Πέμπτη, 25 Αυγούστου 2016

Ολίγη ζωολογία


Εδώ συχνά εκφράζεται η αγάπη μας για τα ζώα, μικρά και μεγάλα, ήμερα και άγρια, οικόσιτα και μη. Επαινούνται οι αρετές κυρίως των θηλαστικών, όχι ότι δεν τρέφουμε εκτίμηση και για τα υπόλοιπα -πτηνά, έντομα, ερπετά, ωοτόκα και αμφίβια. Αλλά τα θηλαστικά όσο να πεις θηλάζουν κιόλα, έχουν και δύσκολη γέννα, δεν πετάν απλά το αυγό τους. Αλλά όλα τα αγαπάμε, γιατί και να κλωσσήσεις υποθέτω δεν είναι και εύκολο, ειδικά τώρα με τις ζέστες.
Από μικρό παιδί ταυτίστηκα με το πρόβατο, τη φύση του οποίου είχα συγκρίνει κάπως με τη δική μου. Το θεωρούσα πρώτο από τα αγαπημένα μου ζώα και φρόντιζα να το υπενθυμίζω σε σχετικές συζητήσεις. Μετά το πρόβατο ερχόταν η χελώνα και ύστερα ο βάτραχος. 

Τη χελώνα την έκανε συμπαθή σε όλα τα παιδιά ο Αίσωπος, που μας δίδαξε το ψέμα ότι με υπομονή, επιμονή και μεθοδικότητα νικάμε τους γρήγορους. Αλλά ενίοτε συμβαίνει κι αυτό. Την αγαπώ τη χελώνα γιατί δεν είναι ανταγωνιστική. Σπεύδει βραδέως. Η καρδιά της πρέπει να χτυπά με τρεις σφιγμούς το λεπτό και κατά πώς φαίνεται αυτό είναι το μυστικό της μακροζωίας, γιατί ζει αιώνες. Όποτε βρίσκομαι σε μέρη με ελιές και χελώνες μου αρέσει να σκέφτομαι πως τα ίδια φυτά και ζώα μπορεί να συμβιώνουν αρμονικά στη γειτονιά τους για εκατοντάδες χρόνια. 

Ο βάτραχος πάλι μου αρέσει γιατί είναι άσχημος και αμφίβιος. Κι εγώ θα ήθελα να είμαι αμφίβιο. Δε συμπαθώ τις μάσκες και τα βατραχοπέδιλα, σιχαίνομαι οτιδήποτε πλαστικό, κι έτσι δεν μπορώ να εισπνέω κάτω από το νερό. Ο βάτραχος είναι τυχερός. Επίσης μου αρέσει πολύ η φουσκωμένη του κοιλίτσα και τα μάτια του που βγαίνουν προς τα έξω. Κάνει και ωραίο γρουγρούνισμα. (Δεν έχω ακούσει ποτέ βατράχι να κάνει "κουάξ"). 

Αυτή είναι η τριάδα των αγαπημένων μου ζώων. Γενικά, τα ζώα τα κρίνω και από το πρόσωπο. Γι' αυτό αγαπώ πολύ το λάμα και όλα τα "καμηλοειδή". Μικρή είδα ένα τσουρομαδημένο λάμα στο ζωολογικό κήπο της Νέας Φιλαδέλφειας και ο πατέρας μου μου είπε ότι είναι ζώο που έρχεται από πολύ μακρινή χώρα. Το λυπήθηκα γιατί ήταν ταλαιπωρημένο και νόμιζα πως ήρθε με τα πόδια και οι άνθρωποι το μπαγλαρώσανε για να βγάλουν χρήματα. Πράγμα που δεν απέχει και πολύ από την αλήθεια. 

Ήτανε λοιπόν κι ένα τέταρτο ζώο που αγαπούσα, αν και ποτέ μου δεν το είχα συναναστραφεί. Αγαπούσα πάντοτε την καμηλοπάρδαλη. Ανήκει υποθέτω κι αυτή στην ίδια οικογένεια με την καμήλα, αλλά αντί  για καμπούρα έχει τον ψηλό της λαιμό. Η καμηλοπάρδαλη είναι το πιο ειρηνικό ζώο της ζούγκλας. Τρώει τα ψηλά φύλλα των δέντρων, τρέχει αλλόκοτα, κάνει υπέροχο σπαγγάτο για να πιει νερό -θα το ζήλευε και η πιο επιδέξια μπαλαρίνα- ενώ το πρόσωπό της παρουσιάζει σπάνια θηλυκότητα. Η καμηλοπάρδαλη ανήκει στην κατηγορία εκείνων που, αν και αδύνατοι, έχουν κακή φυσική κατάσταση.

Όταν ήταν μαθήτρια έπαιρνε πολύ καλούς βαθμούς στην ανάγνωση και την αριθμητική, αλλά ήταν σταθερά κακή στη γυμναστική, αδύνατο να κάνει τούμπες όσο κι αν έβαζε τα δυνατά της, ήταν απλώς αδύνατο, ήταν απίστευτα δυστυχισμένη γι' αυτή την αδυναμία της όλοι της λέγανε κοίτα να δεις, να, έτσι να το κάνεις, ακριβώς έτσι, δεν είναι τρομερά απλό; Αλλ' όσο κι αν προσπαθούσε η καημένη η καμηλοπάρδαλη ποτέ δεν τα κατάφερνε, πάντα έμπαινε στη μέση ο λαιμός της, κι ο δάσκαλος τής ταρακούναγε το κεφάλι και της έλεγε ω! καμηλοπάρδαλη, τι άγαρμπος ατζαμής που είσαι, θα χαντακώσεις τη βαθμολογία σου και τι θα πούνε οι γονείς σου, κι η καμηλοπάρδαλη έκλαιγε τόσο πολύ που οι περαστικοί νομίζανε πως έβρεχε, και σαν τέλειωσε το σχολικό έτος και πήρανε τα ενδεικτικά τους, η καμηλοπάρδαλη είχε όντως το χειρότερο βαθμό στη γυμναστική, κι έκλαιγε περισσότερο από πριν, και σαν έφτασε σπίτι οι γονείς της τη ρωτήσανε τι είχε συμβεί κι αυτή ομολόγησε πως είχε πάρει το χειρότερο βαθμό στη γυμναστική, και τότε ο πατέρας της, κι η μητέρα της δεν είπαν τίποτε αλλά πήγανε στο διπλανό δωμάτιο κι αφού κουβέντιασαν πολλή ώρα γύρισαν με τα δικά τους παλιά ενδεικτικά, και η μικρή καμηλοπάρδαλη τα κοίταξε κι είδε πως κι εκείνοι είχανε στη γυμναστική τους χειρότερους βαθμούς[1]

Καλό είναι λοιπόν να θυμόμαστε πως στη γυμναστική δε δυσκολεύονται μόνο οι ευτραφείς και οι υπέρβαροι, αλλά και οι ψηλοί και μακρυλαίμηδες. Αυτό πρέπει να το έχουμε υπόψη μας. 

***

[1] Μίλος Ματσόουρεκ, Ζωολογία (μτφρ. Σπύρος Τσακνιάς), Στιγμή, Αθήνα 1988.   

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2016

Μια άποψη για τον γυμνισμό



Διακοπές δεν πηγαίνω. Πρώτον, γιατί με την κατάσταση στο σπίτι δεν μπορώ να απομακρύνομαι για πολλές ημέρες, δεύτερον, γιατί δε μου περισσεύουν τα λεφτά και, τρίτον, επειδή δεν μπορώ όλον αυτό τον τουριστοσυνωστισμό στα ελληνικά νησιά. Δεν μπορώ ιδίως τις περιοχές όπου συχνάζουν Άγγλοι, οι οποίοι, για να προκαλέσουν τους ντόπιους, κυκλοφορούν ξεβράκωτοι έξω από τα μπαρ και μερικοί απ' αυτούς επιδίδονται σε πράξεις επιδειξιομανίας. Η πιο σεμνή των περιπτώσεων (αν είναι δυνατόν) είναι το τσιτσίδωμα στις παραλίες - ο περιβόητος γυμνισμός. 



Όταν κάνω την ανάγκη μου στην τουαλέτα, ή κάνω το ντουζ μου στο μπάνιο και καθαρίζομαι σωματικά, δεν έχω να ντραπώ τίποτα. Σε μια παραλία όμως έχω να ντραπώ, διότι θα στραφούν δεκάδες μάτια πάνω μου. Εάν ήταν η ιδιωτική μου παραλία, ή η πισίνα μου, όπου και δε θα σκανδάλιζα κανέναν, τότε ευχαρίστως θα βουτούσα τσίτσιδος. Με τίποτα όμως δε θα μπορούσα να κάνω μπάνιο σε οργανωμένες παραλίες γυμνιστών. Θα ένιωθα μειονεκτικά, γιατί όλοι θα κοιτολογούσαν (έτσι λέγεται, το έχω διαβάσει), δηλαδή θα κοιτούσαν και θα σχολίαζαν. Ναι. [...]



Εξάλλου δε θα ήθελα ποτέ να σκανδαλιστεί εξαιτίας μου ένα τρυφερό κοριτσάκι ή μια γυναίκα, είτε ελεύθερη είτε παντρεμένη. Δε θέλω να δίνω κακή τροφή στο συνάνθρωπό μου - όπως δε είναι σωστό να ταΐσεις το πρόβατο σάπιο χόρτο. 

***

[1] Μάκης Τσίτας, Μάρτυς μου ο Θεός, Κίχλη, Αθήνα 2013.
[2] Φωτογραφίες:  Edwin Bower Hesser (1920), Edwin Bower Hesser (1930), David Cotton (1970).


Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

Το χρώμα της Δευτέρας Παρουσίας

 Ένα τραγικό κυνήγι φαντασμάτων...

Στο μυθιστόρημα του Λέο Πέρουτς "Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας", τη νύχτα τις 26ης Σεπτεμβρίου 1909, στην έπαυλη του αυλικού ηθοποιού Ευγένιου Μπίσοφ μια παρέα ευγενών κυρίων συγκεντρώνονται για να παίξουν μουσική δωματίου. Την παρέα αποτελούν ο Ευγένιος Μπίσοφ, η σύζυγός του Ντίνα Μπίσοφ, ο αδερφός της Φέλιξ, ο δόκτωρ Γκόρσκι, ο μηχανικός Σόλγκρουπ και ο βαρόνος φον Γιος, που αναλαμβάνει και τον ρόλο του αφηγητή. 

Κατά τη διάρκεια της βραδιάς, ο Ευγένιος Μπίσοφ μιλάει στους καλεσμένους του για τη γνωριμία του με έναν αξιωματικό του Πολεμικού Ναυτικού. Αφηγείται πώς βρέθηκε νεκρός μετά την προσπάθειά του να εξιχνιάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες είχε αυτοκτονήσει ο αδερφός του. Λίγη ώρα αργότερα, ακούγεται ένας πυροβολισμός και ο Ευγένιος Μπίσοφ πέφτει στον κήπο νεκρός. Αυτοκτονία. 

Ο Φέλιξ κατηγορεί τον βαρόνο φον Γιος για τον θάνατο του Μπίσοφ. Η αντιζηλία μεταξύ τους κρατούσε από τότε που ο ηθοποιός παντρεύτηκε την Ντίνα, τη γυναίκα που αγαπούσε παράφορα ο βαρόνος. Η ομάδα των συνδαιτυμόνων ξεκινά μια έρευνα για να εξιχνιάσει το έγκλημα, και ο βαρόνος μια αφήγηση που στοχεύει περισσότερο να αποδείξει την αθωότητά του, παρά να αποκαλύψει την αλήθεια. 

Ένα ονειροπόλημα με παραπλάνησε! Μια άγνωστη βούληση με ανάγκασε να πάρω πάνω μου μια πράξη για την οποία δεν ευθυνόμουν. Όχι, δεν είχα έρθει εδώ! Δεν είχα μιλήσει με τον Ευγένιο Μπίσοφ, δεν είμαι δολοφόνος! Όλα ήταν όνειρο και φαντασίωση, που αναδύθηκαν από την Κόλαση και τώρα ξαναγύρισαν εκεί.

Οι εσωτερικοί χώροι, τα λίγα πρόσωπα, η σκοτεινή ατμόσφαιρα προσδίδουν θεατρικότητα στο έργο, ενώ το αμφιλεγόμενο ποιόν των χαρακτήρων τούς μετατρέπει σε καρικατούρες, και ο αναγνώστης αισθάνεται άλλοτε ότι διαβάζει ένα μυθιστόρημα αγωνίας και άλλοτε μια μαύρη κωμωδία.  

Μια διαβολική παγίδα! Καταλαβαίνετε; Το κέντρο της φαντασίας είναι συγχρόνως το κέντρο του φόβου. Αυτό είναι! Φόβος και φαντασία είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Ανέκαθεν οι μεγάλοι ονειροπόλοι ήταν δέσμιοι του φόβου και της φρίκης. 

Τελικά, στην εξιχνίαση του εγκλήματος οδηγεί ένα αντικείμενο -κάτι συνηθισμένο στα αστυνομικά μυθιστορήματα- ενώ για την αυτοκτονία του Μπίσοφ και όσων προσπαθήσουν να την ερμηνεύσουν ευθύνεται ένα κείμενο εγκιβωτισμένο στην αφήγηση του βαρόνου.

Πώς συνδέονται όλα αυτά με τη Δευτέρα Παρουσία, το χρώμα "του αίματος, της αμαρτίας και της φωτιάς" και τον φόβο της Κόλασης; Τι σχέση μπορεί να έχει ο τρόμος του ανθρώπου πριν από τη στιγμή της κρίσης, με τον τρόμο του δημιουργού μπροστά στο ανολοκλήρωτο ή αγέννητο έργο τέχνης;

Το βιβλίο ξεκινά με έναν "πρόλογο αντί επιλόγου" από τον αφηγητή, και κλείνει με έναν επίλογο αντί προλόγου από τον πρώτο εκδότη του, που απαντά σε αρκετά από τα ερωτηματικά που γεννώνται στον αναγνώστη. Έτσι κι αλλιώς, όλα παραμένουν ρευστά. Η αφήγηση του βαρόνου άλλοτε προσπαθεί να αποδείξει την αθωότητά του και άλλοτε μοιάζει με ομολογία ενοχής. 

Όπως πολλά σπουδαία έργα, έτσι και το έργο του Πέρουτς φεύγει πέρα από τις προθέσεις του δημιουργού του. Ο Μπένγιαμιν και ο Μπόρχες το χαρακτήριζαν αστυνομικό μυθιστόρημα, αν και ο ίδιος ο συγγραφέας του επέμενε πως ποτέ του δεν είχε ασχοληθεί με την αστυνομική λογοτεχνία.

Το βιβλίο του Πέρουτς κινείται ελεύθερα ανάμεσα στο αστυνομικό και το ψυχολογικό μυθιστόρημα, χωρίς να είναι τίποτα από τα δύο. Αν υποθέσουμε ότι καθένα από τα είδη αυτά περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα, τότε αυτός για το αστυνομικό είναι η αλήθεια, για το ψυχολογικό οι προθέσεις και το ποιόν των πρωταγωνιστών. Το μυθιστόρημα αυτό ούτε ακολουθεί κατά βάση την εξωτερική πραγματικότητα, ώστε να είναι καθαρά αστυνομικό, αλλά ούτε και εμβαθύνει ιδιαίτερα στις εσωτερικές εντάσεις, ώστε να χαρακτηριστεί ψυχολογικό. 

Είναι ένα στοχαστικό, αλληγορικό μυθιστόρημα μυστηρίου, που μας υπενθυμίζει την άποψη της Beate Pinkerneil: "Το να θέλει κανείς να αποκρυπτογραφήσει τα παράδοξα συμβάντα στην αφήγηση του Πέρουτς είναι σαν να αναζητεί τη σαφήνεια εκεί που βασιλεύει η αμφιβολία".

Σε τελική ανάλυση, πόσα γνωρίζουμε ο ένας για τον άλλον; Κάθε άνθρωπος κουβαλάει μέσα του τη δική του "Ημέρα της Κρίσεως". Ποιος ξέρει;

***

[1] Οι εικόνες που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι εξώφυλλα του γερμανικού περιοδικού Der Orchiddengarten, του πρώτου περιοδικού για τη λογοτεχνία του φανταστικού (1919-1921).

[2] Leo Perutz, Ο Μαιτρ της Δευτέρας Παρουσίας (μτφρ. Ρόζα Ιωαννίδου), Κίχλη, Αθήνα 2016. 
 




Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

Εξώφυλλα #14: "Η ζωή είναι ωραία"


Βιβλία για όσους θέλουν να δηλητηριάσουν κάποιον ή να δηλητηριαστούν: 


Βιβλία για ανθρώπους πονεμένους.  Ή για εκείνους που προτιμούν να κάνουν γνωριμίες στη φαντασία τους: 


 Βιβλία για όσους νομίζουν πως έχουν αυτογνωσία: 

 
Για εκείνους που τους λείπει η αυτοπεποίθηση: 


Και για εκείνους που έχουν παραδώσει τα όπλα: 



Συμπέρασμα: Σε ορισμένες περιπτώσεις, το διάβασμα καλό είναι να αποφεύγεται. 
Η ζωή είναι ωραία, παρόλα αυτά.


*** 



Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

Κεχαριτωμένη, χαίρε...



Όσοι δεν μπόρεσαν να μπουν, περίμεναν έξω την περιφορά της εικόνας, έφραζαν τη μεγάλη πόρτα, άκουγαν το Μητροπολίτη απ' τα μεγάφωνα. Η εικόνα ήταν στο προαύλιο. Τη στόλιζαν άσπρα μικρά λουλούδια και μια γαρδένια. Οι πλάγιες ακτίνες του ήλιου χτύπαγαν τα τάματα και τα χρυσαφικά πίσω απ' το τζάμι της. Ήταν τόσο δυνατές, που το χρυσό έμοιαζε να λιώνει. Το πρόσωπο της Παναγίας δεν φαινότανε σχεδόν καθόλου. Οι πιστοί την κοίταζαν δύσπιστα. Την είχανε συνηθίσει μέσα στο μισοσκόταδο της εκκλησίας, και τώρα, κάτω απ΄ το φως του ήλιου, η λάμψη της τους ενοχλούσε. Εδώ, δε θα τολμούσανε ποτέ να σκύψουν να τη φιλήσουν. Έτσι εκτεθειμένη, την έβρισκαν άσεμνη. Ο Μητροπολίτης ιερουργούσε, σκουπίζοντας τον ιδρώτα του μ' ένα μεγάλο μεταξωτό μαντίλι: "...Κεχαριτωμένη, χαίρε, μετά σου ο Κύριος..." 

Τα παιδιά το σκάγανε, τρέχανε στις κολυμπήθρες. Τ' αγόρια γεμίζανε το στόμα τους νερό, το φτύνανε πάνω στα κορίτσια. Αυτές βάζανε τα κλάματα: το νερό κατέστρεφε τους τεράστιους βελούδινους φιόγκους που στολίζανε τα μαλλιά τους. Οι βρεμένοι φιόγκοι πέφτανε μπροστά, τους κρύβανε το πρόσωπο. Οι κυρίες φορούσανε λακ. Μέσα στη ζέστη η μυρωδιά της ήτανε δυνατή. Έκανε τον κόσμο να φτερνίζεται συνέχεια. Μερικοί κάνανε παράπονα, ακούστηκαν προτάσεις για κάποιο νόμο: να απαγορευτεί η λακ μέσα στην εκκλησία, τουλάχιστον το καλοκαίρι. [...]

Είχε φτάσει η ώρα της περιφοράς. Οι δυο αστυνόμοι σήκωσαν στους ώμους τους την εικόνα, στάθηκαν πρώτοι. Πίσω τους, ο Μητροπολίτης, τα παπαδοπαίδια, οι ναύτες, το πλήθος σχημάτιζε μια πομπή. Ξεκινήσανε. Σημάνανε οι καμπάνες της μητρόπολης. Την ίδια στιγμή, αρχίσανε να χτυπάνε οι καμπάνες σ' όλο το νησί, απ΄όλες τις εκκλησίες. Η εικόνα βγήκε στο λιμάνι. Οι πιστοί σπρωχνόντουσαν, για να δούνε καλύτερα τα εξαπτέρυγα, να μη χάσουνε τους ψαλμούς. Ενώθηκαν με τον κόσμο που περίμενε απ' έξω. Οι γυναίκες κοιταζόντουσαν μεταξύ τους, μελετούσαν τα καλά τους ρούχα: τις λουλουδένιες μπλούζες, τις άσπρες γόβες, τις δαντέλες στις άκρες των κομπινεζόν, το πλισέ μιας φούστας. 

"...Κεχαριτωμένη χαίρε, μετά σου ο Κύριος, ο παρέχων τω κόσμω δια σου το μέγα έλεος..."

Η εικόνα κοίταξε λοξά. Του χαμογελούσε. Γύρω απ' το κεφάλι της, τα χέρια της, το πέπλο της, κρεμόντουσαν τάματα. Το πρόσωπό της, πνιγμένο μέσα στα πετράδια και τα φτιασίδια, ξεπηδούσε πιο αυστηρό, σαν να μην ενέκρινε το όργιο του χρυσού που την περιέβαλλε. Δαχτυλίδια, βραχιόλια, διαμαντένιες καρφίτσες εξαίσια δουλεμένες, παιδικά σκουλαρήκια με γαλάζιες πέτρες, χρυσές καρδιές, ασημένια αυτιά, χέρια, πόδια, μάτια, νεφρά, αορτές, και άλλα μη αναγνωρίσιμα μέλη του ανθρώπινου σώματος κρεμόντουσαν μπερδεμένα πίσω απ' το τζάμι της...

***

[1] Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο υπνοβάτης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1997.
[2] Φωτογραφία: John Demos
 

 

Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2016

Είναι αργά, όλο και πιο αργά


"Αν σου έγραφα εγώ ένα τέτοιο γράμμα, θα ήταν γραμμένο με λέξεις απλές, φθαρμένες από τη χρήση όσων ανθρώπων τις ξεστόμισαν... θα σου έγραφα ότι δεν ήξερα πως ο χρόνος δεν περιμένει, πραγματικά δεν το ήξερα, κανείς δεν σκέφτεται ποτέ ότι ο χρόνος αποτελείται από σταγόνες και ότι αρκεί μια περισσή σταγόνα για να χυθεί το υγρό στο χώμα και να απλωθεί σαν κηλίδα και να χαθεί. Και θα σου έλεγα πως αγαπώ, πως αγαπώ ακόμα, παρότι οι αισθήσεις μοιάζουν κουρασμένες... και θα σου έγραφα ότι η φιγούρα σου, που φαινόταν κόντρα στον ορίζοντα, μου φάνηκε το ωραιότερο πράγμα που ο χρόνος συνέλαβε... κι ύστερα θα σου έλεγα για εκείνες τις νύχτες που μιλούσαμε, για εκείνο το σπίτι στη θάλασσα... Και θα σου έλεγα επίσης πως σε περιμένω, παρότι δεν περιμένει κανείς κάποιον που δεν μπορεί πια να γυρίσει".
  
Κάποιο καλοκαίρι, ο αφηγητής προσπάθησε να φέρει πίσω μια καταιγίδα που είχε ζήσει εντυπωσιασμένος δεκαοκτώ χρόνια πριν. Κάθισε στο παράθυρο του ίδιου απομονωμένου πανδοχείου, ατένισε το ίδιο άγριο τοπίο, δημιούργησε μέσα του την ίδια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα και αφέθηκε στα μαβιά σύννεφα. Αλλά η καταιγίδα δεν ήρθε. Ξέσπασε όμως στο κεφάλι του μια δυνατή παλίρροια που τον έκανε να συνειδητοποιήσει πως κανείς δεν μπορεί να ξαναζήσει το Ανεπανάληπτο. 
 
Το "Είναι αργά, όλο και πιο αργά" του Αντόνιο Ταμπούκι ολοκληρώνεται σε 17 επιστολές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ερωτικές. Όλες, με εξαίρεση την τελευταία, έχουν ως αποστολέα έναν άντρα ώριμης ηλικίας και ως παραλήπτη μια γυναίκα. Μεταξύ τους υπήρξε μια -πραγματική ή φανταστική- ερωτική ιστορία. Μπορεί να ήταν έρωτας, μπορεί μια βασανιστική επιθυμία. Είναι το Ανεπανάληπτο που ο αφηγητής προσπαθεί να επαναφέρει στη μνήμη του και τη ζωή του. Οι επιστολές γράφονται εκπρόθεσμα και παραμένουν ανεπίδοτες. 

Κάθε επιστολή αποπνέει έναν αέρα κοσμοπολιτισμού και φέρει τη σφραγίδα ενός τόπου: Αλλού κυριαρχεί το ελληνικό τοπίο, αλλού το Σεν Ζερμαίν του Παρισιού, η Θεσσαλονίκη, η Αλεξάνδρεια, η Σαμαρκάνδη, ένας θεατρικός μη-τόπος.  Κάθε επιστολή είναι ένας προβληματισμός στο θέμα του χρόνου, στην σπειροειδή του πορεία, τη σχέση του με τη μνήμη και τη φαντασία, το νόημα της ζωής, τη μοναξιά και τη μοναχικότητα, το πεπερασμένο του σύμπαντος και του έρωτα. Κάθε επιστολή και ένας (απο)χαιρετισμός. 

Γι΄αυτό σου στέλνω έναν αδύνατο χαιρετισμό, όπως όποιος κάνει νεύματα από τη  μια όχθη του ποταμού στην άλλη, ξέροντας ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν όχθες, υπάρχει μόνο το ποτάμι, πίστεψέ με, δεν υπάρχουν όχθες, υπάρχει μόνο το ποτάμι...

Αντίο αγαπητή μου Φίλη, ή μάλλον, εις το επανιδείν σε μια άλλη ζωή, που σίγουρα δεν θα είναι δική μας. Γιατί τα παιχνίδια της ύπαρξης,  όπως γνωρίζουμε, απαγορεύονται από αυτό που ενώ έπρεπε να είναι παρόν, ήταν ήδη παρελθόν. Είναι το μικροσκοπικό αλλά ανυπέρβατο Απαγορευμένο Παιχνίδι που μας επιβάλλει το Δικό μας Επίκαιρο. 

Σε πολλά σημεία γίνονται αναφορές στα παιδικά χρόνια. Μπλεγμένα και κουρελιασμένα σε μιαν άκρη της ζωής μας, ξυπνούν αιφνιδιαστικά από κάποιο αντικείμενο: ένα κουμπί που βρήκαμε σε ένα συρτάρι, ένα πρόσωπο που μας θυμίζει κάτι, ένα παλιό εισιτήριο του τραμ. "Τι θα λέγατε να ωραιοποιούσαμε τις αναμνήσεις; Να τις παραποιούσαμε; Η μνήμη βρίσκεται εδώ γι' αυτό το λόγο." 

Και ξαφνικά, εκεί που τα παιδικά χρόνια έχουν μια πικρή γεύση από χαμένες ευκαιρίες, εφηβείες φορτωμένες με ατέλειωτες ώρες ανίας, άχρηστους έρωτες και ζωές χωρίς κανένα νόημα, συνειδητοποιούμε πως η ζωή έχει το νόημα που εμείς επιλέγουμε και αληθινά παιδικά χρόνια είναι εκείνα που διαλέγουμε όταν έχουμε μεγαλώσει ή γεράσει.

Και τότε παίρνεις από το χέρι τα ψεύτικα αληθινά σου παιδικά χρόνια, κι αυτά είναι ένα κοριτσάκι με δύο ξύλινα τσόκαρα που χοροπηδάει στην άμμο, μπροστά σου υπάρχει η απεραντοσύνη της γαλάζιας θάλασσας, κι είναι καλοκαίρι και το κορίτσι χοροπηδάει...
 
Η ψυχή βρίσκεται στο αίμα, σε ένα αιμοσφαίριο που περιβάλλεται από εκατομμύρια άλλα αιμοσφαίρια και αναμειγνύεται με εκείνα. Την αιμάτινη σταγόνα που αποτελεί κατοικία της ψυχής μας, την τυλίγει ένα συρματόπλεγμα. Το συρματόπλεγμα, που κάποιοι αντιλαμβάνονται ως φυλακή, ίσως είναι η μεγαλύτερη ελευθερία που μπορεί να μας δοθεί. Και κάποια στιγμή στη ζωή, όταν (θα) είμαστε σε μεγάλη πια ηλικία, τη στιγμή που έχουν καμφθεί οι αντιστάσεις και έχει νεκρωθεί μέσα μας κάθε είδος εγωισμού, το συρματόπλεγμα μάς τσιμπά τόσο δυνατά, που ξεχειλίζει από μέσα η ψυχή μας. 

Και είχα την ψευδαίσθηση ότι αυτός ο ευρύς ορίζοντας ήταν η ελευθερία που το συρματόπλεγμα μού είχε απαγορεύσει...
Κι είναι γι' αυτό που, αντί για όλα αυτά, σου αφήνω τελικά τούτες τις λέξεις, και θα πρέπει να αρκεστείς σ' αυτές, γιατί όλα τα υπόλοιπα είναι μόνο λόγια, λόγια, λόγια...

Εκείνη την οριακή στιγμή είναι γραμμένη η καθεμιά από τις 17 επιστολές. Τη στιγμή που η ψυχή ξεχειλίζει και δίνουμε ό,τι χρωστάμε. Ο κάθε αφηγητής γράφει ένα γράμμα με το οποίο θέλει να γυρίσει τον χρόνο πίσω. Τα γράμματα είναι γεμάτα με εικόνες ενοχής και μετάνοιας, γιατί κανείς δεν μπορεί να μας ξαναδώσει τον χρόνο που αφήσαμε να κυλήσει μέσα από τα δάχτυλά μας. Αν και, ορισμένες φορές, ο χαμένος χρόνος ξαναβρίσκεται μέσα σε μερικά λεπτά.

Εσύ, όμως, αγάπη μου, θα είσαι πάλι εκεί; Θα έχεις κάνει, όπως εγώ, το ταξίδι της επιστροφής σου και θα είναι όλα έτοιμα να ξαναρχίσουν πάλι ξεκινώντας από την αρχή; 

Ζευγάρια που νιώθουν τη συνενοχή ενός κοινού πόθου. Που θέλουν να είναι μαζί, αλλά δεν μπορούν. Ή που μπορούν να είναι μαζί, όχι όμως να νιώθουν καλά. Ζουν μακριά, και στα "ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα είναι ευτυχισμένοι". Γιατί μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι, στα "ενδιάμεσα χρονικά διαστήματα"

H στιγμή που νομίσαμε αληθινή την ψευδαίσθηση, που οι αμμώδεις κόκκοι της ερήμου ασήμιζαν στο φως του φεγγαριού και απαντούσαν στη μουσική και τα ερωτήματά μας, εκείνη η στιγμή δίνει νόημα στην απουσία κάθε νοήματος. Η ζωή είναι μια σειρά αποχαιρετισμών, μια σειρά υποσχέσεων που δεν κρατήσαμε, και οι επιστολές λόγια που πασχίζουν να επανορθώσουν για μια χαμένη υπόσχεση. Προς τον έρωτα, τη ζωή ή τον εαυτό μας.  

Ευτυχώς, κανείς δεν μπορεί να μας πάρει αυτά που ζήσαμε. Ειδικά αν στη ζωή μας ψάχναμε για κενά.  

*** 
  
[1]   Τα έργα που συνοδεύουν το κείμενο είναι του R.B Kitaj.
   
[2] Antonio Tabucchi, Είναι αργά, όλα και πιο αργά (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2009.