Κυριακή, 8 Ιουλίου 2018

"How was your demonstration, sir?"


Ήμουν σε μια διαδήλωση στο Καίμπριτζ εναντίον του Ντένις Χήλυ, που ήταν υπουργός Άμυνας της κυβέρνησης του Εργατικού Κόμματος σε μια εποχή που το Εργατικό Κόμμα υποστήριζε κατ' αρχήν τον πόλεμο του Λύντον Τζόνσον. Μετά από μια διάλεξή του, ο Χήλυ έφευγε με το αυτοκίνητό του από το Καίμπριτζ οδηγώντας προς τον νότο στην Τράμπινγκτον Στρητ. Πολλοί φοιτητές, μαζί τους κι εγώ, έτρεχαν παράλληλα με το αυτοκίνητό του πηδώντας και φωνάζοντας. Μάλιστα, ένας φίλος μου, ο Πήτερ Κέλνερ, πήδηξε πάνω στο αυτοκίνητο και άρχισε να χτυπά δυνατά την οροφή του. Φυσικά, το αυτοκίνητο ξέφυγε κι εμείς μείναμε κολλημένοι στη λάθος άκρη της Τράμπινγκτον Στρητ, ενώ πλησίαζε η ώρα για το βραδινό φαγητό στο κολέγιο. Έτσι, αρχίσαμε να επιστρέφουμε τρέχοντας στο κέντρο της πόλης. Βρέθηκα να τρέχω πλάι σε έναν από τους αστυνομικούς που είχαν οριστεί για τον έλεγχο της διαδήλωσης. Ενώ τρέχαμε, ο αστυνομικός γύρισε προς το μέρος μου και με ρώτησε: "Λοιπόν, πώς πήγε η διαδήλωση, κύριε;" Και εγώ, μη βρίσκοντας τίποτα παράξενο ή παράλογο στην ερώτησή του, στράφηκα και απάντησα: "Νομίζω πως πήγε πολύ καλά, εσείς τι λέτε;" Κατόπιν συνεχίσαμε τον δρόμο μας. Σίγουρα με αυτό τον τρόπο δεν κάνεις επανάσταση. 

***

[1] Tony Judt, Σκέψεις για τον εικοστό αιώνα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2017. 

Τετάρτη, 4 Ιουλίου 2018

Ιστορίες από τα παλιά


Τo καλοκαίρι που καιγόταν η Ηλεία ήταν κάτι άνθρωποι που παρά τις παραινέσεις και την επιμονή της πυροσβεστικής υπηρεσίας αρνούνταν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Θέλαν να καούν εκεί, μαζί με τα ζωντανά και τα υπάρχοντά τους, κρατώντας στο χέρι ένα λάστιχο ποτίσματος που έτσι κι αλλιώς δε θα γλίτωνε τίποτα από την περιουσία τους. Κι έμεναν εκεί και φώναζαν για βοήθεια, στις ορεινές πλαγιές που χωρίζουν την Αρκαδία από την Ηλεία, κι εμείς τους βλέπαμε στις τηλεοράσεις των διαμερισμάτων μας, σαστισμένοι από τον καύσωνα και τους πύρινους ανέμους εκείνου του καλοκαιριού. Τέτοιοι άνθρωποι, τόσο απλοί στην ψυχοσύνθεσή τους, τόσο δύσκολοι κι ακατανόητοι για τα δικά μας μέτρα και σταθμά, πρωταγωνιστούν στις δέκα ιστορίες της συλλογής διηγημάτων του Δημήτρη Κανελλόπουλου, που διαδραματίζονται στους ίδιους τόπους. 

Η πλοκή της κάθε ιστορίας είναι μάλλον απλή, ο λόγος κυλά ανεμπόδιστα με τη ροή και τη μουσικότητα μιας ντοπιολαλιάς που ο αφηγητής γνωρίζει καλά, ενώ το ξετύλιγμα της υπόθεσης είναι αργό και οδηγεί με φυσική αναγκαιότητα την ιστορία στο τέλος της. Η μικρογεωγραφία του τόπου δίνει ρόλο σε πλαγιές, λοφίσκους, υψώματα και ράχες και το κάθε μικροτοπωνύμιο διεκδικεί το δικό του μερίδιο στη μνήμη.
 
Τη διαδρομή την ήξερε καλά, πέτρα πέτρα. Μετά το Τουμπίτσι, πήρε το περικοπό κατά του Σπαθάρη. Είχε μεγάλη ανηφόρα μέχρι ν' ανέβει στην πλαγιά του Γκούτζιου και να φτάσει στο χωριό. Πέρασε κι απ' του Ντελαλή. Ερημιά. Σπίτια μισογκρεμισμένα, τα είχαν πνίξει τ' αλίσβατα και οι αντράκλες. Στάθηκε στο χωράφι του μπάρμπα του του αγαπημένου, του Γιώρη του Πουλή, που πέθανε τριαντα τριών χρονών, να ιδεί τις ελιές που 'χανε οι πρωτοξαδέρφες του, τα κορίτσια του συχωρεμένου. 

Μεγαλύτερη αρετή της συλλογής είναι η αλήθεια της. Ο συγγραφέας, φορέας μιας παράδοσης λογοτεχνικής αλλά και τοπικής, παρουσιάζει τον κόσμο της επαρχίας όπως είναι. Τίποτα δεν εξωραϊζεται, τίποτα δε μοιάζει εξιδανικευμένο. Δεν παρατηρεί τις εμπειρίες άλλων προσπαθώντας να τις μεταπλάσει σε λογοτεχνία, αλλά συλλαμβάνει με ποιητικό τρόπο ένα βίωμα που φαίνεται πως είναι προσωπικό. Δεν υπάρχει νοσταλγία για το παρελθόν. Κανείς δεν αναπολεί μια εποχή που η φτώχεια, η πείνα, η αυτοδικία και το βίαιο ξεκαθάρισμα λογαριασμών αποτελούσαν καθημερινή πράξη.
Σε κάθε διήγημα ο αναγνώστης παρακολουθεί ένα πλέγμα σχέσεων: η σχέση με τον αδερφό, τον σύζυγο, τους γειτόνους, η σχέση με το ζώο, η σχέση με τον τόπο. 

Καλόπιανε τα ζώα, τους έλεγε γλυκόλογα, μην ιδούνε ή ακούσουνε τίποτα και προγκήξουνε. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν είχε γλιτωμό. Θα γινόταν ένα με τα εμπορεύματα και τα ζώα μέσα στο γκρεμό. 
- 'Αιντε Τσίλη μου, έλα καλώς τονε. Ήσυχα, πουλάκια μου, κι εγώ θα σας φιλέψω λουκουμάκια σα γυρίσουμε πίσω στο κονάκι...

Η επαφή με τη γενέθλια γη παίρνει άλλοτε τη μορφή εξάρτησης, αφού αυτή είναι που δίνει στον άνθρωπο το καθημερινό του και τον κρατά στη ζωή, και άλλοτε συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Οι άνθρωποι δεν το 'χουν σε τίποτα να βρεθούνε στην άλλη άκρη του κόσμου, στην Αμερική ή την Αυστραλία, για ένα γάμο και ένα κομμάτι ψωμί. Ο συγχωριανός στην πόλη, ο πατριώτης στην ξενιτιά μάς θυμίζουν σχέσεις που σήμερα έχουν αποδυναμωθεί. Τους ανθρώπους συνδέουν πια ανήκουστα πράγματα για εκείνον τον καιρό: προσωπικές προτιμήσεις, πολιτικές τοποθετήσεις, δουλειές, ενδιαφέροντα και γούστα.

Το στοιχείο που παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ο τρόπος με τον οποίο οι ήρωες του βιβλίου επιλέγουν να λύσουν τις διαφορές τους. Άνθρωποι που έχουν τόσο συνδέσει τη ζωή τους με την προφορική παράδοση σε κάθε μορφή της (παραμύθια, τραγούδια, αινίγματα, μύθοι, παροιμίες, ορμήνιες, χωρατά) δεν καταφεύγουν ποτέ στο λόγο για να δώσουν λύση σε μια υπόθεσή τους. Τα προβλήματα λύνονται μόνο με πράξεις: με το πλήγωμα ενός ζώου για εκδίκηση, με τη δωρεά ενός κομματιού γης, με το γάμο, με το φονικό,  με την αυτοχειρία. Οι άνθρωποι που "δεν ήξεραν γράμματα", όπως χαρακτηριστικά και αφοπλιστικά κλείνει το τελευταίο διήγημα της συλλογής, που συνοψίζει ίσως την πορεία μιας ολόκληρης γενιάς, δε ζητούν και δε δίνουν εξηγήσεις. Εκφράζουν την οργή και την ευγνωμοσύνη τους με άλλους τρόπους. 

Κοντά ένα χρόνο αργότερα, όταν έγινε ο πόλεμος στην Αλβανία κι ο Ντίνος έλαβε κλήση επιστράτευσης, ο Ανέστης ο Κουτσοβασίλης, που δεν είχε βγει ακόμη από το σπίτι μετά την πτώση του στον γκρεμό, κάλεσε τον Τάκη το Λουμιώτη, το συμβολαιογράφο από τα Τρόπαια, και τον παπα-Θόδωρο και το Βασίλη τον Μπακατσέλο για μάρτυρες, κι εκεί, μέσα στην κάμαρη που βρισκόταν ξαπλωμένος, είπε με δυσκολία:
- Κυρ Τάκη, γράψε ότι εγώ, ο Ανέστης Κουτσοβασίλης του Πανάγου και της Ζαφείρως, δωρίζω το χτήμα μου στου Ντελαλή στον Κωνσταντίνο Γαζέτα του Μαρινίου, λόγω της υποχρέωσής μου που ζω κι αναπνέω.

Στο υπόστρωμα κάθε μικρής ιστορίας υπάρχουν γεγονότα της μεγάλης Ιστορίας: η Μικρασιατική Καταστροφή, οι ξενιτεμοί, ο πόλεμος του '40, ο Εμφύλιος, η χούντα. Περνούν από τα διηγήματα και τη σκέψη του αναγνώστη με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που περνούν κι από τις ζωές των προσώπων, άλλοτε με διακριτικότητα και άλλοτε επηρεάζοντας βαθιά τις τύχες των ανθρώπων και των οικογενειών, τα προξενιά και την εξέλιξη της ζωής, την ίδια τη ζωή. 

Συλλογιζότανε μετά τι τον έκανε κι έφυγε απ' το χωριό του. Ούτε ψωμί δεν είχε, τα 'χε αφανίσει όλα ο αλληλοσκοτωμός. Σφαζόντουσαν οι άνθρωποι για τα πολιτικά. Αυτός δεν είχε ανακατευτεί, ήτανε μικρός. Είχε όμως τις προτιμήσεις του. Σ' αυτό ήτανε καθαρός -όπως τον έμαθε ο πατέρας του. Με το βασιλέα! Κι εδώ, σ' αυτό τον καινούργιο τόπο, σχεδόν όλοι με το βασιλέα ήσαν. 

Στο τελευταίο διήγημα, ο εθνικόφρων Σωτήρης Ντάρλας, φίλα προσκείμενος στο καθεστώς της 21ης Απριλίου και πρόεδρος των εν Ελευσίνι Πελοποννησίων, βγάζει λόγους για τη σωτηρία του έθνους, κάνει την πατρίδα επάγγελμα, και κάπως έτσι, κούτσα κούτσα, μεγαλώνει το οικοπεδάκι του και αβγατίζει η περιουσία του. Χαμοκέλες και αυθαίρετα που πήραν τη μορφή της άναρχης πολιτείας που απλώνεται γύρω από το εργοστάσιο της Χαλυβουργικής μάς θυμίζουν έναν από τους τρόπους που το τσιμεντένιο λεκανοπέδιο απέκτησε το σημερινό του πρόσωπο σε τοπίο και κατοίκους, συνθέτοντας τη σύχρονη ηθογραφία της μεγαλούπολης.




***

Δημήτρης Κανελλόπουλος, Ο θάνατος του αστρίτη και άλλες ιστορίες, Κίχλη, Αθήνα 2018.

Τρίτη, 12 Ιουνίου 2018

Κλόουν




Ο κλόουν

δεν έχει εθνικό ύμνο
και δε θυμάται ποτέ 
τα λόγια του

Ο κλόουν
δεν έχει φύλο
έχει φίλους 
τα παιδιά και τους γέρους
το φύλο του είναι
κλόουν






Ο κλόουν   
δεν έχει
ηλικία

είναι
κλόουν χρονών









Ο κλόουν

δεν είναι άνθρωπος

είναι ελεύθερος





 


Ο κλόουν δεν το 'χει σε τίποτα 

να κοιμίσει σαν μωρό στην αγκαλιά του 

έναν αυτοκράτορα

               *
Ο κλόουν δεν κλαίει ποτέ
μόνος του

κλαίει πάντα 
μπροστά στους άλλους






Ο κλόουν
δεν έχει συγγενείς
η μητέρα του 
είναι μία
φωτογραφία.


*** 
 
[1] Ηλίας Κουνέλας, Το εγχειρίδιο ενός καλού κλόουν, Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2018. 

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2018

Οι μύθοι του πάρκου

Πεδίον του Άρεως, Πλατεία Πρωτομαγιάς

Η πέργκολα με τους ροδώνες
Σε ποιον ανήκει το Πάρκο; Ποιος θα μπορούσε να αφηγηθεί καλύτερα τις ιστορίες του; Τα αδέσποτα σκυλάκια που προσπαθούν να ξεδιψάσουν στις σπασμένες βρύσες του; Οι άστεγοι που κοιμούνται στα ξεχαρβαλωμένα παγκάκια; Νεαρά και παράνομα ζευγάρια που ερωτοτροπούν στις φυλλωσιές; Έμποροι και χρήστες που ανταλλάσσουν ουσίες σε σεσημασμένα σημεία του; Τα παιδιά που κάνουν πατίνι και ποδήλατο στην πλατεία Πρωτομαγιάς; Οι κάτοικοι της Κυψέλης, της Νεάπολης, του Γκύζη που το διασχίζουν καθημερινά για να πάνε στις δουλειές τους; Οι θαμώνες του; Οι παππούληδες που παίζουν σκάκι και ντάμα τα απογεύματα της άνοιξης; Οι τρελοί και παρατημένοι που απευθύνουν το παραλήρημά τους στα δέντρα; Οι υπάλληλοι του δήμου που μαζεύουν τις σύριγγες και καθαρίζουν τις χημικές τουαλέτες;  

Όσοι πρόλαβαν το Πάρκο στις δόξες του αφηγούνται ιστορίες τόσο διαφορετικές από τις δικές μας: μια όαση στην καρδιά της πόλης, ένας τόπος συνάντησης των κατοίκων της  Αθήνας. Παιδιά να δροσίζονται στα σιντριβάνια, νέοι ν' αγκαλιάζονται κάτω από τις πέργκολες, μια γειτονιά να ανταμώνει και ροκ συντροφιές στο Green Park. Εμείς το προλάβαμε στα τελευταία του. Δύο εκθέσεις βιβλίου κάθε χρόνο το ζωντάνευαν. Ύστερα έκλεισε για να μας ανταμείψει με το ρετουσαρισμένο του πρόσωπο, αλλά μέχρι να ολοκληρωθεί η επέμβαση εξωραϊσμού του η Αθήνα ήταν πια μια άλλη πόλη.

Η Μαυρούλα
Τον περασμένο μήνα, η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών οργάνωσε μια σειρά δράσεων στο Πεδίον του Άρεως: θεατρικές παραστάσεις, ξεναγήσεις, αφηγήσεις παραμυθιών. Στο πλαίσιο του προγράμματος "Park's fables", η κολεκτίβα Chto Delat παρουσίασε το τρίπρακτο θεατρικό έργο "Μύθοι του Πάρκου", μια πολύ ιδιαίτερη περφόρμανς. Σ' ένα  διαφορετικό θέατρο σκιών, χορευτές και κουκλοπαίκτες αφηγήθηκαν τους μύθους του Πάρκου χαρίζοντας την πρωταγωνιστική αφηγηματική φωνή στη Μαυρούλα, το πιο γνωστό από τα δεκάδες αδέσποτα που μπορεί κανείς να συναντήσει σε μια βόλτα του στο Πεδίον του Άρεως. Η Μαυρούλα, με τη μουσούδα της τόσο κοντά στο έδαφος, γνωρίζει τις μυρωδιές και τους ανθρώπους του Πάρκου καλύτερα απ' τον καθένα. Γνωρίζει ποιες βρύσες λειτουργούν και ποιες είναι σπασμένες. Γνωρίζει πού της επιτρέπεται να περπατήσει και πού όχι, ποιοι θα την κλοτσήσουν και ποιοι θα την ταΐσουν, ποιοι θα στρώσουν το κρεβάτι τους εκεί και ποιοι θα επιστρέψουν στα σπίτια τους. 

Μεταμορφωμένη σε μαριονέτα, αποκάλυψε όλα της τα μυστικά ενώ γύρω της χόρευαν χιλιάδες άλλα πρόσωπα του τόπου: οι εθνικοί ήρωες της Λεωφόρου Ηρώων, τα φθαρμένα παπούτσια του κάθε διαβάτη, η σύριγγα, μια άδεια συσκευασία από πατατάκια, ένα ποτιστηράκι, ένα φτυαράκι, η κυρία Καθαριότητα, τα πλακάκια του ντόμινο, μια μπάλα, ένα μάτι -γνωστό από το ξεθωριασμένο γκράφιτι στον τοίχο μιας τουαλέτας που δε λειτουργεί-, τα λουράκια των άλλων σκυλιών, τα σπασμένα γυαλιά, οι τριχωτές πεταλούδες που κατοικούν στην σκοτεινή πλευρά του πάρκου, το παιδικό γέλιο -εμφανίζεται πάντα εκεί που δεν το περιμένεις. Όλα είχαν μετατραπεί σε πρωταγωνιστές μιας ιστορίας. Ενός πολυφωνικού τραγουδιού που μόνο τα αντικείμενα, τα αδέσποτα και τα μικρά παιδιά έχουν ακούσει.  

Κατά τη διάρκεια των παραστάσεων ή πριν από αυτές, γίνονται ξεναγήσεις. Λογιών λογιών άνθρωποι μιλούν για τα δέντρα που επιλέχτηκαν, τα ιστορικά πρόσωπα που περπάτησαν το πάρκο, τα αγάλματα και τις μεγάλες προσωπικότητες που κοιμούνται εκεί μαρμαρωμένες. Και όσο εμείς ξεναγούμαστε, οι πραγματικοί κάτοικοι του πάρκου τρυπιούνται, στρώνουν υπνόσακους, παίζουνε ξύλο, γελούν εκκωφαντικά προκαλώντας την αμηχανία μας,  μας υπενθυμίζουν πως σ΄αυτό τον χώρο οι ξένοι είμαστε εμείς. Παντού αλλού  είναι εκείνοι. 


Νυχτώνει, ο κόσμος αρχίζει να φεύγει και φαντάζομαι πως το Πάρκο θέλει να φύγουμε επιτέλους κι εμείς και να παραδοθεί στην παρακμή του. Ένα κορίτσι κάθεται κάτω από την πέργκολα με τους ροδώνες. Εκμεταλλεύεται το ελάχιστο φως των φανοστατών του δρόμου και ανοίγει ένα αυτοσχέδιο τετράδιο πάνω στα πόδια της. Όταν περνώ από δίπλα της, γράφει αργά αργά και με κουλουριαστά γράμματα τη φράση: "είμαι ήδη δυο μέρες...". Κρυφοκοιτώ, αλλά δεν προλαβαίνω τη συνέχεια και απλά τη φωτογραφίζω από μακριά για να εμπλουτίσω την όμορφη φωτογραφική μου συλλογή με λίγη από την απελπισία της. 

Τώρα βλέπω πού και πού το Πάρκο στον ύπνο μου: ένα υπαίθριο πανδοχείο να σερβίρει πρωινό στους ενοίκους του, να μετράει διαθεσιμότητα σε κλίνες και να ετοιμάζεται για την καλοκαιρινή σεζόν. 

***


Σάββατο, 2 Ιουνίου 2018

"Βαλς των δέντρων και του ουρανού"



Φοράει το μπλε σακάκι του, άσπρο πουκάμισο και λευκό παντελόνι, το καπέλο του, που του σκιάζει το πρόσωπο, και στον ώμο έχει περασμένη μια υφασμάτινη τσάντα. Στο αριστερό χέρι του κρατάει το καβαλέτο εξοχής, και στο δεξί έναν λευκό καμβά. Σταματάει λίγο πιο κάτω από το σημείο όπου βρίσκομαι. Ατενίζει τον κάμπο, ξεδιπλώνει το καβαλέτο του και το στήνει στην άκρη του χωραφιού, στερεώνει καλά τα πόδια του στο χώμα και βάζει επάνω τον καμβά. Βγάζει από την τσάντα του μερικά πινέλα, παλέτα, σωληνάρια με χρώματα. Από εκεί που βρίσκομαι, δεν μπορώ να δω πώς προετοιμάζει την παλέτα του, ούτε τι αρχίζει να ζωγραφίζει. Με μεγάλη δυσκολία διακρίνω τον καμβά που σιγά σιγά γεμίζει, καθώς εκείνος ζωγραφίζει κολλημένος πάνω του, χωρίς να σηκώνει το βλέμμα για να κοιτάξει τον κάμπο, λες κι έχει απομνημονεύσει τα πάντα ή ξέρει από πριν τι θα ζωγραφίσει. Με το που σταματάει να ζωγραφίζει, δεν γυρίζει καν να κοιτάξει τι έφτιαξε, ό,τι και να κάνει το βλέμμα του δεν στρέφεται ούτε για μια στιγμή προς τον πίνακα. Μου κάνει εντύπωση πόσο απότομες είναι οι κινήσεις του. Δε χρωματίζει με λεπτές, προσεκτικές κινήσεις, όπως συνηθίζεται, αλλά με βίαιο τρόπο, σαν να κρατάει καμτσίκι στο χέρι και να μαστιγώνει τον καμβά με θυμό, με κοφτές, ακανόνιστες κινήσεις. Στέκεται εκεί, κάτω από τον ήλιο, θα πρέπει να βράζει, το καπέλο δεν μου φαίνεται να κάνει και πολύ σκιά, κι όμως δεν μοιάζει καταβεβλημένος από τη ζέστη. Κάθε τόσο σκουπίζει μηχανικά το μέτωπό του με την ανάστροφη του χεριού του. Πού και πού, παίρνει κάποια απόσταση για να εξετάσει καλύτερα το έργο του, στέκεται εντελώς ακίνητος, μα ούτε για μία στιγμή δεν κοιτάζει τον κάμπο. Ίσως, τελικά, να ζωγραφίζει αυτά που έχει μέσα στο μυαλό του και όχι εκείνα που βλέπουν τα μάτια του. Έπειτα ρίχνεται στη μάχη στήθος με στήθος, χτυπώντας τον καμβά με μικρές επαναλαμβανόμενες κινήσεις. Δεν έχω δει ποτέ κανέναν να ζωγραφίζει με αυτόν τον τρόπο. Βγάζει το καπέλο του, σκουπίζει το κούτελό του και, έτσι όπως τον βλέπω προφίλ, δεν μου θυμίζει ζωγράφο αλλά αρπακτικό πουλί που αντικρίζει τη λεία του. 

***

[1]  Jean-Michel Guenassia, Το βαλς των δέντρων και του ουρανού (μτφρ. Ειρήνη Αποστολάκη), ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2017 


Τρίτη, 22 Μαΐου 2018

Το πορτρέτο ενός καλλιτέχνη: Χρήστος Κούρτογλου


Ο Χρήστος Κούρτογλου  έχει ασχοληθεί με την τέχνη του εξωφύλλου και της αφίσας, έχει αναλάβει στο παρελθόν τα εικαστικά του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, αλλά έγινε ευρύτερα γνωστός με τα εξώφυλλα που φιλοτέχνησε για τη σειρά σύγχρονης πεζογραφίας των εκδόσεων Ίκαρος. Ευτυχώς που δεν έγινε κοινωνιολόγος και σήμερα κρατάμε στα χέρια μας μερικά από τα πιο καλαίσθητα βιβλία των τελευταίων ετών.
 
Πες μας λίγα λόγια για τη ζωή σου. Πότε ξεκίνησες να ζωγραφίζεις, πώς αποφάσισες να ασχοληθείς με το σχέδιο;

Μικρός ζωγράφιζα μεν αλλά δε με ενδιέφερε ιδιαίτερα. Πιο πολύ μου άρεσε το ποδόσφαιρο. Μεγαλύτερος άρχισα να ανακαλύπτω ότι έχω μια κλίση. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, στο τμήμα Κοινωνιολογίας, και με τον ελεύθερο χρόνο που είχα ως φοιτητής, ασχολήθηκα πολύ περισσότερο με το σχέδιο, τόσο ώστε να πάρω την απόφαση πως κάτι τέτοιο πρέπει να κάνω στη ζωή μου. Έτσι ξεκίνησα με τη γραφιστική, ως πιο άμεσο επαγγελματικά, πήγα σε μια δημόσια σχολή και άρχισα να δουλεύω. Η εικονογράφηση προέκυψε στην πορεία, δεν τη σπούδασα, πειραματίστηκα με τα στυλ και τα υλικά και άρχισα να ανεβάζω διάφορες εικόνες, στο flickr τότε. Σιγά σιγά ήρθαν τα πρώτα commissions.

Στη χώρα μας υπάρχει δυνατότητα βιοπορισμού από την εικονογράφηση; 

Δεν ξέρω πώς ήταν παλιότερα, εγώ δουλεύω ως αυτοαπασχολούμενος εδώ και πέντε-έξι χρόνια περίπου. Είναι δύσκολα γιατί οι ελληνικές παραγωγές που αφορούν την εικονογράφηση είναι λίγες. Για παράδειγμα, λείπει σε μεγάλο βαθμό το κομμάτι του editorial illustration που έξω είναι αρκετά διαδεδομένο. Αν προσθέσεις τους φόρους και την ασφάλιση, τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ.

Θέλεις να μοιραστείς μαζί μας μια ξεχωριστή εμπειρία στον σχεδιασμό ενός εξωφύλλου;

Το πρώτο βιβλίο που κάναμε στον Ίκαρο ήταν η "Ιδιοπάθεια" και θυμάμαι πως είχα αγχωθεί πολύ γιατί γινόταν πραγματικότητα κάτι που ήθελα καιρό. Είχα κάνει 5-6 διαφορετικά εξώφυλλα, αλλά δεν τους τα έδειχνα γιατί δε μου άρεσε κανένα. Ήταν όλα χάλια. Αποφάσισα να το αφήσω μερικές μέρες και μετά απλώς έκατσα και το έφτιαξα. Τη διαδικασία αυτή την ακολουθώ ακόμα, ήταν ένα μάθημα. Όταν κολλάς, καλό είναι να αφήνεις μια απόσταση και να το ξαναβλέπεις με άλλο μάτι, αν υπάρχει και η χρονική δυνατότητα φυσικά.

Ετοιμάζεις κάτι αυτόν τον καιρό;

Δουλεύω σε παιδικά βιβλία το τελευταίο διάστημα. Ήθελα καιρό να ασχοληθώ πιο εκτεταμένα με το παιδικό γιατί πιστεύω πως μου ταιριάζει. Έχω ήδη κάνει δύο για τις εκδόσεις Πατάκη και τώρα δουλεύω και ένα τρίτο. Θα βγουν σύντομα πιστεύω.

Στα έργα σου μπορεί να διακρίνει κανείς επιδράσεις μοντερνιστών που ασχολήθηκαν με το ντιζάιν και τη γραφιστική τέχνη, όπως ο Paul Rand ή ο Alvin Lustig. Από ποιους καλλιτέχνες έχεις εμπνευστεί; Υπάρχει κάποια τάση ή κίνημα στην τέχνη που σε έχει επηρεάσει περισσότερο;  

Όταν ξεκινούσα, το νταντά ήταν η βασική επιρροή μου. Στην πορεία, μελέτησα όλα τα κινήματα του μοντερνισμού και τους ζωγράφους τους, όπως και τους σχεδιαστές που αναφέρεις. Επίσης όλοι οι σύγχρονοι εικονογράφοι που μου αρέσουν και παρακολουθώ είναι κι αυτοί ξεκάθαρα επηρεασμένοι απ’ αυτά τα κινήματα. Πιστεύω πως ο 20ός αιώνας θα μείνει στην ιστορία της ανθρωπότητας ως μια ανεπανάληπτη περίοδος σε όλες τις τέχνες, εφαρμοσμένες και μη.

Έχεις εκφράσει σε συνεντεύξεις σου την εκτίμησή σου για τους Πολωνούς καλλιτέχνες. Πιστεύεις ότι υπάρχει κάτι που τους κάνει να ξεχωρίζουν στην τέχνη της αφίσας; 

Ναι, τους μελέτησα αρκετά στην αρχή. Στο εξώφυλλο βιβλίου επίσης, όχι μόνο στην αφίσα. Ξεχώριζαν για τη δυναμικότητα των συνθέσεων και τη δυνατή ιδέα. Αυτό που προσπάθησα ουσιαστικά να κάνω ήταν να χρησιμοποιήσω τη λογική τους στην εικονογράφηση σε συνδυασμό με πιο σύγχρονα στησίματα και τη χειροποίητη τυπογραφία που βλέπεις πολύ στους σύγχρονους Αμερικανούς σχεδιαστές, για παράδειγμα.

Πρόσφατα εικονογράφησες τα “Καράβια”, μια σειρά των εκδόσεων Ίκαρος σε κείμενα της Μαρίας Αγγελίδου και του Αντώνη Παπαθεοδούλου. Τι σχέση έχει ένας εικονογράφος με την παιδικότητα; Πόσο καθορίζουν τη δουλειά του οι παιδικές του αναμνήσεις;

Τα δύο πρώτα βγήκαν το 2014 και ήταν τα πρώτα μου παιδικά βιβλία. Δεν ήξερα ακριβώς πως να τα αντιμετωπίσω, οπότε αποφάσισα να αφεθώ εντελώς ελεύθερος. Είναι πολύ δύσκολο να επιστρέψεις με κάποιο τρόπο στην παιδική σου ηλικία για να δεις πώς θα έβλεπες τις εικόνες αυτές. Ακολούθησα το ένστικτό μου. Τα παιδιά δεν είναι δύσκολοι δέκτες, ερεθίσματα θέλουν. Αν τους δείχνεις πιο συχνά κάτι πιο περίεργο απ’ αυτό που έχουν συνηθίσει, θα το δεχτούν. Οι μεγάλοι δυσκολεύονται. Όσον αφορά την παιδικότητα, είναι μάλλον θέμα προσωπικότητας και χαρακτήρα, και είναι σίγουρα καλό να την έχεις αν κάνεις αυτή τη δουλειά, γιατί “βλέπεις” τη μαγική εικόνα πιο εύκολα.


Η εικόνα διαμορφώνει τη φαντασία. Όταν ζωγραφίζεις, σκέφτεσαι ότι οι εικόνες θα ζωντανέψουν στη φαντασία των παιδιών;

Μ' αυτό ξεκινάω, γι’ αυτό και δε θέλω να είναι τόσο ρεαλιστικές οι εικόνες. Τα βιβλία είναι ένας μαγικός τόπος για τα παιδιά, αλλά και για όλους μας. Έχουν και έχουμε την ανάγκη να ζωντανεύει. Μίλησα σ' ένα δημοτικό σχολείο πρόσφατα για τα Καράβια και ένα κοριτσάκι μού είπε πως διαβάζοντας το πρώτο βιβλίο δεν καταλάβαινε ακριβώς τι έδειχναν οι εικόνες, αλλά της άρεσαν πολύ. Φτάνοντας στο δεύτερο άρχισε να τις καταλαβαίνει. Μου φάνηκε πολύ όμορφο. Της είπα πως παρόμοιες εικόνες έχουν και τα δύο, συνήθισε απλώς να τις βλέπει και ζωντάνεψε η φαντασία της.

Έχεις αναλάβει τα τελευταία χρόνια τον σχεδιασμό των εξωφύλλων της σειράς σύγχρονης πεζογραφίας των Εκδόσεων Ίκαρος. Πρόκειται για μια δουλειά που σε μεγάλο βαθμό ανανέωσε τη φυσιογνωμία ενός κλασικού εκδοτικού οίκου. Για σένα το εξώφυλλο ενός βιβλίου αποτελεί κριτήριο για την επιλογή του; Υπάρχει κάποιο βιβλίο, λογοτεχνικό ή μη, του οποίου θα ήθελες να είχες σχεδιάσει το εξώφυλλο;

Δε λειτουργεί ακριβώς σαν κριτήριο για να το αγοράσεις –αν και αρκετοί μου έχουν πει πως το κάνουν και είναι κάτι που με τιμά ιδιαίτερα, είναι η μεγαλύτερη επιβεβαίωση. Η λειτουργία του, ωστόσο, θα σε προκαλέσει να το πιάσεις στα χέρια σου ανάμεσα σε τόσα άλλα που βλέπεις. Εκτός αυτού, υπάρχουν ευτυχώς και κάποιοι εκδοτικοί που καταλαβαίνουν πως μια έκδοση αποτελεί μια εμπειρία που πρέπει να είναι στο σύνολό της προσεγμένη. Θα ήθελα να σχεδιάσω κάτι του Μπόρχες, αφενός γιατί μου αρέσει και αφετέρου γιατί θεωρώ πρόκληση την απόδοσή του σε εικόνα.

Η εικόνα ασκεί σίγουρα μιας μορφής διαπαιδαγώγηση. Μπορεί μέσα από το έργο ενός εικονογράφου να καλλιεργηθεί στο παιδί η ευαισθησία απέναντι στα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου; 

Έχουμε αυτή τη δύναμη στα χέρια μας, αλλά προφανώς δεν αρκεί αν δεν την υποστηρίζει όλο το εκδοτικό σύστημα. Πρέπει να υπάρχουν αντίστοιχα κείμενα και οι εκδοτικοί να θέλουν να τα εκδώσουν. Η εικόνα στο ίντερνετ ή στον δρόμο λειτουργεί επίσης με τέτοιο τρόπο, αλλά δεν αρκεί γιατί είναι στιγμιαία. Κατά τη γνώμη μου, βέβαια, τέτοια κείμενα θα πρέπει να διδάσκονται και στα σχολεία. Δεν έχουν όλα τα παιδιά τη δυνατότητα να αγοράζουν βιβλία.

Ποια είναι η θέση του βιβλίου στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο; Πώς βλέπεις το μέλλον του;

Το ψηφιακό έχει πολλές και εντυπωσιακές δυνατότητες που δεν τις έχουμε εκμεταλλευτεί ακόμα. Ένα απλό κείμενο σε e-book δε λέει και τίποτα, εκτός από το ότι είναι βολικό. Δε θεωρώ πάντως πως αποτελεί απειλή για το παραδοσιακό βιβλίο, γιατί πρόκειται για διαφορετικές εμπειρίες και νομίζω θα πορευτούν μαζί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τώρα, σε πολύ βάθος χρόνου κανείς δεν μπορεί να ξέρει.

Παρατηρείς τα τελευταία χρόνια πως η εικονογράφηση στρέφεται προς νέες κατευθύνσεις, π.χ. κολάζ, ναΐφ, νέα υλικά κλπ.; Πώς εξηγείς τη δική σου προτίμηση για το κολάζ;

Νέες κατευθύνσεις φαινομενικά, γιατί στη σύγχρονη εικονογράφηση βλέπεις παντού τον Ματίς ή τον Σαγκάλ, για παράδειγμα. Αυτό καλό είναι φυσικά, γιατί όντως τα τελευταία χρόνια ξεφύγαμε κάπως από την κλασική εμπορική εικονογράφηση. Ειδικά στα παιδικά, βλέπεις φανταστικά πράγματα. Για μένα είναι απλώς ο τρόπος που με βολεύει να δουλεύω, γιατί μου αρέσει να παίζω με τις συνθέσεις και τις υφές κι αυτό το προσφέρει το κολάζ. Ποτέ δεν ακολουθώ αυστηρά το αρχικό σκίτσο μου. Παρόλα αυτά, επειδή μου αρέσει και να εξελίσσομαι, αρχίζω να εντάσσω περισσότερο το σχέδιο τελευταία, συνδυαστικά με το κολάζ . Θα δούμε πώς θα πάει.

***

[1] Για οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με τον Χρήστο Κούρτογλου, ρίξτε μια ματιά εδώ

Τρίτη, 15 Μαΐου 2018

Ο επαναστατημένος άνθρωπος

 "Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε".
  
Επαναστατημένος είναι ο άνθρωπος που λέει "όχι", υποστηρίζει ο Καμύ. Αρνείται, αλλά δεν παραιτείται. Το "όχι" του σημαίνει πως συνειδητοποιεί το δικαίωμα να μην καταπιέζεται. Μέχρι να αποκτήσει επίγνωση αυτού του δικαιώματος, βρισκόταν σε απελπισία. Με την επανάσταση ο εξεγερμένος ξεπερνά το παράλογο  και ταυτίζεται με ένα αγαθό, ένα όλον, μια αξία που δεν αφορά μόνο τη δική του μοίρα, αλλά και των άλλων. Επαναστατώ σημαίνει λέω "όχι" στην καταπίεση και τη μοναξιά, και εδώ έγκειται η διαφορά μεταξύ εξέγερσης και μνησικακίας. Στην εξέγερση ο πόνος του ενός γίνεται συλλογικός. Ο επαναστάτης δεν επαναστατεί ενάντια στον αφέντη του, αλλά ενάντια στους αφέντες όλων των σκλάβων: “Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε”. 
[Τ]ο επαναστατικό πνεύμα εκφράζεται δύσκολα σε κοινωνίες όπου οι ανισότητες είναι πολύ μεγάλες (καθεστώτα με ινδικές κάστες) ή, αντίθετα, σ' εκείνες όπου η ισότητα είναι απόλυτη (κάποιες πρωτόγονες κοινωνίες). Στο κοινωνικό σύνολο, το επαναστατικό πνεύμα μπορεί να υπάρξει μόνο σε ομάδες στις οποίες η θεωρητική ισότητα καλύπτει μεγάλες πραγματικές ανισότητες.

Η μεταφυσική εξέγερση διαφέρει από την ιστορική. Είναι καθολικότερη, με την έννοια ότι αμφισβητεί τους σκοπούς του ανθρώπου και της δημιουργίας. Ο μεταφυσικός επαναστάτης πιστεύει ότι η έμφυτη δικαιοσύνη που τον χαρακτηρίζει έρχεται σε αντίθεση με την αδικία που κυβερνά τον κόσμο. Σ' αυτή την κατηγορία ανήκει ο Προμηθέας πρώτα, κι ύστερα ο Χριστός, γιατί θέλησε να νικήσει το κακό και τον θάνατο. Εδώ όμως ο Καμύ εντάσσει και τον Μαρκήσιο ντε Σαντ, του οποίου η εξέγερση είναι διπλή: ενάντια στη φυσική τάξη του κόσμου και ενάντια στον εαυτό του. Ο ντε Σαντ αρνείται τον άνθρωπο και την ηθική του στο όνομα ενός σεξουαλικού ενστίκτου που κυβερνά και ορίζει τα πάντα. Ονειρεύεται μια δημοκρατία όπου θα δικαιολογείται κάθε έκλυση ηθών, κάθε κλοπή, κάθε συκοφαντία, κάθε δολοφονία, και κυβερνήτης του σύμπαντος θα είναι ο πόθος. Η ακολασία είναι η πιο αχαλίνωτη εξέγερση.

Μεταφυσικοί επαναστάτες χαρακτηρίζονται και οι ρομαντικοί ήρωες, καθότι μοιραίοι: "ο ρομαντικός ήρωας, για να πολεμήσει το κακό, μια και κρίνει τον εαυτό του αθώο, απορρίπτει το καλό και γεννά πάλι το κακό". Μπορεί, δηλαδή, να νοσταλγεί το καλό, αλλά αισθάνεται υποχρεωμένος να διαπράξει το κακό. Χαρακτηρίζεται, έτσι, από ένα είδος μηδενισμού και δικαιολογεί το έγκλημα. Στους μεταφυσικούς επαναστάτες προβάλλει η φιγούρα του Ιβάν Καραμαζόφ.

Ο Ιβάν μάς προσφέρει μόνο το αλλοιωμένο μες στην απελπισία πρόσωπο του επαναστάτη, ανίκανου για δράση, διχασμένου ανάμεσα στην ιδέα της αθωότητάς του και τη θέληση του εγκλήματος. Μισεί τη θανατική ποινή, γιατί είναι η απεικόνιση της ανθρώπινης μοίρας, και συνάμα βαδίζει προς το έγκλημα. Παίρνοντας το μέρος των ανθρώπων, συμμερίζεται τη μοναξιά τους. Με αυτόν, η εξέγερση της λογικής καταλήγει στην τρέλα.

Ο μηδενισμός οδηγεί τον αναγνώστη στον Νίτσε και τον θάνατο του Θεού. Η ηθική είναι η τελευταία όψη του Θεού και πρέπει να καταστραφεί. Για να (ξανα)υπάρξει Θεός, πρέπει ο άνθρωπος να αποφασίσει να δράσει και, προτού δράσει, να αναγάγει τη μη πίστη σε μέθοδο εξέγερσης. Ο Νίτσε πιστεύει ότι ο Θεός πέθανε γιατί ο χριστιανισμός τον εκκοσμίκευσε και ο σοσιαλισμός είναι ένας εκφυλισμένος χριστιανισμός όπου η ισότητα των ψυχών αντικαθίσταται από την ισότητα των ανθρώπων. Ο άνθρωπος καλείται να γκρεμίσει αξίες και να χτίσει νέες, να δημιουργήσει έναν νέο Θεό. 
 
Το κεφάλαιο των μεταφυσικών επαναστατών τελειώνει με τους ποιητές: απ' τη μια τους ρομαντικούς και απ' την άλλη τους υπερρεαλιστές. Ο υπερρεαλισμός, παιδί του ντανταϊσμού στις αρχές του, έχει ρομαντικές καταβολές και χαρακτηρίζεται από έναν "αναιμικό δανδισμό": χιούμορ, παράλογο, σαμποτάζ, ανυποταξία, είναι μερικές από τις αγάπες αυτών των "μηδενιστών του σαλονιού" που, όπως και οι ρομαντικοί, αναζητούν έναν κανόνα δομής στην παραφροσύνη. Ωστόσο, η επανάσταση για τους υπερρεαλιστές δεν είναι  δράση. Είναι παρηγοριά. Επανάσταση εδώ σημαίνει αγάπη για τον άνθρωπο που δεν έχει υπάρξει ακόμη. 
 
Ο μεταφυσικός επαναστάτης είναι ένας "αντίζηλος του πλάστη", που θέλει να γκρεμιστούν όλα και στη θέση τους να χτιστεί το βασίλειο τη δικαιοσύνης. Ώσπου η απόλυτη ελευθερία μετατρέπεται σε μια φυλακή καθηκόντων. "Επαναστατώ, άρα υπάρχουμε. Και υπάρχουμε μόνοι".


Στην ιστορική εξέγερση συναντάμε τριών ειδών επαναστάτες: τους βασιλοκτόνους, τους θεοκτόνους και τους τρομοκράτες. Ιστορική εξέγερση σημαίνει αγάπη για την ελευθερία -απαραίτητη προϋπόθεση της δικαιοσύνης. Έρχεται καιρός, όμως, που η δικαιοσύνη απαιτεί την αναστολή της ελευθερίας κάποιων και η τρομοκρατία ανανοηματοδοτεί την επανάσταση.
 
[Η] επανάσταση είναι μια προσπάθεια προσαρμογής της πράξης σε μια ιδέα για τη διαμόρφωση του κόσμου, σ' ένα θεωρητικό πλαίσιο. Γι' αυτό η εξέγερση σκοτώνει ανθρώπους, ενώ η επανάσταση καταστρέφει και ανθρώπους και αρχές. 
 
Στους βασιλοκτόνους ανήκουν οι επαναστάτες του 1789. Δε θέλουν απλώς να σκοτώσουν τον βασιλιά, αλλά μια ελέω Θεού βασιλεία, που αποτελούσε προσφυγή για εκείνους που υπέφεραν από την αδικία. Και όσο ο κόσμος προσφεύγει στον βασιλιά, δεν του εναντιώνεται. Τώρα στο όνομα του Κοινωνικού Συμβολαίου τον βασιλιά πρέπει να αντικαταστήσει ο λαός, που εξαναγκάζεται στην ελευθερία. Η ιδεολογία είναι μια νέα θρησκεία που οι Γάλλοι Επαναστάτες προσπαθούν να ταυτίσουν με την Αρετή. Όποιος δεν υποστηρίζει το επαναστατικό δίκαιο είναι προδότης ή ύποπτος. Αφού λοιπόν οι άνθρωποι δεν κατορθώνουν να θεμελιώσουν μια ενότητα, θα το κάνει η λαιμητόμος. Η αστική τάξη νικά, κυβερνά και τρομοκρατεί βάσει αφηρημένων αρχών που πολλές φορές, για να επιβληθούν, αντικαθίστανται από αξίες αντίθετές τους. Τους βασιλοκτόνους του 19ου αιώνα θα διαδεχθούν οι θεοκτόνοι του 20ού, και αποτέλεσμα της θεοκτονίας που επιχειρούν είναι η αντικατάσταση της Εκκλησίας από τη Λογική και του Θεού από το Κράτος. Σ' αυτόν τον κόσμο της απόλυτης κυριαρχίας της λογικής ο Χέγκελ βλέπει τη δυστυχία να αντικαθιστά την κόλαση και την εργασία να αντικαθιστά την προσευχή. Οι ιδεολόγοι προσπαθούν με διάφορους τρόπους να διαπαιδαγωγήσουν τους σκλάβους που δεν είναι ικανοί να διεκδικήσουν την ελευθερία τους. Βέβαια, σύμφωνα με τον Χέγκελ, ο σκλάβος απελευθερώνεται μόνο αφού κι αυτός με τη σειρά του υποδουλώσει.

Όταν μιλά για τρομοκράτες, ο Καμύ διαχωρίζει την ατομική τρομοκρατία από την κρατική. Στην πρώτη περίπτωση αναφέρεται στους Δεκεμβριστές, στον αγώνα τον ναρόντνικων για την απελευθέρωση των μουζίκων, στους επαναστάτες-τρομοκράτες του 1905 που συναντάμε στους Δίκαιους, στη ρωσική ιντελιγκέντσια, στον Ρασκόλνικοφ, στους τρεις Δαιμονισμένους (Πισάρεφ, Μπακούνιν, Νετσάγεφ), που αρχικά επηρεάζονται από τη γερμανική ιδεολογία μέχρι που ο Μπακούνιν ανακαλύπτει τον γαλλικό σοσιαλισμό και τις αρχές του αναρχισμού, ταυτίζει το Κράτος με το έγκλημα και την επανάσταση με το καλό και αντιδρά σφοδρά σε μια “κυβέρνηση διανοουμένων”.

Η κληρονομιά του Νετσάγεφ και του Μαρξ θα γεννήσει την ολοκληρωτική επανάσταση του 20ού αιώνα και η τρομοκρατία του Κράτους θα καταστρέψει οριστικά το δίκαιο. Ο τρόμος του κράτους είναι άλλοτε παράλογος -τέτοια ήταν η τρομοκρατία που άσκησαν ο ναζισμός και ο φασισμός- και άλλοτε ορθολογικός. 
 
Η προφητεία του Μαρξ είναι επαναστατική γιατί ολοκληρώνει τη διαδικασία άρνησης που άρχισε με τη φιλοσοφία του Διαφωτισμού. Οι Ιακωβίνοι καταστρέφουν την υπερβατικότητα ενός θεού με πρόσωπο, αλλά την αντικαθιστούν με την υπερβατικότητα των αρχών. Ο Μαρξ εδραιώνει το σύγχρονο αθεϊσμό καταστρέφοντας και την υπερβατικότητα των αρχών. 
 
Ο αθεϊσμός καταργεί τον Θεό, ο κομμουνισμός καταργεί την ιδιοκτησία, αλλά οι κοινωνικές ανισότητες εξακολουθούν να υπάρχουν. Το προλεταριάτο υποτίθεται πως έχει στα χέρια του τα μέσα παραγωγής, αλλά δεν ξέρει να τα χρησιμοποιεί για το καλό του, κι έτσι αναδύονται νέοι ιεραρχικοί διαχωρισμοί. Η εργασία ταυτίστηκε με την αθλιότητα και η ποιότητα που θέλησε να εξασφαλίσει ο Μαρξ για τον άνθρωπο δεν κατοχυρώθηκε ποτέ. Η διεκδίκηση της δικαιοσύνης κατέληξε στην αδικία και το έγκλημα έγινε καθήκον. Το προλεταριάτο προδόθηκε, σε άλλες περιπτώσεις από στρατιωτικούς και σε άλλες από διανοούμενους, ο Λένιν αρνήθηκε τον αυθορμητισμό της λαϊκής μάζας και ισχυρίστηκε πως η σοσιαλιστική ιδεολογία έχει ανάγκη από μια επιστημονική βάση που μόνο οι διανοούμενοι μπορούν να προσφέρουν. Τα συμφέροντα του προλεταριάτου, άλλωστε, τα γνωρίζουν καλύτερα αυτοί που δεν είναι προλετάριοι. Το Κράτος, λοιπόν, δεν αφανίστηκε, και μετά την κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής νομιμοποιήθηκε μια νέας μορφής δικτατορία. 
 

Τελικά η επανάσταση είναι μια υπόσχεση που δεν εκπληρώνεται ποτέ; Το μέλλον της ταυτίζεται με την τραγωδία του μηδενισμού και τον ακρωτηριασμό του ανθρώπου; Είχε δίκιο ο Καμύ όταν με τον Επαναστατημένο άνθρωπο συμβούλευε τον αναγνώστη να πιστέψει με άλλους τρόπους στο αγαθό της ζωής;

Αντί να πεθαίνουμε για να δημιουργήσουμε τον άνθρωπο που δεν είμαστε, μπορούμε να ζήσουμε και να δίνουμε ζωή για να δημιουργήσουμε αυτό που είμαστε. 

Ο Επαναστατημένος άνθρωπος προκάλεσε τεράστιες αντιδράσεις σε κομμουνιστές, υπαρξιστές, χριστιανούς και στάθηκε μια από τις αφορμές για να διαφωνήσει ο Σαρτρ με τον "αντίζηλό" του. Το κείμενο παραμένει επίκαιρο, διατυπώνει σκέψεις που στην εποχή της κυκλοφορίας του δεν ήταν καθόλου δεδομένες και, σε κάθε περίπτωση, εξακολουθεί να αποτελεί και σήμερα ένα σπουδαίο μανιφέστο ανθρωπισμού. 


***

[1] Αλμπέρ Καμύ, Ο επαναστατημένος άνθρωπος (μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Douge, Μαρία Κασαμπάλογλου-Roblin), Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013.