Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2020

Σπίτι μου σπιτάκι μου (Jacek Yerka)

Τα κρούσματα ολοένα και αυξάνουν και είναι βέβαιο πια πως το νέο πλησιάζει. 


Δεν ξέρoymw τι μαγειρεύουν οι κυβερνήσεις. 


Αλλά  έχει ξεκινήσει στο μυαλό μας μια αντίστροφη μέτρηση. 


Mετράμε μέρες, ώρες και λεπτά για το έκτακτο ανακοινωθέν ενός γενικευμένου ή περιορισμένου λοκντάουν...


... που θα απαιτήσει από εμάς να επιστρατεύσουμε την εναπομείνασα υπομονή και ψυχραιμία, προκειμένου να περάσουμε αυτόν τον χειμώνα στο σπίτι. 


Μένουμε σπίτι, #menoumeSpiti, #menoumeSpitiXana, μένουμε σπίτι για λίγο ακόμα. 

Άραγε, ο χειμώνας ή η άνοιξη είναι η εποχή που διευκολύνει τα μέτρα εγκλεισμού; Την άνοιξη η φύση μ;aς καλούσε. Νιώθαμε τη μοσχοβολιά της από τους τέσσερις τοίχους του διαμερίσματος που στον καθέναν μας έλαχε να ζει. Τώρα θα περάσουμε τη βαρυχειμωνιά σε σπίτια κρύα και άδεια. 


Αφού λοιπόν το πιθανότερο είναι πως έτσι θα έρθουν τα πράγματα...


Ας επιστρατεύσουμε τη φαντασία για να βουτήξουμε στο όνειρο.

Να φανταστούμε πως ζούμε σε σπειροειδείς λαβυρίνθους και πελώριους κοχλίες. 


Σε σπίτια που ίπτανται πάνω από τα νερά που θα μας υποδεχτούν τα καλοκαίρια που θα 'ρθουν. 


Σε δαιδαλώδεις διαδρόμους που μας βυθίζουν στο διάβασμα, στις ζωές των ηρώων που ποτέ δεν θα συναντήσουμε. 


Σε τρένα που μας ταξιδεύουν στο άγνωστο.

Σε δεντρόσπιτα που φύτρωσαν στα λέπια της ράχης ενός κεφαλόψαρου. 

Η φαντασία μπορεί να μας σώσει μια δεύτερη φορά. Μετά τα περιθώρια στενεύουν. Δεν θα υπάρξει επόμενο καταφύγιο. Ελπίζω όλα να έχουν περάσει προτού αναγκαστούμε να αγαπήσουμε τις φυλακές μας.

Προτού η φυλακή γίνει συνήθεια και δεν μπορούμε πια να εγκαταλείψουμε τα λαγούμια μας. 

***

Στις εικόνες: Σπίτι του πολωνού ζωγράφου Jacek Yerka

Πέμπτη, 22 Οκτωβρίου 2020

Blackjack για βιβλιοφάγους - IV


Ο Κώστας Μοστράτος είναι από τους θαρραλέους ανθρώπους που τόλμησαν στη ζωή τους να ασχοληθούν με τα παιδιά και μοιράζεται μαζί τους την αγάπη του για το θέατρο και τον κινηματογράφο. Τα πρωινά του Σαββάτου κάνει παρέα στους βιβλιοφάγους με την "απρόβλεπτη εκπομπή πολιτισμού" του Αθήνα 9,84  “Αθήνα το φελέκι σου”. Μάθαμε πως τον καιρό που εμείς καταβροχθίζαμε τον Φίλιπ Ροθ και τον Τζόναθαν Κόου, ο Κώστας διάβαζε τον Δημήτριο Βικέλα. Τι να πεις...

21 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΦΑΝΑΤΙΚΟΥΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ 

Ας υποθέσουμε πως πρέπει να γεμίσετε μία βιβλιοθήκη που έχει 21 ράφια. Καθένα από τα ράφια αυτά αντιστοιχεί στις κατηγορίες που θα διαβάσετε παρακάτω. Σε κάθε ράφι πρέπει να τοποθετήσετε τουλάχιστον ένα βιβλίο.


Βιβλία που δεν είναι ανάγκη να διαβάσεις.

Τα εκάστοτε δημοφιλή best sellers που διαβάζονται στις παραλίες για μια χρονιά και την επόμενη έχουν ήδη ξεχαστεί, ογκώδη σύγχρονα αστυνομικά θρίλερ (τα βαριέμαι αφόρητα), πολλά (δυστυχώς) Ελλήνων συγγραφέων. Αυτά είναι καταχωνιασμένα στο τελευταίο ράφι, στην πίσω σειρά.

Βιβλία που φτιάχτηκαν για άλλες χρήσεις και όχι για να διαβαστούν.

Κάθε βιβλίο έχει τη χρήση του. «Ροζ» λογοτεχνία, βιβλία αυτοβοήθειας, εγκυκλοπαίδειες του σεξ κ.ά. Στον καθένα μπορεί να φανούν χρήσιμα για ποικίλες και χρήσιμες χρήσεις. Πάντως, τα μυθιστορήματα της Μπάρμπαρα Κάρτλαντ, όπως και όλη η σειρά "Βίπερ Νόρα", έκαναν καλό στη γιαγιά μου την εποχή που δεν υπήρχαν σαπουνόπερες. Για τον παππού, αντίθετα, θα ήταν δύσκολο. Θα έπρεπε να ανταποκριθεί σε ένα ιδανικό πρότυπο. Αν κρίνω από την παθολογική λατρεία της γιαγιάς, ο συγκεκριμένος ανταποκρίθηκε.

Βιβλία που ήδη διάβασες χωρίς να κάνεις τον κόπο να τα ανοίξεις γιατί ανήκουν στην κατηγορία των ήδη διαβασμένων πριν ακόμα γραφούν.

Τα άπειρα αισθηματικά που κυκλοφορούν. Βάζουν και λίγη Ιστορία μέσα και όλα καλά. Βέβαια, πολλές φορές οι πωλήσεις εκτοξεύονται και αυτό είναι καλό για να δίνουν οι εκδότες ευκαιρία και σε άλλα βιβλία με τα χρήματα που βγάζουν. Οι χαζομάρες αυτές χρηματοδοτούν άλλα, πιο ποιοτικά, βιβλία.




Βιβλία που αν μπορούσες να ζήσεις περισσότερες ζωές θα διάβαζες ευχαρίστως, αλλά δυστυχώς οι μέρες που σου απομένουν να ζήσεις είναι αυτές που είναι.

Θα ήθελα να διαβάσω πολλά ογκώδη παλιά ελληνικά μυθιστορήματα, τύπου Θανάση Πετσάλη-Διομήδη, Μιχάλη Περάνθη, Διονυσίου Ρώμα, Τάσου Αθανασιάδη (Οι Μαυρόλυκοι, Μαρία ΠάρνηΟι Σουλιώτες, Ο θρήνος της Κάντιας, τους τετράτομους Πανθέους και άλλα), αλλά δυστυχώς δεν... Έπρεπε να τα έχω διαβάσει στα εφηβικά καλοκαίρια. Το σίγουρο είναι ότι έχουν πιάσει ένα ράφι ολόκληρο στη βιβλιοθήκη μου.

Βιβλία που έχεις την πρόθεση να διαβάσεις, αλλά έχουν σειρά κάποια άλλα.

Κλασικά, τον Οδυσσέα του Τζόις και το Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ. Όλο λέω ότι θα το κάνω, αλλά πάντα καταφεύγω σε μικρότερα σε όγκο και απαιτήσεις βιβλία. Σε μια άλλη ζωή ίσως…

Βιβλία που είναι πολύ ακριβά και που μπορείς να περιμένεις να αγοράσεις μισοτιμής.

Άπειρα λευκώματα για ηθοποιούς και θέατρα. Ομολογώ όμως ότι συχνά ήταν τέτοια η εσωτερική ανάγκη που πολλές φορές ακριβοπλήρωσα κάποια για να τα βρω μερικά χρόνια μετά στο 1/5 της τιμής. Δεν το μετάνιωσα που τα αγόρασα τότε, γιατί ήθελα να τα διαβάσω τη δεδομένη στιγμή. Άλλωστε, ποτέ δεν ξέρεις αν στο μέλλον θα είναι διαθέσιμο ένα βιβλίο.

Βιβλία που επίσης μπορείς να περιμένεις να αγοράσεις όταν επανεκδοθούν στις οικονομικές σειρές. 

Σε πολλά σύγχρονα ελληνικά και ξένα περιμένω να περάσει το χρονικό διάστημα της ενιαίας τιμής του βιβλίου. Για τις εφημερίδες δεν το σκέφτομαι, γιατί η πλειοψηφία των εκδόσεων είναι τραγική και, ως γνήσιος φετιχιστής, δίνω μεγάλη έμφαση στην ποιότητα του χαρτιού. Έχουμε καλομάθει με τις ελληνικές εκδόσεις. Είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε καλαίσθητα βιβλία.

Βιβλία που μπορείς να ζητήσεις από κάποιον να σου δανείσει.

Ποτέ δεν δανείζομαι, ούτε μου αρέσει να δανείζω. Είναι το χειρότερό μου και έχω έρθει άπειρες φορές σε αμήχανες καταστάσεις. Έχω αναγκαστεί να αγοράσω βιβλία σε φίλους, προκειμένου να μην τα δανείσω. Για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο, πολλοί θεωρούν ότι όταν δανείζεις ένα βιβλίο ή ένα dvd σημαίνει και ότι δεν το χρειάζεσαι πλέον. Όταν ήμουν φοιτητής (το πάλαι ποτέ) την είχα πατήσει και έχασα έτσι πολλά βιβλία, ενώ ένα εξαντλημένο μού είχε επιστραφεί μετά από χρόνια με μισές σελίδες. Ευτυχώς το βρήκα αργότερα σε παλαιοβιβλιοπωλείο και αναγκάστηκα να το αγοράσω ξανά. Ήταν ένα βιβλίο για την Έλλη Λαμπέτη. Αν κάποιος, λοιπόν, θέλει πραγματικά να διαβάσει ένα βιβλίο ας πάει να το αγοράσει, ειδάλλως υπάρχουν εξαιρετικές δημόσιες δανειστικές βιβλιοθήκες. Και τα αγαπημένα εξαντλημένα δεν δανείζονται, όσοι αγαπούν πραγματικά τα βιβλία το ξέρουν αυτό.


Βιβλία που όλοι πια έχουν διαβάσει και άρα είναι σαν να τα έχεις διαβάσει κι εσύ.

Όσα έχουν γίνει σειρές και ταινίες σε ποικίλες διασκευές.

Βιβλία που εδώ και πολύ καιρό έχεις στο πρόγραμμα να διαβάσεις.

Από την αγαπημένη μου σειρά Orbis Literae των εκδόσεων Gutenberg δεν έχω διαβάσει ακόμη 7 τίτλους (αυτή τη στιγμή αριθμούν 29). Όλο λέω ότι θα το κάνω, όπως και το Παλαιοπωλείο ή τις Μεγάλες προσδοκίες του Ντίκενς σε εξαιρετικές εκδόσεις (Ωκεανίδα και Πόλις) ή το Μαγικό Βουνό και τους Μπούντενμπορκ του Τόμας Μαν ή ακόμη και την Παναγία των Παρισίων στη μετάφραση του Ανδρέα Παππά και της Βάνας Χατζάκη.

Βιβλία που ψάχνεις χρόνια και δεν βρίσκεις.

Κατά καιρούς με πιάνουν διάφορες εμμονές. Και μετά βρίσκω τα βιβλία και ησυχάζω και ας μην τα διαβάσω ποτέ. Τελευταία εμμονή ήταν να βρω την Αμερικάνικη νύχτα, το μυθιστόρημα του Κρίστοφερ Φρανκ στο οποίο στηρίχτηκε το φιλμ του Αντρέι Ζουλάφσκι Σημασία έχει να αγαπάς, και το θεατρικό του Τέρενς Μακ Νάλι Master Class στη μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη. Τα βρήκα και ηρέμησα. Τώρα είμαι σε μια φάση αναπόλησης των παιδικών χρόνων, οπότε ψάχνω τους τόμους των Κλασσικών Εικονογραφημένων του Πεχλιβανίδη στην παλιά έκδοση, την πολυτονική. Από τους 27 τόμους μού λείπουν οι 7. Στα 60 μου ελπίζω να έχω ολοκληρώσει τη σειρά. Κάθε εβδομάδα σχεδόν επισκέπτομαι παλαιοβιβλιοπωλεία. Δεν ξέρεις ποτέ πάνω σε τι θησαυρούς θα πέσεις.

Βιβλία που αφορούν κάτι με το οποίο ασχολείσαι αυτή την περίοδο.

Πάντα διαβάζω κάτι σε σχέση με το σινεμά ή το θέατρο. Είναι η μεγάλη μου αγάπη, άλλωστε, και οι μεταπτυχιακές μου σπουδές πάνω στο σινεμά ήταν.

Βιβλία που θέλεις να αγοράσεις για να τα έχεις στη διάθεσή σου για κάθε περίπτωση.

Το λεύκωμα τώρα για τα 80 χρόνια της Εθνικής Λυρικής Σκηνής ή τον Δυτικό Κανόνα του Harold Bloom. Όλο το καθυστερώ..

Βιβλία που θα μπορούσες να τα βάλεις κατά μέρος για να τα διαβάσεις ίσως το καλοκαίρι.

Αρκετά του Φίλιπ Ροθ δεν έχω διαβάσει ακόμη, καθώς έχει γράψει πάρα πολλά! Αλλά και πολλά του Τζόναθαν Κόου. Όταν η γενιά μου τον διάβαζε μανιωδώς, εγώ είχα στραφεί στον Βικέλα, στον Θάνο Βλέκα του Καλλιγά, στον Αργύρη Εφταλιώτη και άλλα τέτοια «σύγχρονα» αναγνώσματα. Τα έπαιρνα παρέα με το αντηλιακό στις παραλίες. Διάβαζα τις ιστορίες Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Λίνου Πολίτη και του Δημαρά και θεωρούσα ότι έπρεπε να διαβάσω όλα τα σημαντικά βιβλία της λογοτεχνίας μας. Και πρέπει να ομολογήσω ότι το απολάμβανα. Φταίει η Φιλοσοφική γι’ αυτό. Φυσικά, τα συγκεκριμένα βιβλία δεν έφερναν επιτυχίες άλλου είδους, ερωτικού, σε αντίθεση με έναν Ροθ ή έναν Κόου που πάντα τραβούν τα σωστά βλέμματα.

Βιβλία που σου λείπουν για να τα βάλεις δίπλα σε άλλα στη βιβλιοθήκη σου.

Ελάχιστα βιβλία μού λείπουν. Αυτό που μου χρειάζεται επειγόντως είναι άπειροι αποθηκευτικοί χώροι για τα βιβλία για να ανέβει λίγο η ποιότητα ζωής και να καλώ κόσμο στο τωρινό «χάρτινο» σπίτι μου. Τα πατώματα έχουν καλυφθεί όλα από βιβλία. Και πονάω όταν αποχωρίζομαι κάτι, ακόμη και αν ξέρω ότι δεν το θέλω πραγματικά. Φίλοι με έχουν συμβουλεύσει να πάω σε ψυχολόγο για να συζητήσω τη διαδικασία του αποχωρισμού. Προς το παρόν, όλο το αναβάλλω...

Βιβλία που σου εμπνέουν μια ξαφνική φρενιασμένη και όχι εύκολα δικαιολογήσιμη περιέργεια.

Μα πάντα υπάρχει κάποια δικαιολογία. Μπορεί να είναι ένας αγαπημένος συγγραφέας ή μεταφραστής ή απλά ένας εκδοτικός οίκος που μου αρέσει.

Βιβλία που διάβασες πριν πολλά χρόνια και ήρθε πια ο καιρός να ξαναδιαβάσεις.

Σπάνια γυρίζω σε μυθιστορήματα που έχω διαβάσει παλιά, ακόμη και στα αγαπημένα μου. Ο χρόνος είναι ελάχιστος και θέλω να μείνω με την αρχική αίσθηση. Πρέπει να βγει μια νέα έκδοση για να τα ξαναδιαβάσω, όπως πρόσφατα με τον Βασιλιά των Ορέων του Αμπού (το κατευχαριστήθηκα παρεμπιπτόντως). Ξαναδιαβάζω, όμως, διηγήματα και θεατρικά έργα. Πάντα απολαμβάνω τον Τενεσί Ουίλιαμς ή τον Τσέχοφ.


Βιβλία που πάντα έλεγες ότι έχεις διαβάσει και ήρθε πια ο καιρός να διαβάσεις αληθινά.

Τον Δον Κιχώτη τον έχω διαβάσει σε πολλές παιδικές εκδοχές (ακόμη και αυτή του Βάρναλη), ποτέ όμως κανονικά. Τώρα, με τη μνημειώδη έκδοση της Εστίας στη μετάφραση της Μελίνας Παναγιωτίδου, αισθάνομαι ότι ήρθε η ώρα.

Καινούργια βιβλία των οποίων το θέμα ή ο συγγραφέας σε ελκύουν.

Θέλω πολύ να διαβάσω την Επιστροφή στη Ρενς του Ντιντιέ Εριμπόν για να δω γιατί επηρέασε τον Εντουάρ Λουί και για ποιο λόγο ενέπνευσε τον Τόμας Οστερμάγερ να το ανεβάσει στο θέατρο. Επίσης, τον Νιλς του Αλεξί Ραγκουνιό, καθώς διαδραματίζεται στον κόσμο του θεάτρου, αλλά και τα βιβλία του αγαπημένου μου Τζέιμς Μπόλντουιν. Κάποια δεν είχαν μεταφραστεί παλιότερα.

Βιβλία των οποίων ο συγγραφέας ή το θέμα δεν είναι νέα για σένα.

Τις παλιότερες δεκαετίες, τη μακρινή εκείνη εποχή που δεν υπήρχε το διαδίκτυο, είχαμε πολλές μονογραφίες για Έλληνες ηθοποιούς ή τραγουδιστές με στοιχειώδη γραφή. Τώρα όλες οι πληροφορίες και οι φωτογραφίες βρίσκονται εκεί έξω, οπότε δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για κάτι πρόχειρο. Χρειάζεται πολλή μελέτη και να έχεις να πεις κάτι ουσιαστικό για να γράψεις ένα τέτοιο βιβλίο.

Βιβλία των οποίων ο συγγραφέας ή το θέμα είναι εντελώς άγνωστα, τουλάχιστον για σένα.

Δεν έχω διαβάσει ποτέ βιβλία αυτοβοήθειας ή αυτοβελτίωσης, αλλά από την άλλη ποτέ δεν ξέρεις… Αυτό είναι και το γοητευτικό μέχρι την επόμενη ανάγνωση. Πάντα περιμένεις το καινούριο που θα σε ενθουσιάσει.

***

Στις εικόνες:

[1] Ένας αναγνώστης του Jean-Jacques Sempé 

[2] Έργο του Antonello Silverini

[3] Το πορτρέτο του Τζέιμς Τζόις από τον Alan Clarke

[4]  O Λουκής Λάρας εικονογραφημένος από τον Θεόδωρο Ράλλη

[5] Η πρώτη έκδοση του Ζοφερού οίκου

[6] Οι Εραστές του Egon Schiele

[7] O Προυστ με το μπισκοτάκι του από τον Antonello Silverini

[8] Έργο του Rοnald Searle για τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Ντίκενς.


Παρασκευή, 16 Οκτωβρίου 2020

Το "Μυστήριο της Παρασκευής" και oι κυρίες του Ray Caesar

Δεν ξέρω αν το θυμάστε, αλλά πριν από τριάντα χρόνια περίπου παιζόταν στην τηλεόραση μια εκπληκτική σειρά, που καθήλωνε αρκετούς από μας στους καναπέδες κάθε Παρασκευή απόγευμα. Ήταν το "Μυστήριο της Παρασκευής". Δύο νέα παιδιά, ένα αγόρι και μια κοπέλα που θύμιζε την Τζίνα Ντέιβις στα νιάτα της είχαν κληρονομήσει ένα μαγαζάκι, κάτι σαν παλιά αντικερί, γεμάτο μαγικά παιχνίδια. Ο παλιός ιδιοκτήτης του καταστήματος είχε κάνει συμφωνία με τον διάβολο και πουλούσε καταραμένα αντικείμενα με αντάλλαγμα την αθανασία. Δεν ξέρω τι έγινε, αλλά ο κύριος έσπασε τη συμφωνία και αποδήμησε εις Κύριον. Τέλος πάντων, σε κάθε επεισόδιο οι δυο νέοι προσπαθούν να φέρουν στην αντικερί τους ένα αντικείμενο, πίσω από το οποίο κρύβονται σκοτεινές ιστορίες. 

Ο εορτασμός του Χαλοουίν μού έφερε στο μυαλό αυτό το παλιό ατμοσφαιρικό σίριαλ, τη μουσική των τίτλων του, την καταιγίδα που επανερχόταν ως υπόκρουση, το σκοτεινό σκηνικό. Κι αναρωτιόμουν με τι εικόνες θα μπορούσαμε να φιλοτεχνήσουμε ένα τέτοιου είδους βιβλίο, που δεν θα είναι καθόλου παιδικό, αν και εικονογραφημένο. Ποιοι καλλιτέχνες αποδίδουν με τα έργα τους αυτή την απόλυτα σουρεαλιστική και μαγική ατμόσφαιρα, που άλλοτε είναι ανησυχητικά ελκυστική και άλλοτε απωθητικά τρομακτική; Ποιοι είναι εκείνοι που συνδυάζουν καλύτερα τη γοητεία με τον τρόμο;


Κάπως έτσι, μακριά από τις χαριτωμένες αδειανές κολοκύθες, θυμήθηκα τις γυναίκες του Ray Caesar. Αυτά τα κορίτσια που στέκονται ασάλευτα μπροστά σε μυστήρια αντικείμενα: ρολόγια, καθρέφτες, γραφομηχανές, υδρογείους, παλιά μουσικά όργανα.

Ο Caesar είναι μια μοναδική περίπτωση καλλιτέχνη. Τα έργα του αποτελούν τρομακτικά κομψοτεχνήματα, τοποθετημένα σε βικτωριανά σκηνικά. Θηλυκά πλάσματα, εκτυφλωτικά λαμπερά, στην πραγματικότητα χωρίς φύλο και ηλικία,  φωτίζουν ένα μάλλον σκοτεινό φόντο, στο οποίο απλώνουν με διάφορους τρόπους τα πλοκάμια τους. 

Mε τη ζωγραφική του καταργεί το σύνορο ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, στο θελκτικό και το νοσηρό, το συνειδητό και το ασυνείδητο, το οικείο και το ανοίκειο. Ακροβατεί με εντυπωσιακή ισορροπία σ' αυτή τη λεπτή κλωστή, γιατί μόνο εκεί και μόνο έτσι μπορεί να θεραπευτεί η ψυχή από την τέχνη. 

Τραυματισμένη ψυχή και ο ίδιος, έχασε την μητέρα και την αδερφή του από καρκίνο σε πολύ νεαρή ηλικία, και αργότερα δίδαξε την τέχνη του σε πτέρυγες νοσοκομείων για παιδιά με ανίατες ή σχεδόν ανίατες ασθένειες. Ακόμη και σήμερα που δεν εργάζεται σε τέτοιους χώρους, σκέφτεται την τέχνη ως έναν τρόπο θεραπείας που απαλλάσσει τον άνθρωπο από στερεότυπα και τον μεταφέρει σε εκείνο τον χώρο όπου οι διαστάσεις του κόσμου αλλάζουν και ο άνθρωπος ξεφορτώνεται το βάρος, το φύλο, την ταυτότητα. Υπνοβάτης της νύχτας, ακροβάτης της μέρας, ζωγραφίζει πλάσματα αθώα και απόλυτα σαρκοβόρα. 

Τώρα που το καλοκαίρι τελειώνει και η φύση θα πάψει να καρποφορεί, λαοί όλου του κόσμου προσπαθούν γιορτάζοντας να συμφιλιωθούν με τον θάνατο, να καλωσορίσουν τη μαγεία, να ξορκίσουν τον φόβο για το ανεξήγητο, να διασκεδάσουν το σκοτάδι του χειμώνα που έρχεται. 


Αν υπάρχει κάτι που μπορεί, σε κάθε εποχή και ώρα να διασκεδάσει το σκοτάδι μέσα μας, αυτό είναι σίγουρα η τέχνη. 


***

Δύο όμορφα αφιερώματα στον Ray Caesar εδώ και εδώ


Πέμπτη, 15 Οκτωβρίου 2020

Ήρωες, αντιήρωες και ψαράκια στη γυάλα

Giulia Pintus

Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το 'τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν' αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δεν γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν' ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ-φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν' αλλάξει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.[1] 

Μου αρέσει πολύ να παρατηρώ τo πρόσωπο του ανθρώπου, υπαρκτού και μη. Νομίζω πως αγάπησα ανθρώπους που ποτέ μου δεν γνώρισα μόνο από το πρόσωπό τους. Κι όχι επειδή ήταν "όμορφο" αν υποθέσουμε πως υπάρχει αυτό το πράγμα, η ομορφιά. 

Για παράδειγμα, αγάπησα τον Μίμη Σουλιώτη για το μουστάκι και το τρυφερά πονηρό χαμόγελό του (σαν να αστειευόταν στα πολύ σοβαρά). Ύστερα διάβασα όλα του τα ποιήματα. Μιαν άλλη φορά, είδα σε λογοτεχνικό περιοδικό τον Νίκο Χουλιαρά να λοξοκοιτάζει το φακό και αναζήτησα τα βιβλία του, έτσι, για να ανακαλύψω τις σκέψεις πίσω από αυτό το βλέμμα.

Το ίδιο και κάθε φορά που ξετρυπώνω μια νέα εικονογράφο. Αφού ρίξω μια ματιά στο έργο της, αρχίζω κι αναζητώ πρόσωπα· την έκφραση, το συναίσθημα που αποτυπώνεται σε μια μπαλίτσα που πολλές φορές μοιάζει να μην έχει καθόλου χαρακτηριστικά. 

Giulia Pintus

Στην Ιταλίδα Giulia Pintus, βρήκα τον κύριο με τη φρατζόλα υπό μάλης. Εκείνον τον ανθρωπάκο που άλλοτε με ένα καρπούζι και άλλοτε με μια φρατζόλα ψωμί, περνούσε ξυστά πλάι από την Ιστορία, χωρίς να θέλει να αποτελέσει μέρος της. Τον ήρωα από το "Ψαράκι της γυάλας" του Μάριου Χάκκα. Υπάρχει κανείς μας που να μην του μοιάζει; Που να μην έχει αναπολήσει το παρελθόν ξαπλωμένος σε μια σεζλόνγκ; Που να μην έχει αποφύγει μια ηθική υποχρέωση με το πρόσχημα πως θα μείνει νηστική η γατούλα του; Ποιος θα ρίξει πρώτος τον λίθο στον άνθρωπο που αγόρασε με δάνειο ένα διαμέρισμα κι απ' όταν έγινε δικό του αισθάνθηκε πως πρώτο τώρα έρχεται το σπιτικό του; Έτσι κι ο χοντρούλης της εικόνας. "Αφού πέρασε μισή ζωή στις φυλακές, αγόρασε κι αυτός ένα σπιτάκι με βεράντα". 

«Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν' αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ' άλλα τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.[2] 

Δεν ξέρω αν ο Χάκκας δικαιολογεί τον ήρωά του. Μάλλον όχι. Ο Χουλιαράς δικαιολογεί τον δικό του αφηγητή που την ημέρα που ο κόσμος καίγεται έξω από το Πολυτεχνείο εκείνος θέλει να γυρίσει σπίτι του και να μην κάνει τίποτα;

Γιατί οι θυσίες γίνονται από τους λίγους και οι γιορτές απ' τους πολλούς. Γιαυτό κιόλας, εγώ, κάθε χρόνο τέτοια μέρα, νιώθω κάτι σα ντροπή, και δε μου ΄ρχεται να πάω σ' αυτή τη πορεία, γιατί το βράδυ εκείνο, που φώναζαν τα παιδιά απ' το Πολυτεχνείο, δεν τα κατάφερα να κάνω τίποτα. Μονάχα το στομάχι μου πόναγε και μου 'ρχονταν να κάνω εμετό. Κι ύστερα, δεν μπορούσα άλλο, και βγήκα απ' το σπίτι. Πήρα το δρόμο και κατέβαινα για το Πολυτεχνείο, αλλά στα μισά έψαξα στις τσέπες, κι είδα ότι δεν είχα πάρει μαζί μου την ταυτότητα. Αρχίνησα τότε κι αναρωτιόμουν: ποιος είμαι, σκέφτηκα, και πού πάω; Σαν τι μπορώ να κάνω εγώ αυτή την ώρα; Δεν έχω απάνω μου και την ταυτότητα!.. Και πού πάω, είπα, χωρίς ταυτότητα, μέσα σ' αυτή τη κόλαση; [...] Τίποτα άλλο δεν κατάφερα να κάνω, γιαυτό και λέω, πως είναι αστείο να γιορτάζω τώρα, μαζί με άλλο ένα εκατομμύριο ανθρώπους, το ότι δεν έκανα, το βράδι εκείνο, τίποτα![3] 

Βλέπω τώρα ξανά και ξανά στο έργο της Giulia αυτόν τον συμπαθητικό κύριο να αγκαλιάζει το ψαράκι του, να κοιμάται στο σπιτάκι που με κόπο απέκτησε, με την μπαλκονόπορτα να βγάζει στη βεράντα με τις φερ-φορζέ, και λέω πως μου είναι οικείος. Πόσο συνένοχοι είμαστε σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας το ξέρει ο καθένας για τον εαυτό του. Ένα όμως είναι σίγουρο. Όσο ήσυχη κι αν έχουμε τη συνείδησή μας, κάθε βράδυ κοιμόμαστε με τα ψέματα που λέμε στον εαυτό μας. 

***

[1], [2] Μάριος Χάκκας, "Το ψαράκι της γυάλας", Άπαντα, Κέδρος, Αθήνα 1986.
[3] Νίκος Χουλιαράς, Ζωή, την άλλη φορά, Νεφέλη, ΑΘήνα 1985. 

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2020

Αντίο, Quino


Όταν ξεκίνησα τη δευτέρα δημοτικού, λίγο πάνω από έξι χρονών, άρχισα αγγλικά στα φροντιστήρια Ζέππου. Ήμουν πολύ μικρή και η μαμά μου ήθελε να γραφτώ σε κάποια τάξη που θα μαθαίναμε τραγουδάκια και θα διασκεδάζαμε, αλλά δεν υπήρχε τέτοιο τμήμα και πήγα κανονικά στην πρώτη προκαταρκτική, πράγμα που δεν μου άρεσε καθόλου. Δεν με ενοχλούσε τόσο ο ίδιος ο κύριος Ζέππος, όσο το γεγονός ότι δύο φορές την εβδομάδα θα έπρεπε νωρίς το απόγευμα να σταματήσω το παιχνίδι, να αφήσω το παιδικό μας δωμάτιο, να βάλω παπούτσια, να ξαναφορτωθώ την άσχημη τσάντα μου και να πάω σε ένα μέρος γεμάτο αγνώστους, που δεν με αγαπούν και μου λένε να διαβάζω. Ήταν η πρώτη εξωσχολική μου υποχρέωση. 


Η μαμά μου μου αγόρασε τα βιβλία των αγγλικών και ένα μικρό τετράδιο για τις ασκήσεις μου. Ήταν ροζ με μπλε και στην άκρη του είχε ένα κοντό κοριτσάκι με φουντωτό μαλλί σαν το δικό μου και φιόγκο, που έλεγε από μέσα του "Συγχαρητήρια στους αισιόδοξους". Δεν ξέρω αν με επηρέασε αλλά, παρότι μικρή, κατάλαβα την ειρωνεία της και πήγα κι εγώ απαισιόδοξη στα αγγλικά. Ο κύριος Ζέππος όταν είδε το τετράδιο, μου χαμογέλασε συνωμοτικά. Ποιος ξέρει, μπορεί να ήταν κι αυτός απαισιόδοξος. Τελικά η επιχείρησή του έκλεισε, ίσως από την απαισιοδοξία του. 

Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Το θέμα είναι το κοριτσάκι του τετραδίου που ερχόταν μαζί μου στα αγγλικά. Κάθε φορά που το έβγαζα από την τσάντα μου, έβλεπα τη στραβωμένη του φάτσα, τη συνδύαζα και με τον κύριο Ζέππο που ένιωθα πως είναι κι αυτός εκεί με το ζόρι και κάπως έτσι, με τη σκέψη πως όλοι ζοριζόμαστε, πέρασε η χρονιά παρήγορα. 

Αργότερα, όλο και κάπου συναντούσα τη μικρή του τετραδίου. Σε κόμικς, σε σχολικά βιβλία και παιδικά περιοδικά ποικίλης ύλης. Ήταν η Μαφάλντα. Έπρεπε, όμως, να φτάσω σχεδόν στην εφηβεία για να διαβάσω όλη την περιπέτεια της παιδικής της ζωής. Φοιτήτρια πια, όταν δούλεψα σε βιβλιοπωλείο, ξανάπιασα ένα ένα όλα εκείνα τα τευχάκια με τις ιστορίες της.

Φαντάζομαι πως πολλά ξύπνια κοριτσάκια που αγάπησαν τους Beatles και λυπήθηκαν τη μαμά τους, που λάτρεψαν το διάβασμα και την ενημέρωση, που θέλησαν έστω και για λίγο να σώσουν τον κόσμο από την αδικία, που ονειρεύτηκαν μια καλύτερη κοινωνία, ή έστω σιχάθηκαν τη σούπα, αγάπησαν τη Μαφάλντα. 


Μου αρέσει πολύ να σκέφτομαι πως η Μαφάλντα υπήρξε το alter ego του δημιουργού της. Μου αρέσει να σκέφτομαι πως υπήρχε ένας άνθρωπος που μπορούσε να γίνει αιχμηρός, χωρίς ποτέ να ξεχνά πως οι μεγαλύτερες αρετές του ανθρώπου είναι η τρυφερότητα κι η καλοσύνη. Ο Quino χρησιμοποίησε ένα από τα ισχυρότερα όπλα που διαθέτουν οι άνθρωποι, το χιούμορ, με τρόπο μοναδικό. Σκαρφίστηκε μια μικρή αγωνίστρια που με παιδική αφέλεια θέτει ερωτήματα που αιφνιδιάζουν, και συχνά ξεμπροστιάζουν, τον ενήλικα αναγνώστη. 


Η Μαφάλντα γέμιζε την υδρόγειο σφαίρα με επιδέσμους για να την γιατρέψει, τα φύλαγε στο κρυφτό και δεν ξεμύτιζε μέχρι να γίνει ο κόσμος καλύτερος, έπαιρνε το ξεσκονόπανο για να καθαρίσει τις χώρες από τις κακές τους κυβερνήσεις, ρωτούσε τη μαμά της τι θα κάνει όταν αρχίσει να ζει.


Πριν λίγες μέρες ο Quino πέθανε. "Όλοι οι καλοί άνθρωποι στη χώρα και στον κόσμο θα τον θρηνήσουν", έγραψε ο εκδότης του. Τον φαντάζομαι με τα χέρια πλεγμένα πίσω από τη μέση να αποχωρεί χαμογελαστός. Ο Ricardo Siri, Αργεντινός σκιτσογράφος γνωστός και ως Liniers, ανέβασε στον προσωπικό του λογαριασμό στο ίνσταγκραμ μια φωτογραφία όπου η δική του ηρωίδα, μια βέβαιη απόγονος της Μαφάλντας, η Ενρικέτα, αποχαιρετά τη Μαφάλντα και την ευχαριστεί. Και το ομορφότερο είναι ότι την ευχαριστεί κάθε μέρα με τον μοναδικό τρόπο που έχουμε να ευχαριστήσουμε τους παππούδες και τις γιαγιάδες μας για ό,τι έργο μας άφησαν. Συνεχίζοντάς το. 

***


Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2020

Βιβλία του καλοκαιριού

Οι φετινές ήταν όμορφες διακοπές. Βέβαια, όσο ομορφότερα κυλά το καλοκαίρι, τόσο πιο μακρινό φαίνεται όταν οι φθινοπωρινές υποχρεώσεις ξεκινούν. Τώρα λες κι έχουν περάσει χρόνια από το τελευταίο ηλιοβασίλεμα στο Παλιό Τρίκερι, το κολύμπι στα γαλαζοπράσινα νερά των Λειψών και τις βόλτες στα βράχια της Ικαρίας. Τα πράγματα δεν έχουν πάρει ακόμη τη φθινοπωρινή μορφή τους, το λέμε και αποκαλόκαιρο, αλλά το άγχος επανέρχεται και μόνο κάτι κλεφτά απογεύματα στη θάλασσα θυμίζουν καλοκαίρι. 

Να μην τα πολυλογούμε, ανάμεσα στα άλλα τον Σεπτέμβρη κάνουμε και τους απολογισμούς μας. Πόσα μέρη επισκεφτήκαμε, πόσους ανθρώπους αγαπήσαμε, πόσες θάλασσες κολυμπήσαμε, πόσα βιβλία διαβάσαμε. Φέτος, λοιπόν, οι διακοπές ξεκίνησαν με ένα μικρό "αφιέρωμα" σε έλληνες πεζογράφους. Μετά το εκπληκτικό Μαύρο Νερό, διάβασα και τη Θάλασσα του Μιχάλη Μακρόπουλου, που μου άρεσε εξίσου, αν και δεν με εξέπληξε τόσο όσο το προηγούμενο βιβλίο του. Λιωμένοι πάγοι, ερημωμένη γη, σεληνιακά τοπία και μνήμες ζωής. Μια λυρική απεικόνιση του τέλους. 

Το διήγημα είναι ένα είδος στο οποίο διαπρέπουν νέοι λογοτέχνες και μεταξύ άλλων ξεχώρισα τη Μοναξιά των σκύλων του Πάνου Τσίρου και το Πρώτα ο Θεός του Κώστα Βραχνού. Ελάχιστος χρόνος για να διαβάσεις μια ιστορία, αρκετός για να τη σκεφτείς. Κρατάς το βιβλίο πολύ ώρα στα χέρια σου, την περισσότερη αφαιρείσαι ή επιστρέφεις σε σκέψεις, πολύ λιγότερη διατρέχεις με το βλέμμα σου τις αράδες. Μπορεί να είναι και αυτό ένα χαρακτηριστικό της καλής λογοτεχνίας. 

Το Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο του Γουίλιαμ Μάξουελ ήταν ένα σημαντικό βιβλίο. Σημαντικό για την απλότητά του,  γιατί υπενθυμίζει στον αναγνώστη πόσο μεγάλος μπορεί να είναι ένας χαμηλόφωνος συγγραφέας, πόσο δυνατή μπορεί να υπάρξει μια ψιθυριστή αφηγηματική φωνή. Δύο παιδιά χάνουν για πάντα την ευτυχία, χωρίς να φταίνε. Οι ιστορίες τους συναντιούνται για λίγες μέρες που δεν συμβαίνει τίποτα συναρπαστικό, αλλά η ζωή τους αλλάζει συθέμελα. 


Εντελώς διαφορετικό σε εποχή και ύφος ήταν το Κορίτσι, γυναίκα, άλλο, της Μπερναρντίν Εβαρίστο. Καταγγελτικό και αστείο, μοντέρνο στη γραφή και κλασικό σε αξία, με έκανε και κατέβασα μονορούφι καμιά εξακοσαριά σελίδες στην Ικαρία -ένα νησί όπου σπανίως διαβάζω. Αν ο Μπόλντουιν είχε κόρη, θα γινόταν συγγραφέας και θα ήταν η Εβαρίστο. Ήρθε για να μιλήσει με  φρέσκο και διαφορετικό τρόπο για τον ρατσισμό, για το φύλο και το άφυλο, για την τέχνη, την οικογένεια, τη γυναίκα, τον άνδρα, το τι σημαίνει να είσαι έγχρωμη σε μια ευρωπαϊκή μεγαλούπολη. 

Η Πεταλούδα του Μπους ήταν κοσμηματάκι. Το κυνήγι της πεταλούδας παρασύρει τον πρωταγωνιστή σε μια περιπλάνηση που του χαρίζει την πιο γεμάτη γεύση ζωής. Ένα ταξίδι ενηλικίωσης, μια διαδρομή από την αθωότητα στη γνώση με μοχλό την απάτη. Μια ιστορία αναζήτησης του ιδανικού, μια ιστορία νόστου. Τραγική και κωμική, ρομαντική και γκροτέσκα. 


Ένα μοναστήρι στην καρδιά του Παγασητικού είναι το ιδανικό σημείο για να συνειδητοποιήσεις πως Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο. Πώς καταλήγει ένας άνθρωπος στη φυλακή; Πώς αγγίζει κανείς τα όρια της ανοχής, της υπομονής, της καλοσύνης; Πόσο σκοτεινοί είναι οι δρόμοι που διανύουμε όταν μοναδικός μας οδηγός είναι οι αναμνήσεις; Ένας άνθρωπος πρέπει να έχει αποκτήσει τα πάντα για να τα χάσει; Ο Πολ είναι το παιδί για όλες τις δουλειές. Όλοι τον αγαπούν. Έχει τα πάντα και χάνει τα πάντα. Είναι ένας καλός άνθρωπος. Είναι πολύ καλός, αλλά θα καταλήξει κρατούμενος. Αυτό του αναλογούσε. Έτσι πάει στο μυθιστόρημα του Ζαν Πωλ Ντυμπουά, έτσι πάει και στη ζωή.

Η ποίηση αποτελεί πάντοτε καταφύγιο. Η συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Γιάννη Κοντού ήταν μια ευκαιρία να θυμηθώ πόσο έχω αγαπήσει αυτόν τον σπουδαίο ποιητή. Ευχάριστη έκπληξη ήταν και ο Καναδός Άλντεν Νόουλαν, ποιήματα του οποίου κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Loggia με τον τίτλο Χαίρομαι που είμαι εδώ, μετάφραση και επίμετρο του Γιάννη Παλαβού. Ο Νόουλαν με τον κουβεντιαστό του τόνο, την παιδική απορία ή την φαινομενική  αφέλεια, στοχάζεται πάνω στη μοναξιά, τον φόβο και τον θάνατο με  τον ενθουσιασμό ενός χειρώνακτα για την τέχνη, ενός βιοπαλαιστή για το θαύμα της ζωής. 


Τέλος, πολύ μακριά από τη θέρμη της καλοκαιρινής ραστώνης με ταξίδεψε ο Ταμιευτήρας 13 του Τζον ΜακΓκρέγκορ. Μια μυθιστορηματική πραγματεία στο θέμα του χρόνου, μια σπουδή στην παρατήρηση, στους κύκλους και τις εναλλαγές της φύσης, μια κατάδυση στον μικρόκοσμο του χωριού,  όπου ένα συγκλονιστικό γεγονός, όπως η εξαφάνιση του 13χρονου κοριτσιού, δεν έχει την παραμικρή δύναμη να κάνει τη ζωή να σταματήσει. 

***

[1] Wilhelm Busch, Η πεταλούδα (μτφρ. Γιάννης Κοίλης), Κίχλη, Αθήνα 2019.

[2] Ζαν Πωλ Ντυμπουά, Δεν κατοικούν όλοι οι άνθρωποι τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο (μτφρ. Μαρία Γαβαλά), Δώμα, Αθήνα 2019

[3] Bernardine Evaristo, Κορίτσι, γυναίκα, άλλο (μτφρ. Ρένα Χατχούτ), Gutenberg, Αθήνα 2020 

[4] William Maxwell, Αντίο τώρα, τα λέμε αύριο (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς), Gutenberg, Αθήνα 2020. 

[5] Jon McGregor, Ταμιευτήρας 13 (μτφρ. Αλέξης Καλοφωλιάς), Άγρα, Αθήνα 2020. 

[6] Άλντεν Νόουλαν, Χαίρομαι που είμαι εδώ (μτφρ. Γιάννης Παλαβός), Loggia, Αθήνα 2020.

[7] Κώστας Βραχνός, Πρώτα ο Θεός, Νεφέλη, Αθήνα 2017. 

[8] Γιάννης Κοντός, Τα ποιήματα (1970-2010), Τόπος, Αθήνα 2013. 

[9] Μιχάλης Μακρόπουλος, Η θάλασσα, Κίχλη, Αθήνα 2020.

[10] Πάνος Τσίρος, Η μοναξιά των σκύλων, Νεφέλη, Αθήνα 2019.


Τρίτη, 22 Σεπτεμβρίου 2020

Kate Greenaway: Λόλα, να μια μηλόπιτα

Πού μπορεί να φτάσει κανείς για μια μηλόπιτα;

Μπορεί να τη δαγκώσει...


Μπορεί να την κόψει...


Μπορεί να τη μοιράσει...

Μπορεί να τη φάει μόνος...


Μπορεί να αγωνιστεί για να την αποκτήσει...


Και έτσι να γίνει δική του...


Να την κρατήσει για πάρτη του...


Ἠ να διαγωνιστεί στο άλμα για χάρη της...


Ακόμη και να πέσει γονυπετής ζητώντας τη...


Μπορεί να ανυπομονεί για κείνη...


Και τελικά να θρηνήσει αν τη χάσει...


Μπορεί να υποκλιθεί μπροστά της...


Και επιτέλους να την κόψει...


Να κοιτάξει το φρουτένιο της σώμα...


Να τη σταυρώσει...


Να την κυνηγήσει...


Να τραγουδήσει για εκείνη...


Να την πάρει και να φύγει...


Ή να δώσει από ένα μεγάλο κομμάτι στους φίλους του κι ύστερα όλοι τους να πάνε χορτάτοι για ύπνο. 


***

[1] Οι εικόνες είναι από το βιβλίο της Kate Greenaway Α Apple pie