Παρασκευή, 13 Απριλίου 2018

Hotel Savoy: Mετά τον πόλεμο


 "Πόσο πιο ψηλά μπορεί να ξεπέσει κανείς;"

Ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος μόλις τελείωσε. Χιλιάδες άνθρωποι αναζητούν καταφύγιο. Ο αφηγητής, Εβραίος με ρωσική καταγωγή και στρατιώτης του αυστριακού στρατού, μετά από πέντε χρόνια αιχμαλωσίας σε στρατόπεδο της Σιβηρίας φτάνει στο Hotel Savoy, που δέχεται να φιλοξενήσει ανθρώπους συντετριμμένους ή ανήμπορους. Γοητευτικά και παράξενα πλάσματα κάνουν εκεί μια στάση, προτού συνεχίσουν την πορεία τους στο άγνωστο. 

Όλα συνθέτουν ένα παράξενο μεταπολεμικό σκηνικό: εφτά πατώματα, ένας χρυσός θυρεός και ο ατσαλάκωτος πορτιέρης στην είσοδο, καθαρά αποχωρητήρια με ζεστό νερό και εγγλέζικα σαπουνάκια, καμαριέρες με λευκά σκουφιά, ευρύχωρα ασανσέρ, μεγάλες ηλεκτρικές λάμπες και πράσινα διακριτικά αμπαζούρ, λουλούδια, πουπουλένια παπλώματα... 

Είμαι ευγνώμων που αφήνω γι' άλλη μια φορά τα πάντα κι ετοιμάζομαι να ξεκινήσω μια καινούργια ζωή -όπως έχω κάνει ξανά και ξανά τα τελευταία χρόνια. Αν κοιτάξω πίσω μου, βλέπω έναν στρατιώτη, έναν δολοφόνο, έναν παρά τρίχα δολοφονημένο, έναν αναστημένο, έναν φυλακισμένο, έναν περιπλανώμενο.

Το Hotel Savoy, όμως, δεν είναι ίδιο για όλους. Όσο ανεβαίνει κανείς στα ψηλότερα πατώματα, τόσο αυξάνεται η φτώχεια και η εξαθλίωση των ενοίκων. Δεν έχουν όλοι τη δυνατότητα να γευτούν τα βουτυρωμένα μπριός και τη ζεστή σοκολάτα που σερβίβρει το εστιατόριο του ισογείου.  Και το πιο παράξενο, κανένας δεν ξέρει πόσα είναι τα πατώματα συνολικά. Οι ένοικοι των τελευταίων ορόφων ελπίζουν να "πέσουν" χαμηλότερα, να ζήσουν κάτι από τη χλιδή και την πολυτέλεια εκείνων που μένουν κάτω, ενώ ταυτόχρονα εύχονται να μην υπάρχουν από πάνω τους άλλοι όροφοι, όπου τα πράγματα θα είναι ακόμη πιο εφιαλτικά. 

Το ξενοδοχείο δεν του άρεσε πια: ούτε το πλυσταριό, με τους αποπνικτικούς ατμούς του, ούτε το φριχτό καλόκαρδο παιδί του ασανσέρ, ούτε τα τρία πατώματα των φυλακισμένων.  [...] Είμαι κι εγώ απ' αυτούς που είναι θαμμένοι ψηλά. Δεν μένω στον έκτο όροφο; Δεν θα με αναγκάσει η μοίρα να ανέβω στον έβδομο; Υπάρχουν μόνο εφτά πατώματα; Κι αν είναι οχτώ; Δέκα; Είκοσι; Πόσο πιο ψηλά μπορεί να ξεπέσει κανείς; Ως πού μπορεί να φτάσει; Ως τον ουρανό; Ως την ευλογημένη αιωνιότητα;  

Το ξενοδοχείο μετατρέπεται σ' ένα σύμβολο της μεταπολεμικής Ευρώπης: απέξω  αστραφτερή κι αξιοζήλευτη, μέσα γεμάτη φέρετρα και στοιβαγμένα πτώματα, ζωντανούς-νεκρούς, τρελούς και κυνηγημένους που οι ήσυχοι και καλοζωισμένοι συνάνθρωποί τους σχεδόν αγνοούν την ύπαρξή τους. "Το 748 αρρώστησε ξαφνικά" λένε οι καμαριέρηδες. Στα τρία τελευταία πατώματα δεν υπάρχουν ονόματα. Φωνάζουν τους ανθρώπους με τα νούμερα των δωματίων τους, όπως στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, όπου κάθε κρατούμενος είχε τον αριθμό του. Άλλοι ζουν κι άλλοι πεθαίνουν, μα όλοι τους γυρίζουν στο δωμάτιό τους, λες και επιστρέφουν σε μια από καιρό χαμένη πατρίδα.

Ήρθε πάλι η ώρα γι' αυτούς που γυρίζουν απ' το μέτωπο. Έρχονται ομάδες ομάδες, πολλοί μαζί. Σαν να τους ξεβράζει το κύμα, όπως συμβαίνει σε ορισμένα ψάρια κάποιες εποχές του χρόνου. Η μοίρα τούς σπρώχνει προς τα δυτικά αυτούς που γυρίζουν απ' το μέτωπο. Δυο μήνες τώρα δεν είχαμε δει ούτε έναν. Μετά, άρχισαν τη μια βδομάδα μετά την άλλη να καταφθάνουν απ' τη Ρωσία και τη Σιβηρία κι όλες τις χώρες της μεθορίου. Σκόνη ολόκληρων χρόνων περιπλάνησης σκεπάζει τις αρβύλες τους, τα πρόσωπά τους. Τα ρούχα τους είναι κουρέλια, τα ραβδιά τους κοντά και κουρασμένα. Έρχονται από τον ίδιο δρόμο πάντα, δεν ταξιδεύουν με το τρένο, ταξιδεύουν περπατώντας. Έχουν περπατήσει χρόνια πριν φτάσουν εδώ.

Το λόμπι γεμίζει με κόσμο. Κανείς δεν γνωρίζει κανέναν, όλα τα πρόσωπα είναι ίδια,  παρόλο που οι περισσότεροι έχουν πεινάσει ο ένας πλάι στον άλλο.

Είναι φοβερό που περνάει από δίπλα μου κάποιος και δεν τον αναγνωρίζω, παρόλο που μαζί του μοιράστηκα ώρες θανάσιμου κινδύνου. Ζήσαμε ο ένας δίπλα στον άλλον φριχτές στιγμές της ζωής μας, ενωμένοι στον απόλυτο φόβο -και τώρα να που δεν γνωριζόμαστε. Θυμάμαι ότι την ίδια θλίψη ένιωσα και κάποια άλλη φορά, όταν συνάντησα σ' ένα τρένο μια κοπέλα και δεν μπορούσα να θυμηθώ αν είχα κοιμηθεί μαζί της ή αν απλώς της είχα δώσει τα ρούχα μου να μου τα μπαλώσει. 
 
Το Σαβόι καίγεται και η εικόνα του θυμίζει μια Ευρώπη γεμάτη από ανθρώπους που γυρεύουν να γλιτώσουν, σπαρταρώντας παγιδευμένοι σ' έναν περιχαρακωμένο φλεγόμενο χώρο. Γύρω τους όλοι οι δρόμοι είναι κλειστοί. "Μόνοι τους έγραψαν το πεπρωμένο τους και θαρρούσαν πως τους το ΄γραψε ο Θεός. Ξεστρατίζουν και υποφέρουν, πεθαίνουν και κληροδοτούν τη δυστυχία τους στα παιδιά τους".



***  

Joseph Roth, Hotel Savoy (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου), ΑΓΡΑ, Αθήνα 2009.  

Τρίτη, 10 Απριλίου 2018

Αφαίρεση και εμπειρία

  Μια φορμαλιστική προσέγγιση του ιδεολογικού φαινομένου

Το βιβλίο του Παντελή Λέκκα «Αφαίρεση και εμπειρία: Μια φορμαλιστική προσέγγιση του ιδεολογικού φαινομένου» ξεκινά με μια παραδοχή. Όσοι έχουμε βρεθεί στη σύγχρονη μορφή της αγοράς των κλασικών χρόνων, δηλαδή στο παραδοσιακό καφενείο, έχουμε έρθει αντιμέτωποι αφενός με τη δυσφορία που μας προκαλούν οι ιδεολογικές εμμονές των άλλων, αφετέρου με τη δυσφορία που προκαλεί στους άλλους η διάσταση λόγων και έργων στην πολιτική. Πόσες φορές, αλήθεια, δεν έχουμε καταδικάσει πολιτικές και κυβερνητικά σχήματα για πολιτική ασυνέπεια και υποκρισία; Τα πολιτικά προγράμματα συχνά εξαγγέλλουν αλλαγές που δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στην κοινωνική πραγματικότητα, και το ανεφάρμοστο των αφαιρέσεών τους δεν οφείλεται απαραίτητα σε κακές προθέσεις. Τι προσφέρει επομένως η περιπτωσιολογική πρόσληψη της πολιτικής ως προδοσίας, πέρα από μια εκτόνωση συναισθημάτων αγανάκτησης; Πόσο μπορεί να προχωρήσει ο συλλογισμός μας πέρα από την παραδοχή της ατέλειας του ανθρώπου και των κοινωνιών που δημιουργεί; 
   
Τέτοιου είδους εμπειρικές παρατηρήσεις δεν είναι παρά «εκδηλώσεις της συνείδησης που έχουμε για την απόσταση που χωρίζει την αφαίρεση από την εμπειρία στην πολιτική» και οι τρόποι να άρουμε το χάσμα μεταξύ αυτών είναι δύο: είτε το γεφυρώνουμε ασπαζόμενοι μια ιδεολογική ουτοπία και ζώντας στον μικρόκοσμό της είτε αποδεχόμαστε πως είναι από τη φύση του αγεφύρωτο. 

Το δίλημμα –οπαδοί μιας ιδεολογίας ή κυνικοί απολιτίκ– μοιάζει να οδηγεί σε αδιέξοδο. Αυτό που ενδιαφέρει τον συγγραφέα στο πόνημά του είναι να ορίσει τις δύο έννοιες –αφαίρεση και εμπειρία– αλλά και να ιχνηλατήσει τους ιστορικούς και κοινωνικούς μετασχηματισμούς του δίπολου στο πέρασμα από την παράδοση στη νεοτερικότητα και τη μετανεοτερική κοινωνία. Αν, δηλαδή, το μίγμα αφαίρεσης και εμπειρίας αποτελεί μια «ανθρωπολογική και κοινωνιακή σταθερά», έχει ενδιαφέρον να δούμε πώς άλλαξε η δοσολογία των συστατικών του στο πέρασμα από τον «πολιτικό εμπειρισμό των παραδοσιακών κοινωνιών στην ιδεολογική πολιτική των νεοτερικών κοινωνιών».

Στην παραδοσιακή κοινωνία οι αφαιρέσεις έρχονται εκ των υστέρων να εκλογικεύσουν την εμπειρία και είναι μεταφυσικές. Δεν υπόσχονται αλλαγές και εγκόσμιες ουτοπίες. Στη νεοτερικότητα, αντίθετα, οι αφαιρέσεις έχουν έναν ενεργόφιλο χαρακτήρα. Δεν ερμηνεύουν απλώς τον κόσμο, αλλά υπόσχονται σε εκείνους που τις ασπάζονται πως θα τους απαλλάξουν από τα δεινά του. Βασικό τους χαρακτηριστικό αποτελεί ακριβώς αυτή η υπόσχεση αλλαγής προς το καλύτερο και δικαιότερο, η υπόσχεση συνολικής αναμόρφωσης του κόσμου βάσει αφηρημένων αρχών. Με αυτή την έννοια, γίνεται πιο κατανοητή η φράση του Αϊζάια Μπερλίν που αποθησαυρίζει ο Λέκκας, σύμφωνα με την οποία «η πραγματική αξία των ιδεολογιών είναι ότι έχουν διευρύνει με τόσο θαυμαστό τρόπο τους ορίζοντες της φαντασίας μας για τις ανθρώπινες δυνατότητες». Με την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, η πίστη στις ιδεολογίες δοκιμάζεται, αλλά ο άνθρωπος εξακολουθεί να βλέπει τον κόσμο μέσα από το πρίσμα τους.
 

Με τον όρο «αφαίρεση», λοιπόν, εννοούμε κατά κύριο λόγο τις ιδεολογίες, ενώ με τον όρο «εμπειρία» την πολιτική πρακτική. Στις παραδοσιακές κοινωνίες, λέει ο Λέκκας, οι αφαιρέσεις σχετίζονται με δοξασίες μεταφυσικού χαρακτήρα και αποτυπώνονται σε μυθολογίες και δόγματα. 

Μέσα στην φτώχεια, τις αρρώστιες, την ανισότητα, την ανελευθερία, τις προκαταλήψεις, την μοιρολατρία και τους περατούς ορίζοντες της κοινωνίας του, ο παραδοσιακός άνθρωπος νιώθει παρά ταύτα ριζωμένος στον περιορισμένο μικρόκοσμό του και ζει με την σιγουριά ότι έχει ο ίδιος βαθιές και απρόσβλητες ρίζες. 

Στις σύγχρονες κοινωνίες, οι αφαιρέσεις είναι σαφώς εκκοσμικευμένες. Η τεχνολογία και η ορθολογικότητα δεσπόζουν, διατρέχουν κάθε πεδίο ανθρώπινης δράσης. Η μεγαλύτερη διαφορά, ωστόσο, ανάμεσα στην παράδοση και τη νεοτερικότητα συνίσταται στο γεγονός ότι στη μεν πρώτη το νόημα είναι ενιαίο, στη δε δεύτερη θρυμματίζεται. Η απαλλαγή από την παράδοση έχει βαθύ υπαρξιακό κόστος για τον σύγχρονο άνθρωπο, καθώς οδηγεί σε κατάρρευση όλων των βεβαιοτήτων του. Στην παράδοση, επομένως, οι αφαιρέσεις ισορροπούν με την εμπειρία, ενώ στη νεοτερικότητα της επιβάλλονται. Την πολιτική στην παραδοσιακή κοινωνία την καθοδηγεί η πρακτική εμπειρία, με τη μοιρολατρία που τη χαρακτηρίζει, και όχι οι αφηρημένες αρχές. 
 
Στην «Υπόθεση Τουλάγιεφ» του Βίκτορ Σερζ, μια σειρά ιδεολόγων που στις δίκες της Μόσχας βρέθηκαν να κατηγορούνται για ρεφορμισμό, οπορτουνισμό, προδοσία, αποδέχονται κατηγορίες και ομολογούν εγκλήματα που δεν είχαν διαπράξει, για να μη ρίξουν νερό στο μύλο του εχθρού –τις καπιταλιστικές κοινωνίες της Δύσης– με τη μη ομολογία τους. Θυσιάζονται, και η θυσία τους θυμίζει τη θυσία μαρτύρων που δίνουν τη ζωή τους στο όνομα της θρησκείας τους, αφού βασικά χαρακτηριστικά τους αποτελούν η προσωπική αυταπάρνηση και ο ιδεολογικός ασκητισμός. Δικαίως ο Παντελής Λέκκας μάς θυμίζει την άποψη του Νίτσε, σύμφωνα με την οποία «ο μηδενισμός του τύπου της Αγίας Πετρούπολης, δηλαδή η πίστη στην μη πίστη μέχρι σημείου μαρτυρικού θανάτου δηλώνει, πάντοτε και πάνω από όλα, την ίδια την ανάγκη της πίστης». Το ίδιο συμβαίνει και στο μυθιστόρημα «Το μηδέν και το άπειρο» του Άρθουρ Κέσλερ, που φέρνει ως παράδειγμα ο συγγραφέας. Η φορμαλιστική θεώρηση του φαινομένου των ιδεολογιών μπορεί εδώ να επιτρέψει να διακρίνουμε ομοιότητες μεταξύ αυτών και των θρησκειών. 
 
Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με συστήματα που ορίζουν τη σκέψη και δράση του ανθρώπου και προσπαθούν να κατανοήσουν και να ερμηνεύσουν τον κόσμο. Και στις δύο περιπτώσεις, πιστοί και ιδεολόγοι προσπαθούν να εξηγήσουν το φυσικό κακό, λέει ο Λέκκας. Κοιτούν στο παρελθόν, επισημαίνοντας αμαρτήματα και λάθη, και προσβλέπουν στο μέλλον, για μια λυτρωτική λύση. Φαίνεται πως ο μόνος χρόνος για τον οποίο αδιαφορούν είναι ο παρών. Αυτό που υπόσχεται η θρησκεία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί σε τούτη τη ζωή. Αντίθετα, αυτό που υπόσχεται η ιδεολογία είναι μια εγκόσμια αλλαγή με αμιγώς πολιτικό περιεχόμενο, στόχους και μεθοδολογία. Ο μέλλων χρόνος είναι αυτός που ευαγγελίζεται μια λυτρωτική λύση, η νοηματοδότησή του όμως είναι διαφορετική σε κάθε περίπτωση.

Μετά την πτώση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού οι μεγάλες αφηγήσεις επλήγησαν και αποδείχτηκε περίτρανα πως πράγματι «όλα τα ζώα είναι ίσα, αλλά μερικά ζώα είναι πιο ίσα από τα άλλα». Φαίνεται πως με ατελή εργαλεία –δηλαδή ανθρώπινα κατασκευάσματα– δεν μπορεί να προκύψει μια τέλεια κοινωνία. Η ουτοπία στην πραγματικότητα, όπως και στη λογοτεχνία, μετατρέπεται σε δυστοπία. Ο σύγχρονος άνθρωπος, λοιπόν, στέκεται πιο επιφυλακτικός απέναντι στις ιδεολογίες. Ωστόσο, εξακολουθεί να ασπάζεται αφηρημένες αρχές και να θεάται τη ζωή του μέσα από αφαιρέσεις.
 

Και τι συνέβη στις περιπτώσεις εκείνες όπου οι ιδεολογίες του δυτικού κόσμου επιβλήθηκαν ως πανάκεια σε κράτη της Ανατολής που είχαν συνηθίσει να λειτουργούν εμπειρικά; Κυριάρχησαν οι αφαιρέσεις σε κοινωνίες όπου ο ρόλος της πολιτικής ήταν υποβαθμισμένος και αντιμετωπιζόταν σαν απωθητική αναγκαιότητα, με αποτέλεσμα την επιβολή καθεστώτων καταδικασμένων στην αστάθεια.
Αν υποθέσουμε ότι οι ιδεολογίες αποβλέπουν στην ανάληψη της εξουσίας, πρέπει να δούμε πώς ορίζεται αυτή. Οι σύγχρονες ιδεολογίες αναφέρονται στην εξουσία που, σύμφωνα με τον συγγραφέα, στις νεοτερικές κοινωνίες λειτουργεί πολύ πιο συγκεντρωτικά απ' ό,τι στις αυταρχικότερες παραδοσιακές. Ο πολίτης και του δημοκρατικότερου έθνους-κράτους εξαρτάται απόλυτα από αυτό: στο κράτος πληρώνει τους φόρους του, στο κράτος εμπιστεύεται τη μόρφωση των παιδιών του, εναποθέτει την ασφάλεια και την περίθαλψή του. Το κράτος υπάρχει σε κάθε πτυχή της ζωής του. Εύστοχη είναι η παρατήρηση του Παντελή Λέκκα ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, το κράτος στις νεοτερικές κοινωνίες διαδραματίζει τον ρόλο που παίζει ο Θεός στις παραδοσιακές· «δίκης ὀφθαλμός ὅς τά πάνθ' ὁρᾷ».

Πώς εξηγείται, όμως, το γεγονός ότι οι ιδεολογίες, ενώ είναι όλες τους λογικές, βρίσκονται σε λογική σύγκρουση μεταξύ τους; Ο ιδεολογικός τρόπος σκέπτεσθαι και πράττειν είναι πράγματι απόλυτα λογικός, όπως απόλυτα λογική είναι και η επιχειρηματολογία της κάθε ιδεολογίας. Η εμπιστοσύνη στην εργαλειακότητα της λογικής από τη μια και η πίστη στην ηθική ανωτερότητα των ιδεολογικών μας αφαιρέσεων μπορούν να ερμηνεύσουν τον δογματισμό και του πιο ευγενούς ιδεολόγου, όπως και τη δυσφορία που μας προκαλούν οι ιδεολογικές εμμονές των άλλων, για να επιστρέψουμε στην αφετηρία μας; Είχε δίκιο βεβαίως ο Αριστοτέλης όταν έλεγε πως ο άνθρωπος είναι «ἔλλογο ὄν». Εκτός όμως από έλλογο, είναι και άλογο (ὄν), με ένστικτα και πάθη. Η απολυτότητα της λογικής δεν αποτελεί κλειδί του παραδείσου.

Όλοι έχουμε συνείδηση του γεγονότος ότι κάποια στιγμή η ανθρώπινη ιστορία υπέστη μια ριζική τομή. Άλλοι τοποθετούν την αλλαγή στην εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο, άλλοι στην Αναγέννηση, τη Θρησκευτική Μεταρρύθμιση, τον Διαφωτισμό, τη Γαλλική ή τη Βιομηχανική Επανάσταση. Το ενδιαφέρον και οι αναζητήσεις του ερευνητή τοποθετούν το ορόσημο κάθε φορά σε άλλο σταθμό. Οι στοχαστές μπορεί να ερίζουν, αλλά μοιάζει αρκετά πειστική η άποψη πως ο Καλβίνος ήταν ο πρώτος ιδεολόγος. Ανεξάρτητα, πάντως, από το πού τοποθετείται η τομή, αναμφισβήτητα συνιστά ιστορική αλλαγή. Είναι η μετατροπή του παλιού σε νέο, ή αλλιώς η μετατροπή της «κοινότητας» σε «κοινωνία». Η κοινότητα είναι ατελής, λειτουργεί εμπειρικά και χαρακτηρίζεται από ανισότητες στο εσωτερικό της, αφού στη λειτουργία της κυριαρχούν οι οικονομικές, πολιτικές και πνευματικές ελίτ, οι λογιών λογιών συντεχνίες.

Με λίγα λόγια, θα λέγαμε πως στην παράδοση όλα είναι μυστηριώδη και συνάμα οικεία. Η καθημερινότητα είναι επενδεδυμένη με δεδομένα και σταθερά νοήματα, και μάλιστα κληροδοτημένα. Στην παραδοσιακή κοινωνία η πολιτική καθοδηγείται από την πρακτική εμπειρία και όχι τις αφηρημένες αρχές, ενώ τόσο η κοινωνική θέση των μελών της όσο και ο κοινωνικός ρόλος τους έχουν προκαθοριστεί με σαφήνεια. Στη νεοτερική κοινωνία, από την άλλη, όλα είναι θαμπά και αβέβαια. Όταν εξετάζουμε τις κοινότητες του παρελθόντος μέσα από τον φακό του παρόντος, τότε οπωσδήποτε μοιάζουν ανελεύθερες και σκοταδιστικές.

Στις παραδοσιακές κοινωνίες, επισημαίνει ο Παντελής Λέκκας, τα μέλη της κοινότητας μοιάζουν μεταξύ τους παρά τις επιμέρους διαφορές. Και μοιάζουν γιατί μοιράζονται τις ίδιες απόψεις για τη ζωή και τον θάνατο, διαποτισμένες με το στοιχείο της θρησκευτικότητας, που αποτελεί στοιχείο συνεκτικό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να υποστηρίζει ή και να εχθρεύεται ένα καθεστώς. Στις σύγχρονες κοινωνίες η θρησκεία είναι ένα πολιτισμικό προϊόν και αποτελεί πια επιλογή. Αποδεσμευμένος από το πεπρωμένο του, ο σύγχρονος άνθρωπος αισθάνεται ανασφαλής και μόνος. Εκκοσμίκευση και εξατομίκευση είναι έννοιες αλληλένδετες και εξηγούν την υπαρξιακή μας αγωνία.

Η χειραφέτηση του ανθρώπου τον καταδικάζει στην αυτογνωσία «είτε τη βιώνει ως συναρπαστική ευκαιρία ή ως εφιαλτικό όνειρο».

Σ' αυτό το εξατομικευμένο περιβάλλον οι ιδεολογίες έχουν ρόλο παραμυθιακό, αποτελούν «νάρκης του άλγους δοκιμές», για να θυμηθούμε τον καβαφικό στίχο. Γι' αυτό το λόγο, άλλωστε, αναφέρονται και ως κοσμικές ή εγκόσμιες θρησκείες.

Υπάρχουν πολλοί σταθμοί στην ιστορία που αποτέλεσαν ορόσημα στη μετάβαση από τη νεοτερική στη μετανεοτερική κοινωνία. Μεταξύ άλλων, αναφέρονται το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η επικράτηση του καπιταλισμού, η εκλογή της Μάργκαρετ Θάτσερ στο Ηνωμένο Βασίλειο και η διάλυση του κοινωνικού κράτους, η σύγχρονη ηλεκτρονική επικοινωνία και κοινωνική δικτύωση, το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. Βασικό χαρακτηριστικό του μετανεοτερικού κόσμου είναι η αποϊδεολογικοποίησή του. Η μοναδική από τις ιδεολογίες που φαίνεται να επιμένει και να επανέρχεται είναι ο εθνικισμός. Κατά τ' άλλα, η εμπειρία φαίνεται μάλλον να κερδίζει έδαφος σήμερα και ο σύγχρονος άνθρωπος επιζητά να επιστρέψει στην παράδοση με πολλούς τρόπους. Χθόνιες μετακουλτούρες, οικολογισμοί, θρησκείες, ισλαμικοί και προτεσταντικοί φονταμενταλισμοί, επιστροφή σε μορφές κοινοτισμού, όλα δείχνουν την αγωνία του μεταμοντέρνου υποκειμένου να επιχειρήσει νέες «νάρκης του άλγους δοκιμές». 
 
Αν ο σύγχρονος άνθρωπος παραμένει ένας τραυματισμένος νοσταλγός της παράδοσης και η ιδεολογία δεν προσφέρει παρηγοριά πια, σε τι απομένει να πιστέψουμε; 

***

[1] Παντελής Λέκκας, Αφαίρεση και εμπειρία: Μια φορμαλιστική προσέγγιση του ιδεολογικού φαινομένου, Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2012.
[2] Στην εικονογράφηση έργα του Ralph Steadman.

Κυριακή, 1 Απριλίου 2018

Οδοιπορικό στη Θράκη: Ψέματα κι αλήθειες για εθνικώς εορτάζοντες


Το οδοιπορικό μας στην Θράκη ξεκίνησε τις παραμονές της εθνικής γιορτής. Για την ακρίβεια, η 25η Μαρτίου έπεφτε Κυριακή, οπότε στα σχολεία της χώρας η μέρα γιορτάστηκε από την Παρασκευή. Σε ένα δημοτικό σχολείο της Ορεστιάδας, οι δάσκαλοι είχαν ετοιμαστεί, μαθητές και μαθήτριες φόρεσαν παραδοσιακές φορεσιές, φέσια και φουστανέλες, χωρίστηκαν σε Έλληνες και Τούρκους και ήταν έτοιμοι για την αναπαράσταση. 

Η περιοχή της Θράκης, βέβαια, μικρή σχέση έχει με την Eπανάσταση του 1821, αλλά η ακριτική τοποθεσία, η γειτνίασή της με την Τουρκία, τα γεγονότα της επικαιρότητας εμπνέουν στους κατοίκους της πατριωτικό αίσθημα και ζήλο. Οι πανηγυρικοί λόγοι -πράγμα που δε συνηθίζεται και τόσο στα σχολεία της Αθήνας- θυμίζουν άλλες εποχές, το περιεχόμενό τους επίσης. Τα χειροκροτήματα είναι κατά τι δυνατότερα, η συγκίνηση των θεατών κατά τι εντονότερη. 

Η γιορτή του σχολείου τελείωσε με τις μικρές μαθήτριες να χορεύουν το Ζάλογγο, μεταμφιεσμένες σε Σουλιώτισσες. Αποφασισμένες να πεθάνουν παρά να πέσουν στα χέρια του Τούρκου, κρατούσαν στην αγκαλιά τους πλαστικές κουκλίτσες-μωρά και στο τέλος έπεφταν από μια εξέδρα που στήθηκε ειδικά για να παίξει το ρόλο του γκρεμού. Ιστορίες που επιβιώνουν και δύσκολα ξεριζώνονται, συχνά αναπαράγονται και σφυρηλατούν συνειδήσεις στην παραμεθόριο χώρα. Λειτουργούν ως συνεκτικοί αρμοί και παραμένουν σε ετοιμότητα για κάθε παρόμοια περίπτωση και χρήση. 

Κατά τα άλλα, η Εγνατία έχει φορέσει κι αυτή τα γιορτινά της. Σημαίες παντού, δίνουν μια άλλη όψη στο υγρό της τοπίο. Κάθε χωριό είναι σημαιοστολισμένο, στο Σουφλί οι σημαίες φαίνονται αρκετά πριν από την είσοδο του επισκέπτη στην πόλη. Στις όχθες του Άρδα, στον Έβρο, στον Ερυθροπόταμο, σε κάθε κιόσκι ανεμίζει μια γαλανόλευκη.

Ανήμερα γίνονται οι παρελάσεις. Αλλού στρατιωτικές, αλλού μαθητικές. Στεφάνια, λόγοι με αναφορές σε κινδύνους που ελλοχεύουν, στα σύνορα, σε απειλές, σε γείτονες που μας εχθρεύονται. Και κοντά σ' αυτά, σημαίες μικρές, σημαίες μεγάλες,  σημαίες πλαστικές και υφασμάτινες. Ο κόσμος τις αγοράζει μαζί με παιδικά παιχνίδια-ρόδες, μπαλόνια με τον Μπομπ Σφουγγαράκη και την Ντόρα την εξερευνήτρια. Τις βλέπεις στα αυτοκίνητα, στα μπαλκόνια, στα χέρια του κόσμου, στα καρότσια. Συχνά ακούς τις παραινέσεις των γονιών, που διδάσκουν στα παιδιά πώς να τις κρατούν, να έχουν τα χέρια ψηλά, να τις ανεμίζουν περήφανα. Όταν το κάνουν σωστά, τα ανταμείβουν με μαλλί της γριάς, γλειφιτζούρι κοκκοράκι, ποπ-κορν ή αυτά τα λούτρινα σκυλάκια που κουνούν το κεφάλι τους στο παρμπρίζ των αυτοκινήτων. 

Αυτή είναι η εθνική γιορτή. Κι εσύ, επισκέπτης από την Αθήνα την περιφρονείς, σου φαίνεται υπερβολική, αναρωτιέσαι για το νόημα των παρελάσεων, αμφιβάλλεις, προσβάλλεται η αισθητική σου -η καλαισθησία δηλαδή που οπωσδήποτε σε διακρίνει-, μέσα σου ειρωνεύεσαι, ανταλλάσσεις σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με φίλους που μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα. Και επιστρέφεις θέλοντας να γράψεις ένα κείμενο κι ανήμερα Πρωταπριλιά αναρωτιέσαι για ψέματα κι αλήθειες. Και καταλήγεις σε μια μόνο σιγουριά: Αυτά τα 700 χιλιόμετρα που χωρίζουν την Αθήνα από τον Έβρο δεν είναι σκέτος δρόμος. 

***


Τετάρτη, 28 Μαρτίου 2018

Οδοιπορικό στη Θράκη: για αναγνώστες και βιβλιόφιλους

Ο φάρος της Αλεξανδρούπολης

Ένα οδοιπορικό στη Θράκη στα μέσα του Μάρτη είναι ό,τι πρέπει για να καταλάβει κανείς τις δυσκολίες της ζωής στη Βόρεια Ελλάδα. Αφήνεις την ανοιξιάτικη Αθήνα, τις ηλιόλουστες γειτονιές που μοσχοβολούν από τα άνθη της νερατζιάς, τις γλυκές νύχτες και τα ελαφρά ρούχα, και καταλαβαίνεις πως αυτή η διαδρομή 700 χιλιομέτρων δε διασχίζει μόνο τον χώρο, αλλά και τον χρόνο. Όσο προχωράς βορειότερα, επιστρέφεις στον χειμώνα.

Πελαργοί στο Σουφλί
Στην Ξάνθη, οι καταιγίδες δε σταματούσαν παρά για λίγα μόνο λεπτά. Στο Δέλτα του Έβρου, οι βαρκάρηδες είχαν δέσει τις βάρκες τους και δεν το κουνούσαν ρούπι λόγω του αέρα. Στις όχθες του Άρδα, τα πόδια όποιου τολμούσε να αποπειραθεί έναν περίπατο στην παγωνιά βούλιαζαν στη λάσπη. Στο δάσος της Δαδιάς, τα πουλάκια και οι μαυρόγυπες δεν πλησίαζαν από το κρύο... Μόνο λίγοι πελαργοί στο Σουφλί και την Ορεστιάδα είχαν χτίσει τις φωλιές τους πάνω στις κολώνες της ΔΕΗ και, κουλουριασμένοι ο ένας πλάι στον άλλο, αντιμετώπιζαν μ' αγκαλιές την κακοκαιρία. Οπότε, το τριήμερο δεν προσφερόταν για φυσιολατρικές δραστηριότητες και εξορμήσεις. Η αρχιτεκτονική των πόλεων όμως -που σφύζουν από φοιτητές-, η παλιά πόλη της Ξάνθης, ο τούρκικος μαχαλάς στην Κομοτηνή, τα χιονισμένα Πομακοχώρια, αποζημιώνουν και τον πιο κακομαθημένο επισκέπτη.

Όταν κι αυτά τελειώσουν, για άλλη μια φορά σκέφτεσαι: ευτυχώς που υπάρχει το διάβασμα. Από αυτή την άποψη, η Αλεξανδρούπουλη ήταν η πιο ευχάριστη έκπληξη της εκδρομής. Μια φοιτητούπολη που βλέπει τη θάλασσα και κρύβει πάμπολλες εκπλήξεις για τους φίλους της (ανά)γνωσης. 

La maison d' Antoinette
Στο κέντρο της πόλης, ένα μικρό ξύλινο σπιτάκι που θυμίζει σαλέ, και θα ταίριαζε περισσότερο σε ορεινό χωριό παρά σε παραθαλάσσια πόλη, είναι το πρώτο πράγμα που κινεί το ενδιαφέρον ενός περίεργου επισκέπτη. Πρόκειται για το σπίτι της Αντουανέττας ("La maison d' Antoinette"), που στεγάζει σήμερα τον Σύλλογο Ελληνογαλλικής Φιλίας Αλεξανδρούπολης. Το σπιτάκι δώρισε στην πόλη η Αντουανέττα Δεμτσάν (1918-2002), που υπήρξε η πρώτη δασκάλα γαλλικής γλώσσας στην Αλεξανδρούπολη. Ο χώρος δωρίστηκε στον Δήμο με διαθήκη, αλλά και με την προϋπόθεση να λειτουργήσει ως κέντρο ανάπτυξης γλωσσών και πολιτισμών ή ως δανειστική βιβλιοθήκη. Σήμερα είναι και τα δυο. "Ο Σύλλογος έχει ως στόχο την ανάπτυξη της ελληνογαλλικής φιλίας, καθώς και την προώθηση της γαλλικής γλώσσας και του γαλλικού πολιτισμού μέσα από πολιτιστικές εκδηλώσεις, εκπαιδευτικές δραστηριότητες και προγράμματα. Συχνά συνεργάζεται με άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς της ευρύτερης περιοχής, με σκοπό το άνοιγμα στην κοινωνία. Κάποιες δραστηριότητές του στηρίζει η γαλλική πρεσβεία και το γαλλικό προξενείο Θεσσαλονίκης".

La maison d' Antoinette
Συγκεντρώθηκαν 3000 τίτλοι βιβλίων με τη βοήθεια της εταιρείας  «Φίλοι χωρίς σύνορα» που εδρεύει στη Γαλλία, ενώ 1000 βιβλία προσφέρθηκαν και από τη Νομαρχία της Νορμανδίας. Μια Γαλλίδα βιβλιοθηκονόμος ανέλαβε την αρχειοθέτηση των βιβλίων, ώστε η βιβλιοθήκη να λειτουργήσει ως δανειστική. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ένα κοινό φροντιστήριο. Άλλωστε, οι εργαζόμενοι στον χώρο είναι είτε φοιτητές είτε διορισμένοι καθηγητές και καθηγήτριες που στόχο έχουν να μεταφέρουν λίγο γαλλικό άρωμα στην εβρίτικη πόλη και να προωθήσουν τη γαλλομάθεια. Οργανώνουν σεμινάρια και συνέδρια, παρουσιάσεις βιβλίων, "γιορτές κρέπας" και πολλά πολλά άλλα. Εγώ πέτυχα την παρουσίαση ενός εκπαιδευτικού βιβλίου με πολλά επιτραπέζια παιχνίδια για μικράκια.  Να πω πάντως πως τα ράφια με τα εικονογραφημένα βιβλία και τα εφηβικά μυθιστορήματα ήταν πολύ πλούσια, ενώ στους τοίχους μπορούσε κανείς να διαβάσει φράσεις από σπουδαία κλασικά μυθιστορήματα. 


Δημοτική Βιβλιοθήκη
Πέρα από το σπίτι της Αντουανέττας, η Αλεξανδρούπολη έχει και μια υποδειγματική Δημοτική Βιβλιοθήκη που προσελκύει αρκετούς νέους της περιοχής, λόγω του φιλικού προσωπικού και της αισθητικής του χώρου. Η βιβλιοθήκη στεγάζεται στο παλιό "Καπνομάγαζο" του Δεδέαγατς που χτίστηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και αργότερα λειτούργησε ως Εκπαιδευτήριο. Το κτίριο χρησιμοποιήθηκε με πολλούς τρόπους: στέγη για τους πρόσφυγες από την Ανατολική Θράκη το 1922, χώρος επεξεργασίας και εμπορίας καπνού από τη γαλλική εταιρεία "Compagnie Generale de Tabac" το 1924, φυλακή στη περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου, αποθήκη αγροτικών προϊόντων από το 1950, βιβλιοθήκη από το 2016 και μετά. Το κτίσμα είναι πέτρινο, τα γυάλινα χωρίσματα κάνουν τον χώρο να φαντάζει μεγάλος και φωτεινός, ενώ στο υπόγειο λειτουργεί ένα καφενεδάκι όπου ακούγεται ωραία μουσική και φιλοξενείται περιοδικός και τοπικός τύπος. 

Καφέ στο υπόγειο της Δημοτικής Βιβλιοθήκης

Καφέ "Kafka"
Για όσους αγαπούν την ατμοσφαιρική μουσική και το διάβασμα, υπάρχει επίσης και το καφέ "Kafka", που μου έκανε εντύπωση όχι τόσο για την ποικιλία των τίτλων -πόση μπορεί να είναι άλλωστε σ' ένα μικρό καφεβιβλιοπωλείο και μάλιστα μιας επαρχιακής πόλης- όσο για τις επιλογές του υλικού και τα προτεινόμενα λευκώματα στα τραπεζάκια. Μεταξύ άλλων, εντόπισα το λεύκωμα για τη ζωγραφική του Νικολάου Δραγούμη και ένα βιβλίο για το ζωγραφικό έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Στα ράφια των παιδικών και εικονογραφημένων είδα βιβλία του αγαπημένου μου Αντώνη Παπαθεοδούλου, και μια προτίμηση σε ξεχωριστούς εικονογράφους που έχουμε φιλοξενήσει ή πρόκειται σύντομα να φιλοξενήσουμε στο ιστολόγιο, όπως η Φωτεινή Τίκκου, η Ίρις Σαμαρτζή, ο Wolf Erlbruch, η Beatrice Alemagna και άλλοι. Την καλαισθησία της οικοδέσποινας τόσο στο βιβλίο όσο και στη μουσική, τις μυρουδιές, τα ροφήματα, νομίζω θα τη ζήλευαν πολλοί χώροι της Αθήνας. 

Εθνολογικό Μουσείο

Τελευταίος σταθμός σ' αυτή τη βόλτα ήταν το Εθνολογικό Μουσείο, που μπορεί να κρατήσει για ώρες το ενδιαφέρον οποιουδήποτε ασχολείται με τη λαογραφία, και ειδικότερα την παραδοσιακή ενδυμασία, το ύφασμα, την κοπτική και ραπτική τέχνη. Εκεί επίσης λειτουργεί ένα συμπαθέστατο καφενεδάκι που μοιράζεται τον ίδιο χώρο με το πωλητήριο του μουσείου.  
Η Αλεξανδρούπολη είναι όμορφη πόλη για να περάσει κανείς ένα τριήμερο. Και πολύ δύσκολη πόλη για να ζεις. Φυσάει απ΄το ποτάμι, φυσάει από τη θάλασσα, ο αέρας είναι παγωμένος, η υγρασία σού τρυπά τα κόκαλα. Όταν ο άνεμος είναι νοτιάς, η φουρτούνα σε μελαγχολεί σχεδόν ανεπανόρθωτα. Η θέρμανση καίει όλη μέρα, τα ρούχα δε στεγνώνουν ποτέ... 
Οι ανθισμένες μανόλιες στους δρόμους δίνουν λίγο χρώμα σ' αυτή την τόσο μουντή και ταυτόχρονα τόσο πολύχρωμη πόλη και σου θυμίζουν πως κάπου είναι Άνοιξη. 

***







Σάββατο, 17 Μαρτίου 2018

Benjamin Chaud - Μέρος 2ο: Οι μεγάλοι κλασικοί


Πόσο σίγουροι είμαστε πως "Οι άθλιοι" του Βικτόρ Ουγκό είναι ένα μυθιστόρημα για το καλό και το κακό; Μια εξιστόρηση των ναπολεόντειων πολέμων, μια επική περιγραφή της μάχης του Βατερλώ; Ο Benjamin Chaud δεν είναι καθόλου σίγουρος για το νόημα των κλασικών μυθιστορημάτων, και στην εικόνα που βλέπετε παραπάνω δίνει μια πιο σύγχρονη, και σίγουρα πιο χιουμοριστική πλευρά της "αθλιότητας" των ημερών μας.

Αναζητά τον έρωτα πίσω από τα μεγάλα λογοτεχνικά έργα, παίζει με τους τίτλους, μετατρέπει τα λογοπαίγνια σε εικόνες και κάπως έτσι μας δίνει μια δική του εκδοχή του "Κόκκινου και του μαύρου"...


'Η του κλασικού μυθιστορήματος του Τολστόι "Πόλεμος και ειρήνη"...


 Μας συμβουλεύει πώς μπορούμε να ταξιδέψουμε στην "άκρη της νύχτας"...


Ή να κάνουμε "κάλεσμα στην άγρια φύση"...


Λύνει το αίνιγμα πολλών αναγνωστών για το πώς ο άνθρωπος του Μαρσέλ Αιμέ περνούσε μέσα από τους τοίχους...


Ζωγραφίζει τη Σόνια και τον Ρασκόλνικοφ να εγκληματούν και να αυτοτιμωρούνται...

 
Μας βοηθά να καταλάβουμε τι λέγανε βραδιάτικα ο Ρωμαίος και η Ιουλιέτα στον μικροσκοπικό τους εξώστη... 

 
Τι συνέβη στο "Μοναστήρι της Πάρμας"...

 
Πόσο μεγάλες ήταν οι προσδοκίες των ηρώων του Ντίκενς...

 
Πώς διάλεξε ο Κύριος την όμορφή του...

 
Και επιτέλους προτείνει έναν τρόπο στην Έμμα Μποβαρί, ώστε να πάψει να βαριέται και να σώσει τον γάμο της...

 
Από τον καιρό του Οδυσσέα...

 
Μέχρι την εποχή του Λούκι Λουκ...


...οι άνθρωποι το ίδιο πράγμα έχουν στο μυαλό τους! Τς τς τς.

***



Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2018

Benjamin Chaud - Μέρος 1ο: Έρωτά μου, έρωτά μου


Ο Benjamin Chaud είναι από τους πιο νέους και πιο ταλαντούχους εικονογράφους της Γαλλίας. Έγινε γνωστός και στη χώρα μας με τα "Ακροβατικά για αρκούδες" που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κόκκινο. Οι μικρές καφετιές αρκούδες αποτελούν σήμερα σήμα κατατεθέν της ζωγραφικής του.  Πέρα από την αγάπη του για τα παιδιά, όμως, o Benjamin χαρακτηρίζεται από δύο ανεκτίμητες αρετές: γερές δόσεις χιούμορ και βαθιά σοφία. Γνωρίζει καλά πως τις περισσότερες φορές τα παραμύθια άλλα λένε και άλλα εννοούν, λειτουργούν βαθιά στο υποσυνείδητο του ανθρώπου και μεταφέρουν γνώσεις που μετράνε πολλές γενιές πίσω. Και γνωρίζει και κάτι ακόμη: πως καμιά δύναμη στη ζωή δεν έχει την ορμή και την ομορφιά του έρωτα. 

Ξεκίνησε λοιπόν μια σειρά με τίτλο "La vérité sur les contes de fée" (H αλήθεια πίσω από τα παραμύθια) και του είμαι πραγματικά ευγνώμων, γιατί παρατηρώντας τις εικόνες του μου λύθηκαν απορίες για λογιών λογιών παραμύθια που μέχρι πρόσφατα τα ένιωθα ακατανόητα. Ρίχνοντας μια ματιά στις εικόνες λοιπόν, μπορούμε εύκολα πια να καταλάβουμε...

Γιατί ο πρίγκιπας ξεχώρισε τη Σταχτοπούτα από όλα τα κορίτσια του χορού; 



Γιατί η Χιονάτη περνούσε τόσο όμορφα τις μέρες της πλάι στους εφτά νάνους; 



Πώς το κοριτσάκι με τα σπίρτα και ο Πινόκιο γίναν φίλοι; 


Πώς είναι δυνατόν μια πριγκιποπούλα να ερωτευτεί έναν βάτραχο; (Έτσι:)


 Ή μήπως έτσι; 


 Ή μάλλον έτσι; 


Γιατί η μικρή σειρήνα εγκατέλειψε τη θάλασσα; 


Γιατί άρεσε ο πάγος στη βασίλισσα του χιονιού; 


Σε τι χρησίμευε ο καρυοθραύστης; 



Γιατί άφηνε μακριά τα μαλλιά της η Ραπουνζέλ; 



Γιατί οι πριγκίπισσες αγαπούν τους μονόκερους; 


Πώς και μεγάλωσε τόσο γρήγορα η φασολιά του Τζακ; 



Και κάτι τελευταίο, που έσπαγα τόσα χρόνια το κεφάλι μου να το κατανοήσω. Απ' όλα τούτα τα παραμύθια ποτέ μου δεν κατάλαβα την "πριγκίπισσα και το μπιζέλι". Με εκνεύριζε που μια βασιλοπούλα δε φτάνει που βρέθηκε σε ξένο τόπο και τη φιλέψανε και την κοιμίσανε, δεν μπόρεσε να την πάρει ο ύπνος επειδή κάτω από δεκάδες στρώματα κρυβόταν ένα μπιζελάκι. Και σα να μην έφτανε που η κακομαθημένη δεν κοιμήθηκε, είχε και μούτρα την άλλη μέρα να το πει! Μα φαίνεται πως ο Γάλλος εικονογράφος καταλαβαίνει τις γυναίκες καλύτερα απ' ό,τι καταλαβαίνουν οι ίδιες τον εαυτό τους. Δεν της έφταιγε το μπιζελάκι. Είχε κάψες η καημενούλα και δεν έκλεισε μάτι!


Γι' αυτό ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέφει στα παραμύθια σε κάθε ηλικία. 

***