Παρασκευή, 23 Σεπτεμβρίου 2016

Αφίσες #8: Μια βραδιά στο θέατρο με τον Witold Gombrowicz

Plakat Mieczysłwa Górowskiego do wystawy "Gombrowicz w teatrze", Sandomierz, 1986

Πολωνικές αφίσες για έργα του Witold Gombrowicz που ανέβηκαν στο θέατρο...


 

 "The Marriage" (Leszek Zebrowski, 2004)

 

 
"The Possessed" (Leszek Zebrowski, 1987)

 

 

"Transatlantyk" (Tomasz Boguslawski, 2003)
"Pornography" (Jerzy Czerniawski, 2008)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

   

 

 

"Ferdydurke"  (Leszek Zebrowsk, 1997)

 

 

 Exhibition of posters "Gombrowicz in Theatre" (Mieczyslaw Gorowski, 2004)

 

"Historia" (Stasys Eidrigevicius1991)
"Historia" (Tomasz Boguslawski 2010)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


"Ferdydurke" (Jerzy Czerniawski, 1993)

 

***

Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

"Έθιμα ταφής": ένα σκοτεινό γράμμα αγάπης στην Ισλανδία




They say it's the last song,
they don't know us you see.
It's only the last song if we let it be.

"Dancer in the Dark", Lars von Trier (2000) 


[...] είμαστε όλοι φλόγες κεριών που φέγγουν θαμπά, τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι και στο φύσημα του αέρα, και μέσα στην ησυχία της κάμαρας ακούω βήματα, βήματα τρομερά που έρχονται, έρχονται να με σβήσουν και να διώξουν τη ζωή μου μακριά από μένα σε μια γκρίζα τολύπα καπνού. Θα χαθώ, θα σκορπίσω στον αέρα και στη νύχτα[1] 

Στα "Έθιμα ταφής" η νεαρή συγγραφέας Χάνα Κεντ αφηγείται την ιστορία της Άγκνες Μάγκνουσντότιρ, τελευταίας κατάδικης που εκτελέστηκε στην Ισλανδία. Η Άγκνες κατηγορήθηκε για τον φόνο δύο αντρών και εκτελέστηκε το 1829. Βασισμένο σε πραγματικά γεγονότα, το μυθιστόρημα αποτυπώνει τη διφορούμενη φύση της γυναίκας που άλλοι θεώρησαν έκλυτη και άλλοι αντιμετώπισαν ως μάγισσα. Παράλληλα, διεισδύει στην ψυχολογία κάθε θανατοποινίτη, ξεσκεπάζοντας τις συνθήκες του σωφρονιστικού συστήματος του 19ου αιώνα. 

Υπάρχουν στιγμές που αναρωτιέμαι μήπως έχω κιόλας πεθάνει. Δεν είναι ζωή αυτήνα περιμένω στο σκοτάδι, στη σιωπή, σ' ένα δωμάτιο τόσο βρωμερό και τρισάθλιο, που έχω ξεχάσει τη μυρωδιά του καθαρού αέρα. Το καθίκι κοντεύει να ξεχειλίσει από τις ακαθαρσίες μου, τόσο που αν δεν έρθει κάποιος σύντομα να τ' αδειάσει, θ' αρχίσει να χύνεται κατάχαμα. 
Πότε ήρθαν τελευταία φορά; Όλα έχουν γίνει μια νύχτα πια. 

Μετά την καταδίκη της, και ώσπου να οριστεί η ημερομηνία εκτέλεσής της, η Άγκνες  επιλέγει  έναν εφημέριο που θα αναλάβει την καθοδήγησή της, ώστε η ψυχή της να επιστρέψει στους κόλπους του Θεού. Μέχρι να εκτελεστεί, θα φιλοξενηθεί στο υποστατικό μιας οικογένειας αγροτών. Την αποκαλούν "φόνισσα" και την αντιμετωπίζουν σαν δολοφονικό οικόσιτο ζώο. 

Αφότου αποφάσισαν ότι θα φύγω, οι άντρες του Στόρα Μποργκ μου δένουν τα πόδια το βράδυ, όπως κάνουν με τα άλογα∙ για να 'ναι σίγουροι ότι δεν θα το σκάσω. Φαίνεται ότι μέρα τη μέρα που περνάει, γίνομαι όλο και πιο ζώο στα μάτια τους: ένα ζωντανό με άδειο βλέμμα, που πρέπει να το ταΐσουν αποφάγια και να το προστατέψουν από την παγωνιά. Μ' αφήνουν στα σκοτεινά, μου αρνούνται το φως και τον αέρα. Κι όταν είναι να με μετακινήσουν, με δένουν και με πάνε όπου θέλουν. 

Αρχεία και μαρτυρίες στα οποία είχε πρόσβαση η συγγραφέας ενσωματώνονται στο μυθιστόρημα ως διαφορετικά είδη αφήγησης. Επίσημα έγγραφα και ιστορικά τεκμήρια συνδυάζονται με τη φωνή ενός αμέτοχου αφηγητή και τους εξομολογητικούς (μονο)λόγους της κατάδικης, που άλλοτε απευθύνονται στον εφημέριο και άλλοτε στον εαυτό της. Ο ταξιδιωτικός χαρακτήρας της ισλανδικής σάγκας εναλλάσσεται με αυτόν του κοινωνικού μυθιστορήματος. Η Άγκνες υπήρξε πρόσωπο-θρύλος στην Ισλανδία και η ατμόσφαιρα των θρύλων είναι και αυτή παρούσα. Ο κόσμος την βλέπει σαν πόρνη, σαν τρελή που στάζει αίμα από το στόμα της και τρώει χώμα, ενώ εκείνη μιλά για τον Νάταν -τον άντρα που δολοφόνησε- σαν να πρόκειται για μάγο που είχε κάνει συμφωνία με τον Διάβολο.

Η Άγκνες αισθάνεται ευγνώμων που επιστρέφει στις κοιλάδες για να δουλέψει, έστω και μελλοθάνατη. Οι ισορροπίες στην οικογένεια που την φιλοξενεί σιγά σιγά αλλάζουν. Οι σιωπές του παγωμένου αγροτόσπιτου, οι σχέσεις μεταξύ των μελών, οι σκληρές αγροτικές εργασίες, όλα μοιάζουν πιο υποφερτά. Τα γιατροσόφια για την ετοιμόγεννη γειτόνισσα, ο θερισμός και το αλώνισμα, το σφάξιμο των προβάτων, το γνέσιμο του μαλλιού, το χτύπημα του βούτυρου, οι περιγραφές των παγωμένων λόφων και της χιονοθύελλας, κάνουν τη ζωή στην Ισλανδία να φαίνεται σκληρή και κρύα, αλλά κάποτε κοντινή και οικεία.  
 
Ποιο ήταν τελικά το έγκλημα της Άγκνες; Που τόλμησε να αποτινάξει τα στερεότυπα; Που επιθύμησε τον έρωτα; Που πόθησε να αλλάξει τη θέση της στον κόσμο Που δε δέχτηκε ούτε τη στάμπα της νόθης ούτε το ρόλο της παραδουλεύτρας, ούτε τη κατηγορία της φόνισσας; Φόνισσα. Η λέξη μένει μετέωρη ανάμεσά μας. Βαριά. Δεν την παίρνει ο αέρας. Θέλω να κουνήσω το κεφάλι μου. Αυτή η λέξη δεν είναι για μένα, θέλω να πω. Δεν είναι δική μου, δεν μου ανήκει. Είναι μια λέξη που ανήκει σε άλλον. Μια ξένη λέξη. Αλλά τι νόημα έχει να τα βάζει κανείς με τις λέξεις;


O Ντοστογιέφσκι στον "Ηλίθιο" υποστηρίζει πως η θανατική ποινή αποτελεί ύβρη εναντίον της ανθρώπινης ψυχής και είναι τιμωρία δυσανάλογα φρικτότερη από το έγκλημα. Αν βάλεις έναν φαντάρο μπροστά σ' ένα κανόνι, μέχρι τη στιγμή που θα του ρίξεις ελπίζει ακόμα. Αν του διαβάσεις την καταδίκη του, τρελαίνεται από τον φόβο.
  
[...] Όταν ανέβαινε στο ικρίωμα έκλαιγε, ήταν άσπρος σαν το πανί. Είναι ποτέ δυνατό; Δεν είναι φρίκη; Όχι, πέστε μου, ποιος κλαίει από φόβο; Ως τα τότε νόμιζα πως από φόβο κλαίνε μόνο τα παιδιά, νόμιζα πως είναι αδύνατο να κλάψει ένας άνδρας που δεν έκλαψε ποτέ του, ένας άνδρας σαρανταπέντε χρονώ. Τι θα πρέπει να γίνεται εκείνη τη στιγμή στην ψυχή του, μέχρι ποιο σημείο τρόμου τη σπρώχνουν;[2]

Αυτός ο φόβος μπορεί να συγκριθεί μόνο με τον φόβο των πρωτόπλαστων μόλις μαθαίνουν πως είναι (πια) θνητοί και κάποια στιγμή θα πεθάνουν. Η 'Αγκνες είχε το θράσος να γευτεί τον καρπό της γνώσης και κηρύχθηκε έκπτωτη. Έκπτωτη, όμως,  από έναν κόσμο που έμοιαζε περισσότερο με κόλαση, παρά με παράδεισο. Συνοδευόμενη από τους ανθρώπους που τη φιλοξένησαν όσο βρισκόταν "μεταξύ θείας και ανθρωπίνης δικαιοσύνης" και ντυμένη με γιορτινή παραδοσιακή φορεσιά που βγαίνει από το οικογενειακό σεντούκι ειδικά για αποτελέσει τα ρούχα του "ταξιδιού" της, οδεύει προς τον τόπο της εκτέλεσης.  Δικαίως εκτελείται; 

Ο εφημέριος πιστεύει πως εν Θεώ υπάρχει αλήθεια. "Γνώσεσθε την αλήθειαν και η αλήθεια ελευθερώσει υμάς". Για την Άγκνες, όμως, η αλήθεια μοιάζει με τη γυαλάδα του πάγου. Πολύ εύθραυστη για να την εμπιστευτείς. 

***

[1] Χάνα Κεντ, Έθιμα ταφής (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου), Ίκαρος, Αθήνα 2015.
[2] Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, Ο ηλίθιος (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου), Εκδόσεις Γκοβόστης, Αθήνα 1991.  

 

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2016

Μια συγγραφέας, μια μπαλάντα, ένα καφενείο


We are torn between nostalgia  for the familiar
and an urge for the foreign and strange.
As often as not, we are homesick most
for the places we have never known.
Carson Mc Cullers
 
Το τζιν, τα τσιγάρα και η απόγνωση ήταν τα τρία συστατικά στα οποία η Κάρσον Μακ Κάλερς απέδιδε τη συγγραφική της επιτυχία. Μπορούσε να ζήσει μόνο με αυτά για ολόκληρες βδομάδες. Αγαπημένοι της συγγραφείς ήταν ο Ντοστογιέφσκι και η Κάθριν Μάνσφηλντ. Στα βιβλία έβρισκε τα πάντα. 'Τα βιβλία είναι νανούρισμα για κάθε αποκαμωμένο, βάλσαμο για κάθε πληγή, προστατευτική πανοπλία για όποιον φοβάται, καταφύγιο για όσους αναζητούν ένα σπίτι". Πρώτο, όμως, ερχόταν το οινόπνευμα. Μια μπύρα το πρωί, λίγο σέρι στο τσάι της το απόγευμα, και ουίσκι για να ζεσταθεί, από τη στιγμή που έπεφτε το σκοτάδι. Όπως και να 'χει, η Κάρσον Μακ Κάλερς υπήρξε μια από τις πιο σημαντικές συγγραφείς του αμερικανικού Νότου. 

Στο ποίημα που έγραψε γι΄αυτήν ο Μπουκόφσκι, η Μακ Κάλερς πεθαίνει από αλκόολ, ενώ ταξιδεύει στον ωκεανό με ένα ατμόπλοιο, ξαπλωμένη στη σεζ-λονγκ της και τυλιγμένη με μια κουβέρτα. Όλα της τα βιβλία μιλούσαν για τον τρόμο της μοναξιάς και τον πόνο που προκαλεί η αγάπη όταν δεν βρίσκει ανταπόκριση. "Η καρδιά κυνηγάει μονάχη".  Πάντα.

Η πόλη από μόνη της είναι ανιαρή. Εξόν το βαμβακοκλωστήριο, τα δυάρια όπου κατοικούν οι εργάτες, κάτι λίγες ροδακινιές, μια εκκλησία με δυο χρωματιστά παράθυρα κι έναν κακομοιριασμένο κεντρικό δρόμο καμιά κατοσταριά γυάρδες μακρύ, δεν υπάρχει τίποτ' άλλο.

Έργα της γυρίστηκαν και στον κινηματογράφο, μεταξύ των οποίων και η "Μπαλάντα του λυπημένου καφενείου". Η υπόθεση της νουβέλας εκτυλίσσεται σε μια μικρή πόλη του Νότου. Οι περιγραφές είναι τόσο ζωντανές, που νιώθεις στο πετσί σου την υγρασία από τις καλαμιές, το καμίνι του Αυγούστου, την ερημιά του κεντρικού δρόμου, την αντηλιά και τη σιωπή του. Ακούς τον αχό των αργαλειών της φάμπρικας, τους εργάτες να δουλεύουν στο βαμβακοκλωστήριο, τους αλυσοδεμένους νέγρους να σέρνονται στο κάτεργο. Βλέπεις το γέρικο κτίριο που κάποτε στέγασε το καφενείο της πόλης, το μοναδικό ασφράγιστο παράθυρό του, το χέρι που, κάθε απόγευμα, όταν η ζέστη κορώνει, ανοίγει αργά το παντζούρι, το πρόσωπο που ατενίζει χαμηλά. Αχνό, τρομαγμένο, με μάτια αλλήθωρα που χάνονται σε ένα μακρύ και μυστικό κοίταγμα λύπης. 
Πέρα απ΄ αυτά δεν υπάρχει τίποτα σε τούτη την πόλη. Κάποτε, όμως, υπήρχε. Το καφενείο της.

Στη νουβέλα πρωταγωνιστεί η δεσποινίς Αμέλια. Μια ψηλή και άχαρη αντρογυναίκα, με κοντό μαλλί και αλλήθωρα μάτια, που παντρεύτηκε κάποτε για δέκα μέρες όλες κι όλες, έδιωξε τον άντρα της κακήν κακώς και έκτοτε κάνει το κουμάντο της μόνη. Φοράει παντελόνια και γαλότσες, και ένα κόκκινο φόρεμα τις Κυριακές.  Στριφνή και απόμακρη, η δεσποινίς Αμέλια αλλάζει όταν φτάνει στην πόλη ο "εξάδερφος Λάιμον", ένα καμπούρης νάνος που ισχυρίζεται πως είναι ξαδερφός της. Τον φιλοξενεί, τον ερωτεύεται. Ένα απόγευμα κάμποσοι πελάτες κάθονται στο μαγαζί της. Ο καμπούρης τής ζητά να του φτιάξει ένα τσάι και η Αμέλια, σ' έναν από τους ελάχιστους διαλόγους που υπάρχουν στο κείμενο, ρωτά: "Περιμένει  κανείς άλλος τίποτα;" Το καφενείο είχε μόλις ξεκινήσει

Σε μια πόλη όπου οι άνθρωποι συναντιούνται μόνο για να δουλέψουν στο κλωστήριο ή να προσευχηθούν τις Κυριακές, το καφενείο είναι κάτι ολότελα καινούργιο. 

Υπάρχει μια βαθύτερη αιτία για το πόσο πολύτιμο ήταν το καφενείο στην πόλη. Και τούτη η βαθύτερη αιτία έχει να κάνει με μια περηφάνια που δεν ήταν ως τα τότε πράγμα συνηθισμένο στα μέρη εκείνα. Για να νιώσεις την περηφάνια αυτή, φτάνει να ΄χεις στο νου σου πόσο φτηνά κοστίζει ο άνθρωπος. Βρίσκει κανείς πάντα πολλούς αθρώπους συναγμένους σ' ένα κλωστήριο - μα πράγμα σπάνιο κάθε οικογένεια να ΄χει το φαγί της, τα ρούχα της, και να τα φέρνει βόλτα. Για ν΄αποκτήσεις τα πράγματα που χρειάζονται και σε κρατούν ζωντανό, η ζωή καταντά ένας μακρύς, αβέβαιος αγώνας. Μα η ανθρώπινη ζωή δεν είναι κοστολογημένη. Σου δίνεται τζάμπα και παίρνεται πίσω δίχως να πληρώσεις. Σαν τι ν' αξίζει άραγες; Δεν έχεις παρά να κοιτάξεις γύρω σου, φορές-φορές η αξία μοιάζει μηδαμινή ή καμιά. Συχνά, σαν αφού ιδροκόπησες, μόχθησες κι είδες τα πράγματα να μην καλυτερεύουν, έρχεται τότε να σταλάξει μέσα σου η πεποίθηση πως δεν αξίζει φράγκο. [...]
Εκεί [στο καφενείο] για λίγες ώρες τουλάχιστον, η βαθιά πικρή γνώση πως σε τούτον τον ψεύτικο ντουνιά δεν αξίζεις φράγκο, αποκοιμιόταν. 

Η ζωή των ανθρώπων της πόλης θα αναστατωθεί όταν επιστρέψει από τις φυλακές ο πρώην άντρας της Αμέλιας, που θα κερδίσει τη συμπάθεια του καμπούρη και θα αλλάξει τη σχέση ανάμεσα σ΄αυτό το παράξενο ζευγάρι. Μια μονομαχία θα σημάνει τη λήξη, ο καμπούρης θα φύγει από την πόλη και όλα θα επιστρέψουν στους παλιούς, ανιαρούς τους ρυθμούς. Το σπίτι θα γείρει, οι δρόμοι θα ερημώσουν, η πλήξη θα σκεπάσει τα πάντα. Το έργο τελειώνει με το τραγούδι δώδεκα ισοβιτών, που αλυσοδεμένοι στους αστραγάλους και ντυμένοι με τις ασπρόμαυρες ριγωτές στολές τους, τραγουδούν στο καμιόνι της φυλακής.

Η νουβέλα αποτελεί πράγματι μια λυπημένη μπαλάντα. Ένα λυπητερό τραγούδι για  μια πόλη που έζησε λίγο, κι ύστερα έλιωσε. Και  για τους έρωτες που δε στάθηκε μπορετό να ταιριάξουν.

***


[1] Κάρσον Μακ Κάλλερς, Η μπαλάντα του λυπημένου καφενείου (μτφρ. Μένης Κουμανταρέας), Κέδρος, Αθήνα 1969.

[2] Τα αποσπάσματα είναι από την 1η έκδοση του βιβλίου.  

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2016

Πρώτη μέρα στο σχολείο




Περιγραφή ξεκινήματος σχολικής ημέρας: 
α) Σχεδόν παράδεισος: Κείτομαι μακαρίως υπό το δυσβάσταχτο βάρος καταπιεστικών στρατιωτικών κουβερτών, γαργαλιστικών μαλλιαρών βελετζών και ενοχλητικών ακανθοειδών πατητών. 
β) Σάπλπιγξ πρώτη:  Ήρθανε τα όργανα: ακούω στον ύπνο μου τα πρώτα (και ομολογουμένως ευγενή -παρά την υψηλή ηχητική τους ένταση- ειδοποιητικά σήματα αφύπνισης: 
"Σήκω παιδί μου", "Ξύπνησε Δημητρό να πας στο σχολειό".
γ) Ελπίς: Γυρίζω πλευρό ψελλίζοντας: "Αφήσετέ με μια ολιά ακόμη" και ξανακοιμούμαι.
δ) Ντριν! Δεύτερο κουδούνι, επίκληση των θείων, υπερβολή του τετελεσμένου, υποτιμητική ιεραρχική κατάταξη, μεταφυσική απειλή: 
"Γε, Παναγία μου, κι εγύρισε η μέρα κάτω!", "Πάλι τελευταίος επόμεινες!",  "Επήρες όλη την εγρουσουζά του χωριού!"
ε) Ποιητικόν κρεσέντο, παροιμιώδης παρουσίασις ιστορικής εμπειρίας, αποκαλυπτήρια: 
"Ο πρωτοσηκωμένος είναι πάντα κερδεμένος!" [...] Βίαιο ξεσκέπασμα. Κουλουριάζομαι απεγνωσμένα, ενώ γύρω μου σεργανούνε πιγκουίνοι. Σηκώνομαι. 
στ) Μπρέκφαστ: Η μάνα μου βράζει το άρτι αρμεχθέν από του πατρός μου γάλα αιγός. Το πίνω πάντα με καφέ μέσα, προσωπική μου κατάκτηση, αποτέλεσμα της γαϊδουρινής υπομονής μου. 
ζ) Ελληνικαί εξαγωγαί: Πάω για χέσιμο, πάντα στο παρακείμενο χάλασμα. Γκρεμισμένοι τοίχοι, αγριόχορτα, συκιές. Χέζω στην άκρη μιας πέτρινης καμάρας. Την ίδια δουλειά κάνει κι ο συμμαθητής μου, ο Γιάννης του παπά, πίσω από τους θάμνους λίγο πιο πέρα.
η) Συνεργασία ζωικών ειδών, ανακύκλωσις: Γοητευμένον εκ της σαγηνευτικής ευωδίας, καταφθάνει τρέχοντας με έντονη σιελόρροια ο Τιμολέων, το γουρούνι μας, που, αφού με εκτοπίσει με τη μουσούδα του, απολαμβάνει λαίμαργα τα αποτελέσματα της κοπιώδους μου προσπάθειας. [...]
θ) Σωματικός έλεγχος, εξωραϊσμός, τελευταίαι συμβουλαί: 
"Βγάλε τον γιακά σου όξω", "Κάνε την μπλούζα σου κάτω", "Βγάλε τσι τζίμπλες από τα μάθια σου. Πώς φέγγεις;", "Κόψε τα νύχια σου που γενήκανε σαν τση βιτσίλας. Με τέθοια νύχια στα πόδια, πρέπει να πιάσεις δουλειά στη ΔΕΗ, να σκαρφαλώνεις στσι στύλους". [...]
ι) Εκπαιδευτική επιδότησις: Ο πατέρας μου μου δίνει ένα κέρμα για κουλούρι. Εγώ σκύφτω και του φιλώ τη χέρα, όπως κάνω με όλους τους συγγενείς μου. [...]
ια) Μελλοθάνατοι:  Σμίγω στην πλατεία τ' άλλα κοπέλια και κινούμε για το σχολείο που βρίσκεται στο διπλανό χωριό. Το κλίμα πάντα βαρύ, παρά τις προσπάθειες για γέλιο, που καταβάλλουμε όλοι μας. Σάμπως πάμε για εκτέλεση. Οι δασκάλοι μάς μαντρώνουν στην τάξη με δυσκολία. Δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι προηγούμενα έχουν μαζί μας. [...]
ιβ) Έτσι περνώ τα πρωινά μου.

***

[1] Χαΐνης Δ. Αποστολάκης, Φτου ξελευτερία για όλους!, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2015.
[2] Ο Χαϊνης Δ. Αποστολάκης γεννήθηκε στο χωριό Πολυθέα της Κρήτης. 
Στη φωτογραφία, ο πατέρας μου παίρνει από τη δασκάλα του το ενδεικτικό της Α' Δημοτικού. (Βρότσλαβ, Πολωνία 1958)


Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

Το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη: Natalie Pudalov

A book of nonsense


Η νεαρή εικονογράφος Natalie Pudalov γεννήθηκε στη Ρωσία και σήμερα ζει μεταξύ Ισραήλ και Γερμανίας. Στον εικαστικό της κόσμο κυριαρχούν η φαντασία και το παράλογο - βασικά συστατικά της παιδικότητας. 


That's what I think, how about you?
Θα ήθελες να μας πεις λίγα πράγματα για τη ζωή σου; Πότε ξεκίνησες να ζωγραφίζεις; Πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με την εικονογράφηση;  
 
Γεννήθηκα στη Ρωσία. Όταν ήμουν μικρή, μεταναστεύσαμε οικογενειακώς στο Ισραήλ. Τώρα ζω και εργάζομαι τόσο στο Ισραήλ όσο και στη Γερμανία. Ξεκίνησα να ζωγραφίζω σε πολύ νεαρή ηλικία και έκτοτε ζωγραφίζω διαρκώς -οπουδήποτε, παντού. Αφού τελείωσα το Λύκειο, έγινα δεκτή στην Ακαδημία Bezalel Art and Design της Ιερουσαλήμ και στην Ακαδημία Art & Design της Στουτγάρδης.
Πάντα μου άρεσε να σκαρφίζομαι ιστορίες ή να εικονογραφώ ιστορίες που διάβασα ή άκουσα. Έτσι, η εικονογράφηση δεν ήταν κάτι που αποφάσισα να κάνω συνειδητά. Μου βγήκε πολύ φυσικά. 

Με τι είδους εικονογραφήσεις έχεις ασχοληθεί; Θα ήθελες να μοιραστείς κάποια ξεχωριστή εμπειρία σου στην εικονογράφηση ενός βιβλίου; 

Ασχολούμαι με κάθε είδους εικονογράφηση, για παιδιά και ενήλικες: βιβλία, εξώφυλλα, καρτ-ποστάλ, ξύλινες κούκλες... Κάθε δουλειά είναι ξεκίνημα για κάτι καινούργιο, ανακαλύπτεις  νέα πράγματα. Και από τη στιγμή που υιοθετώ στοιχεία του φανταστικού  ή του παράλογου στις λεπτομέρειες των εικονογραφήσεών μου, μου παίρνει πολύ καιρό να ανακαλύψω κάτι ενδιαφέρον, κάτι που θα κάνει παιδιά και ενήλικες να κοντοσταθούν και να το σκεφτούν. 

 White Hydrangea Tea
Υπάρχει κάποιο κείμενο, βιβλίο, παραμύθι, τραγούδι που θα ήθελες να εικονογραφήσεις και δεν το έχεις κάνει ακόμη; 

Υπάρχουν πολλές ιστορίες και παραμύθια που θα ήθελα να εικονογραφήσω, αλλά η αλήθεια είναι ότι  θα ήθελα να δώσω προτεραιτότητα στην εικονογράφηση δικών μου κειμένων. Πρόσφατα, έχω γράψει κάποιες ιστορίες και μου φαίνεται πως είναι καιρός να δοκιμάσω να τις εικονογραφήσω. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον για μένα.

Τι υλικά χρησιμοποιείς συνήθως; 

Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Συνήθως χρησιμοποιώ ότιδήποτε βρίσκω ταιριαστό σε ένα έργο: ακρυλικά, μολύβια, κολάζ, μαρκαδόρους, στάμπες, μελάνια και άλλα.

Ετοιμάζεις κάτι αυτόν τον καιρό; 

Μόλις τελείωσα δύο βιβλία: Το "Turtle, bird and fish" ("Η χελώνα, το πουλί και το ψάρι") του Ilya Chlaki, που εκδόθηκε το καλοκαίρι στην Ισπανία και κυκλοφορεί στα Ισπανικά και στα Ιταλικά, κι ακόμη ένα που θα εκδοθεί τον Σεπτέμβριο, επίσης στην Ισπανία. Τώρα ασχολούμαι με κάποιες δουλειές που τρέχω μόνη μου και σύντομα θα αρχίσω να δουλεύω το δικό μου βιβλίο. 

 Turtle, bird and a fish

Η εικονογράφηση είναι για σένα επάγγελμα ή χόμπι; Στη χώρα σου υπάρχει δυνατότητα βιοπορισμού από την εικονογράφηση; 

Η εικονογράφηση είναι επάγγελμα για μένα, είναι μια κανονική δουλειά. Θέλει πολύ χρόνο για να δουλέψεις ένα πρότζεκτ, πολύ περισσότερο από όσο νομίζει κανείς. Ακόμη και πριν ξεκινήσω να ζωγραφίζω, έχω να σκεφτώ και να σχεδιάσω πολλά. Οι δημιουργικές ιδέες έρχονται σιγά σιγά. Ναι, είναι δύσκολο να βιοποριστείς από την εικονογράφηση. Νομίζω πως αυτό ισχύει για όλους τους εικονογράφους. 

Herbal tea
Από ποιους εικονογράφους (κλασικούς ή σύγχρονους) έχεις εμπνευστεί; 

Με έχουν εμπνεύσει πολλοί εικονογράφοι. Και περισσότερο παλιότεροι ζωγράφοι όπως ο Μπος, ο Μπρίγκελ, ο Ρέμπραντ, ο Μοντιλιάνι, οι Ολλανδοί ζωγράφοι, η τέχνη ναΐφ κ.λπ. 

Η εικόνα διαμορφώνει τη φαντασία. Όταν ζωγραφίζεις, σκέφτεσαι ότι οι εικόνες θα ζωντανέψουν στη φαντασία των παιδιών;

Όταν δημιουργώ, εξωτερικεύω τον εσωτερικό μου κόσμο με την ελπίδα οι άνθρωποι, και ειδικά τα παιδιά, να βρουν εκεί κάτι ενδιαφέρον. Πιστεύω ότι τα περισσότερα παιδιά είναι πολύ δημιουργικά και έχουν μεγάλη φαντασία. Πολλές φορές νομίζεις ότι πρέπει να τους εξηγήσεις πράγματα, ενώ στην πραγματικότητα εκείνα μπορούν να σε διδάξουν πολλά περισσότερα. Οπότε, προσπαθώ να κάνω ενδιαφέρουσα τη δουλειά μου για μένα την ίδια πρώτα πρώτα και ύστερα ελπίζω πως θα ενδιαφέρει και εκείνα. 

Τι σχέση έχει ένας εικονογράφος με την παιδικότητα; Πόσο καθορίζουν τη δουλειά του οι παιδικές του αναμνήσεις; 

Τα παιδικά χρόνια συντροφεύουν πάντα κάθε άνθρωπο, ειδικά αυτούς που είναι δημιουργικοί. Το σημαντικότερο για έναν εικονογράφο είναι να μη χάνει το ενδιαφέρον του για ό,τι τον περιβάλλει, να απολαμβάνει πάντοτε τις μικρές χαρές της ζωής και να τα ανακαλύπτει όλα από την αρχή, με τον ίδιο τρόπο που θα τα ανακάλυπτε ένα παιδί. Βέβαια, υπάρχουν πολύτιμες αναμνήσεις που κουβαλώ μέσα μου από τα παιδικά μου χρόνια και τώρα επηρεάζουν τις πιο σημαντικές πτυχές της δουλειάς μου. Για παράδειγμα, η αγάπη μου για τα ζώα και τη φύση.

Alice in wonderland

Έχεις εικονογραφήσει γνωστά παραμύθια, όπως η "Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων", η "Ωραία κοιμωμένη", η "Σταχτοπούτα", ο "Παπουτσωμένος γάτος". Είναι εύκολο να προτείνει κανείς μέσα από την εικονογράφηση μια νέα ανάγνωση ενός κλασικού παραμυθιού; Να φανταστεί ή να συλλάβει μια διαφορετική του πλευρά; 
Όχι, δεν είναι εύκολο. Μου φαίνεται πολύ δύσκολο να δημιουργήσω κάτι νέο και σύγχρονο για τα κλασικά παραμύθια. Είναι ιστορίες με τις οποίες μεγάλωσα και θυμάμαι τις εικόνες από τα παλιά εικονογραφημένα βιβλία και τα κινούμενα σχέδια της εποχής. Είναι πρόκληση να προτείνω κάτι καινούργιο και φρέσκο γι' αυτές τις ιστορίες, κάτι απαλλαγμένο από τις παλιές εικόνες που έχω στο μυαλό. Ωστόσο, το βλέπω σαν προσωπικό στοίχημα να πάρω μια ιστορία που άκουγα μικρή και να την κάνω εικόνα, με τον δικό μου τρόπο και τη δική μου ερμηνεία. Νομίζω πως αυτό είναι μέρος της μαγείας του να είσαι εικονογράφος. Το μόνο που πρέπει να κάνω όταν εικονογραφώ είναι να είμαι ο εαυτός μου και να προσπαθώ απλώς να εξηγήσω, να εικονογραφήσω και να αποκαλύψω τη δική μου οπτική σε κάθε ιστορία. 

 Raven
Βασικό χαρακτηριστικό στα έργα σου είναι η σουρεαλιστική τους ατμόσφαιρα. Ο σουρεαλισμός έχει επηρεάσει το στιλ σου; Πιστεύεις ότι είναι ευκολότερο για ένα παιδί να συλλάβει μια υπερρεαλιστική εικόνα; 

Δεν νομίζω ότι ο σουρεαλισμός έχει επηρεάσει το στιλ μου και δεν συνδέω τη ζωγραφική μου τόσο με   τον σουρεαλισμό όσο με το φανταστικό ή ένα είδος παράλογου. Ίσως η μόνη επίδραση που θα μπορούσα να συσχετίσω με τον σουρεαλισμό είναι η δυνατότητα να αναλύω τα πράγματα που έχω θεωρήσει κανονικά παλιότερα και που τώρα αποκτούν μια διαφορετική διάσταση μέσα στην εικόνα. 
Ειλικρινά, δεν μπορώ να πω τι είναι εύκολο για τα παιδιά, γιατί  διαφέρουν πολύ μεταξύ τους. Με άλλα μπορείς να κουβεντιάσεις για φιλοσοφία και σε άλλα πρέπει να μιλάς με πολύ απλό τρόπο. Ωστόσο, είμαι σίγουρη πως όλα ανεξαιρέτως έχουν πολύ ζωηρή φαντασία και αν την καλλιεργήσουν από πολύ μικρή ηλικία δε θα χρειάζεται να τους εξηγήσεις τίποτα - θα δημιουργούν τον δικό τους κόσμο με κάθε εικόνα που θα βλέπουν. Ακόμη κι αν δεν αντιλαμβάνονται τα πράγματα όπως είναι, η φαντασία τους θα τα βοηθήσει να ερμηνεύουν με δικό τους τρόπο κάθε σκηνή, και αυτό είναι υπέροχο. 

Στο εικαστικό σου σύμπαν τα όρια ανάμεσα στη στεριά και τη θάλασσα είναι ρευστά. Παράξενα όντα με σουβλερές μύτες κατοικούν και στις δυο πλευρές. Στα έργα σου κυριαρχεί μια διαφορετική, κάποιες φορές σκληρή, αλλά ειρηνική εικόνα της φύσης. Πώς προκύπτει αυτό; 

Αυτός είναι ο κόσμος μου. Ένας κόσμος με παράξενα πλάσματα, ζώα και πολλή φύση. Ξέρω πως κάποιες φορές μοιάζει μυστηριώδης και μου είναι κι εμένα δύσκολο να τον εξηγήσω, αλλά νομίζω πως είναι απλά μια αντανάκλαση του πώς νιώθω για τον κόσμο γύρω μου.    
 
    ***

Για οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τη Natalie Pudalov, ρίξτε μια ματιά εδώ