Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Χαλάσματα


Σάν ἕνα σπίτι ρημάξει καί γκρεμνιστεῖ καί φυτρώσουν χορτάρια στά θεμέλιά του καί δέν μείνει πέτρα πάνω στήν πέτρα, τό λένε χάλασμα. Τότες οἱ γειτόνοι ρίχνουν τά σκουπίδια τους μέσα σ΄αυτό καί μαζεύουνται καί τά μωρά καί παίζουν. Τά θεμέλια δεν λένε τίποτε ποτές κι οὔτε ρωτοῦν τίποτε τά μωρά πού παίζουν μέ δυνατές φωνές καί τό κάνουν τό χάλασμα νά ζωντανεύει κι αὐτό, ὅπως τά μάγουλά τους πού γίνουνται κατακόκκινα, κνικάτα. [...]
Ἔτσι ἔσβησε τό σπίτι τῆς Ματζουράνενας κι ἔγινε ἀλάνι καί χάλασμα. Μάδησε πέτρα προς πέτρα ὥς τά θεμέλια κι ἔγινε ἴσιωμα καί φύτρωσαν χορτάρια ἀπάνω του, κι ἔγινε τόπος γιά νά πετᾶν τά σκουπίδια οἱ γειτόνοι καί νά παίζουν μέσα τ'ς ἀμάδες τά μωρά μέ τά κόκκινα μάγουλα. 
Μόνο τή νύχτα τό χάλασμα τῆς Ματσουράνενας ἦταν βουβό. 
Σάν περνοῦσαν τότε ἀπό κεῖ τά μωρά κάναν τό σταυρό τους καί λέγανε "Ἰησούς Χριστός νικᾶ", καί τραγουδούσανε φωναχτά γιά νά πιστέψουν  πώς δέν φοβᾶνται. 

Η επαρχία έχει γεμίσει χαλάσματα. Σπίτια γκρεμισμένα, σωριασμένες πέτρες εδώ κι εκεί θυμίζουν πως κάποτε μέσα τους έζησε μια οικογένεια. Μπορεί να τύχει, ανάμεσα σε κλαδιά, σκουπίδια και περιττώματα, να βρεις μέσα μια παλιά εφημερίδα, ένα σεντούκι, ένα κλειδί, ένα φυτίλι, μια εικόνα. Καλύβια για τα ζώα έχουνε γίνει σωροί από πέτρες, ξυλόφουρνοι χάσκουν μ' ανοιχτό το στόμα κι ένα ξύλινο πορτάκι πεσμένο στο χώμα. 
Και δεν υπάρχουν πια μωρά να τα τρομάξει το γκρεμίδι, να τραγουδήσουν δυνατά περνώντας απ' έξω μια σκοτεινή νύχτα. Κανείς δε σταυροκοπιέται έξω απ' τα χαλάσματα. Περαστικοί και τουρίστες τα φωτογραφίζουν.


Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο:

Ἀθανάσιος Θ. Γκράβαλης, Τῆς Ματζουράνενας τό χάλασμα καί ἄλλα αφηγήματα, Στιγμή, Αθήνα 1988.


Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Πρόσκληση σε "Γκάρντεν πάρτι"


Κάθρην Μάσνφηλντ: Γεννημένη στο Ουέλλιγκτον της Νέας Ζηλανδίας. Κατάφερε στη διάρκεια της σύντομης ζωής της (1888-1923) να γράψει διηγήματα που η αρτιότητα, η ευστοχία και η ομορφιά τους θα συγκρίνονταν με εκείνων του Τσέχοφ.

Το σημείωμα βρίσκεται στο οπισθόφυλλο του "Γκάρντεν πάρτι", συλλογής διηγημάτων της Μάνσφηλντ που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σμίλη. Και δεν ξέρεις αν ο κόσμος της  πράγματι θυμίζει εκείνον του Τσέχοφ...Εδώ δεν υπάρχουν ξεπεσμένοι Ρώσοι ευγενείς, ούτε αστοί, ούτε μουζίκοι της ρωσικής επαρχίας.

Λίγο μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, στην αποικία της Νέας Ζηλανδίας, σ' έναν κόσμο που αλλάζει γρήγορα, άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με τα προσωπικά τους αδιέξοδα, με παρωχημένους κανόνες ηθικής, με πρότυπα συμπεριφοράς που πασχίζουν να ξεπεράσουν. Το βικτωριανό κατεστημένο μοιάζει παράλογο και ασύμβατο με τη νέα εποχή που αναδύεται. Εγκλωβισμένοι, χωρίς να το καταλαβαίνουν πάντα, θέλουν διακαώς να ξεφύγουν, και απ' αυτή την άποψη, ναι, εδώ υπάρχει ένα στοιχείο τσεχοφικό. Τα ρετάλια του παρελθόντος είναι πολλά. Νεαρές κοπέλες περιμένουν τον άντρα που θα τις γλιτώσει από την πλήξη. Αλαζονεία, περιφρόνηση και εμπαιγμός, στοιχεία απαραίτητα για να επιτευχθεί η έλξη προς το άλλο φύλο...  Μια μητέρα αποστρέφεται τα παιδιά της και ζει με φαντασιώσεις, ένας νεαρός άντρας τσαλαπατά την αξιοπρέπειά του μπροστά στη γυναίκα που αγαπά και δεν εισπράττει παρά ένα κοροϊδευτικό γέλιο.

Ένα όμορφο γκάρντεν πάρτι, κορίτσια με λευκά φουστάνια και ψάθινα καπελάκια, κηπουροί φορτωμένοι με δίσκους γεμάτους κρίνα, δροσερές λεμονάδες, σάντουιτς, μια μεγάλη τέντα, και η ορχήστρα να κάνει πρόβες, τη στιγμή που, λίγα μέτρα παρακάτω, στα λασπωμένα καλυβάκια της εργατικής συνοικίας, "στους τιποτένιους κήπους που δεν έβλεπες παρά κοτσάνια από λάχανο, κάτι αρρωστιάρικες κότες και κονσερβοκούτια ντομάτας", ένας άντρας σκοτώνεται όταν τον πετάει κάτω το άλογό του, τρομαγμένο από τον ήχο της ατμομηχανής. Η ομορφιά βρίσκεται μακριά από πάρτι, καλάθια και δαντελωτά φουστάνια, και η φιλανθρωπία, όταν δε συνοδεύεται από το απαραίτητο αίσθημα αλληλεγγύης, γίνεται προσβλητική.

Πολύ νωρίς το πρωί. Ο ήλιος δεν έχει βγει ακόμη, και το Κρέσεντ Μπέυ κρύβεται κάτω από μια γαλακτερή ομίχλη. Θαμπωμένοι στο βάθος οι πλατύστερνοι θαμνώδεις λόφοι -αδύνατον να διακρίνεις πού σταματούν αυτοί και πού αρχίζουν τα λιβάδια και τα σπίτια· ο αμμουδερός δρόμος έχει χαθεί, μαζί του σβησμένα κι εκείνα στην πίσω μεριά του. Σβησμένες και οι λευκές θίνες με τις τούφες το κοκκινωπό χορτάρι τους. Τίποτα δε σου δείχνει το όριο μεταξύ ακρογιαλιάς και θάλασσας. Η υγρασία εχει μουσκέψει τα πάντα. Το χορτάρι κυανίζει. Δροστοσταλίδες κρέμονται βαριές πάνω στα φρυγμένα ματόκλαδα και με το ζόρι κρατιούνται να μην γκρεμιστούν.


Στον αντίποδα η φύση, στην οποία αντανακλώνται ψυχικές καταστάσεις. Άλλοτε όμορφη και άλλοτε ζοφερή. Μια νερουλή ακουαρέλα με γραμμές αχνές, θαμπές, όπως και τα νήματα που συγκρατούν τη δομή και την πλοκή των διηγημάτων. 

Τα διλήμματα των ηρώων, οι κρυφές επιθυμίες τους, η μοναξιά τους, η απόγνωσή τους  ή η περιφρόνηση που  υφίστανται από τους άλλους είναι εναρμονισμένα πάντοτε με τον περιβάλλοντα χώρο, ανοιχτό ή κλειστό, και προκύπτουν περισσότερο από τα λόγια ή τις πράξεις τους, χωρίς καμία μορφή μελοδραματισμού. Αυτά που αποσιωπώνται ή που υπονοούνται είναι σαφώς περισσότερα απ' όσα ρητά δηλώνονται, και το τέλος -συνήθως απρόσμενο, αιφνιδιαστικό- μοιάζει ένα εκκρεμές που ο αναγνώστης αναλαμβάνει να σταματήσει την ταλάντωσή του. 

Κι όμως, είχε έρθει η ώρα να κλάψει. Πρέπει να κλάψει. Δεν μπορεί άλλο πια να το αναβάλλει· δεν μπορούσε άλλο πια να περιμένει... Πού να πάει;
"Πέρασε σκληρή ζωή η κυρία Πάρκερ". Ναι, στ' αλήθεια σκληρή. Το πιγούνι της άρχισε να τρέμει· δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Πού όμως; Πού;
Σπίτι της δεν μπορούσε να πάει· ήταν η Έθελ. Θα τρόμαζε πολύ η Έθελ. Δεν μπορούσε να κάτσει σ' ένα παγκάκι, κάπου· θα μαζευόταν ο κόσμος και θ' άρχιζαν οι ερωτήσεις. Ούτε και να επιστρέψει στο διαμέρισμα του λογίου κυρίου ήταν δυνατόν· δεν είχε δικαίωμα να κλαίει σε ξένα σπίτια. Αν καθόταν σε τίποτα σκαλιά, θα 'ρχόταν να της μιλήσει κάνας πολισμάνος.
Αχ, δεν υπήρχε κάπου που να μπορεί να κρυφτεί και να 'ναι μόνη της, και να μείνει όσο της αρέσει, χωρίς να ενοχλεί κανέναν και κανείς να μην ανησυχεί γι' αυτήν;  Δεν υπήρχε μέρος στον κόσμο όπου να μπορεί να κλάψει με την ψυχή της - επιτέλους; 
Η γρια κυρία Πάρκερ στάθηκε και κοίταξε κάτω. Ο παγερός αέρας φούσκωνε την ποδιά της σαν μπαλόνι. Και τώρα άρχισε να βρέχει. Δεν υπήρχε μέρος. Πουθενά. 

Κάθρην Μάνσφιλντ, Το γκάρντεν πάρτι (μτφρ. Μαρία Λαινά), Σμίλη, Αθήνα 2006 

Τα έργα που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι της  Berthe Morisot  το πρώτο και του Claude Monet τα δύο επόμενα.

Παρασκευή, 13 Ιουνίου 2014

"Νύχτα γιομάτη θαύματα"


Η νύχτα, πιστεύω, μεγαλώνει τον πόνο. Γιατί κανένας ήχος, κανένα θέαμα δεν του αντιστέκεται και η θλίψη αφήνεται ελεύθερη να κυριαρχήσει στην ψυχή.
Ηλιόδωρος, Αιθιοπικά

Γιατί η νύχτα έχει τόσους εραστές; Γιατί κάποιοι την αγαπούν τόσο πολύ; Οι άνθρωποι χωρίζονται σε ανθρώπους της νύχτας και ανθρώπους της μέρας; Σε ανθρώπους φωτεινούς και ανθρώπους σκοτεινούς; Έχουμε όλοι μέσα μας τα απαραίτητα αποθέματα φωτός; 
  
Τις νύχτες του καλοκαιριού, τα παιδιά της γειτονιάς ξαμολιούνται στους δρόμους. Παίζουν κρυφτό με μεγαλύτερη ελευθερία. Κουρνιάζουν πίσω από εγκαταλελειμμένα φορτηγά και ακούν την ανάσα τους να δυναμώνει απ' το φόβο. Άνθρωποι στις αυλές ή τις βεράντες, συζητούν, τρώνε, τσακώνονται, ακούς τα μαχαιροπίρουνα να χτυπούν στα πιάτα τους. Γάτες σεργιανίζουν, σκυλιά αλυχτούνε,  κουρτίνες κλείνουν, κορμιά αγκαλιάζονται. Τα φώτα έχουν ανάψει. Αλλού κιτρινίζουν και η γειτονιά γλυκαίνει, αλλού είναι αυτά τα λευκά, τα φθορίου, που θυμίζουν άλλοτε το φεγγαρόφως και άλλοτε μια έρημη επαρχιακή πόλη. 

Ὄταν ἔχει φεγγάρι μεγαλώνουν οἱ σκιές μές στό σπίτι,
ἀόρατα χέρια τραβοῦν τίς κουρτίνες,
ἔνα δάχτυλο ἀχνό γράφει στη σκόνη τοῦ πιάνου
λησμονημένα λόγια - δε θέλω να τ' ἀκούσω. Σώπα.
 Γιάννης Ρίτσος, Η Σονάτα του Σεληνόφωτος
 
 
Κάποιες νύχτες είναι σκοτεινές, αφέγγαρες. Απλώνεις το χέρι σου μπροστά σου και δεν το βλέπεις. Άλλες, όταν το φεγγάρι γεμίζει, είναι τόσο φωτεινές που μπορείς να διαβάσεις πλάι στο παράθυρο μόνο με το φως του. Ή να οδηγήσεις σ' ένα σοκάκι με τα φώτα σβηστά. Όταν οι γρίλιες είναι κλειστές, τα φώτα των αυτοκινήτων που περνούν απ' το δρόμο κάνουν περίεργα σχήματα στον τοίχο της κρεβατοκάμαρας. Ανεβαίνουν, κατεβαίνουν, εξαφανίζονται. 

Οι πιο μοναχικοί ξαγρυπνούν. Περιμένουν τα φώτα να σβήσουν, οι ήχοι να πάψουν. Παραμένουν στο δωμάτιο, όπου όλα τώρα μοιάζουν διαφορετικά. Μια συνωμοσία μυστική ανάμεσα σ'αυτόν που ξενυχτά, στα πράγματα, στα έπιπλα που τρίζουν. Όλα γίνονται έμψυχα. Όλα συμμετέχουν σ'αυτή τη διαδικασία μύησης στη μοναξιά. 
 
Γιατί τη νύχτα αισθάνεται κανείς τόσο αλλιώτικα; Γιατί σε σαγηνεύει τόσο ν' αγρυπνάς όταν όλοι οι άλλοι κοιμούνται; Η ώρα είναι περασμένη - είναι πολύ αργά! Κι όμως, κάθε στιγμή που περνάει, νιώθεις όλο και πιο ξύπνιος, λες και σιγά σιγά, σχεδόν με κάθε ανάσα σου, ξυπνάς μέσα σ' έναν καινούριο, εξαίσιο, πολύ πιο συναρπαστικό κι ενδιαφέροντα κόσμο από τον κόσμο της ημέρας. Κι αυτή η αλλόκοτη αίσθηση πως είσαι συνωμότης; Κινείσαι μέσα στο δωμάτιο κλεφτά, αλαφροπατώντας. Σηκώνεις ένα αντικείμενο από το τραπεζάκι της τουαλέτας και ύστερα το αποθέτεις πάλι αθόρυβα στη θέση του. Και όλα, ακόμη και τα δοκάρια του κρεβατιού σε γνωρίζουν, ανταποκρίνονται, μοιράζονται το μυστικό σου...
Κάθρην Μάνσφιλντ, Το γκάρντεν πάρτι

Και κάθε πρωινό, κάθε, μα κάθε πρωινό, η εμπειρία αυτή μοιάζει τόσο αστεία...



Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία:
Ηλιόδωρος, Αιθιοπικά, Άγρα, Αθήνα 2003
Γιάννης Ρίτσος, Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, Κέδρος, Αθήνα 1998
Κάθρην Μάνσφιλντ, Το γκάρντεν πάρτι, Σμίλη, Αθήνα 2006 

Δευτέρα, 2 Ιουνίου 2014

"Καλή κι ανάποδη"

Άρτα σούρτα μούρτα σκέλη
σου 'χω τη μακριά πλεγμένη
και με τη τσιαριαμπούρτα μου
βαρώ το μαλλιαρό σου.

Αίνιγμα για τον αργαλειό. Απαντά σε όλη την Ελλάδα. Αυτή η παραλλαγή από το Άστρος Κυνουρίας


Ιδού το ηθικό δίδαγμα
της ωδής μου: 
η ομορφιά είναι δυο φορές ομορφιά
κι ό,τι είναι καλό είναι δυο φορές καλό
όταν πρόκειται για ένα ζευγάρι κάλτσες πλεγμένες με μαλλί
μες στον χειμώνα.
Από το ποίημα "Ωδή στις κάλτσες μου" του Πάμπλο Νερούντα

Στο σπίτι έπλεκε η γιαγιά. Έπλεκε και η μαμά. Έπλεκε και η θεία. Η καθεμιά με το δικό της τρόπο. Η γιαγιά, όπως και η κόρη της, πέρναγε το νήμα από το λαιμό της. Έκανε γρήγορες κινήσεις με τα γεμάτα φλέβες και κηλίδες χέρια της κι έφερνε το νήμα με το δείκτη του δεξιού της χεριού πάνω από κάθε θηλιά. Η θεία έπλεκε "στο χέρι". Όχι στο λαιμό. Ήταν, έλεγε, ευκολότερο. Όταν τελείωναν οι θηλιές σε μια σειρά, τις πήγαινε όλες πιο μέσα κι έπαιρνε τη βελόνα που είχε αδειάσει στο δεξί της χέρι και τη γεμάτη στο αριστερό. Η αλλαγή της σειράς γινόταν με μια γρήγορη κίνηση που θύμιζε το σπρώξιμο του κυλίνδρου της γραφομηχανής όταν τελείωνε η αράδα. Παντού υπήρχαν περιοδικά για πλέξιμο. Κάτι παλιά τεύχη του "Burda" από δω κι από κει. Στις φωτογραφίες κοπέλες με τεράστιους ώμους. Βάτες κάτω από τα μάλλινα τους τόνιζαν. Πολλές βάτες και στο σπίτι, χωμένες σε κουτιά με κλωστές και κουμπιά. Χαρτί μιλιμετρέ και σχέδια πάνω στα τετραγωνάκια: η Στρουμφίτα, η Μπέτυ Μπου. Πλεξούδες και στρογγυλά πον-πον εξείχαν από παιδικά πουλοβεράκια.  

Το πλέξιμο ως ανάμνηση. Πλέξιμο στον εθνικό κήπο, πλέξιμο στην aula της Φιλοσοφικής σε κάτι συνελεύσεις, πλέξιμο στο λεωφορείο, πλέξιμο στο βιβλιοπωλείο τα νεκρά απογεύματα, πλέξιμο για να τυλιχτεί σ' ένα ζεστό κασκόλ κάποιο αγαπημένο πρόσωπο. 

Το βιβλίο της Κατερίνας Σχινά "Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού" μπορεί και να μην το διάβαζα. Δεν ήταν στη λίστα, που λένε. Η λογοτεχνία βγαίνει πάντοτε κερδισμένη και, τώρα που τα οικονομικά είναι πενιχρά, οι λίστες μικραίνουν και τα κριτήρια γίνονται παραπάνω από αυστηρά.  Ένα δοκίμιο για το πλέξιμο, όμως, κάνει την προτίμηση πολύ προσωπική. Το πόνημα της Σχινά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη. Το πρώτο ξεφύλλισμα ξενίζει. Η έκδοση είναι προσεγμένη, το χαρτί μυρίζει υπέροχα. Ωστόσο, η γραμματοσειρά αυστηρή, διαφορετική, και το μονοτονικό σύστημα προτιμήθηκε.Σε κάθε κεφάλαιο του βιβλίου παρουσιάζεται μια διαφορετική πλευρά της πλεκτικής τέχνης και του πολιτισμού του πλεκτού γενικότερα. Η συγγραφέας ξεκινά αποδομώντας την άποψη που θεωρεί το πλέξιμο μια συντηρητική απασχόληση που δεν μπορoύσε να συνδεθεί με κινήματα όπως το φεμινιστικό και χώρους όπως αυτός της διανόησης. Ο Ηλίας Κανέλλης στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο "Επί λέξει" εύστοχα σύγκρινε το πλέξιμο με άλλες ενασχολήσεις που επίσης τοποθετήθηκαν στο περιθώριο την εποχή της Μεταπολίτευσης. Τέτοιες ήταν το τάβλι και το ποδόσφαιρο για τους άντρες, το εργόχειρο για τις γυναίκες. Είχε συνδεθεί με τα γηρατειά, με πρότυπα που οι κοπέλες της εποχής όφειλαν να απαρνηθούν και να ξεπεράσουν. 

Ωστόσο, το πλέξιμο συνδέεται κατά κύριο λόγο με τη μόδα. Και επειδή η μόδα "εμφανίζεται ως ανατροπή της τάξης που επιβλήθηκε από την αμέσως προηγούμενη μόδα και εκφράζεται ως Δικαίωμα", σύμφωνα με τον Ρολάν Μπάρτ, και το ντύσιμο δεν επιτρέπει στον άνθρωπο παρά να "αναλάβει την ελευθερία του", κατά τον Σαρτρ, το να υφάνει κανείς το δικό του ενδυματολογικό κώδικα δεν αποτελεί, τελικά, παρά πράξη ελευθερίας και αντίδρασης.

Η ανάγνωση του δοκιμίου δίνει την αίσθηση της περιδιάβασης σε μια έκθεση εικαστικών καλλιτεχνών που εμπνεύστηκαν από την τέχνη του πλεξίματος. Κάθε έκθεμα συνοδεύεται από μια λεζάντα που το πλαισιώνει θεωρητικά και το τοποθετεί σε μια εποχή,  ένα κίνημα, το οποίο υπηρετεί κάθε φορά διαφορετικά πολιτικά ή κοινωνικά προτάγματα. Το πλέξιμο και η μόδα, το πλέξιμο και η σχέση του με τους παραδοσιακούς κοινωνικούς ρόλους των φύλων, το πλέξιμο στη λογοτεχνία, τη μυθολογία, την ιστορία, οι αρχετυπικές μορφές της γυναικών που πλέκουν, το πλεκτό και ο φεμινισμός, το πλεκτό και η σχέση του με τον ακτιβισμό, το πλεκτό-διαμαρτυρία ενάντια στον πόλεμο και τις απάνθρωπες συνθήκες της παιδικής εργασίας, το πλεκτό ως απεικόνιση αλγορίθμων, γεωμετρικών σχημάτων και μαθηματικών θεωριών, το πλεκτό ως αφήγηση.   Το πλέξιμο χαρίζει στον άνθρωπο τη ζωή. Οι μοίρες υφαίνουν ό,τι είναι γραφτό του καθενός. Η Αριάδνη με το μίτο της βοηθά το Θησέα να βγει από το λαβύρινθο του Μινώταυρου, και έτσι η Κρήτη έχει ακόμη όμορφους νέους και νέες. Άλλοτε, το πλέξιμο οδηγεί τον άνθρωπο στο θάνατο. Η μαντάμ Ντεφάρζ πλέκει τα ονόματα εκείνων που πρόκειται να οδηγηθούν στη λαιμητόμο, όπως όλες οι tricoteuses, οι πλέκτριες "ερινύες της γκιλοτίνας", τον καιρό της Γαλλικής Επανάστασης. 

Ανάμεσα στα δοκίμια στριμώχνονται ευχάριστα έξι αυτοβιογραφικές ιστορίες της Κατερίνας Σχινά. Κι έτσι, ανάμεσα σε καλλιτέχνιδες, ακτιβίστριες και θεωρητικούς παρεμβάλλονται το πλέξιμο της Αναρχίας στο νεκροταφείο, το βελονάκι της κυρίας Λουκίας στην Αμοργό, ένας νέος που δε θα καταφέρει να στριμώξει το πλεκτό στη βαλίτσα του πριν φύγει για το Παρίσι, η μικρή Ειρήνη, μια νέα Ισιδώρα Ντάνκαν που παραλίγο να πνιγεί στη μοτοσικλέτα με το πλεκτό της, και ανάμεσά τους η ίδια η αφηγήτρια. "Εκεί η ποιότητα και το βάθος της ευαισθησίας της Κατερίνας Σχινά αναδεικνύονται με περισσότερη αυθεντικότητα και είναι πολύ όμορφες οι έξι αυτοβιογραφικές ιστορίες που συνοδεύουν τα κεφάλαια του βιβλίου της" σημειώνει εύστοχα ο Δημοσθένης Κούρτοβικ.
Είναι και το βιβλίο ένα από τα πλεκτά της Κατερίνας Σχινά. Και δεν της έχει ξεφύγει ούτε πόντος. 

Κατερίνα Σχινά, Καλή και ανάποδη. Ο πολιτισμός του πλεκτού, Εκδόσεις Κίχλη, Αθήνα 2014