Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2015

Τι αγαπάτε; - Ένας δωδεκάλογος


1. Να πίνω καφέ κοιτάζοντας τη βροχή.


2. Να επισκέπτομαι τις βιβλιοθήκες και τα βιβλιοπωλεία της πόλης.




 3. Να ακούω μουσική.

4. Να χορεύω ξέφρενα στους ρυθμούς μιας γκάιντας.


5. Να χαϊδέυω τη γάτα.



6. Να κολυμπώ.



7. Να απλώνω την μπουγάδα


8. Να κουρεύω το αρνάκι μου και να γνέθω το μαλλί του.


9. Να βάζω το μυαλό μου σε μια τάξη.


10. Να πέφτω για ύπνο νωρίς.



11. Να σταματώ τον χρόνο.



12.  Να γυρίζω σπίτι.

 

Δωδεκάλογος: Ελένη Πούλου
Εικονογράφηση: Catarina Sobral.

Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου 2015

Ολίγη σοβαρότης


Όσο μεγαλώνουμε, τόσο περισσότερο ενοχλούμαστε. Άλλοι από τα χωρατά και τα αστεία, τις χοντράδες ή τις κρυάδες των αφελών διπλανών τους, κι εμείς από τη σοβαροφάνεια. Ελπίζω διότι έχουμε γίνει σοβαροί, με την πιο ειλικρινή και θετική έννοια της λέξης. Σοβαροφάνεια υπάρχει και περισσεύει παντού. Σοβαροφάνεια στις τηλεοράσεις, στα δελτία ειδήσεων, στην αρθρογραφία της επικαιρότητας, στην κριτική της τέχνης, στο σχόλιο, στην κουβέντα, στα λεωφορεία και τα καφενεία, όπου, όλως τυχαίως, συχνάζουν όλο και περισσότεροι ευυπόληπτοι δημοσιογράφοι.

Στις γειτονιές της Αθήνας όπου περιπατούμε ασκόπως εμείς οι "ασόβαροι", υπάρχουν χιλιάδες καφενεία. Ποτέ δεν είδαμε κανέναν τους. Πού πηγαίνουν; Σε ποια καφενεία συζητούν, σε ποιους δρόμους τούς σταματάνε; Πόσες φορές ακόμη θα ακούσουμε τη φράση "απλοί άνθρωποι με σταματούν στο δρόμο και με ρωτούν...". Ποιοι είναι οι απλοί και ποιοι οι περίπλοκοι; Κι αν εμείς είμαστε οι απλοί, γιατί νιώθουμε μέσα μας τόσες φουρτούνες; 

Ενοχλούμαστε από τη σοβαροφάνεια και αστειευόμαστε τρόπον τινά οχληρόν, που θα έλεγε και ο Ροΐδης, πρώτος διδάξας και μέγας εχθρός της ασόβαρης σοβαρότητας.  Τα αστεία δυσκολεύουν τις δουλειές, διότι οι χώροι εργασίας μας γέμισαν με σοβαρούς αμαθείς και ζευζέκηδες, έλεγε κι ο Καβάφης, που είναι ο μόνος ποιητής ο οποίος επεσήμανε τη σοβαρότητα στην έκφραση του προβάτου, και με κάνει τόσο ευτυχή, διότι από νήπιο έχω ταυτιστεί με το μηρυκαστικό οικόσιτο για πλείστους τόσους λόγους.

Το ξέρω που για να επιτύχει κανείς στην ζωή, και για να εμπνέει σεβασμό, χρειάζεται σοβαρότης. Και όμως με είναι δύσκολο να είμαι σοβαρός, και δεν εκτιμώ την σοβαρότητα. Ας εξηγηθώ καλλίτερα. Με αρέσει στα σοβαρά μόνον, η σοβαρότης· δηλαδή μισή ώρα ή μία ώρα ή δύο ή τρεις ώρες σοβαρότητα την ημέρα. Συχνά, βέβαια, και σχεδόν ολόκληρη μέρα σοβαρότητα. Άλλως, με αρέσουν τα χωρατά, η αστειότης, η ειρωνεία η με ευφυή λόγια [...] Αλλά δεν κάνει. Δυσκολεύει τες δουλειές. Διότι ως επί το πλείστον έχεις να κάμνεις με ζευζέκηδες και αμαθείς. Αυτοί δε είναι πάντοτε σοβαροί. [...] Τα σέρια [= σοβαροφανή] τους μούτρα είναι αντικατοπτρισμός. Όλα τα πράγματα είναι προβλήματα και δυσκολίες για την αγραμματοσύνη τους και για την κουταμάρα τους, γιαυτό σαν βώδια και σαν πρόβατα (τα ζώα έχουν σοβαρότατες φυσιογνωμίες) είναι περιχεμένη επάνω στα χαρακτηριστικά τους η σοβαρότης. Ο αστείος άνθρωπος γενικώς περιφρονείται, τουλάχιστον δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν σημαντικά, δεν εμπνέει πολλήν πεποίθησιν.
Γι’ αυτό κ’ εγώ καταγίνομαι στους πολλούς να παρουσιάζω σοβαρήν όψι. Ηύρα πως μεγάλως με διευκολύνει τες υποθέσεις μου. Εσωτερικώς γελώ και αστειεύομαι πολύ[1].

Ο Καβάφης εσωτερικώς αστειευόταν πολύ. Κατά τα άλλα, ήταν σοβαρός. Σοβαρότητα τουλάχιστον τρεις με τέσσερις ώρες την ημέρα. Ο Αντόνιο Ταμπούκι, στο σημείωμα με το οποίο τελειώνει το μυθιστόρημά του "Η γραμμή του ορίζοντα", που και ο ίδιος θεωρούσε το πρώτο από μια σειρά έργων ωριμότητας, σημειώνει πως μεγαλώνοντας έχει τη συνήθεια να γελά όλο και περισσότερο μόνος. Οδεύει έτσι προς μια ατομική, αυτάρκη -όπως έλεγε- κωμικότητα[2]

Όσο ο κόσμος γύρω μας γίνεται παράλογος ή μοιάζει γελοίος, ας διατηρούμε τουλάχιστον την αυτάρκη κωμικότητά μας.  

***
Στην εικονογράφηση, έργα του Michael Sowa, εχθρού της σοβαροφάνειας και φίλου των ζώων. 


[1] Κ.Π. Καβάφης, Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής, Ερμής, Αθήνα 1983.
[2] Αντόνιο Ταμπούκι, Η γραμμή του ορίζοντα (Ανταίος Χρυσοστομίδης), Άγρα, Αθήνα 1998.

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2015

Τα πράγματα: Μια ιστορία της δεκαετίας του ΄60


Ο Ζερόμ και η Συλβί είναι ένα νεαρό ζευγάρι που ζει στο Παρίσι στα τέλη της δεκαετίας του '60. Εργάζονται για διαφημιστικές εταιρείες και ονειρεύονται μια ζωή διαφορετική απ' αυτή που ζουν. Ονειρεύονται άνεση, επώνυμα έπιπλα, ελκυστικά πακέτα διακοπών, είδη πολυτελείας. Η έλλειψη χώρου τούς είναι βασανιστική, ασφυκτιούν στο μικρό τους δυαράκι. Όποτε κλείνουν τα μάτια, φαντάζονται μεγάλους διαδρόμους, γκρεμισμένους τοίχους, εντοιχισμένες ντουλάπες, πρωτότυπες κρεμάστρες, ανακαινισμένα διαμερίσματα. Μα κάθε φορά που τα ανοίγουν, ξαναβρίσκονται μέσα σ' αυτό που θεωρούν κλήρο τους: τα τριάντα πέντε τετραγωνικά μέτρα.

Από τη ζωή τους δε λείπει μόνο η υλική άνεση. Λείπει η χαλαρότητα, η απομάκρυνση από τον αγώνα της βιοπάλης. Θέλουν να κάνουν βόλτες στο Παρίσι χωρίς να τους πιέζει ο χρόνος, να συμβουλεύονται αντικέρ και διακοσμητές, να πηγαίνουν σινεμά, να συζητούν για τα βιβλία που διάβασαν, να γίνουν μπλαζέ, να αποκτήσουν τους τρόπους των δανδήδων. Ξεκινούν αυτό το μεγάλο ταξίδι προς την επίτευξη του ονείρου τους και θα φανούν ανυπόμονοι, γιατί περιμένουν να ζήσουν. Περιμένουν τη ζωή. Δηλαδή, το χρήμα.  Ο αναγνώστης ταξιδεύει μαζί τους, αλλά δεν ακούει ποτέ τις φωνές τους. Ο μοναδικός που ακούγεται είναι ο αφηγητής της ιστορίας, που, ως μικρός Θεός, διαρκώς προετοιμάζει την κατάληξή της: 

Δεν χρειάζονταν σπουδαία πράγματα για να καταρρεύσουν όλα: η παραμικρή λανθασμένη παρατήρηση, μια μικρή στιγμή δισταγμού, ένα κάπως υπερβολικά χυδαίο σημείο, και η ευτυχία τους διαλυόταν. Θα ξαναγίνονταν αυτό που ποτέ δεν είχαν πάψει να είναι, ένα είδος συμβολαίου, κάτι που είχαν αγοράσει, κάτι το εύθραυστο και το αξιολύπητο... 

Για τον Ζερόμ και τη Συλβί, πρέπει κανείς να είναι σταθερός. Η αστάθεια δε δείχνει σοβαρότητα. Μέχρι τα τριάντα του, πρέπει κανείς να έχει "φτιαχτεί", να έχει μια θέση, να έχει το γραφείο του, τα κλειδιά του, την ταμπελίτσα του. 

Θα έρθει μια μέρα που θα έχει το διαμέρισμά του, το εξοχικό του, το αυτοκίνητό του, το υψηλής πιστότητας στερεοφωνικό του. Ωστόσο, συμβαίνει αυτές οι ενθουσιώδεις υποσχέσεις να σε κάνουν να περιμένεις δυσάρεστα: ανήκουν από την ίδια τους τη φύση σε μια πορεία στην οποία υπάγονται επίσης, αν θέλουμε να το σκεφτούμε καλά, ο γάμος, η γέννηση των παιδιών, η εξέλιξη των ηθικών αξιών, οι κοινωνικές στάσεις και οι ανθρώπινες συμπεριφορές. Με μια λέξη, ο νέος πρέπει να δημιουργηθεί, κι αυτό θα του πάρει γεμάτα δεκαπέντε χρόνια.  

Μέχρι τελικά να συνειδητοποιήσει στα σαράντα του χρόνια πως η πρώτη κατοικία, το εξοχικό και το αυτοκίνητο δε φτάνουν για να γεμίσουν τις ελάχιστες ώρες που θα έχουν μείνει ελεύθερες από την εργασία του. 
 
Οι δυο νέοι θέλουν να απολαύσουν τη ζωή. Στο μυαλό τους, όμως, η ευτυχία ταυτίζεται με την ιδιοκτησία κι αυτό τους μπερδεύει. Όταν ξεκινά ο πόλεμος στην Αλγερία, αναγκάζονται να πάρουν θέση, αλλά το ενδιαφέρον τους είναι επιφανειακό. Υποκρίνονται τους πολιτικά ενεργούς, πηγαίνουν στα συλλαλλητήρια και τις αφισοκολλήσεις, μπαίνουν σε αντιφασιστικές επιτροπές. Στις παραμονές των διακοπών, όμως, η οποιαδήποτε επαγρύπνηση μοιάζει να μην έχει λόγο ύπαρξης πια.

Ακόρεστες επιθυμίες, ημιτελείς χαρές, χαμένος χρόνος... Μια ζωή άδεια, μια ζωή που δε γεμίζει με τίποτα. Γιατί η αναζήτηση της αλήθειας, όποια κι αν είναι αυτή, πρέπει να είναι επίσης αληθινή. 

Περισσότερο κοινωνιολόγος και λιγότερο λογοτέχνης, ο Περέκ σ' αυτό το βιβλίο μιλά για τα πράγματα, χωρίς να δίνει "οδηγίες χρήσεως". Ο ίδιος επιμένει πως δεν καταδικάζει τα ίδια τα αντικείμενα, ούτε και την ύπαρξη της καταναλωτικής κοινωνίας. Καταδικάζει τον άνθρωπο που η καπιταλιστική κοινωνία τού υποσχέθηκε πράγματα και εκείνος βλακωδώς πίστεψε ότι του τα οφείλουν κιόλας. Τον άνθρωπο που φυτοζωεί, που δεν έχει δική του ζωή, ζωή εσωτερική, που ταυτίζει την ευτυχία με μια παχιά μοκέτα, αδιαφορώντας αν σ' αυτή θα ξαπλώνει πάντοτε μόνος.

Ζωρζ Περέκ, Τα πράγματα (Δέσποινα Ψάλλη), Χατζηνικολή, Αθήνα 1988.

Κυριακή, 11 Οκτωβρίου 2015

Αν ήμουν νερό, θα ήμουν λίμνη


Στο "κινέζικο πορτρέτο", ένα κορίτσι από την παρέα βάζει στο μυαλό του ένα πρόσωπο γνωστό στις υπόλοιπες. Εκείνες ξεκινούν τις ερωτήσεις. Αν ήταν χρώμα; Αν ήταν βιβλίο; Αν ήταν ταινία; Αν ήταν παπούτσι; Αν ήταν νησί; Δεν υπάρχει κανένας περιορισμός. Μπορείς να ρωτήσεις ό,τι θέλεις. Μετά από μια σειρά υποθέσεων, κάποια καταλήγει στο πρόσωπο που είχε βάλει στο νου της η αρχική παίκτρια. Το παιχνίδι δεν έχει κανέναν άλλο κανόνα. Αν θέλεις, μπορείς να βάλεις στο νου σου τον ίδιο σου τον εαυτό και να αφήσεις τις υπόλοιπες παίκτριες να ρωτούν. Εκείνες θα αργήσουν να σε βρουν, εσύ απαντώντας στις ερωτήσεις τους γνωρίζεις καλύτερα τον εαυτό σου. Αργότερα, παίζεις το κινέζικο πορτρέτο μόνη σου. Σε κάθε ηλικία, οι απαντήσεις διαφέρουν.

Αν ήμουν χρώμα, θα ήμουν το λευκό. Αν ήμουν χρώμα, θα ήμουν το μωβ. Αν ήμουν χρώμα, θα ήμουν το πράσινο. Αν ήμουν παπούτσι, θα ήμουν το γοβάκι της Σταχτοπούτας, η μπότα μιας μάγισσας, μια πουέντ, μια μπαλαρίνα, ένα σαντάλι. Δε θα ήμουν ποτέ παπούτσι. Η αλλαγή στις απαντήσεις μπορεί να σημαίνει μια αλλαγή μέσα σου. Βαθύτερη ή επιφανειακή. 

Αν ήμουν βιβλίο, θα ήμουν παραμύθι. Αν ήμουν βιβλίο, θα ήμουν λεξικό. Αν ήμουν βιβλίο, θα ήμουν ο "Ηλίθιος", ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη, του Βουτυρά, του Μωπασάν, ο "Μαιτρ και η Μαργαρίτα" του Μπουλγκάκοφ, ένα ταξιδιωτικό του Ταμπούκι, οι "Αόρατες πόλεις" του Καλβίνο, μια ιστορία του Ιωάννου, ένα ποίημα του Λειβαδίτη, του Χιόνη, του Καρούζου, της Γώγου, της Μαστοράκη, της Σέξτον. Αν ήμουν νησί, θα ήμουν η Σκόπελος, η Νίσυρος, η Χάλκη. Αν ήμουν κινούμενο σχέδιο, ο Νιλς Χόλγκερσον, η Μαφάλντα, ένα γκράφικ νόβελ, το Περσέπολις.

Κάθε φορά μονολογούσες άλλες απαντήσεις στον εαυτό σου κι έφτιαχνες το κινέζικο πορτρέτο σου. Αν ήσουν νερό, θα ήσουν λίμνη. Φανταζόσουν τη λίμνη σαν μια αποκαμωμένη γριά, που έκανε το ταξίδι της κι ύστερα κλείστηκε στο φράγμα της τρίτης ηλικίας. Ξάπλωσε κάτω από τον ήλιο και παρέμεινε εκεί, ασάλευτη. Είναι ήρεμη, έχει χάσει την ορμή της, έχει κερδίσει την καταλαγή και τη γαλήνη. Παίρνει το χρώμα του ουρανού, είναι γαλανή. Όταν οργιάζει η φύση γύρω της, γίνεται πράσινη. Δεν προδίδει ποτέ τον επισκέπτη της. Δεν υπάρχει περίπτωση να την επισκεφτείς και να μη σε περιμένει. Σου χαρίζει κάτι από τη σοφία της ακινησίας της. 

Πέρασε πολύς καιρός και επισκέφτηκες τη λίμνη. Τα λιμνάζοντα νερά βρομούσαν, η υγρασία ήταν αποπνικτική, η ζέστη αφόρητη. Τώρα πρέπει να ξαναπαίξεις. Αν ήσουν νερό...

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

Όνομα ταυρομάχου


Οι θησαυροί αξίζουν μόνο για θέμα κουβεντούλας τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα.

***
Στη Γη του Πυρός, κανείς δεν ρωτούσε και κανείς δεν ρωτά τίποτα. Κάθε ξένος που φτάνει σ' αυτή την εσχατιά του κόσμου, το κάνει για να γλιτώσει από τους άλλους, από κάτι ή απ' τον εαυτό του. Σ' αυτά τα γεωγραφικά πλάτη, δεν υπάρχει παρελθόν.
 
Το '"Ονομα ταυρομάχου" του Λουίς Σεπούλβεδα -μυθιστόρημα λίγο νουάρ, λίγο αστυνομικό και αρκετά χιουμοριστικό- ταξιδεύει από το Αμβούργο ως τη Γη του Πυρός για "μια χούφτα δολάρια". Για την ακρίβεια, για εξήντα τρία χρυσά νομίσματα που κλάπηκαν από τους ναζί κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Χρόνια αργότερα, λίγο μετά την πτώση του Tείχους, τα διεκδικούν από τη μια πλευρά η μεγάλη ασφαλιστική εταιρεία Lloyd's, κι από την άλλη οι πρώην μυστικές υπηρεσίες της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Γερμανίας. 

"Κι οι μεγάλοι χαμένοι σ' αυτές τις ιστορίες χαμένων  περιουσιών δεν ήταν οι ιδιοκτήτες τους, Μπελμόντε, αλλά οι ασφαλιστικές εταιρείες. Με το που ρίχτηκε ο τελευταίος πυροβολισμός, το 1945, ξεκίνησε ο ψυχρός πόλεμος, κι ας λένε οι ιστορικοί πως όλα ξεκίνησαν με την ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου. Το 1945, ο χωρισμός του χάρτη της Ευρώπης σε δύο μέρη, ένα άσπρο κι ένα κόκκινο, ισοδυναμούσε για τις ασφαλιστικές εταιρείες με λαιμητόμο. Κι η λεπίδα της λαιμητόμου έκοβε στη μέση τη διακεκομμένη γραμμή που οδηγούσε σε πολλούς απ' αυτούς τους χαμένους θησαυρούς". 

Για την ασφαλιστική θα εργαστεί, παρά τη θέλησή του, ο Χουάν Μπελμόντε, απόμαχος Χιλιανός αντάρτης που ζει εξόριστος στο Αμβούργο και έχει όνομα ταυρομάχου, ενώ για τη Στάζι ο Φρανκ Γκαλίνσκι, απόστρατος Γερμανός ταγματάρχης. Στο κυνήγι του χαμένου θησαυρού, ο καθένας τους θα ακολουθήσει μεθόδους ανάλογες της προϋπηρεσίας του στην παρανομία, και ο αναγνώστης αγωνιά να μάθει ποιος θα φτάσει πρώτος στο στόχο. Ενημερώνεται διαρκώς για τις κινήσεις του καθενός, και τα δυο πρόσωπα θυμίζουν πιόνια που ακολουθούν τις οδηγίες ενός ομαδικού επιτραπέζιου παιχνιδιού. Κάποιο από τα δύο θα φτάσει πρώτο στο τυράκι. 

Ανάμεσά τους, όμως, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Ο στόχος είναι κοινός, αλλά το κίνητρο διαφέρει δραματικά. Ο Γκαλίνσκι είναι άνθρωπος που ανήκε στην ελίτ της ΛΔΓ. Όταν όμως οι Ρώσοι "τους έκοψαν το μπιμπερό, το 1985, όλα καταστράφηκαν και ο σώζων εαυτόν σωθήτω". Τώρα έχει χάσει όσα προνόμια συνήθιζε να απολαμβάνει και τρέμει από φόβο για το πώς θα πληρώσει γι' αυτά. Ο ίδιος παραδέχεται πως υπήρξε κομμουνιστής, μα πάνω απ' όλα στρατιωτικός και, ως τέτοιος,  είναι εκπαιδευμένος να ξεπερνάει τις ήττες. Στόχος του είναι να πλουτίσει. 

Ο Μπελμόντε είναι ένας άνθρωπος που αφιέρωσε όλη του τη ζωή στον αντιφασιστικό αγώνα του χιλιάνικου αντάρτικου και έχασε τα πάντα. Τώρα του έχουν μείνει μόνο οι ιδέες και δεν ξέρει τι στο καλό να τις κάνει. 

Εκείνη τη στιγμή, με κρατούσε κυριολεκτικά στο χέρι. Γιατί, εμένα, οι αρχές μου ξεκινούν και τελειώνουν με τη Βερόνικα. Φέρουν τ' όνομά της, κι ό,τι έκανα, ό,τι κι αν κάνω, στοχεύει αποκλειστικά στην ικανοποίηση των ελάχιστων απαιτήσεών της. 

Ο Μπελμόντε συνεργάζεται με τον άνθρωπο της ασφαλιστικής μόνο και μόνο για να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον για τη Βερόνικα, την αγαπημένη του και σύντροφό του στον αγώνα των Χιλιανών ενάντια στο φασισμό. Η γυναίκα ήταν χρόνια εξαφανισμένη. Πολύ αργότερα αποδείχτηκε πως είχε υποστεί κάθε είδους φρικαλεότητα όσο ήταν στο έλεος των στρατιωτικών. Βρέθηκε βασανισμένη σε μια χωματερή του Σαντιάγο. Η φυσική της κατάσταση ήταν καλή, αλλά ψυχικά είχε καταστραφεί και είχε χάσει την ομιλία της. Την εντόπισε μια γυναίκα που συμμετείχε ενεργά στην επιτροπή συγγενών των εξαφανισμένων και ανέλαβε τη φροντίδα της. Ο Μπελμόντε, χρόνια αφού είχε εγκαταλείψει τη Χιλή, μαθαίνει νέα της από ένα γράμμα.

Η ιστορία της Βερόνικας και οι αναφορές στο δράμα των εξαφανισμένων δεν αποτελούν ένα εμβόλιμο σχόλιο σε μια κατά τ' άλλα απολαυστική αστυνομική υπόθεση. Είναι στοιχεία που καθιστούν το μυθιστόρημα του Σεπούλβεδα μια ελεγεία για όλους τους νεαρούς μαχητές και τις μαχήτριες που ύψωσαν το ανάστημά τους στον τύραννο της χώρας τους. Τα χαμένα λείψανα των θυμάτων θα παραμένουν πάντα μια ανοιχτή πληγή για τη Χιλή. Η Βερόνικα είναι το βουβό πρόσωπο με την πιο βροντερή φωνή στην ιστορία. 

Ο Μπελμόντε πίνει σ' ένα μπαρ του Σαντιάγο τον τελευταίο καφέ όλων αυτών των χρόνων που ζει μακριά της, και συνειδητοποιεί πως η πιο δύσκολη από όσες κινήσεις έχει σχεδιάσει στη ζωή του είναι να διασχίσει το δρόμο που θα τον φέρει έξω από την πόρτα της.

Άφησα λίγα κέρματα στο μπαρ και βγήκα κουτσαίνοντας στο δρόμο. Η πόλη ήταν θλιμμένη κι ας ήταν καλοκαίρι, κι ας μη μεσολαβούσε κανένα σύννεφο ανάμεσα στους ανθρώπους και τον ουρανό, κι ας μην πετούσε κανένα πουλί πάνω απ' το κεφάλι μου, κι όπως διέσχιζα το δρόμο αναρωτιόμουν, Βερόνικα, αγάπη μου, αναρωτιόμουν γιατί φοβόμαστε τόσο πολύ να κοιτάξουμε τη ζωή κατάματα, εμείς, που έχουμε δει τις χρυσές ανταύγειες του θανάτου.

*** 

Λουίς Σεπούλβεδα, Όνομα ταυρομάχου (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης), Opera, Αθήνα 2003.  

Σάββατο, 3 Οκτωβρίου 2015

Εξώφυλλα #4: Μόμπι Ντικ


Λέγε με Ισμαήλ

 

Στο πρώτο κεφάλαιο του Μόμπι Ντικ, ο Ισμαήλ ξεκινά την αφήγηση αποκαλύπτοντας στον αναγνώστη το λόγο για τον οποίο αφιέρωσε τη ζωή του στους ωκεανούς. Είναι το δικό του ανικανοποίητο. Όταν πιάνει τον εαυτό του να στραβώνει το στόμα, όταν μες στην ψυχή του είναι Νοέμβρης υγρός, όταν μέσα του δε σταματά το ψιλόβροχο, όταν τον κυβερνούν οι υποχονδρίες του, όταν συνειδητοποιεί πως τίποτα δεν τον κρατά στη στεριά. Τότε μπαρκάρει. Είναι το δικό του υποκατάστατο του πιστολιού και της σφαίρας. Μιας σφαίρας που θα έστρεφε στον εαυτό του. 



Να εκδικηθείς ένα άλαλο κτήνος!


Όλα τα ορατά αντικείμενα, άνθρωπέ μου, δε μοιάζουν παρά σα χάρτινες μάσκες. Σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας όμως -στη ζωντανή πραγματικότητα, στο αναμφισβήτητο γεγονός-, κάτι εκεί-μέσα που δε γνωρίζουμε, προικισμένο ωστόσο με στοχασμό, προβάλλει τα χαρακτηριστικά του χυτά πίσω από την άλογη μάσκα, σα σε καλούπι. Αν ο άνθρωπος θελήσει να ακολουθήσει το δρόμο του, μέσα από αυτή τη μάσκα θα περάσει. Πώς μπορεί ο φυλακισμένος να βγει έξω, αν δεν τρυπήσει τον τοίχο; Για μένα η άσπρη φάλαινα είναι αυτός ο τοίχος, μετακινημένος δίπλα μου. Μερικές φορές νομίζω ότι δεν υπάρχει τίποτα παραπέρα.


Ο Αχαάβ καλλιεργούσε μέσα του μιαν άγρια μνησικακία ενάντια στη φάλαινα, διψώντας όλο και περισσότερο για εκδίκηση μέσα στον παροξυσμό της τρέλας του, έτσι που στο τέλος έφτασε να θεωρεί ίδιο πράγμα με τη φάλαινα, όχι μόνο όλους τους πόνους που υπόφερε στο κορμί του, αλλά και όλους τους διανοητικούς και πνευματικούς παροξυσμούς. Έβλεπε την Άσπρη Φάλαινα να κολυμπάει μπροστά του και μες στη μονομανία του θαρρούσε πως ενσάρκωνε όλες εκείνες τις δυνάμεις του κακού, που μερικοί βαθύνοες άνθρωποι νιώθουν να τους τρώνε από μέσα, ως το σημείο μάλιστα να ζουν με μισή καρδιά και με μισό πνευμόνι. 


Ω, Θεέ! τι βασανιστικές υστερίες τυραννούν τον άνθρωπο εκείνο που φλέγεται από κάποια ανεκπλήρωτη εκδικητική μανία. Κοιμάται με σφιγμένα χέρια και ξυπνάει με τα ματωμένα καρφιά του μπηγμένα στις παλάμες.


Άσπρο


[...] στη βαθύτερη έννοια αυτού του χρώματος κρύβεται κάτι ασύλληπτο, που προκαλεί μεγαλύτερο πανικό στην ψυχή κι από το κόκκινο χρώμα που μας κόβει το αίμα. 


[...] Αλλά και η κοινή, κληρονομική πείρα όλης της ανθρωπότητας δεν παραλείπει μερικές φορές να επιβεβαιώνει τον υπερφυσικό χαρακτήρα αυτού του χρώματος. Δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία πως το μοναδικό χαρακτηριστικό που παρουσιάζει η όψη των νεκρών, και κατατρομάζει εκείνον που την βλέπει, είναι η επίμονη ωχρότητά της, μια ωχρότητα σαν του μαρμάρου· σαν να ΄ταν πράγματι η ωχρότητα αυτή σημάδι της τρομάρας που επικρατεί στον άλλο κόσμο, όπως είναι και σημάδι της φρίκης των θνητών πάνω στη γη. 


 Ζωή


Δεν υπάρχει μια σταθερή κι ευθεία πορεία σ' αυτή τη ζωή, μια πορεία που να μην αρχίζει πάλι από την αρχή· δεν προχωράμε περνώντας σταθερά από τη μια κατάσταση στην άλλη· φτάνουμε λοιπόν σ' εκείνη τη μοναδική ανάπαυλα στο τέλος, περνώντας από την ασυναίσθητη μαγεία της νηπιακής ηλικίας, από την αμφιβολία της εφηβικής ηλικίας (αυτή την κοινή τραγική μοίρα), από το σκεπτικισμό και την απιστία μετά· για να ξεκουραστεί και να ηρεμήσει το μυαλό τελικά στο Εάν της ανδρικής ηλικίας. Άπαξ όμως και περάσουμε από όλα αυτά, ξανακάνουμε τον ίδιο κύκλο· γινόμαστε λοιπόν νήπια, παιδιά, άντρες, καταλήγοντας σε κείνα τα Εάν· κι αυτό συνεχίζεται αιώνια. Πού βρίσκεται άραγε το τελικό λιμάνι, από όπου δεν θα ξανασαλπάρουμε πια; 

Με τον Μόμπι-Ντικ ταξιδέψες στους ωκεανούς, φαντάστηκες θηριώδη φαλαινοθηρικά, φαλαινοθήρες και κανίβαλους, πολιτισμένους και πρωτόγονους. Είδες τον άνθρωπο ως προσωποποίηση του Διαβόλου, να εκδικείται ένα κήτος που τον έβλαψε από ένστικτο. Ένα κήτος ολόλευκο, αγνό, αθώο ή απόν. Ταυτίστηκες με το ζώο, γιατί το γνώρισες. Γνώρισες τα πάντα για τις διαστάσεις του, το σκελετό του, τα πνευμόνια του, την αναπνοή και το λίπος του, το ταξίδι του. Λυπήθηκες για την κομματιασμένη του σάρκα και την πληγωμένη ψυχή του. Και όταν η τριχιά που έμελλε να το αποτελειώσει στραγγάλισε τον άνθρωπο που την κρατούσε, όταν το πλοίο έγινε φάντασμα και χάθηκε στους ατμούς της Φάτα Μοργκάνα, όταν κοντάρια, λόγχες και ξίφη τα κατάπιε η ρουφήχτρα και το καράβι βούλιαξε στην κόλαση του βυθού, όταν η θάλασσα μετατράπηκε σε ένα τεράστιο σάβανο και κατάπιε εκείνους που δε σεβάστηκαν τη δύναμη και τη ζωή που φιλοξενεί στα σπλάχνα της, ήρθε η δικαίωση της φύσης και η δική σου κάθαρση. 
 
*** 
Χέρμαν Μέλβιλ, Μόμπι-Ντικ ή Η Φάλαινα (μτφρ. Α.Κ. Χριστοδούλου), εκδόσεις  Gutenberg, Αθήνα  1992.