Παρασκευή, 15 Νοεμβρίου 2019

Τι αγαπώ; - Ένας δωδεκάλογος

1. Τις καλοκαιρινές μας καλύβες:


2. Το μαγιάτικο στεφάνι που ξεραίνεται στον ήλιο:



3. Τη λίμνη:



4. Το λιμάνι μας:



5. Το πρωινό:




6. Το σούρουπο στην πλατεία της θάλασσας:




7. Τα ανοιχτά παράθυρα:



8. Το θέατρο που παίζουμε:




9. Την αλεπού και τον μικρό της πρίγκιπα:




10. Τη μουχλιασμένη Βενετία:



11. Το χέρι σου στα πόδια μου:



12. Τις αναμνήσεις στο θρόισμα των φύλλων:



***

Δωδεκάλογος: Ελένη Πούλου
Εικόνες: Δημήτρης Γραμματικόπουλος

Σάββατο, 9 Νοεμβρίου 2019

Μια ιστορία για την πτώση του Τείχους (σχεδόν)

Schoolgirls of USSR (Soviet postcard)


Ήρθαμε οικογενειακώς από την Πολωνία το 1983. Δύο χρόνια νωρίτερα είχε έρθει ο αδερφός της μητέρας μου με την οικογένειά του, το 1984 ήρθαν ο παππούς μου με τη γιαγιά μου, το 1987 η θεία μου η Αρχοντούλα και το 1989 οι γονείς του πατέρα μου. 

Όταν ήρθαμε, οι γονείς μου δεν είχαν έτοιμες δουλειές και δεν ήταν διατεθειμένοι να γραφτούν στο ΠΑΣΟΚ για να βρουν δουλειά αμέσως. Έτσι, για να τα καταφέρουν με τα πρώτα έξοδα και να μη λείψει τίποτα από εμένα και τις αδερφές μου, έφεραν πράγματα που στην Πολωνία ήταν αρκετά φτηνά και θα μπορούσαν εδώ να τα πουλήσουν, ώστε να περάσουμε τους πρώτους μήνες. Η γιαγιά μου η Βασιλική γύριζε τη γειτονιά "δειγματίζοντας" λινά τραπεζομάντηλα, πετσετάκια, σερβίτσια από κινέζικη πορσελάνη, ρώσικες κούκλες και διάφορα άλλα. Είχαμε φέρει με το βαγόνι και δύο πιάνα -το ένα πουλήθηκε και με το άλλο μάθαμε μουσική. 

Εκτός από όσα θα πουλούσαμε, οι γονείς μου είχαν προνοήσει και για την ανάπτυξή μας. Είχαμε ρούχα σε όλα τα μεγέθη, για παιδιά από τριών έως δέκα χρονών. Έτσι, μέχρι τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού τουλάχιστον, κάποια από τα ρούχα που φορούσαμε ήταν πολωνικά. Τα ξεχώριζα διότι έκαναν μπαμ από μακριά: σκούρα χρώματα, όλα καφετιά ("ήταν μια καφέ εποχή" που λέει κι ο Τζόναθαν Κόου), γκρι, μπλε. Τίποτα ροζ, τίποτα έντονο, τίποτα κοριτσίστικο. Τα κοριτσίστικα πράγματα που είχαμε ήταν κάτι "ποτκολανούφκι" (ψηλές κάλτσες μέχρι το γόνατο), μάλλινα καλσόν και πουκαμισάκια με φαρμπαλάδες που μας τα φορούσαν στις γιορτές ή όταν πηγαίναμε στον γιατρό. 

Όταν πήγαμε στο Δημοτικό, λοιπόν, δεν χρειάστηκε να αγοράσουμε σάκες, διότι υπήρχαν οι πολωνικές, που μας περίμεναν πώς και πώς. Καφετιές, δερμάτινες, με κάτι ανέκφραστα ανθρωπάκια που θύμιζαν τους Μπόλεκ και Λόλεκ. Τώρα θα τις λάτρευα. Τότε τις σιχαινόμουν. Ούτε ροζ, ούτε λουστρινένιες, ούτε μια Μπιμπιμπό πάνω, τίποτα. Σκεφτόμουν πως αυτές οι τσάντες, σε συνδυασμό με το γεγονός πως εγώ και η αδερφή μου ήμασταν δίδυμες, θα μας έκαναν να μοιάζουμε τουλάχιστον με ούφο. Όταν η δασκάλα μας, η κυρία Γιώτα, μας ρώτησε από πού είμαστε, είπα ντροπαλά: "Γεννηθήκαμε σε μια άλλη χώρα, την Πολωνία. Δεν ξέρω αν την ξέρετε". Από το κακό στο χειρότερο...

Το καλοκαίρι του 1987, η μεγάλη αδερφή μας είχε την φαεινή ιδέα να αφήσουμε ένα μήλο να σαπίσει σε μια τσάντα όλο το καλοκαίρι, χωρίς να το πούμε στους γονείς μας. Έκλεισε το μήλο της σε πολιμπάγκ και το άφησε στην τσάντα της, βαθιά μέσα στην ντουλάπα μας. Όταν η μαμά το μυρίστηκε και βρήκε την τσάντα, αγόρασε σε όλες μας καινούργιες σάκες, μοβ, ροζ και φούξια, και βγάλαμε πανευτυχείς μια οικογενειακή φωτογραφία στη βεράντα. 

Δυο χρόνια μετά έπεσε το Τείχος του Βερολίνου. Θυμάμαι τους γονείς μου να παρακολουθούν τα γεγονότα στην τηλεόραση συγκλονισμένοι, αλλά όχι λυπημένοι. Το επόμενο καλοκαίρι ο θείος μου με την οικογένειά του ταξίδεψαν στην (πρώην) Δυτική Γερμανία. Το τι μας έφεραν δεν λέγεται. Όταν ρώτησα πού πήγαν και τα βρήκαν όλα αυτά, ο ξάδερφός μου είπε κοροϊδεύοντας ότι ταξίδεψαν στο μέλλον. 

Κι έτσι έπεσε το Τείχος και τώρα ζούμε οικογενειακώς το μέλλον μας. 


***

Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2019

Μέρες δίχως τέλος


Το μυθιστόρημα του Σεμπάστιαν Μπάρι Μέρες δίχως τέλος είναι ένα βιβλίο για τον αμερικανικό εμφύλιο, τους Βόρειους, τους Νότιους, τους δούλους. Είναι μια ιστορία έρωτα κι αγάπης ανάμεσα σε δυο νεαρούς στρατιώτες. Είναι και ένα μυθιστόρημα για την αντισυμβατική μορφή που μπορεί να πάρει η οικογενειακή ευτυχία. Για το πιο άθλιο μεροκάματο στην Αμερική, το μεροκάματο του στρατού. Ένα οδοιπορικό στις πεδιάδες και τα δάση του Μιζούρι, του Κεντάκι, της Ιντιάνα, του Γουαϊόμινγκ, της Νεμπράσκα, του Τενεσί.


Ανεβήκαμε την πλαγιά, πάνω πάνω στο ύψωμα η κορυφή έβλεπε ορίζοντα, πέντ’-έξι χιλιόμετρα τουλάχιστον τριγύρω, και κράτησα την ανάσα μου μαγεμένος, γιατί στα πόδια μας κάτω έβοσκε ένα κοπάδι δυο-τρεις χιλιάδες βουβάλια. Όρκο σιωπής έπρεπε να ’χανε πάρει εκείνο το πρωί. Οι Σόνι παίρνουν τον κατήφορο με σιγανό τροχασμό, κι εμείς από πίσω τους το ίδιο, θέλαμε να φτάσουμε κάτω χωρίς να μας ακούσει το κοπάδι. Να μην τρομάξει. Τα βουβάλια μπορεί να μην είναι τα πιο ξύπνια ζώα που υπάρχουν. Έτσι κι αλλιώς είχαμε τον αέρα κόντρα. Μόλις μας μυρίζονταν, θα ’ταν σαν να ’πεφταν πυροτεχνήματα, το ξέραμε. Και πράγματι, καμιά δεκαριά, τα πιο κοντινά μας, μας πήρανε είδηση. Και χίμηξαν προς τα εμπρός τόσο απότομα, που λίγο έλειψε να κουτρουβαλιαστούν στο χορτάρι. Πιάσανε τη μυρωδιά μας, κι η μυρωδιά μας ήταν γι’ αυτά θάνατος.


Ο πάντρε είπε μιαν ατέλειωτη προσευχή έξω στο ύπαιθρο κι η πόλη ολόκληρη γονάτισε εκεί μπροστά και δόξασε το Θεό. Αυτοί ήτανε ο λαός ο περιούσιος, ο αγαπημένος του Θεού σ’ αυτόν τον τόπο. Οι Ινδιάνοι δεν είχαν πια θέση εδώ πέρα. Τα εισιτήριά τους ήταν άκυρα και οι ελεγκτές του Θεού είχαν πάρει τα χαρτιά των ψυχών τους. Στ’ αλήθεια η λύπη απλώθηκε μέσα μου βαριά και δύσκολη μέσα μου για λογαριασμό τους.


Ο ταγματάρχης τούς ήξερε τους ψηλόλιγνους Απάτσι. Τους είχε πολεμήσει δεκαπέντε χρόνια, είπε. Οι χειρότεροι σατανάδες που υπάρχουνε, είπε. Κατέβαιναν τακτικά στο Μεξικό, είπε. Και δεν άφηναν ράντζο για ράντζο. Όσους άντρες έβρισκαν, τους σκότωναν. Τα βόδια, τ’ άλογα, τις γυναίκες, συχνά και τα παιδιά, τα ’παιρναν πίσω στη γη τους. Λείπανε ένα μήνα απ’ τα χωριά τους, καλπάζοντας σαν φαντάσματα σ’ αυτά τα στοιχειωμένα λιβάδια. Τους κυνηγούσες με άντρες, με όπλα, και δεν τους έβρισκες. Δεν τους έβλεπες καν. Και ξυπνούσες το πρωί και δεν είχες ούτε ένα άλογο, καπνός είχανε γίνει μες στη νύχτα, κι οι σκοποί νεκροί, σαν πέτρες στα πόστα τους. Καλύτερα αυτό πάντως παρά να σε πάρουνε μαζί τους αιχμάλωτο, τέτοια τύχη σε κανέναν.


Στρατιώτες έφιπποι στέκουν λίγο πιο πέρα, το ιππικό σε παράταξη και στην απέναντι όχθη οι Ινδιάνοι κάθονται αμίλητοι, η ησυχία θυμίζει αυτή που απλώνεται πριν ξεσπάσει η καταιγίδα, όταν η γη κρατάει την ανάσα της ώρα πολλή. Κι από το βάρος της κοιλάδας ακούγεται η φωνή του συνταγματάρχη. Προσφέρει τρόφιμα και χρήματα για ν’ αφήσουν οι Ινδιάνοι τους αποίκους να περάσουν. Οι διερμηνείς κάνουν τη δουλειά τους, η συμφωνία κλείνεται. Ο διάβολος μόνο είναι πανταχού παρών εκείνη τη μέρα. Σκοτώστε τους όλους. Μην αφήσετε κανέναν ζωντανό. Όλοι σκοτώθηκαν. Δεν έμεινε κανένας να πει τι έγινε. Τετρακόσιοι εβδομήντα νεκροί. Κι όταν οι άντρες τέλειωσαν τον σκοτωμό, άρχισαν να κόβουνε. Κόψανε τα μουνιά των γυναικών και τα πέρασαν στα καπέλα τους. Κόψανε τ’ αρχίδια των αγοριών, να τα ξεράνουνε και να τα κάνουνε σακουλάκια για τον καπνό τους. Κόψανε κεφάλια και πόδια και χέρια, για να μην πάει κανένας στα Αιώνια Λιβάδια του Μανιτού. Οι στρατιώτες ανηφόρισαν την πλαγιά βουτηγμένοι στο αίμα και στη βρόμα. Με τις φλέβες να κρέμονται από πάνω τους σαν κλωστές. Χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι, σαν τα τελώνια που έχουν κάνει τη δουλειά του αφέντη τους.


Τον άρπαξαν από το ράντζο του οι Αντάρτες και τον κρέμασαν, ήταν Ενωτικός, είπανε. Και σφάξανε κι όλα του τα γουρούνια. Δεν τα επιτάξανε. Τα σφάξανε και τα πετάξανε. Το χοιρινό της Ένωσης δεν θέλανε, φαίνεται, ούτε να το βάλουν στο στόμα τους. Καταραμένοι τρελοί, φονιάδες. Ο πατέρας του είχε ελευθερώσει τους δούλους και τους είχε αφήσει να δουλεύουν στα κτήματά του, να μην πεθάνουν της πείνας. Οι Αντάρτες είπαν ότι αυτό ήταν προδοσία. Προδοσία της Συνομοσπονδίας.


Μίστερ Λίνκολν, στείλε μήνυμα, για το Θεό. Μίστερ Λίνκολν, εμείς πολεμήσαμε για σένα. Μην μας παρατάς εδώ. Ο υπολοχαγός Σρεγκ είναι σίγουρα διαολόσπορος, γιατί όλο γελάει. Όλο γελάει. Μπορεί να γελάει επειδή αλλιώς θα τραβούσε τα μαλλιά του και θα τρελαινότανε. Ναι, αλήθεια. Γιατί ούτε αυτοί τρώνε καλύτερα από μας. Σκελετοί που φρουρούνε σκελετούς. Δεν κρύβουνε φαΐ από μας, δεν έχουνε να κρύψουνε. Στον λόγο μου, έχω δει φρουρούς ξυπόλυτους σαν εμάς. Τι τρελός πόλεμος είναι τούτος; Τι κόσμο πάμε να φτιάξουμε;


Γλυκιά ζωή. Πονούσα από αγάπη για τη δουλειά μου στο Τενεσί. Μ’ άρεσε αυτή η ζωή. Να ξυπνάς με τον κόκορα και να κοιμάσαι με τις κότες. Να ζεις λες και δεν θα τέλειωνε ποτέ. Κι όταν θα ’ρχότανε το τέλος, θα το ’νιωθες σωστό και δίκαιο. Θα ’χε έρθει απλά η σειρά σου, θα ’χες ζήσει τη ζωή σου. Αυτή τη ζωή την καθημερινή, που ώρες ώρες τη φτύνουμε, σαν να ’τανε για πέταμα. Αλλά είναι ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. Έτσι πιστεύω. Ο Τζον Κόουλ, ο Ωραίος Τζον Κόουλ. Η Γουινόνα. Ο καλός γερο-Λάιζι. Ο Τένισον κι η Ρόζαλι. Τούτος ο καλότροπος ντορής. Το σπίτι. Το έχει μας. Ό,τι είναι δικό μου. Αρκετά.

***
[1] Sebastian Barry, Μέρες δίχως τέλος (Μτφρ. Μαρία Αγγελίδου), Ίκαρος, Αθήνα 2018. 


Τετάρτη, 6 Νοεμβρίου 2019

#ChileHoy



Η Χιλή τα τελευταία χρόνια αναφέρεται ως πρότυπο πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας. Κι όμως, σ' αυτή την υποδειγματικά σταθερή χώρα, σήμερα μετράμε χιλιάδες συλλήψεις, εκατοντάδες τραυματισμούς διαδηλωτών και, το χειρότερο, δεκάδες νεκρούς. 



Όταν πριν από τρεις βδομάδες οι φοιτητές άρχισαν να διαδηλώνουν με αφορμή την αύξηση στο αντίτιμο του εισιτηρίου του μετρό, κανένας δεν περίμενε ότι  οι δρόμοι του Σαντιάγο θα πλημμυρίσουν με εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους που θα ζητούν με ειρηνικό τρόπο τα αυτονόητα: παιδεία, υγεία, αξιοπρεπή διαβίωση. 
Η κυβέρνηση της χώρας απαγόρευσε την κυκλοφορία, ο στρατός κατέβηκε στους δρόμους, η βία θυμίζει την εποχή του Πινοσέτ, αλλά οι νέοι δεν τη θυμούνται και δεν φοβούνται. 

Με το χάσταγκ #ChileHoy ο Χιλιανός εικονογράφος Alberto Montt αναρτά στον προσωπικό του λογαριασμό στο instagram εικόνες που σχολιάζουν τα γεγονότα στο Σαντιάγο.



Σε αρκετές εικόνες του δείχνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη βία των αστυνομικών που αντιμετωπίζουν σαν βανδαλιστές και πλιατσικολόγους όσους ζητούν ισότητα και δικαιοσύνη. 

Χλευάζει τον πρόεδρο Πινιέρα, που ενώ υποστηρίζει πως επιζητά τον διάλογο, ενισχύει διαρκώς τις δυνάμεις καταστολής. Αλλού, οι σκληρές εικόνες μιλούν από μόνες τους. Οι "καλές πρακτικές" της κυβέρνησης δεν είναι μάλλον και τόσο καλές, από τη στιγμή που ευνοούν τη φοροδιαφυγή και δρουν αποκλειστικά υπέρ των ισχυρών. 



Ο Alberto Montt φιλοτεχνεί πορτρέτα των πολιτικών προσώπων της Χιλής σε πολλές διαφορετικές μορφές τους. Ο πολιτικός που δεν παραδέχεται τα λάθη του:



Ο πολιτικός που ενδιαφέρεται μόνο για τον δικό του θρίαμβο:



Πώς "προστατεύεται" ο νόμος και η τάξη; Πώς διαλύεται μια ειρηνική διαδήλωση;






"Η δημοκρατία στη Χιλή είναι μόνο μια φαντασίωση", ισχυρίζεται ο Montt, ένας εικονογράφος που στέκεται πλάι σε όλους εκείνους που ξεχύθηκαν στους δρόμους του Σαντιάγο. 

Τα γεγονότα καυτηρίασε και ο Liniers (ψευδώνυμο του εικονογράφου Ricardo Siri) με ένα σκίτσο του για την κρατική βία. Ο Liniers είναι Αργεντινός, φίλος και συνεργάτης του Montt, και πολλές φορές παραδίδουν παρέα μαθήματα εικονογράφησης. Στα πρόσφατα έργα του εκφράζει την αλληλεγγύη του προς τους διαδηλωτές της Χιλής.



Άλλωστε, η πιο γνωστή από τους χαρακτήρες του, η Ενρικέτα, θυμίζει πολύ τη Μαφάλντα: ένα μικρό κορίτσι που λατρεύει το διάβασμα, σιχαίνεται το φαγητό, αγωνίζεται για έναν καλύτερο κόσμο, ξεσηκώνει τους συμμαθητές της και ονειρεύεται ένα πολύχρωμο αύριο. 


Αγαπά τον γατούλη της, τον Φελίνι, και σε πολλές εικόνες κρατά στο ένα χέρι το αρκουδάκι της και με το άλλο σφίγγει τη γροθιά της. Μακάρι να γεμίσει ο κόσμος Ενρικέτες. 

Τα γεγονότα της Χιλής κρατούν πια τρεις βδομάδες. Ο στρατιωτικός νόμος απαγορεύει την κυκλοφορία στους δρόμους και τα σχολεία παραμένουν κλειστά. Ο πρόεδρος Πινιέρα υποχωρεί στη λαϊκή οργή και η κυβέρνησή του επαναδιαπραγματεύεται τον κατώτερο μισθό και αναγκάζει σε παραίτηση τους "σκληρότερους" υπουργούς της. Μακάρι το #ChileHoy να πάψει να είναι επίκαιρο. Οι δρόμοι του Σαντιάγο να γεμίσουν χρώματα. Προς το παρόν γεμίζουν θύματα και αίμα. 


***



Τετάρτη, 30 Οκτωβρίου 2019

Ofrenda


Είναι η μέρα που πέθανε η μαμά, στην Καλιφόρνια. Η αδερφή μου η Σάλι ήταν εδώ, στην Πόλη του Μεξικού, όπου και ζει. Εκείνη και τα παιδιά της έκαναν μια ofrenda για τη μητέρα μας.
Έχει πλάκα να κάνεις ofrendas. Προσφορές στους νεκρούς. Τις φτιάχνεις όσο πιο όμορφες μπορείς. Να πέφτουν σαν καταρράκτες, ολόλαμπρες συνθέσεις με κατιφέδες και βελούδινα πορφυρά ανθάκια ενός λουλουδιού που μοιάζει με μυαλό ανθρώπου, με μικροσκοπικά ματσάκια αμάραντου. Η βασική ιδέα για τον θάνατο εδώ είναι να τον κάνεις όμορφο και εορταστικό. Ηδυπαθείς αιμάσσοντες Χριστοί, η κομψότητα, η υπέρτατα ωραία φονικότητα των ταυρομαχιών, περίτεχνα σκαλισμένοι τάφοι και πλάκες για τα μνήματα.
Στα ofrendas τοποθετείς οτιδήποτε μπορεί να επιθυμήσει ο νεκρός. Καπνό, φωτογραφίες της οικογένειάς του, μάνγκο, λαχνούς, τεκίλα, καρτ ποστάλ από τη Ρώμη. Ξίφη, κεριά και καφέ. Κρανία με τα ονόματα των φίλων χαραγμένα πάνω τους. Ζαχαρένιους, φαγώσιμους σκελετούς.
Στην οfrenda της μητέρας μας, τα παιδιά της αδερφής μου είχαν τοποθετήσει δεκάδες κουκλίτσες της Κουκ Κλουξ Κλαν. Τα μισούσε επειδή ήταν παιδιά Μεξικανού. Η ofrenda της είχε σοκολάτες, ουίσκι Jack Daniel’s, αστυνομικά μυθιστορήματα και πολλά, πολλά δολάρια σε χαρτονομίσματα. Υπνωτικά χαπάκια και πιστόλια και μαχαίρια, αφού πάντοτε προσπαθούσε να σκοτώσει τον εαυτό της. Όχι θηλιές... έλεγε ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την τεχνική που προϋποθέτει ένας απαγχονισμός.

***

[1] Lucia Berlin, Οδηγίες για οικιακές βοηθούς (μτφρ: Κατερίνα Σχινά), Στερέωμα, Αθήνα 2019. 
[2] Η αφίσα που συνοδεύει την ανάρτηση είναι του Πολωνού Ryszard Kaja. Δυο αφιερώματα στον καλλιτέχνη εδώ και εδώ



Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2019

Εικόνες

Ani Castillo

Από τον καιρό που άρχισα να ασχολούμαι με την εικονογράφηση, τράβηξαν την προσοχή μου όλες εκείνες οι εικονογράφοι (οι περισσότερες ήταν γυναίκες) που ζωγράφιζαν για να θεραπευτούν. Πολλές φορές αφιέρωσα αναρτήσεις του ιστολογίου σε κορίτσια που αποτύπωναν στις εικόνες τους όσα νιώθει κάποιος που υποφέρει από κατάθλιψη, διαταραχές, ψυχώσεις. 



Cecile Dormeau
Cecile Dormeau

Λάτρευα το εικονογραφημένο βιβλίο από παιδί και η ενηλικίωση δεν ήταν αρκετά δυνατή ώστε να σβήσει αυτό το συναίσθημα. Πρώτα, ήταν ένα χόμπι. Παρατηρούσα τις εικόνες των παιδικών και των κόμικς στο βιβλιοπωλείο που δούλευα. Ύστερα, άρχισα να σημειώνω τα ονόματα των αγαπημένων εικονογράφων. Μετά, τους αρχειοθετούσα. Ξεκίνησα σιγά σιγά να παρατηρώ τις διαφορές τους. Αναγνώριζα λίγο λίγο τους Ιάπωνες, τους Κορεάτες, παλιούς εικονογράφους της Ανατολικής Ευρώπης: Τσέχους, Ρώσους, Πολωνούς. Και πάει λέγοντας. Αμέτρητοι φάκελοι, πολλές και διαφορετικές κατηγοριοποιήσεις. 


Ani Castillo

Το ιστολόγιο βοήθησε να διατηρηθεί αυτό το πάθος. Ήμουν σίγουρη πως εικονογράφοι που εκφράζουν τόση ευαισθησία στις εικόνες που φιλοτεχνούν θα διακρίνονται γι' αυτήν και ως άνθρωποι. Όσο τους γνώριζα και αρχίζαμε να αλληλογραφούμε, επιβεβαιωνόμουν. Χωρίς διδακτισμό και αλαζονεία, αφοπλίζουν το κοινό τους με την παιδικότητα. Τρυφεροί αλλά και ευθύβολοι. 



Ani Castillo

Αυτό που με κάνει και καταφεύγω σ' αυτό το πολύχρωμο κουκούλι ακόμη είναι η ασχήμια μιας καθημερινότητας που ολοένα δυσκολεύει. Άφησα τη φύση για την Αθήνα. Κάθε μέρα διασχίζω με τη συγκοινωνία μια αφιλόξενη πόλη. Προτού καλά καλά ζεστάνει ο ήλιος, βλέπω στους δρόμους ανθρώπους να φοβούνται, να σπρώχνονται, να τρυπάνε το σώμα τους. Κάποιοι μαζεύουν τις κουβέρτες τους απ' τα παγκάκια του πάρκου. Άλλοι ξερνούν την ασιτία τους στηρίζοντας το σώμα τους σε μια κολόνα της ΔΕΗ. 


Ketnipz
Ketnipz





















Όσο όμορφες κι αν είναι οι νύχτες πλάι στους φίλους, είναι απόλυτα βέβαιο πως η Αθήνα κάποια στιγμή θα σε σερβίρει μια συγυρισμένη μερίδα πανικού και κατατονίας. Εκείνες τις μέρες που όλα γύρω σκοτεινιάζουν και το στήθος σου στενεύει τόσο που δεν χωρά την ανάσα σου, οι διαδικτυακές συμβουλές self care μοιάζουν γελοίες. Ούτε το αχνιστό τσάι, ούτε το ζεστό μπάνιο, ούτε τα αρωματικά κεριά μπορούν να σε καλμάρουν. Μια εικόνα, όμως, μπορεί. 


















Ketnipz
Ketnipz























Εξακολουθώ να ασχολούμαι με όλα αυτά γιατί μου υπενθυμίζουν πως, λίγο πολύ, όλοι όσοι ζούμε και δουλεύουμε σ' αυτούς τους ρυθμούς υποφέρουμε από τα ίδια αδιέξοδα. Έχω φίλες εικονογράφους από το Μεξικό, τη Φινλανδία, την Ολλανδία, την Ινδία, τη Λευκορωσία, τις ΗΠΑ, το Λάος. Όταν βλέπω μια εικόνα τους, λειτουργεί σαν βάλσαμο η σκέψη πως στην άλλη άκρη του κόσμου ένας άνθρωπος νιώθει ό,τι νιώθω κι εγώ και ζωγραφίζει για να μου το υπενθυμίσει. 


Ani Castillo

Δεν θα πάψει ποτέ να με εντυπωσιάζει πόσο γαληνεύει την ψυχή μας μια ωραία εικόνα. Και θα πιστεύω πάντα πως ένα παιδί που μεγαλώνει ξεκουράζοντας το βλέμμα του στις εικόνες της φύσης και της τέχνης δεν θα καταφύγει ποτέ στη βία. 


***

Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

Τι αγαπάτε; - Ένας δωδεκάλογος με την Pennika

1. Να με πιτσιλάει το κύμα



2. Να βουτάω στο παγωτό.



3. Να μου διαβάζεις.



4. Να βγάζω το μαγιό. 



5. Να ξαπλώνω στο χορτάρι. 



6. Να παίζω πιάνο. 



7. Να κάνω κούνια. 



8. Να ζεσταίνει το χέρι μου μια κούπα αχνιστός καφές. 



9. Να με σημαδεύει το καλοκαίρι. 



10. Να σας κρυφοκοιτάζω. 



11. Να σας φωτογραφίζω.



12. Να σε κρατάω αγκαλιά.





***
[1] Δωδεκάλογος: Ελένη Πούλου
Εικονογράφηση: Pennika

[2] Αν αγαπάτε τους δωδεκάλογους, ρίξτε μια ματιά εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ