλη και η τελεσιδικία του θανάτου εναλλάσσεται με αυτήν της κώφωσης. Τα ευτράπελα γεννούν συμπάθεια για τον πρωταγωνιστή, θαυμασμό για τα αποθέματα γνώσεων του συγγραφέα και βαθιά εκτίμηση για τη μεταφράστρια που επιστρατεύει πνευματικές δεξιότητες, γνώση και σπιρτάδα ώστε να μην ελαττωθεί στο ελάχιστο η απόλαυση του Έλληνα αναγνώστη. 

Ο Ντέσμοντ έχαιρε εκτίμησης στο πανεπιστήμιο και ήταν πρόεδρος του τμήματός του. Από τη στιγμή που βγαίνει στη σύνταξη αισθάνεται σαν "συντρίμμι ακαδημαϊκού ναυαγίου". Εν τω μεταξύ, όσο εκείνος αποσύρεται από την ενεργό δράση, τόσο αυξάνεται η δημοτικότητα της γυναίκας του που έχει κατάστημα με είδη διακόσμησης στην πόλη που ζουν. 

Μερικές φορές, όταν πήγαινε με τη γυναίκα του σε τούτη ή την άλλη εκδήλωση, ένιωθε σαν βασιλικός σύζυγος που συνόδευε την μεγαλειοτάτη, βαδίζοντας πάντα ένα δυο βήματα πίσω της, με τα χέρια του δεμένα στην πλάτη κι ένα αόριστο χαμόγελο χωρίς συγκεκριμένο αποδέκτη να παγώνει στα χείλη του. 

Μα πώς να αρνηθεί αυτές τις εξόδους, από τη στιγμή που η μοναδική εναλλακτική λύση είναι περισσότερες μοναχικές ώρες στο σπίτι με την τηλεόραση στη διαπασών; Και σαν να μην έφταναν όλα τούτα, ο καθηγητής είναι υποχρεωμένος να ζει καθημερινά με ένα "πλαστικό φασόλι" αξίας χιλιάδων λιρών τοποθετημένο στο αυτί του. 

Η στιγμή αφαίρεσης του ακουστικού βοηθήματος στο τρένο μοιάζει με ως διά μαγείας αυτόματη αναβάθμιση από την Τουριστική στην Πρώτη Θέση: το μεταλλικό κροτάλισμα και τρίξιμο των τροχών πάνω στο συρμό ελαττώνεται σ' ένα ανεπαίσθητο ρυθμικό κλικ-κλακ, και οι φωνές των συνεπιβατών σου μετατρέπονται σ' ένα καθησυχαστικό μουρμουρητό. 

Σ' αυτή την ηλικία, που η συζυγική ζωή δεν κρύβει πια ευχάριστες εκπλήξεις, η επαγγελματική καταξίωση είναι μακρινό παρελθόν, και η φροντίδα των γονιών μετατρέπεται σε καθημερινό άγχος, τι μπορεί να περιμένει κανείς; Εύκολα ο πρώην καθηγητής μπλέκει στα δίχτυα μιας μάλλον ανισόρροπης Αμερικανίδας φοιτήτριας, μιας μεταπτυχιακής γκρούπι που προσπαθεί να τον σαγηνεύσει για να ολοκληρώσει ευκολότερα τη διδακτορική της διατριβή πάνω στη σύνταξη και τα γλωσσικά χαρακτηριστικά των αυτοκτονικών σημειωμάτων! 

Σαν ανάπηρος καουμπόι που κλαίει τη μοίρα του επειδή ένα άσχημο ατύχημα τον υποχρέωσε να αποσυρθεί, άρπαξα απ' τα μαλλιά την ευκαιρία να καβαλικέψω ξανά το άλογό μου και να φύγω για μια τελευταία παγάνα.

Σ' αυτή την καθημερινότητα, το μάθημα χειλεανάγνωσης μετατρέπεται σε μοναδική διαφυγή· ένα αναζωογονητικό διάλειμμα μέσα στη βδομάδα του γλυκού καθηγητή, μια ευπρόσδεκτη προσωρινή διακοπή από την κοπιώδη ενδοσκόπηση, τους ορίζοντες της οποίας ανοίγει διάπλατα η συνταξιοδότηση... 

Το ημερολόγιο του καθηγητή Μπέιτς είναι γραμμένο με χιούμορ και ειλικρίνεια. Η γκρίνια για τις ημέρες των Χριστουγέννων, η αδυναμία δύο οικογενειών να συνυπάρξουν για μερικές ώρες γύρω από το οικογενειακό τραπέζι, η σιωπή των μοναχικών ωρών, η φασαρία των οικογενειακών μαζώξεων, η διαρκής συγκατάβαση... Μα πάνω από όλα, η ευγνωμοσύνη για την ύπαρξη ενός ζεστού σπιτικού και την παρουσία όσων αγαπάμε θυμίζουν πως "η ζωή είναι ωραία, ακόμη κι όταν η ένταση αρχίζει να χαμηλώνει αμετάκλητα..."

***

David Lodge,  Ανήκουστος βλάβη (μτφρ. Έφη Τσιρώνη), Εκδόσεις BELL, Αθήνα 2009.

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

Εξώφυλλα #17: Τα σαιξπηρικά πιγκουινάκια του David Gentleman



Ο David Gentleman υπήρξε ένας από τους σπουδαιότερους Βρετανούς εικονογράφους και η χώρα του τον έχει τιμήσει πολλές φορές με εκθέσεις και αφιερώματα σε γκαλερί, μουσεία, διάφορους εκθεσιακούς χώρους. 

Ο Gentleman -για το συνολικό έργο του οποίου θα ακολουθήσει εκτενές αφιέρωμα- γεννήθηκε το 1930 και σπούδασε στο Royal College of Art κατά τη διάκρεια της δεκαετίας του 1950. Όσο ήταν φοιτητής, ήρθε σε επαφή με τον εκδοτικό οίκο Penguin και ξεκίνησε μεταξύ τους μια συνεργασία που κράτησε περίπου μια πεντηκονταετία. 


 























Του άρεσε πολύ το αφαιρετικό στυλ που είχε ήδη καθιερώσει o Jan Tschichold και σχεδίασε για την Penguin πάμπολλα εξώφυλλα. Ωστόσο, η σειρά που συνδέθηκε απόλυτα μαζί του και με την οποία δεσμεύτηκε για δέκα χρόνια (1967-1977) ήταν τα έργα του Σαίξπηρ. 
 

 























Ο Gentleman θεωρούσε μεγάλη του τιμή που μια γενιά μαθητών θα ερχόταν σε επαφή με τα θεατρικά έργα του Σαίξπηρ  από βιβλία με τη δική του φραγίδα  στα εξώφυλλά τους. 


























Στον σχεδιασμό των εξωφύλλων ακολούθησε τις οδηγίες του Hans Schmoller, υπεύθυνου της σειράς: τα εξώφυλλα θα έπρεπε να έχουνε χρώμα, να μεταδίδουν μια γενικότερη αίσθηση για το περιεχόμενο του έργου, αλλά να μη λειτουργούν "συμβουλευτικά" ή "διδαδκτικά" σε ό,τι αφορά το πώς θα έπρεπε να ανέβει το κείμενο στη σκηνή. 




Ο Gentleman σχεδίασε για τη σειρά συνολικά 31 εξώφυλλα. Τα διασημότερα σαιξπηρικά έργα περιλαμβάνονται στον κατάλογο των εικονογραφήσεών του. Ωστόσο, μέσα σ' αυτά δεν θα βρούμε τον "Άμλετ" και τα "Σονέτα".  Στα περισσότερα εξώφυλλα εφάρμοσε την τεχνική της ξυλογραφίας που του ήταν αγαπητή από την εποχή των φοιτητικών του χρόνων.


 

















 
 

Η συνεργασία του με την Penguin ήταν καλή και μακροχρόνια. Ωστόσο, όπως αναφέρει και ο ίδιος σε συνέντευξη που έδωσε το 2005, δεν μπόρεσε να ολοκληρώσει την αποστολή του γιατί, πολύ απλά, κάποια στιγμή συνειδητοποίησε έκπληκτος ότι είχε αναλάβει άλλος. 

























Κάποια από τα εξώφυλλά του επανακυκλοφόρησαν πρόσφατα. Πενήντα χρόνια μετά, και παραμένουν αξεπέραστα. 

***