Παρασκευή, 24 Μαΐου 2019

Ιαπωνία - Μέρος 4ο: Yayoi Kusama


Δεν υπάρχει τίποτα που να μην έχει δοκιμάσει η μοναδική Yayoi Kusama. Κατά καιρούς έχει πειραματιστεί στη ζωγραφική, την εικονογράφηση, κάθε είδους installation, ακόμα και στη μόδα, τον κινηματογράφο, την ποίηση. Η Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα σήμερα πλησιάζει τα ενενήντα και παραμένει αποκαλυπτική και μοντέρνα. 



Η Κουσάμα γεννήθηκε το 1929 σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ιαπωνίας και σπούδασε Καλές Τέχνες στο Κιότο. Στα τέλη της δεκαετίας του '50 μετακόμισε στη Νέα Υόρκη, εντάχθηκε στην αμερικανική αβάν γκαρντ και αργότερα στο κίνημα της ποπ αρτ, ενώ υποστήριξε με πολλούς τρόπους τους χίπις. Στα διάφορα χάπενινγκς που οργάνωνε στο Γουντστοκ και αλλού, έκαναν την εμφάνισή της οι πολυαγαπημένες της βούλες, που κατέληξαν να αποτελούν το σήμα κατατεθέν της μέχρι και σήμερα. 



Στο έργο της διακρίνονται επιρροές από τον σουρεαλισμό, τον ιμπρεσιονισμό, τον εξπρεσιονισμό, την ποπ αρτ, αναφορές στον μινιμαλισμό και τον φεμινισμό -μάλλον λογικό για μια κοπέλα που για χρόνια κακοποιούνταν από την ίδια της τη μητέρα. Προκειμένου να απελευθερωθεί από τα οικογενειακά δεσμά, η νεαρή Κουσάμα δέχτηκε να ράβει αλεξίπτωτα για τον γιαπωνέζικο στρατό κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ αργότερα υπήρξε φανατική υποστηρίκτρια του κινήματος ειρήνης. Οι νεανικοί της πειραματισμοί πέρασαν από πολλά στάδια.



Η ίδια έχει αποκαλύψει πως ποτέ δεν σταματούσε για διάλειμμα κατά τη διάρκεια της δημιουργίας ενός έργου. Ξεκινούσε από μια γωνιά και μπορούσε να μείνει ξύπνια μέρες και νύχτες μέχρι να τελειώσει την επιφάνεια που ήθελε να ζωγραφίσει. Όταν ήταν μικρή,  η μητέρα της έσκιζε εξοργισμένη κάθε της δημιούργημα και εκεί απέδιδε τη μανία με την οποία ήθελε να ολοκληρώσει ένα καλλιτέχνημά της προτού κάποιος της το αρπάξει απ' τα χέρια. 



Η ζωγραφική λειτούργησε για κείνη ως θεραπεία. Ήταν ένας τρόπος να ξεφύγει από μια μητέρα βίαια που την έβαζε να κατασκοπεύει όλα όσα έκανε ο πατέρας της με τις ερωμένες του (και την ξυλοφόρτωνε για τα καλά όταν της τα διηγούνταν). Τα παιδικά της τραύματα την οδήγησαν στην κατάθλιψη και τη σχιζοφρένεια και συχνά τα έργα της αποτελούσαν απόπειρες να αποτυπώσει στο χαρτί τις παραισθήσεις της. Μ' αυτό τον τρόπο τις αναγνώριζε ευκολότερα όταν την επισκέπτονταν, και ο φόβος πριν από κάθε παραληρηματικό επεισόδιο άρχισε σταδιακά να μειώνεται.



Η εμμονή της με τις βούλες ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 στην Ιαπωνία και συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 στις ΗΠΑ. Installations με κάτοπτρα δημιουργούσαν την καλειδοσκοπική αίσθηση ενός χώρου απόλυτα καλυμμένου με δίχρωμα πουά σε μια απόπειρα προσέγγισης του άπειρου. Κάποιες φορές τα πουά αντικαθιστούσαν φαλλικά σύμβολα που η Κουσάμα ζωγράφιζε στην προσπάθειά της να ξεπεράσει την αηδία της για το σεξ. 



Διαμαρτυρίες ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, γυμνές φωτογραφίσεις και περφόρμανς προκάλεσαν στην οικογένειά της αντιδράσεις, ντροπή και αποστροφή για το έργο της. Η Κουσάμα επιχείρησε πολλές φορές να αυτοκτονήσει και επέστρεψε στην πατρίδα της ψυχικά ασθενής για να νοσηλευτεί σε άσυλο. Αφοσιώθηκε στη λογοτεχνία, έγραψε σπαρακτικά σουρεαλιστικά διηγήματα, ποίηση και ένα αυτοβιογραφικό έργο. Σήμερα είναι η πιο διάσημη Γιαπωνέζα καλλιτέχνιδα, ενώ στο βιογραφικό της μπορεί κανείς να μετρήσει πάμπολλες πρωτιές. Τα τελευταία σαράντα χρόνια ζούσε οικειοθελώς σε ψυχιατρική κλινική. Ευτυχώς, η αγάπη της για την τέχνη την απομακρύνει από την ιδέα του θανάτου και την κρατά ζωντανή στην ψυχεδελική χώρα των θαυμάτων που δημιουργεί. Μια Γιαπωνέζα Αλίκη. Μικροσκοπική και τετραπέρατη. 



***

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2019

Μέση Αγγλία


Στις εννιά το βράδυ της Παρασκευής, 27 Ιουλίου 2012:
Η Σόφι και ο Ίαν ήταν καθισμένοι στον καναπέ του σπιτιού τους, παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην τηλεόραση. 
Ο Κόλιν Τρότερ ήταν μόνος στο σπίτι του στο Ρέντναλ, καθισμένος στην πολυθρόνα του, παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην τηλεόραση. 
Η Έλενα Κόλαν ήταν μόνη στο σπίτι της στο Κέρνελ Μάγκνα, καθισμένη στην πολυθρόνα της, παρακολουθώντας την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων στην τηλεόραση. 

Ο Τζόναθαν Κόου είναι από τους συγγραφείς που στην Ελλάδα έχουν τους ακολούθους τους. Κάποιοι από μας έχουμε διαβάσει όλα ή σχεδόν όλα του τα βιβλία. Εμένα το μόνο που μου ξέφυγε ήταν ο Κλειστός κύκλος, κι έτσι δεν είδα τους ήρωες της Λέσχης των τιποτένιων να ωριμάζουν. Τους ξανασυνάντησα, περίπου είκοσι χρόνια μετά, τακτοποιημένους μεσήλικες στη Μέση Αγγλία και τα πλούσια προάστια του Λονδίνου. 

Λένε πως ο τίτλος Μέση Αγγλία παραπέμπει στη Μέση γη του Τόλκιν, ο οποίος κατά πάσα πιθανότητα εμπνεύστηκε την περιοχή του ειδυλλιακού Σάιρ από το Μπέρμιγχαμ. Να πω την αλήθεια, με το που έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου ταύτισα τη Μέση Αγγλία με τη μέση ηλικία. Middle aged in middle England. Ίσως επειδή η "πολιτική ορθότητα", πάνω στην οποία προβληματίζεται ο συγγραφέας και οι ήρωές του σ' αυτό το μυθιστόρημα, αποτελεί χαρακτηριστικό της. 

Την τελευταία φορά που ο Κόου επισκέφτηκε την Ελλάδα, είχε δηλώσει στο κοινό πως θα απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις, αλλά δεν θα ήθελε να τοποθετηθεί για δύο πράγματα: τον Ντόναλντ Τραμπ και το Brexit. Τελικά μίλησε γι' αυτά μέσα από το τελευταίο μυθιστόρημά του. "Βλέπεις, οι Βρετανοί δεν πιστεύουν στην πρόοδο. Στα λόγια είναι μια χαρά, βέβαια, αλλά όταν έρχεται η ώρα της πράξης, δεν έχουν καμιά εμπιστοσύνη στη λέξη 'πρόοδος' -ούτε και στην ιδέα. Γιατί απειλεί το σύστημα που τους εξυπηρετεί τόσο καλά εδώ και μερικούς αιώνες", έγραφε ο Κόου στο Expo 58, και αναρωτιόμαστε σήμερα αν αυτή η αντίδραση στην πρόοδο ή την "πολιτική ορθότητα" τελικά οδήγησε μια, έστω οριακή, πλειοψηφία Βρετανών να ψηφίσουν την έξοδο της χώρας τους από την Ευρωπαϊκή Ένωση. 

Οι άνθρωποι που κάποτε κρατούσαν μια σπουδαία βρετανική παράδοση ζωντανή με τα κυνηγόσκυλά τους, δεν είναι πλέον ελεύθεροι να το κάνουν. Κι αν κάποιος από μας τολμήσει να διαμαρτυρηθεί γι' αυτό, τον αναγκάζουν να σωπάσει. Το τοπικό τηλεοπτικό δίκτυο μας αγνοεί ή μας αντιμετωπίζει με περιφρόνηση. Η εκλογική διαδικασία είναι απλώς χάσιμο χρόνου, εφόσον όλοι οι πολιτικοί συμφωνούν με τις ίδιες μοντέρνες απόψεις. 


Σατιρικός όπως πάντα, ο Κόου παρουσιάζει μια χώρα όπου αναβιώνουν αντιθέσεις και διαφωνίες που δεν είναι απλώς ταξικές. Οι Εργατικοί καμώνονται τους φιλόζωους και απαγορεύουν το κυνήγι της αλεπούς όχι γιατί ενδιαφέρονται για την ευημερία των ζώων, αλλά γιατί απεχθάνονται την ανώτερη τάξη. Η αποδοχή του βεγκανισμού, των ομοφυλοφιλικών σχέσεων, της προαγωγής μιας μουσουλμάνας (και αλλόθρησκη και γυναίκα) σε μια ανώτερη θέση που διεκδικεί ταυτόχρονα ένας Βρετανός συνάδελφός της, παρουσιάζονται ως μικρά στοιχεία καθημερινότητας που διχάζουν τους Βρετανούς. 

"Η μεσαία τάξη της Αγγλίας", είπε απευθυνόμενη ευθέως στον Κινέζο φιλοξενούμενο, "ψήφισε τον κύριο Κάμερον, γιατί δεν είχε καμία άλλη, αληθινή επιλογή. Η εναλλακτική ήταν αδιανόητη. Αλλά, αν μας δοθεί ποτέ η ευκαιρία να του πούμε τι πραγματικά πιστεύουμε γι' αυτόν, τότε, πιστέψτε με, θα την αδράξουμε". 

Ο Κόου, όπως ακριβώς έκανε και στη Λέσχη των τιποτένιων για τη δεκαετία του '70 ή στο Τι ωραίο πλιάτσικο! για τη δεκαετία του '80, σχολιάζει την επικαιρότητα και τον βαθύ πολιτικό διχασμό της εποχής μας. Ο αναγνώστης θα έχει να θυμάται τις σελίδες που αφιερώνονται στην τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2012 και τις αντιδράσεις που προκαλεί σε καθέναν από τους πρωταγωνιστές, την αναφορά στις πολιτικές αναταραχές και τη δολοφονία της Τζο Κοξ λίγο πριν από το δημοψήφισμα για το Brexit, την περιγραφή της καθίζησης της βρετανικής αυτοκινητοβιομηχανίας, τον ανάλγητο πόλεμο, τη λασπολογία και το τρολάρισμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -που εύστοχα θίγονται και στον Αριθμό 11

Δεν λέω... εννοώ, το ξέρω ότι φτιάχναμε χάλια αυτοκίνητα. Το ξέρω πως οι Γερμανοί και οι Ιάπωνες κατασκευάζουν καλύτερα αυτοκίνητα από όσο φτιάχναμε εμείς ποτέ. Δεν ξεμωράθηκα. Τα καταλαβαίνω όλα αυτά. Καταλαβαίνω γιατί οι άνθρωποι προτιμούν να αγοράσουν ένα αυτοκίνητο από την Ιαπωνία, που δεν πρόκειται να χαλάσει μετά από δύο χρόνια, όπως συνέβαινε με τα δικά μας. Όμως, αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι... Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι πού θα τελειώσει αυτό; Πώς μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι; Δεν φτιάχνουμε τίποτα πια. 

Διάβασα το βιβλίο στην Αγγλία, ακούγοντας αρκετές φορές τις νοσταλγικές παλιομοδίτικες μουσικές της Shirley Collins και συνθέτοντας μ' αυτό τον τρόπο ένα ιδιαίτερο σύμπαν ήχων και εικόνων στο σάουντρακ της ανάγνωσης. Όπως κάθε φορά, περισσότερο με συγκίνησε η τρυφερότητα με την οποία ο Κόου συμπαρίσταται στα αδιέξοδα των ηρώων του, το χιούμορ και η σατιρική διάθεση με την οποία αντιμετωπίζει τα λάθη τους, η αναζήτηση αυτού του ψυχογεωγραφικού φαινομένου που οι ήρωές του ονομάζουν "βρετανικότητα" -άλλοι την ταυτίζουν με τις ένδοξες εποχές της βρετανικής βιομηχανίας και άλλοι με την αχυρένια οροφή μιας τοπικής παμπ, τον κόκκινο τηλεφωνικό θάλαμο, το κρίκετ, τους Μόντι Πάιθον, ένα hot toddy. Νοσταλγοί μιας γαλήνης που δεν έζησαν ποτέ, οι ήρωες συν-κλονίζονται από την πολιτική ορθότητα, ενίοτε γίνονται θύματά της, και καταφεύγουν στον ρατσισμό και την ξενοφοβία προδίδοντας τους ανθρώπους από τους οποίους εξαρτάται η ίδια τους η φροντίδα. Κι αυτοί δεν είναι ποτέ Βρετανοί. Το 2017 η Βρετανία ψήφισε και ύστερα επέστρεψε στις καθημερινές της ασχολίες πιστεύοντας πως δεν έχει τίποτα να χάσει. Μένει να δούμε κατά πόσο θα διαψευστεί.


***

Τζόναθαν Κόου, Μέση Αγγλία (μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη), Πόλις, Αθήνα 2019. 

Δευτέρα, 6 Μαΐου 2019

Εξώφυλλα #25: Charles van Sandwyk


Ο Charles van Sanwyk γεννήθηκε στο Γιοχάνεσμπουργκ το 1966, αλλά σε νεαρή ηλικία μετακόμισε με τους γονείς του στον Καναδά όπου και έζησε (και ζει ακόμη) το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Σπούδασε γραφιστική και ασχολείται επαγγελματικά με τη συγγραφή και την εικονογράφηση βιβλίων. 

























Παρόλο που είναι σχετικά νέος, ακολουθεί παλιές τεχνοτροπίες που τις διδάχθηκε από τα παιδικά εικονογραφημένα βιβλία του πατέρα του, τις εικόνες και τα χαρακτικά που θυμάται από την παιδική του ηλικία. Όταν αντικρίζει κανείς τα βιβλία του, έχει την εντύπωση πως πρόκειται για πρωτότυπα του 19ου αιώνα, ενώ  άρχισαν να κυκλοφορούν στις αρχές της δεκαετίας του 1990. 



Το 1986 αποφοίτησε από τη σχολή γραφιστικής και έκανε ένα μεγάλο ταξίδι στον Ειρηνικό ωκεανό καταλήγοντας στα νησιά Φίτζι. Αγάπησε τόσο πολύ τον τόπο και τους κατοίκους, που ακόμη και σήμερα περνά εκεί ένα αρκετά μεγάλο μέρος του χρόνου. Στην πραγματικότητα, μοιράζει τη ζωή του ανάμεσα στον Καναδά και τα εξωτικά Φίτζι. 

























Το πρώτο του βιβλίο ήταν το Strange birds, που εκδόθηκε από τον ίδιο το 1991. Ακολούθησαν τα Parade to paradise, How to see fairies, Bird and bea band, και το A selection of neighborly birds, μια εκπληκτική συλλογή από χαρακτικά που τυπώθηκαν σε παλιό πιεστήριο. 


Η Εθνική Βιβλιοθήκη του Καναδά διατηρεί αρχείο με όλα τα έργα του Charles van Sandwyk, ενώ έχει αγοράσει τα πρωτότυπα χαρακτικά της συλλογής του με τίτλο Parade to paradise. 

























Άλλα βιβλία του που έκαναν επιτυχία στην Αμερική ήταν τα Animal wisdom, Affairs of the heart, Mr Rabbit's symphony of nature, Canadian content και Fairy market. Στα εξώφυλλά του είναι εμφανής η αγάπη για τη φύση και τα ζώα, στα πορτρέτα των οποίων μπορεί ο αναγνώστης να διακρίνει τη σοφία της κουκουβάγιας, την ταχύτητα του λαγού και τη μαγεία όλων των εξωτικών φτερωτών όντων. 


Κάθε βιβλίο του Charles van Sandwyk αποτελεί μια μοναδική συνάντηση όπου παντρεύονται αριστουργηματικά τόσες πολλές τέχνες: η βιβλιοδεσία, η ζωγραφική, η χαρακτική, η καλλιγραφία, η ποίηση. 

***

[1] Πληροφορίες για τον καλλιτέχνη μπορείτε να βρείτε εδώ.
[2] Ο Charles επί το έργον εδώ

Κυριακή, 5 Μαΐου 2019

Χαμένοι στη μετάφραση


Λοιπόν, για πείτε μου, με το χέρι στην καρδιά, σας έχει ποτέ αποκαλέσει κανείς "διαβολικό μαλακιστήρι";  Μήπως σας έχει ευχαριστήσει ποτέ κανείς για "όλο το σεξ"; Όταν δεν είστε και πολύ καλοί ή καλές σε κάτι, αλλά πού και πού τα καταφέρνετε, λέτε πως "έχετε τις στιγμές σας"; Όχι, ε; Ας ξαναπροπαθήσω. Όταν κάτι σας αιφνιδιάζει, αναρωτιέστε "τι το γαμημένο έγινε"; Αν ζούσατε στην Αμερική του Μεσοπολέμου, "θα αφήνατε το ουίσκι ελεύθερο";



Το ξέρετε πως σε γνωστό (και πολύ καλό) λογοτεχνικό βιβλίο αμερικανού συγγραφέα τα "Buffalo Gals" μεταφράστηκαν σε "κορίτσια των βουβαλιών"; Γιατί, Παναγίτσα μου; Δεν ξέρω πώς πρέπει να αποκαλέσουμε τις χορεύτριες των μπαρ και χαμαιτυπείων του Μπάφαλο, αλλά πάντως ούτε βουβάλες ήταν, ούτε κορίτσια των βουβαλιών. Είναι σίγουρο πως δεν υπήρχαν βουβάλια στα μπαρ του Μπάφαλο. 



Έχετε παρατηρήσει πως η φράση "στο τέλος της ημέρας" από κει που σήμαινε "το βραδάκι", "μετά το απόγευμα", "μετά το τέλος της δουλειάς", ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων, τώρα σημαίνει κάτι σαν το "στο κάτω κάτω της γραφής"; Το λέει και ο πρωθυπουργός μας.  Το έχουμε σχεδόν συνηθίσει, όπως συνηθίσαμε και το ρήμα "επικοινωνώ" να γίνεται αίφνης μεταβατικό, και τώρα οι υποψήφιοι των εκλογών μάς επικοινωνούν τα μηνύματά τους. 



Δεν είναι καινούργια όλα αυτά. Μόνο που τελευταία τα "διαμαντάκια" της μετάφρασης έχουν αρχίζει να επηρεάζουν αισθητά τον τρόπο που μιλάμε. Ίσως και τον τρόπο που σκεφτόμαστε. Ήταν που ήταν δύσκολο να συνεννοηθείς με τους ανθρώπους, αν αρχίσουν να μιλούν σε μεταφρασμένα ελληνικά, καήκαμε. 

Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν γνωρίζουμε τη γλώσσα από την οποία μεταφράζουμε, αλλά ότι δεν έχουμε αίσθηση της ροής, τη μουσικότητας, και της λειτουργίας μπορώ να πω, της μητρικής μας. Διότι πώς αλλιώς είναι δυνατό να εξηγήσουμε φράσεις όπως: "ακατάλληλος καθώς ήταν λόγω του χαρακτήρα του να δουλεύει από την Ανατολή ως τη Δύση του ηλίου", που συνάντησα πρόσφατα σε ένα μεταφρασμένο βιβλίο μαζί με κάμποσες άλλες, πολύ πιο ακατανόητες; Στα αγγλικά είναι πολύ συνηθισμένη η φράση "shitty life", αλλά έχω την εντύπωση πως στα ελληνικά δεν γκρινιάζουμε για τη "σκατένια ζωή" μας, αλλά την "κωλοζωή" ή κάτι τέτοιο. 



Βέβαια, υπάρχουν λέξεις και φράσεις σε πολλές γλώσσες κόσμου που είναι εξαιρετικά δύσκολο να μεταφραστούν.  Δεν ξέρω πώς θα μεταφράζαμε το "hygge" από τα δανέζικα ή το γιαπωνέζικο "wabi sabi", αλλά σίγουρα θα υπάρχει κάποιος τρόπος να το πούμε χωρίς να παρεξηγηθούμε. Το ξέρετε πως οι Ιάπωνες έχουν μια λέξη που σημαίνει το παιχνίδισμα που κάνουν οι ακτίνες του ήλιου μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων, oι Άραβες μια λέξη για την ποσότητα του νερού που χωρά στη χούφτα μας και οι Σουηδοί για το δεύτερο ή τρίτο γέμισμα της κούπας με καφέ; Μάλιστα, πριν από μερικά χρόνια είχε κυκλοφορήσει στα αγγλικά ένα πολύ ενδιαφέρον και συμπαθητικά εικονογραφημένο βιβλίο της Ella Frances Sanders που αναφερόταν ακριβώς σε τέτοιου είδους λέξεις. 



Ωραίο το κέφι, το μεράκι, το παλικάρι -ξέρετε, όλες αυτές οι λέξεις που δείχνουν πόσο έξω καρδιά είμαστε εμείς οι Έλληνες- αλλά, όπως έμαθα πρόσφατα, στα γιαπωνέζικα υπάρχει ρήμα που σημαίνει "να ξυπνάς πολύ νωρίς το πρωί, ακριβώς πριν τραγουδήσει το πρώτο πουλάκι ". Καλό, ε; Τι να δείχνει άραγε αυτό για τους Ιάπωνες; Τι τύποι είναι; 



Αυτά τα ολίγα για τη μετάφραση. Ευτυχώς, υπάρχουν περιπτώσεις που η φαντασία και ευρηματικότητα του μεταφραστή τον μετατρέπει σε αληθινό δημιουργό. Έναν μοναδικό ποιητή που ταξιδεύει από γλώσσα σε γλώσσα. Η μετάφραση του σαιξπηρικού έργου Love labour's lost σε Αγάπης αγώνας άγονος από τον Βασίλη Ρώτα παραμένει κορυφαία. Η Έφη Τσιρώνη έδωσε στο μυθιστόρημα  του Ντέιβιντ Λοτζ Deaf Sentense τον εξαιρετικά εύστοχο τίτλο Ανήκουστος βλάβη, βρίσκοντας για ένα λογοπαίγνιο το απόλυτο αντίστοιχό του. Στις Τερπινοήσεις  (Dibertinventos) του Ουμπίδια, ο Νίκος Πρατσίνης πέτυχε μια αριστουργηματική σύνθεση λέξεων, τόσο ταιριαστή στο ισπανικό της πρότυπο! 

Μακάρι τέτοια παραδείγματα να αβγατίσουν και να μην πάψουμε ποτέ να χαιρόμαστε την καλή μεταφρασμένη λογοτεχνία. Ο μεταφραστής μέσα από το κείμενο μάς συστήνει έναν καινούργιο κόσμο. Ας μας τον συστήσει στη γλώσσα μας. 



***

[1] Η εικονογράφηση της ανάρτησης είναι από τα βιβλία της Ella Frances Sanders Lost in translation και Speaking in tongues. 
[2] Άλλο ένα κείμενο για τη μετάφραση εδώ
[3] Για το βιβλίο της Ella Frances Sanders Lost in translation ρίξτε μια ματιά εδώ


Πέμπτη, 2 Μαΐου 2019

Άνοιξη στο Λονδίνο: Στο σπίτι του Ασβού


In England's green and pleasant land
William Blake, "Milton"

Όλοι μας γνωρίζουμε την Αγγλία ως χώρα συννεφιασμένη και βροχερή κατά το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου. Φανταζόμαστε, μάλιστα, το Λονδίνο σαν την πιο γκρίζα από τις έτσι κι αλλιώς γκρίζες μεγαλουπόλεις της Ευρώπης. Αν, όμως, οργανώσει κανείς μια ανοιξιάτικη επίσκεψη στη γηραιά Αλβιόνα κι εκείνη τον υποδεχτεί με γλυκό και ηλιόλουστο καιρό, θα γνωρίσει ένα από τα πιο πράσινα και πιο φιλόξενα τοπία. Μέσα, έξω και γύρω από το Λονδίνο υπάρχουν εκατοντάδες πάρκα γεμάτα ζώα που ξεμυτίζουν απ' τα χειμωνιάτικα λαγούμια τους και τρέχουν ανυπόμονα για να χαρούν τον ζεστό ήλιο του Απρίλη: λαγοί και σκίουροι, ελάφια και αλεπούδες, κύκνοι, χήνες, πάπιες, παγόνια, ερωδιοί, κοκκινολαίμηδες είναι λίγα μόνο από αυτά που συναντούσα σχεδόν σε κάθε βόλτα σε πάρκα, δάση, κήπους και δρυμούς κοντά στο Λονδίνο. Η μεγαλύτερη έκπληξη απ' όλες, ωστόσο, ήταν το σπίτι του κυρίου Ασβού. Τον θυμάστε; 

Ο Ασβός ήταν το πιο σοφό και πιο φιλόξενο ζώο από όλα όσα πρωταγωνιστούσαν στο εκπληκτικό παραμύθι του Κένεθ Γκράχαμ. Ο Άνεμος στις ιτιές ξεκινούσε με τον ερχομό της άνοιξης, όταν τα ζώα της βρετανικής εξοχής το σκάνε από τα χειμερινά τους σπιτάκια. Ο Σφάλαγγας κι ο Νεροπόντικας γίνονται κολλητοί φίλοι και ζουν μεγάλες περιπέτειες που θα τους οδηγήσουν στην καρδιά του άγριου δάσους, τους κινδύνους του οποίου όμως αγνοούν παντελώς τα ζώα της ακροποταμιάς. Άλλωστε...

Κανένα ζωάκι, σύμφωνα με τους κανόνες συμπεριφοράς των ζώων, δεν επιτρέπεται να κάνει κάτι κουραστικό ή ηρωικό ή έστω μια μέτρια προσπάθεια όσο κρατά η νεκρή περίοδος του χειμώνα. Όλα τα ζώα σκουντουφλάνε από τη νύστα, μερικά μάλιστα κοιμούνται πραγματικά. 

Ευτυχώς υπάρχει ο γερο-Ασβός, σοφότερος και μεγαλύτερος απ' όλους, που τους γλιτώνει από τον κίνδυνο και τους φιλοξενεί στο ζεστό του σπίτι. Ε, αυτό το σπίτι βρήκα τούτη τη φορά σε μια από τις βόλτες μου στην αγγλική εξοχή. Και μάλιστα δεν είναι καθόλου μακριά από το κέντρο της πόλης. Λίγο έξω απ' το Λονδίνο, στους Βοτανικούς Βασιλικούς Κήπους (Kew Gardens), κοντά στην περιοχή του Ρίτσμοντ, υπάρχει το σπίτι του γνωστού κυρίου Ασβού. Μπορεί εύκολα να το βρει κανείς ακολουθώντας τον χάρτη των κήπων. Αρκεί να ξετρυπώσει την ξύλινη πινακίδα:


Το σπίτι το επισκέπτονται πολύ συχνά τα ζώα του πάρκου, γιατί ο Ασβός είναι σοφός και τους δίνει συμβουλές για κάθε πρόβλημα που αντιμετωπίζουν. Στους ανθρώπους δεν φανερώνεται ποτέ, αλλά τους αφήνει να επισκεφτούν τον σκοτεινό του χώρο και έχει την καλοσύνη να τους ειδοποιήσει να προσέχουν το κεφάλι τους κατά τη διάρκεια της επίσκεψής τους.


Ακούστηκε ένας σύρτης που τραβήχτηκε πίσω κι η πόρτα μισάνοιξε μερικά εκατοστά, τόσο μόνο, ώστε να φανεί μακρουλή μουσούδα και δυο νυσταλέα μάτια που ανοιγόκλειναν. Ο Ασβός, που φορούσε μια μακριά ρόμπα του σπιτιού και που είχε πραγματικά φθαρμένες παντόφλες, κρατούσε στην πατούσα του ένα πλατύ κηροπήγιο κι ετοιμαζόταν κατά πάσα πιθανότητα να πλαγιάσει όταν αντήχησαν τα χτυπήματά τους. Τους έριξε απ' το ύψος του μια καλοσυνάτη ματιά και τους χτύπησε χαϊδευτικά και τους δυο στα κεφάλια. 

Ο ασβός είναι ζώο που σπάνια βγαίνει έξω από το σπίτι του. Πρέπει να συντρέχει πολύ σοβαρός λόγος, όπως ας πούμε να τον έχουν καλέσει σε βοήθεια ή να κινδυνεύει κάποιος από τους φίλους του. Κατά τα άλλα, προτιμά να φορά τη ρομπ ντε σαμπρ του και να σέρνει τις τρύπιες του παντόφλες ώσπου να ανάψει τη φωτιά και να κουλουριάσει πλάι στο τζάκι.

Προχώρησε πρώτος σέρνοντας τις παντόφλες του, με το κηροπήγιο στο χέρι, κι εκείνα τον ακολούθησαν σκουντώντας το 'να τ' άλλο με μια ευχάριστη αίσθηση προσδοκίας, και κατηφόρισαν σ' ένα μακρόστενο, σκοτεινό, και, για να λέμε την αλήθεια, φοβερά παραμελημένο διάδρομο, για να μπουν σε κάτι σαν κύριο δωμάτιο, απ' όπου διέκριναν αμυδρά να ξεκινούν κι άλλοι μακρόστενοι διάδρομοι σαν τούνελ και να διασταυρώνονται, διάδρομοι γεμάτοι μυστήριο και φαινομενικά χωρίς τέλος. Αλλά σ' εκείνο το δωμάτιο υπήρχανε και πόρτες, άνετες πόρτες από γερό ξύλο οξιάς. Μια απ' αυτές άνοιξε με θόρυβο ο Ασβός, κι αμέσως βρέθηκαν στη γλυκιά φωτεινή θαλπωρή μιας μεγάλης κουζίνας που φωτιζόταν απ' τη φωτιά. 

Το πάτωμα ήταν στρωμένο με πολυκαιρισμένα κόκκινα τούβλα και στο μεγάλο τζάκι έκαιγε μια φωτιά από κούτσουρα, ανάμεσα σε δυο όμορφες γωνιές του τζακιού που έπιαναν όλο τον τοίχο αποκλείοντας κάθε υπόνοια ρεύματος. Δυο πάγκοι με ψηλή ράχη, αντικριστά ο ένας στον άλλο δεξιά κι αριστερά στο τζάκι, έδιναν μια πρόσθετη αίσθηση άνεσης για όσους είχαν διάθεση για φιλική κουβεντούλα. 

Η φύση έξω από το σπίτι του είναι πανέμορφη. Γεμάτη ανθισμένα λουλούδια, λίμνες, κανάλια και περιποιημένα ξύλινα παγκάκια που περιμένουν τους αναγνώστες τους. 

Και μέσα, όμως, παρά τη σκοτεινιά, δεν λείπει τίποτα από όσα θα ήθελε να απολαύσει ένας επισκέπτης. Ζεστή φωτιά, στρωμένο τραπέζι, μικροσκοπικά έπιπλα με πεντακάθαρα πιάτα και ποτήρια για τους φιλοξενούμενους. 

Στη μέση του δωματίου, ήταν στημένο ένα μακρόστενο τραπέζι από σκέτες σανίδες που ακουμπούσαν πάνω σε τρίποδα, με πάγκους σε κάθε μεριά. Στη μια άκρη του, όπου στεκόταν μια πολυθρόνα σπρωγμένη προς τα πίσω, ήταν αραδιασμένα τ' αποφάγια του Ασβού. Σειρές από πεντακάθαρα πιάτα τούς έγνεφαν απ' τα ράφια του ντουλαπιού στην άλλη άκρη του δωματίου, κι απ' τα καδρόνια της σκεπής κρέμονταν χοιρομέρια, δεμάτια από φαρμακοβότανα, πλεξούδες κρεμμύδια και καλαθάκια με αυγά. Φαινόταν ένα μέρος όπου οι ήρωες θα μπορούσαν να το ρίξουν σε γερό φαγοπότι μετά τη νίκη τους

Βγαίνοντας κανείς από το λαγούμι, βλέπει μια πινακίδα με τον Ασβό να τον χαιρετά και να ευχαριστεί ευγενικά για την επίσκεψη. Εκείνος, βέβαια, ποτέ δεν ακολουθεί τους ανθρώπους. Μένει κρυμμένος βαθιά κάτω από τη γη, όπου νιώθει ευτυχισμένος κι ασφαλής.


Μόνο κάτω απ' τη γη υπάρχει ασφάλεια, ειρήνη και ηρεμία. Κι όταν έρθει κάποια στιγμή και μπει κάποια ιδέα στο μυαλό σου και θες να ξεμουδιάσεις ... ε,  τότε δεν έχεις παρά να σκάψεις λίγο, να ξύσεις το χώμα και κραπ! βγαίνεις απάνω! Αν νιώσεις πως το σπίτι σου είναι πολύ μεγάλο, βουλώνεις μια δυο τρύπες κι είσαι πάλι άνετος! Ούτε χτίστες, ούτε μαστόροι, ούτε σχόλια για το πρόσωπό σου από γείτονες που κοιτάζουν πάνω απ' τη μάντρα και, προπάντων, μακριά από μπελάδες.

Αν επισκεφτείτε ποτέ το Λονδίνο, μην ξεχάσετε να πάτε στους Βοτανικούς Κήπους και να αναζητήσετε το σπίτι του Ασβού. Μοιάζει φτωχό, αλλά ο δρόμος μέχρι να το βρείτε κρύβει δεκάδες εκπλήξεις: ψηλά κοκκινόδεντρα, διαδρομές πάνω σε γέρικους κορμούς και δεντρόσπιτα, όλα αρκετά διασκεδαστικά για μικρούς και μεγάλους.


***


Κέννεθ Γκρέϊαμ, Ο άνεμος στις ιτιές (μτφρ: Φώντας Κονδύλης), Πατάκης, Αθήνα 1999. 

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Ιαπωνία - Μέρος 3ο: Παραμυθοκόρες του Junichi Nakahara


Στην τέχνη της ζωγραφικής δεν υπάρχει μονοχρωμία. Ούτε διχρωμία υπάρχει. Και με ένα χρώμα μόνο, και χωρίς χρώμα τολμώ να πω, ένας καλλιτέχνης μπορεί να φιλοτεχνήσει το πιο πολύχρωμο έργο, το πιο πλούσιο σε συναισθήματα.





















Στην εικονογράφηση ειδικά, εκείνοι που άφησαν ιστορία δεν ήταν οι καλλιτέχνες που προτίμησαν να τραβήξουν το βλέμμα του παιδιού από το βιβλίο με εκκεντρικότητες και παράτολμους χρωματικούς συνδυασμούς. Ήταν κυρίως εκείνοι που με τις εικόνες τους κατάφεραν να συνοδεύσουν, να συμπληρώσουν -σήμερα ακόμη και να ερμηνεύσουν- την ιστορία συντροφεύοντας ξεφυλλίσματα και παιδικές αναγνώσεις με τρόπο αθόρυβο.



Ο Junichi Nakahara, ενώ προτιμούσε τα έντονα χρώματα στα εξώφυλλα που σχεδίαζε για τα διάφορα γυναικεία περιοδικά της εποχής του, δεν έκανε το ίδιο στις εικονογραφήσεις των παραμυθιών. Συνήθως επέλεγε ένα χρώμα και πάνω σ' αυτό ζωγράφιζε την ασπρόμαυρη ιστορία με τρόπο που έκανε την εικόνα να μοιάζει περισσότερο με χαρακτικό. 





















Νομίζω πως η επιλογή του χρώματος που λειτουργούσε ως φόντο, πάνω στο οποίο υφαίνονταν τα πρόσωπα και η δράση τους, δεν ήταν τυχαία. Για παράδειγμα, αυτό το αχνό πορτοκαλί στην ιστορία της Τοσοδούλας, τόσο κοντά στο χρώμα της λάσπης, την κάνει ακόμη πιο γήινη: ένα κορίτσι που κινείται στη φύση, γνωρίζει ποντικούς, ασβούς, χελιδόνια και βατράχους και χαράσσει την δική της πορεία, μακριά από το παιδικό της κρεβατάκι (ένα καρυδότσουφλο).



Στη μικρή Σειρήνα, το χρώμα αλλάζει και μετατρέπεται στο πιο εκτυφλωτικό θαλασσί. Μια ιστορία πιο ενήλικη, μια εικονογράφηση πιο τολμηρή, μεταφέρει στον αναγνώστη κάτι από την αλμύρα και τον ατίθασο, απρόβλεπτο, ανεξήγητα θηλυκό χαρακτήρα της θάλασσας. 





















Η Σταχτοπούτα χαράσσεται πάνω σε ένα ύφασμα ροδαλό, σαν τα μάγουλα του ντροπαλού κοριτσιού που θα φορέσει το γυάλινο γοβάκι. 





















Δεν ξέρω κατά πόσο είναι εύστοχη μια τέτοια ερμηνεία, και πολύ πιθανό να μην απηχεί ούτε στο ελάχιστο τις πραγματικές προθέσεις του δημιουργού, αλλά μ' έναν τρόπο νομίζω πως μεταφέρει κάτι από την ατμόσφαιρα της κάθε ιστορίας, ενώ γεννά στον αναγνώστη την προσδοκία της λύσης, ακόμη κι αν δεν γνωρίζει την υπόθεση. 






















Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, αλλά μου φαίνεται πολύ λογικό η μητριά της Χιονάτης να πρασίνισε από το κακό της όταν ο καθρέφτης τής αποκάλυψε πως δεν είναι εκείνη η ομορφότερη του κόσμου. 



Το συγκλονιστικότερο, όμως, είναι πως στις εικονογραφήσεις του Junichi Nakahara ακόμη κι ένα πρόσωπο χωρίς βλέμμα και χωρίς φωνή μπορεί να έχει έκφραση. Κρυμμένες πίσω από το υφάδι που δημιουργούν τα χρώματα στο χαρτί, οι φιγούρες των ηρωίδων χαίρονται, λυπούνται, εκπλήσσονται και νοσταλγούν, πρωταγωνιστώντας έτσι σ' ένα ιδιόμορφο θέατρο σκιών. 


***