Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2018

Ένας μικρός Σοστακόβιτς


Στον αχό της εποχής

Ρώσος συνθέτης που γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη, μεγάλωσε στο Πέτρογκραντ και ενηλικιώθηκε στο Λένινγκραντ, χωρίς να το κουνήσει ρούπι. Ποιος είναι;

Το 2016 κυκλοφόρησε στα ελληνικά ο "Αχός της εποχής", μυθιστόρημα του Τζούλιαν Μπαρνς που αφορά τη ζωή του Ρώσου συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς. Οι κριτικές ήταν διθυραμβικές. Πολλοί το χαρακτήρισαν ως το καλύτερο λογοτεχνικό έργο του Μπαρνς, και ο συγγραφέας τιμήθηκε με βραβείο Μπούκερ. Τιμήθηκε, δηλαδή, με ένα λογοτεχνικό βραβείο για ένα λογοτεχνικό έργο. Φαίνεται πολύ λογικό. Μόνο που οι περισσότερες από τις επίσης λογοτεχνικές κριτικές που γράφτηκαν για το μυθιστόρημα δεν αφορούν και τόσο τις λογοτεχνικές αρετές του, τον τρόπο αφήγησης, το ψυχογράφημα του ήρωα, την πλοκή, το ύφος, όσο την πληροφορία που μεταφέρει: τον ολοκληρωτικό χαρακτήρα της "δικτατορίας των μπολσεβίκων" και τη σκληρότητα του σταλινισμού. 

Η υπόθεση λοιπόν έχει ως εξής: Το 1937, ενώ έχει πραγματοποιηθεί το Πανενωσιακό Συνέδριο Συγγραφέων στη Σοβιετική Ένωση και ο Ζντάνοφ έχει διατυπώσει τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού -που δεν ισχύουν μόνο για τη λογοτεχνία, αλλά όλες τις τέχνες- ο Σοστακόβιτς παρουσιάζει την όπερά του Η Λαίδη Μάκβεθ από το Μτσενσκ. Η όπερα είχε ήδη παιχτεί στο Λονδίνο, το Παρίσι, το Μπουένος Άιρες, και την πρεμιέρα της στην Αγία Πετρούπολη τίμησε με την παρουσία του ο ίδιος ο Στάλιν. Δεν του άρεσε όμως κι έφυγε στα μισά δυσανασχετώντας. Την επόμενη μέρα κυκλοφόρησε μια κριτική στην Πράβντα, πιθανότατα γραμμένη από τον ίδιο, που κατηγορούσε τον Σοστακόβιτς για φορμαλισμό και έντονη επίδραση της αστικής δυτικής κουλτούρας και των πειραματισμών της αμερικανικής τζαζ. Η όπερα θεωρήθηκε θορυβώδης, "ένα μπερδεμένο κουβάρι ήχων", και ο δημιουργός της, αφού προτίμησε την πειραματική βαβούρα από τη σοσιαλιστική μουσική, πέρασε στις λίστες των υπόπτων. 

Έρχονταν πάντα στη μέση της νύχτας για να σε πάρουν. Γι' αυτό, αντί να τον σέρνουν έξω από το διαμέρισμα με τις πιτζάμες ή να υποχρεωθεί να ντυθεί μπροστά σε κάποιον απαθή άντρα της NKVD που θα τον κοίταζε αφ' υψηλού, πήγαινε κι αυτός για ύπνο ντυμένος, ξάπλωνε πάνω από τις κουβέρτες και η φαντασία του έτρεχε στα χειρότερα που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος. 


Στη Σοβιετική Ένωση, σχολιάζει ο συγγραφέας ως άλλος Σοστακόβιτς, ένας συνθέτης πρώτα καταγγέλλεται και ταπεινώνεται και μετά συλλαμβάνεται και εκτελείται εξαιτίας της διάταξης μιας ορχήστρας! Ο ήρωάς του, όμως, δεν θέλει να πεθάνει. Επομένως, πρέπει να βρει έναν τρόπο να υποταχθεί στο καθεστώς, διατηρώντας "αμόλυντη" την τέχνη του από τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Φαίνεται ακατόρθωτο. 

Τι συμβαίνει με την τέχνη στη Σοβιετική Ένωση; Ο Ζντάνοφ, θέτοντας τις αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, έχει χαρακτηρίσει τους συγγραφείς "μηχανικούς των ψυχών". Οι καλλιτέχνες είναι εργάτες στην υπηρεσία του κόμματος και του σοσιαλισμού και πρέπει να προστατεύονται από τη ματαιοδοξία και την έπαρση στην οποία συχνά οδηγεί η φήμη. Από τη στιγμή, λοιπόν, που όλοι οι συνθέτες ήταν υπάλληλοι του κράτους, το κράτος είχε κάθε δικαίωμα να τους επαναφέρει στην τάξη και να αποκαταστήσει τις αρμονικές σχέσεις με το ακροατήριό τους, εάν έχει κριθεί ότι το έχουν ενοχλήσει.

Από τη μια, ο καλλιτέχνης υπηρετεί το κράτος. Από την άλλη, κράτος είναι το προλεταριάτο. Επομένως, ο καλλιτέχνης υπηρετεί το προλεταριάτο. Αλλά το προλεταριάτο δεν είναι πεπαιδευμένο και δεν ξέρει τι του αρέσει. Άρα πρέπει για λίγο ακόμη να πάρει τα ηνία στα χέρια του το κράτος για να δείξει στο προλεταριάτο τι είναι αυτό που πρέπει να του αρέσει. Δηλαδή, το προλεταριάτο πρέπει να διδάξει στον εαυτό του τις αρχές της τέχνης του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. 

Η τέχνη δεν υπάρχει για την τέχνη. Υπάρχει για τον λαό. Το ελάττωμα του Σοστακόβιτς ήταν ότι δεν έγραφε για τον λαό. Βέβαια, ούτε και για τους αστούς έγραφε. Έγραφε για όλους και για κανέναν. Ο συνθέτης διαγράφτηκε από τη Ρωσική Ένωση Προλετάριων Μουσικών και κλήθηκε σε δημόσια απολογία όπου υποχρεώθηκε να αναγγείλει την πρόθεσή του να αφοσιωθεί απόλυτα στη σοσιαλιστική μουσική της Σοβιετικής Ένωσης. Μέχρι νεωτέρας. 


Υπήρχαν δύο βασικά προβλήματα με τους "μηχανικούς των ανθρώπινων ψυχών". Το πρώτο ήταν πως πολλοί άνθρωποι δεν ήθελαν μηχανικό για την ψυχή τους. Ήταν ικανοποιημένοι με την ψυχή τους και ήθελαν να παραμείνει όπως όταν ήρθαν στον κόσμο, κι όταν προσπαθούσες να τους καθοδηγήσεις αντιστέκονταν. Έλα στη συναυλία που θα γίνει σε ανοιχτό χώρο, σύντροφε. Α, ναι, θεωρούμε ότι πρέπει να την παρακολουθήσεις. Ασφαλώς είναι προαιρετικό, αλλά μπορεί να είναι λάθος σου να μην εμφανιστείς. Και το δεύτερο πρόβλημα με τους μηχανικούς των ανθρώπινων ψυχών ήταν πιο βασικό. Το εξής: Ποιος μηχανεύεται τους μηχανικούς;

Για τον Μπαρνς υπήρχε και ένα τρίτο πρόβλημα με τους "μηχανικούς των ψυχών": Δεν είχαν καταλάβει ότι οι Ρώσοι δεν ήταν μηχανές. Και επίσης δεν κατανοούσαν ότι το να είσαι Ρώσος σήμαινε να είσαι απαισιόδοξος, και σε έναν προλετάριο δεν επιτρεπόταν η απαισιοδοξία.

Γι' αυτό ακριβώς ο όρος Σοβιετική Ρωσία ήταν καθαρή αντίφαση. Η εξουσία δεν το κατάλαβε αυτό ποτέ. Νόμιζε πως, αν θανατώσεις αρκετό τμήμα του πληθυσμού και τρέφεις το υπόλοιπο με προπαγάνδα και τρόμο, θα έχεις ως αποτέλεσμα την αισιοδοξία. 

Η τζαζ δεν είναι είδος μουσικής που θα μπορούσε να επιδράσει στην ψυχή του εργάτη, αλλά που χαϊδεύει τα αυτιά μιας αυτάρεσκης μπουρζουαζίας. Σοσιαλιστική μουσική είναι η απλή μελωδία που μπορεί να σιγοσφυρίζει ο αποκαμωμένος μεταλλουργός επιστρέφοντας στο σπίτι του μετά από μια μέρα κοπιαστικής δουλειάς στο εργοστάσιο. Είναι η εμβατηριακή μουσική που μπορεί να συνοδεύσει τον βηματισμό των στρατιωτών του Κόκκινου Στρατού. Είναι η ρυθμική μουσική που μπορεί να συνοδεύσει τις κινήσεις των εργατών που κωπηλατούν με ζέση για την αύξηση της παραγωγής. Με τέτοιου είδους σχόλια, οικείας και κλασικής βρετανικής ειρωνείας, επιλέγει ο Μπαρνς να φτιασιδώσει την αφήγησή του -μια αφήγηση που, ως τριτοπρόσωπη, χαρακτηρίστηκε αποστασιοποιημένη. 


Ο συγγραφέας αναμφισβήτητα εμπλουτίζει το έργο του και με ποικίλα αληθή γεγονότα. Είναι αληθές για παράδειγμα ότι ο Ζντάνοφ χαρακτήριζε την Άννα Αχμάτοβα κάτι μεταξύ καλόγριας και πόρνης. Ή μάλλον και καλόγρια και πόρνη. Σε πολλά σημεία η γλώσσα της κριτικής είναι η γλώσσα που πράγματι χρησιμοποιούσε το σοβιετικό κράτος για να μιλήσει για την τέχνη. Δεν ήταν λίγες φορές που για την κριτική ενός μουσικού έργου χρησιμοποιούνταν φράσεις όπως "μουσική παιδεραστών, έκφυλων αστών, ιμπεριαλιστών αμερικανόδουλων, μουσική γεμάτη βαβούρα και στριγκλιές" και άλλα παρόμοια. 

Ωστόσο, όσο κι αν συμπαθώ τον Μπαρνς, διαβάζοντας τον "Αχό της εποχής" δεν έπαψα να αναρωτιέμαι: Αυτό είναι η λογοτεχνία; Ένα δοκίμιο "ιδεολογικής" πειθούς; Η μετάδοση μιας πληροφορίας, έστω καλογραμμένης; Η δημιουργική ανασύνθεση σημειώσεων; Η αναφορά σε μια ιστορική περίοδο; Πού είναι η λογοτεχνία εδώ; Αν ο Μπαρνς είχε στόχο να μας πείσει, μας έπεισε. Ο σταλινισμός ήταν ένα ολοκληρωτικό καθεστώς. Η τέχνη κυνηγήθηκε. Σημαντικούς καλλιτέχνες, όπως τον Σοστακόβιτς, τον Παστερνάκ, τον Μπουλγκάκοφ, την Αχμάτοβα, τον Σερζ, τους απείλησε, τους εξόρισε, τους καταδίκασε. Αν όμως στόχος του συγγραφέα ήταν να συνθέσει ένα ψυχογράφημα, να διεισδύσει στα έγκατα της συνείδησης ενός καλλιτέχνη που διχάζεται, ελίσσεται, συμβιβάζεται, ταλαιπωρείται από φοβίες, διλήμματα και ερωτηματικά, νομίζω πως σε άλλα έργα του τα πήγε καλύτερα.




***

Julian Barnes, Ο αχός της εποχής (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης), Μεταίχμιο, Αθήνα 2016. 



Τετάρτη, 29 Αυγούστου 2018

Ο George Condo στην Αθήνα


Τις ήσυχες μέρες του καλοκαιριού, όταν η πόλη έχει αδειάσει, συγγενείς και φίλοι είναι διασκορπισμένοι στα νησιά και κατασκηνώνουν σε ερημικές ή κοσμικές παραλίες του Αιγαίου, είναι ωραίο να βάζουμε στο πρόγραμμα πράγματα που σπάνια προλαβαίνουμε να κάνουμε όταν το φθινοπωρινό πρόγραμμα αρχίζει και οι δουλειές είναι πολλές. Μετά τα θερινά σινεμά, που είναι πάντοτε πρώτα στη λίστα των προτιμήσεων γιατί εκεί μπορούμε να δούμε ταινίες που σπάνια παίζονται στους χειμερινούς κινηματογράφους, ακολουθούν οι εκθέσεις στα διάφορα μουσεία της πόλης. Κι αυτή τη φορά, η έκθεση ζωγραφικής και γλυπτικής του Αμερικανού George Condo, που θα φιλοξενείται στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης μέχρι και τον Οκτώβριο. Εξάλλου, η επίσκεψη σε μια τέτοια έκθεση ανήκει στα πράγματα που είναι προτιμότερο να κάνουμε μόνοι, ακολουθώντας τον δικό μας ρυθμό και απολαμβάνοντας το χάζεμα στο πωλητήριο και το καφέ του μουσείου μετά το τέλος της περιήγησης. 



Ο Condo λοιπόν ήταν μια ευχάριστη έκπληξη. Δεν ήταν μόνο το περιεχόμενο της έκθεσης απολαυστικό, αλλά και το στήσιμό της μοντέρνο και ξεκούραστο. Τα έργα δεν εκτίθενται με χρονολογική σειρά ούτε ομαδοποιούνται με λογική τη θεματολογία τους. Αντίθετα, ο επισκέπτης σε κάθε αίθουσα έρχεται αντιμέτωπος με κάτι διαφορετικό. Αλλού βλέπει γλυπτά και αλλού ζωγραφικά έργα. Λάδια σε μεγάλους καμβάδες, ασπρόμαυρα σχέδια, πορτρέτα και κολάζ μοιάζουν να είναι ατάκτως ερριμμένα στις αίθουσες του μουσείου. Κοινή συνισταμένη όλων αυτών είναι τα παράξενα πλάσματα που πρωταγωνιστούν στην τέχνη του Condo και συνθέτουν μια δική του, προσωπική και σύγχρονη κομέντια ντελ άρτε: γκροτέσκοι χαρακτήρες, ιερείς, πότες, τραπεζίτες, καλόγριες και μπαλαρίνες ταλαντεύονται ανάμεσα στη γελοιότητα και την απόγνωση.

Κάθε φιγούρα φαίνεται πως είναι οικεία, ταυτόχρονα όμως δημιουργεί και την αίσθηση του ανοίκειου, αρνούμενη να υποταχθεί στις απαιτήσεις του ρόλου που καλείται να διαδραματίσει. Επιτρέπεται ένας ιερέας να χασκογελά; Μια μοναχή να φλερτάρει; Ένα ζευγάρι αρλεκίνων να αισθάνεται θλίψη; Μια μπαλαρίνα να είναι άσχημη; Ένας μεθύστακας συμπαθητικός; Ένα παιδί να καπνίζει και στο βλέμμα του να διακρίνεται ολοκάθαρο το μίσος; Όλα επιτρέπονται σ' αυτή τη φρενήρη "πινακοθήκη ηλιθίων": γουρλωτά μάτια, αλλόκοτες οδοντοστοιχίες, κεφάλια τετραγωνισμένα ή κομμένα, εικόνες που αναμειγνύονται με έντονες αποχρώσεις του κίτρινου, του πράσινου και του μοβ. 

Η τεχνική του κολάζ συνδυάζεται με ζωγραφική και με αδρά ίχνη, σαν σκίτσα καμωμένα με λάδι, στα διάσημα "αντίποδα όντα" (antipodal beings), που εμφανίζονται στο έργο στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1990. Τα πλάσματα αυτά, μακρυμάλλικα, με μεγάλα αυτιά, είναι τα πρώτα που καταχωρήθηκαν στο ολοένα ευρυνόμενο πάνθεον των φανταστικών χαρακτήρων του Condo.[1]

Σε πολλά έργα του Condo είναι εμφανής η επίδραση της ποπ αρτ, αλλά και των αμερικανικών κόμικς ή των κινουμένων σχεδίων της Ντίσνεϊ. Στα πορτρέτα των κυριών της μεγαλοαστικής τάξης μπορεί κανείς να παρατηρήσει ένα κολιέ από γυαλιστερές πέρλες ή ένα ακριβό ποτήρι κρασί στο χέρι της γυναικείας φιγούρας να συνδυάζεται με ένα πρόσωπο που θυμίζει άλλοτε τον Μπάγκς Μπάνι και άλλοτε τον Μίκι. Άλλες φορές, ένα ξεδοντιάρικο χαμόγελο αχνοφαίνεται κάτω από την ολοστρόγγυλη και κατακόκκινη μύτη-κλόουν.





















Η ερωτική και σαρκαστική διάθεση των προσώπων δίνει στα έργα έναν χαρακτήρα οργιαστικό, και όλα μαζί συνθέτουν ένα σύνολο που χλευάζει την καθημερινότητά μας, αποστρέφεται κάθε σοβαροφάνεια και μας φορά κολάρο το φωτοστέφανο.


Πέρα από τα ζωγραφικά έργα, ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα σχέδια του Condo, μερικά από τα οποία θυμίζουν κυβιστικά σχέδια του Πικάσο. 

Το σχέδιο αποτέλεσε διαχρονικά προπαρασκευαστικό στάδιο για καλλιτέχνες και ζωγράφους. Για τον Condo, ωστόσο, υπήρξε από νωρίς μια σημαντική και αυτόνομη διαδικασία, υπό την έννοια ότι, ως μέσο, του επέτρεψε έναν μεγάλο αυθορμητισμό και μια ευελιξία της χειρονομίας. Για τον Condo, σχέδιο και ζωγραφική λειτουργούσαν πάντα συμπληρωματικά το ένα προς το άλλο. 

Σ' αυτή την έκθεση, που φαίνεται πως κυριαρχεί παντού η υπερβολή και διακωμωδείται με τέτοιο τρόπο η πραγματικότητα ώστε να καταλήγει παρωδία του ίδιου της του εαυτού, περισσότερο συγκινεί η τρυφερότητα με την οποία ο καλλιτέχνης αντιμετωπίζει τους ήρωές του. Μπορεί να μοιάζουν μανιακοί, τρελοί, εκστασιασμένοι, αλλά στην πραγματικότητα θυμίζουν εξαντλημένους και εξαθλιωμένους κλόουν, γελωτοποιούς και σαλτιμπάγκους μιας άλλης εποχής, που ήταν υποχρεωμένοι να πουλούν το χαμόγελό τους για να επιβιώσουν. 



Οι κλόουν δεν είναι επάγγελμα προς εξαφάνιση. Στις προσωπογραφίες του Condo απαντούν συχνά. Το πραγματικό τους πρόσωπο, σκυθρωπό και κουρασμένο, είναι ζωγραφισμένο άλλοτε στο μέτωπο και άλλοτε στον πισινό τους. Οι ασύμμετρες οδοντοστοιχίες τους μαρτυρούν την αμηχανία τους: να κλάψουν ή να γελάσουν; Συχνά είναι μαχαιρωμένοι πισώπλατα ή καπνίζουν στο ολιγόλεπτο διάλειμμά τους από τη δουλειά. Εκεί όπου πρέπει υποχρεωτικά να είναι ευχάριστοι και χαμογελαστοί. Εκεί που όλοι υποχρεούμαστε να είμαστε ευχάριστοι και χαμογελαστοί. 


***


[1] George Condo at Cycladic | Kατάλογος έκθεσηςΜουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, Αθήνα 2018. 
[2] Για περισσότερες πληροφορίες, ρίξτε μια ματιά εδώ

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018

Ο Μπομπρόφ και το κοριτσάκι

Wrocław, Poland (1957)

Ο Μπομπρόφ περπατούσε στο δρόμο και σκεφτόταν: γιατί, άμα ρίξεις στη σούπα άμμο, η σούπα θα γίνει άνοστη;
Ξάφνου, βλέπει να στέκεται στο δρόμο ένα πολύ μικρό κοριτσάκι, που κρατάει ένα σκουλήκι και κλαίει με αναφιλητά. 
"Γιατί κλαις;" ρώτησε ο Μπομπρόφ το κοριτσάκι. 
"Δεν κλαίω, τραγουδάω", είπε το κοριτσάκι. 
"Και γιατί τραγουδάς;" ρώτησε ο Μπομπρόφ. 
"Για να διασκεδάσει το σκουλήκι", είπε το κοριτσάκι. "Και με λένε Νατάσα".
"Ώστε έτσι;" απόρησε ο Μπομπρόφ. 
"Ναι, έτσι", είπε το κοριτσάκι. "Χαίρετε". Ανέβηκε μ' ένα σάλτο σ' ένα ποδήλατο κι έγινε άφαντη. 
"Τόσο μικρό κοριτσάκι και να ξέρει να κάνει ποδήλατο", σκέφτηκε ο Μπομπρόφ. 

Δανιήλ Χαρμς [1930]

***

Δανιήλ Χαρμς, Γαλάζιο τετράδιο (μτφρ. Ροδούλα Παππά), Νεφέλη, Αθήνα 2010. 

Τρίτη, 21 Αυγούστου 2018

Εξώφυλλα #23: Melissa Castrillon

Yellow Kayak

Η Melissa Castrillon είναι μια νέα εικονογράφος που ζει στη Μεγάλη Βρετανία. Σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Κέμπριτζ, το 2009 πήρε το πτυχίο της στην εικονογράφηση και στις μεταπτυχιακές της σπουδές ασχολήθηκε με το παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο. 

Winter Magic

Η Melissa έχει εικονογραφήσει αρκετά παιδικά βιβλία και έχει σχεδιάσει τα εξώφυλλα για άλλα τόσα. Κάποια από αυτά είναι κλασικά παραμύθια, άλλα πρωτότυπα και σύγχρονα, ενώ έχει εικονογραφήσει και μια ποιητική ανθολογία. 

Cartwheeling in thunderstorms

Στις πρώτες της εκδόσεις ήταν εμφανής η επίδραση που της έχουν ασκήσει μύθοι, θρύλοι και λαϊκές παραδόσεις μακρινών χωρών της Ανατολής, τις οποίες επέλεγε να εικονογραφήσει χωρίς να συνοδεύονται από κείμενο. Δεν ήταν η τέχνη της αφήγησης που διηγούνταν στον αναγνώστη την ιστορία, αλλά η ζωγραφική. 

The girl with the broken wing
Bone Gap


Στα εξώφυλλά της μπορεί να παρατηρήσει κανείς πόσο έχει επηρεαστεί από την εικονογράφηση των δεκαετιών του 1960 και 1970. Σε πολλά εξώφυλλα παιδικών βιβλίων εκείνης της εποχής κυριαρχούσε μια μορφή στο κέντρο του κάδρου όπου με κυματιστά γράμματα τοποθετούνταν ο τίτλος και γύρω από αυτόν υπήρχαν περίτεχνα σχέδια από τον κόσμο της φύσης: ζώα, λουλούδια, δέντρα, φυτά. 


The house with chicken legs

Όσοι έχουν μεγαλώσει σ' εκείνες τις εποχές αισθάνονται την αισθητική της γνώριμη, νιώθουν ένα συναίσθημα οικειότητας ή και νοσταλγίας όταν αντικρίζουν κάποιο από τα εξώφυλλα αυτά. 

Ghe bello!

Έπειτα, ακριβώς όπως σ' εκείνες τις παλιές εκδόσεις, έτσι κι εδώ, ο διάκοσμος του εξωφύλλου είναι ίδιος και στο οπισθόφυλλο, ώστε όταν το ανοίγει κανείς διάπλατα να βλέπει έναν ολοκληρωμένο ζωγραφικό πίνακα που η μία του πλευρά καθρεφτίζεται στην άλλη. 


Rapunzel
Mary Annings Curiosity

























If I had a little dream

Πέρα από τα παραμύθια, η Melissa έχει φιλοτεχνήσει την εικονογράφηση και για βιβλία γνώσεων. Μια από τις πρόσφατες κυκλοφορίες είναι το "Animazes", ένα βιβλίο λαβυρίνθων όπου ο μικρός αναγνώστης ακολουθώντας τα ίχνη των ζώων περιηγείται σε ζούγκλες, θάλασσες, ηφαίστεια, παγωμένες χώρες, κι έτσι χαίρεται την ομορφιά διαφορετικών φυσικών τοπίων, οξύνοντας ταυτόχρονα την παρατηρητικότητά του.







Η φύση είναι ανεξάντλητη και η παιδική φαντασία επίσης. Όταν ένα εικονογραφημένο βιβλίο συνδυάζει και τα δύο, το αποτέλεσμα είναι εκρηκτικό!

***

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2018

"Ήσυχες μέρες του Αυγούστου"

Vincent  Mahé, Neighbors

Τις μέρες του καλοκαιριού που μένουμε στην Αθήνα η γειτονιά αποκτά μια αίσθηση διαφορετική. Άνθρωποι αράζουν στις αυλές και τα μπαλκόνια, τρώνε έξω, μιλούν,  γελούν, φιλονικούν, χαζολογούν, δεν ντρέπονται. Ακούς τα μαχαιροπίρουνα να χτυπούν στα σερβίτσια, τα ποτήρια να τσουγκρίζουν, ακούς το πλύσιμο των πιάτων από τον φωταγωγό, όλες οι κουζίνες γίνονται μία. Πού και πού, ακούς καβγάδες. Αν είσαι τυχερός και μένεις σε ωραία γειτονιά, μπορεί να ακούσεις ένα ζευγάρι να αγαπιέται. 


Χθες το απόγευμα οι απέναντι γύρισαν από κάποια κοντινή παραλία όπου είχαν απολαύσει το μπάνιο τους. Η κυρία Στέλλα ζητούσε επίμονα από τον σύζυγό της να της ορκιστεί πως δεν είναι χοντρή. Εκείνος επαναλάμβανε διαρκώς: "Στ' ορκίζομαι, ρε Στέλλα, γαμώτο, στ' ορκίζομαι. Τι θέλεις να είσαι δηλαδή; Πετσί και κόκκαλο;" Που σημαίνει "χοντρή είσαι, αλλά δε με πειράζει". Πράγματι, η κυρία Στέλλα είναι ευτραφής. 


Μεταξύ των ανθρώπων που επέλεξαν ή αναγκάστηκαν να περάσουν το καλοκαίρι τους στην πόλη υπάρχει μια συνενοχή. Καλημερίζονται το πρωί και σκέφτονται "τι να κάνουμε, ξεμείναμε κι εμείς εδώ". Άλλοι είναι ηλικιωμένοι, άλλοι φροντίζουν ηλικιωμένους, άλλοι έμειναν άφραγκοι, άλλοι αναγκασμένοι να δουλέψουν. 


Αυτή η κοινοβιακή αίσθηση που δημιουργούν οι γειτονιές του κέντρου το καλοκαίρι σε κάνει συχνά να αναρωτιέσαι τι γίνεται πίσω από κάθε κουρτίνα που ανεμίζει στο βραδινό αεράκι. Ξαφνικά οι άνθρωποι δε νοιάζονται αν τους βλέπεις ή όχι. Οι πιο τολμηροί βγαίνουν (ημί)γυμνοί στις βεράντες τους, πότε για ένα τσιγάρο, πότε για να απλώσουν στα γρήγορα ένα ρούχο. Νομίζουν τάχα πως είναι οι μόνοι που έμειναν στη γειτονιά.

























Βγαίνεις στο μπαλκόνι και αφουγκράζεσαι: το νερό στο ντουζ, τα ψώνια να τακτοποιούνται στις ντουλάπες, τα βραδινά δελτία ειδήσεων, τις διαφημίσεις της τηλεμάρκετινγκ αργά τη νύχτα.


Το πίσω μπαλκόνι του σπιτιού μου βλέπει τον όμορφο κι ολάνθιστο κήπο ενός μικρού γηροκομείου. Από την κρεβατοκάμαρα ακούγονται οι γριούλες να παραπονιούνται στις κυρίες που τις προσέχουν. Άλλοτε το νερό είναι κρύο, άλλοτε η πετσέτα βρεγμένη, άλλοτε θέλουν να πάνε προς νερού τους. Συχνότερα πονούν ή ζητούν τη μανούλα τους. 


Τον χειμώνα τα παράθυρα θα κλείσουν και οι θόρυβοι της γειτονιάς θα ξεχαστούν. Θα κουρνιάσει ο καθένας στο σαλονάκι του και θα περιμένει το επόμενο καλοκαίρι για να χαμογελάσει ξανά στον γείτονά του.


Σημειωτέον: Οι εικόνες του Γάλλου εικονογράφου  Vincent  Mahé δεν αποδίδουν την ατμόσφαιρα της καυτής και έρημης αυγουστιάτικης Αθήνας. Δίνουν, όμως, πολύ όμορφα την εικόνα αυτών των γνωστών-άγνωστων που συμβιώνουν στις μεγαλουπόλεις και γνωρίζονται τόσο καλά και τόσο ελάχιστα μεταξύ τους.

***

[1] Εικονογράφηση:  Vincent  Mahé, Neighbors 

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2018

Για την ομορφιά και την ασχήμια

Dominique Issermann by Leonard Cohen
 
Η μεγαλύτερη ομορφιά στον άνθρωπο είναι η αρμονία. Μ' αυτό δεν εννοώ την εξωτερική, αλλά την αρμονία που ακτινοβολεί ένδοθεν, μια ορισμένη ισορροπία κι ένα ορισμένο ισοζύγιο μεταξύ αρνητικών και θετικών ιδιοτήτων συνθέτουν ένα μοναδικό και χαρακτηριστικό όλον. Όταν, για παράδειγμα, βλέπουμε μια γάτα, βλέπουμε κάτι απολύτως τέλειο. Και όμως η γάτα δεν είναι κάτι απολύτως "τέλειο". Δεν μπορεί ούτε να πετάξει, ούτε να γαβγίσει, ούτε να μιλήσει, ούτε να λογαριάσει, νομίζω πως υπάρχουν πολλά ακόμη που δεν μπορεί να κάνει. Μα όλα όσα κάνει τα κάνει τέλεια, και ποτέ δεν της περνούσε από το μυαλό να δοκιμάσει κάτι για το οποίο δεν είναι ικανή, για παράδειγμα να χορέψει. Υπάρχουν και άνθρωποι που όλα σ' αυτούς είναι τέλεια και σε απόλυτη αρμονία, άνθρωπoι που διαθέτουν τέτοια αυτοκυριαρχία, τέτοια ικανότητa αυτοκριτικής και τόσο πηγαία φυσικότητα που ποτέ δεν κάνουν κάτι το οποίο δεν ξέρουν να κάνουν. Γι΄αυτό δεν είναι ποτέ άσχημοι, γιατί άσχημες είναι μόνο η αδεξιότητα, η γελοιότητα και η ανόητη ματαιοδοξία. [1]

***

[1] Απόσπασμα από άρθρο της Μίλενα Γιέσενσκα στην τσέχικη εφημερίδα Νάροντνι Λίστυ.
Μαργκαρέτε Μπούμπερ-Νόϋμαν, Μίλενα από την Πράγα (Μτφρ. Τούλα Σιετή), Κίχλη & τα πράγματα, Αθήνα 2015.

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2018

Παραμύθια για παιδιά με αλλόκοτη μορφή


Τις μέρες που η καρδιά είναι σφιγμένη από τη λύπη, τα βιβλία παύουν να αποτελούν καταφύγιο. Μόνο τα παραμύθια μπορούν ν' ανοίξουν τις αγκάλες τους και να προσφέρουν ό,τι κατά καιρούς αναζητήσαμε. Στο ζεστό τους κουκούλι, βρίσκει κανείς την παρηγοριά και τη σοφία. Κάπως έτσι επέστρεψα στη συλλογή της Αγνής Στρουμπούλη "Ο δέντρος", που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο τον χειμώνα που μας πέρασε και περιλαμβάνει 37 λαϊκά παραμύθια για δέντρα και φυτά. 

Έναν καιρό ήτο μια άκληρη που 'βλεπε τα παιδάκια των αλλωνών. Ελυπείτο πολλά που δεν είχε κι εκείνη κανένα, κι επαρακάλει το Θεό να της δώσει κι εκείνης παιδία, κι ας ήτο ό,τι κι αν ήτο. Στα πολλά της παρακάλια, ο Θιος ήριψεν μπροστά της ένα δαφνόκουκκον.[1]

Κάποια από τα παραμύθια της συλλογής ανήκουν στην ειδική κατηγορία παραμυθιών που αφορούν "παιδιά με αλλόκοτη μορφή". Σ' αυτά, ένας γέρος και μια γριά ζούνε μαζί χρόνους πολλούς, αλλά δεν έχουνε παιδάκια και παρακαλούν τον Θεό να τους δώσει παιδιά κι ας είναι όπως κι αν είναι. Ο Θεός ακούει την επιθυμία τους και τους στέλνει άλλοτε ένα κουκί, άλλοτε ένα δαφνόκουκο, άλλοτε ένα κολοκύθι.  Κι εκείνοι πάντοτε το προσέχουν και το φροντίζουν σαν αληθινό παιδάκι, αγνοώντας τη χλεύη των γειτόνων τους.

Επήρε το δαφνόκουκκον, εφίλησέν το, ετύλιξέν το καλά καλά σε πολλά πανιά σαν μωρουδάκι, ήβαλέν το σε κούνια ολόασπρη κι εκούνιαν το κι εναννάριζέν το. Οι γειτόνισσές της, πού 'ξεραν πως δεν είχε παιδί κι ήκουσαν τα ναννουρίσματά της, την αρώτηξαν από περιέργειά τως ίντα ναννάριζε. ["Το δαφνόκουκκον"]

Η συνέχεια του παραμυθιού είναι πάντοτε ακριβοδίκαια για το ζευγάρι των γερόντων που αγάπησε και φρόντισε έναν καρπό, ένα φυτό ή ένα δέντρο ωσάν να 'τανε παιδί. Σε κάποια παραμύθια ο καρπός χάνεται αλλά από τα δάκρυά των γονιών του φυτρώνει ένα μεγάλο δέντρο και μέσα από τα κλώνια του πετάγεται μια πανέμορφη κόρη. Άλλοτε, πάλι, τα κουκιά σκάνε και γίνονται παιδιά και πάει λέγοντας. 

Σαν έφτασε η ώρα τους γέννησαν μαζί. Η βασίλισσα απόχτησε ένα όμορφο κοριτσάκι και το παλάτι φόρεσε τα γιορτινά του. Χαρές και γέλια και τραγούδια για τον ερχομό της βασιλοπούλας. Κείνη η γελαδαρού γέννησε ένα κολοκύθι, μα τι να κάνει, μάνα ήταν. Το πήρε στην αγκαλιά της, το φάσκιωσε και το 'βαλε στη σαρμανίτσα [κούνια] να κοιμηθεί. ["Το κολοκύθι"]
 
Το γνωστότερο από τα παραμύθια αυτής της κατηγορίας είναι το  "Τσουκαλάκι", παραμύθι της Καρπάθου που απαντά σε 29 παραλλαγές στο νησί και πολλές άλλες σε όλη την Ελλάδα. "Το παραμύθι έχει ως θέμα του ένα άτεκνο ζευγάρι, το οποίο προσευχήθηκε στον Θεό να του χαρίσει ένα παιδί κι αν ακόμα είναι Τσουκαλάκι. Η επιθυμία του ζευγαριού ικανοποιήθηκε και ο Θεός τούς έστειλε για παιδί ένα Τσουκαλάκι. Το παιδί-Τσουκαλάκι εστάλη στον γάμο μιας αρχοντοπούλας,  απ' όπου έφερε πρώτα φαγητά, κατόπιν λίρες και την τρίτη φορά τα περιττώματα της νύφης. Στο τελευταίο "δώρο" η μητέρα του "παιδιού" θύμωσε και έσπασε το Τσουκαλάκι. Από τα συντρίμμια τότε ακούστηκε η παραπονεμένη φωνή: 

Καλά ρε μαμά! Τα φουφφού φουφφού τα ήθελες, τα λιλλιά λιλλιά τα ήθελες και τα κακκά κακκά δεν τα 'θελες;[2]

Σοφία Καλογεροπούλου
Έχει ενδιαφέρον να μελετήσει κανείς τη λειτουργία που επιτελούσαν αυτού του είδους τα παραμύθια στις τοπικές κοινωνίες και να επιχειρήσει να ερμηνεύσει τις νοοτροπίες, αλλά και τις συνθήκες που δημιούργησαν την ανάγκη να πλαστούν τέτοιου είδους αφηγήσεις. Το "Τσουκαλάκι", μάλιστα, ξεχωρίζει από όλα τα άλλα, μιας και εδώ το παιδί δεν προέρχεται από τον κόσμο των φυτών και των ζώων, αλλά από τον υλικό κόσμο του νοικοκυριού, τον οποίο σε σπάνιες περιπτώσεις ο παραμυθιακός ανιμισμός μετατρέπει σε έμψυχο. Είναι επίσης εντυπωσιακό το γεγονός ότι το Τσουκαλάκι σε ελάχιστες παραλλαγές μεταμορφώνεται τελικά σε άνθρωπο και το πιθανότερο είναι ακόμα και σ΄αυτές, η σκηνή της μεταμόρφωσης να προστέθηκε αργότερα από κάποιους αφηγητές, για να δώσουν το ευτυχισμένο τέλος που θα ικανοποιούσε τον ακροατή. 

Σε εποχές και κοινωνίες που ο προορισμός του ανθρώπου ταυτιζόταν με τη δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση τέκνων και η τεκνογονία θεωρούνταν ύψιστη στιγμή συνεργασίας Θεού και ζευγαριού, η ατεκνία πιστευόταν για ντροπή και κατάρα. Αποτελούσε μείζον πρόβλημα για το ζευγάρι και για τη λύση του το αντρόγυνο κατέφευγε άλλοτε στη μαγεία και άλλοτε στον Θεό. 

Το πρώτο που αναρωτιέται κανείς είναι αν η μητέρα του παραμυθιού αγαπά το Τσουκαλάκι, καθώς το εκμεταλλεύεται για να της φέρνει καλούδια και φλουριά, και όταν της φέρνει τις ακαθαρσίες της αρχοντοπούλας, εκείνη το τιμωρεί με τον σκληρότερο τρόπο.  Ο Βασίλης Γεργατσούλης υποστηρίζει ότι το παραμύθι μπορεί να ερμηνευτεί με δύο διαφορετικούς τρόπους: Θα μπορούσε το Τσουκαλάκι να συμβολίζει το κάθε παιδί, που άλλοτε πράττει το καλό -και τότε οι γονείς το παινεύουν- και άλλοτε πράττει το κακό και το τιμωρούν. Η μάνα όμως εδώ, αντί να νουθετήσει το παιδί της, το πετάει,  το εγκαταλείπει. Μοιάζει να αφαιρεί από το παιδί της τη ζωή, που υπήρξε για εκείνη θείο δώρο.

Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία, τα δώρα που φέρνει το Τσουκαλάκι στους γονείς του συμβολίζουν την πορεία της ζωής του ανθρώπου: η ανάγκη για φαγητό (φουφφού=το φαγητό), η ανάγκη για πλουτισμό (τα λιλλιά=οι λίρες), η πορεία προς τα γηρατειά (κακκά=τα περιττώματα, η ανημπόρια). Όσο ο άνθρωπος φέρνει φαγητό και χρήματα στην οικογένεια, εκείνη του το ανταποδίδει. Όταν γερνά και κάνει τα κακά του πάνω του, ανήμπορος πια να προσφέρει, τον παραπετούν και τον διώχνουν. Άλλοι υποστήριξαν πως το Τσουκαλάκι είναι το παιδί που δεν είναι αρτιμελές, που παρουσιάζει προβλήματα στην ανάπτυξη και την εξέλιξή του.

Όποια ερμηνεία κι αν σκεφτεί και δώσει κανείς, δεν αναιρείται η αίσθηση για το δίκιο και το άδικο που αποκτά ο ακροατής στο τέλος του παραμυθιού. Η ιδιοτέλεια των γονέων που επιθυμούν να γίνουν τα παιδιά τους ό,τι εκείνοι ονειρεύονται, η περιφρόνηση για τον αδύναμο, η αγάπη που θεωρείται άδολη, ενώ πολλές φορές έχει αποδέκτη μόνο εκείνον του οποίου έχουμε την εύνοια είναι πράγματα που αφορούν και σήμερα τον άνθρωπο. Εξάλλου, αν όλα όσα αναφέρουν τα παραμύθια είχαν προ πολλού τελειώσει, θα ήταν αδύνατο να εξηγήσουμε τη γοητεία που ασκούν και σήμερα οι φαινομενικά απλοϊκές ιστορίες τους. Μέσα στις τόσες αλλαγές, ο άνθρωπος έμεινε ίδιος. 

*** 

[1] Αγνή Στρουμπούλη, Ο δέντρος: Παραμύθια λαϊκά με δέντρα και φυτά, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2017.
[2] Βασίλης Ι. Γεργατσούλης, "Το τσουκαλάκι": ένα λαϊκό παραμύθι της Καρπάθου, Αθήνα 2003. 
[3] Στις εικόνες της ανάρτησης έργα του Ράλλη Κοψίδη που συνόδευσαν συλλογές λαϊκών παραμυθιών του Γιώργου Ιωάννου και Γ.Α. Μέγα.