Δευτέρα 4 Ιουλίου 2022

Ο κύριος Μι

Κάθε έργο μυθοπλασίας πρέπει να περιέχει τουλάχιστον ένα ψεύδος που να συντηρεί τη συνοχή του. 

Είναι μερικοί άντρες που κάνουν τις γυναικοδουλειές τους και ξεμπερδεύουν πριν από τα σαράντα, λέει η κυρία Μπι. Αλλά είναι και κάτι άλλοι που περιμένουν να περάσουν τα ογδόντα, για να καταλάβουν ότι όλα αυτά είναι βλακείες. Μπορείτε εύκολα να μαντέψετε σε ποια κατηγορία ανήκει ο κύριος Μι. 

"Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να ζείτε μ' όλα τούτα τα βιβλία πάνω απ' το κεφάλι σας", είπε η κυρία Μπι. 

"Μπορεί αυτός που τα 'γραψε να ήταν έξυπνος άνθρωπος, αλλά αυτός που πάει και τ' αγοράζει είναι χαζός. Λες και δεν σας φτάνουν τα βιβλία που 'χετε εδώ μέσα για να την περνάτε".

"Αυτή η σαβούρα κάνει μονάχα για μουσείο. Ένα κομπιούτερ χρειάζεστε". 

Ο κύριος Μι, ογδοηκοντούτης, παθιασμένος αναγνώστης του Χιουμ και φανατικός μελετητής της λογοτεχνίας του 18ου αιώνα, και η κυρία Μπι, μάλλον μεσήλικη λαϊκή γυναίκα ειδική στην εξολόθρευση της σκόνης, προσπαθούν να συνυπάρξουν. Εκείνος ασχολείται με τα γράμματα και εκείνη με την επιβίωσή του: διατροφή, υγιεινή, καθαριότητα.

Όσο η σκόνη και ο όγκος των βιβλίων αυξάνονται επικίνδυνα, τόσο η κυρία Μπι επιμένει πως ο κύριος Μι πρέπει να ξεφορτωθεί οτιδήποτε χάρτινο βρίσκεται στο σπίτι και να προμηθευτεί έναν υπολογιστή. Το παιδί του γείτονα, από τότε που αγόρασε αυτό το μαραφέτι, περνά επτά με οκτώ ώρες την ημέρα κοιτάζοντας μια πολύχρωμη οθόνη. Το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα και ο κύριος Μι προσηλώνεται στις αράδες των βιβλίων του. Ξεφορτώνεσαι τη βιβλιοθήκη και αγοράζεις το μηχάνημα. Απλό. 

Ο κύριος Μι ακολουθεί τις συμβουλές της καλής του οικονόμου και ανακαλύπτει μια ολότελα καινούργια γλώσσα: επεξεργασία κειμένου, PC, σερφάρισμα, μνήμη...


Σε άλλα νέα, που λένε, οι Φεράν και Μινάρ, δύο παράξενοι τύποι που μοιράζονται το πάθος τους για το σκάκι και την ψητή πάπια, αναζητούν ελεύθερη εργασία για να την βγάλουν. Κλείνονται σε ένα δωμάτιο κι αρχίζουν να αντιγράφουν την Εγκυκλοπαίδεια. Χειρόγραφα που κάνουν φτερά και η δολοφονία της νεαρής Ζακλίν τούς οδηγούν σε ένα συναρπαστικό ταξίδι που θα τους φέρει σε επαφή ακόμη και με τον ίδιο τον Ρουσσώ!

Κάτι αιώνες αργότερα, η ύπαρξη των δυο αντιγραφέων θα απασχολήσει έναν μεσήλικα ακαδημαϊκό που αναζητά  ομοιότητες ανάμεσα στο έργο του Ζαν Ζακ Ρουσσώ και του Μαρσέλ Προυστ μαζί με ολίγη ανανέωση της ερωτικής του ζωής. 

Ο Προυστ έγραψε ένα μεγάλο μυθιστόρημα που αφορά ένα πρόσωπο που αποκαλείται "Εγώ" κι ας μην είναι πάντοτε αυτός ο ίδιος, και που σε ένα μόνο σημείο του βιβλίου ονομάζεται ως Μαρσέλ. [...] Τη μια ο "Εγώ" είναι ο ένας, άλλοτε πάλι ο άλλος, και μερικές φορές, κι αυτό είναι το μαγικό, κανένας απ' τους δύο. Κι όμως, για πάρα πολλούς αναγνώστες αυτά τα πρόσωπα ταυτίζονται. 

Φυγόκεντρες δυνάμεις, καινούργιοι χαρακτήρες, υποπλοκές και πληροφορίες κοντεύουν να τινάξουν τη μυθιστορηματική κατασκευή στον αέρα, μα σταδιακά βρίσκεται ο μίτος που οδηγεί τα πάντα σε μια απολαυστικά εξισορροπητική σύγκλιση, σύμφωνα με τη θεωρία του Κλαριέ και ακριβώς αυτό συμβαίνει στον Κύριο Μι του Άντριου Κράμεϋ. 

Τι θέση έχει, ή θα έπρεπε να έχει, η λογοτεχνία στη ζωή μας; Θα άλλαζε τίποτα στον κόσμο εάν επιλέγαμε ηγέτες βάσει των αναγνωστικών τους προτιμήσεων; 

Γράψιμο σημαίνει να εκθέτεις τον εαυτό σου στον υπέρτατο βαθμό, όπως πίστευε ο Κάφκα; Ποτέ δεν είσαι αρκετά μόνος για να γράψεις;

Υπήρξαν οι Φεράν και Μινάρ ή αποτέλεσαν αποκύημα της φαντασίας του Ρουσσώ; Κι αν ναι, τότε πώς δολοφονήθηκε ο ένας εκ των δύο και από ποιον; Είναι δυνατόν να δολοφονηθεί κάποιος που ουδέποτε υπήρξε;

Το σεξ είναι τελικά αυτό που έχουν στο μυαλό τους οι άνθρωποι όταν υποτίθεται πως παρακολουθούν μια ανακοίνωση σχετικά με τη λογοτεχνία του δέκατου όγδοου αιώνα; 

Λίγα μόνο από τα ερωτήματα που θέτει στον αναγνώστη αυτό το γλυκόπικρα ξεκαρδιστικό μυθιστόρημα. 

Τώρα πια ήμουν στ' αλήθεια μόνος. Η Κατριόνα με είχε εγκαταλείψει, το ίδιο και ο υπολογιστής μου. Ακόμα και το φαρμακευτικό μου απόθεμα είχε εξαντληθεί, και κανένας στα νάιτκλαμπς στα οποία τηλεφώνησα δεν είχε ακουστά για παραδόσεις κατ' οίκον. Για μια ακόμη φορά ήμουν ένας μοναχικός γέρος με αδύναμη φούσκα. Αλλά, όσες δυσκολίες κι αν μας περιμένουν, όσοι εφήμεροι σύντροφοι κι αν μας εγκαταλείπουν, όσους πόνους κι αγωνίες κι αν βιώνουμε, όλα αυτά είναι εντελώς προσωρινά, και αυτές τις στιγμές γνωρίζουμε πάντα πως οι πρώτοι και οι πιο αληθινοί μας φίλοι, των οποίων η εγκατάλειψη ίσως και να επέσπευσε τις συμφορές, θα είναι πάντα εκεί για μας περιμένοντας την επιστροφή μας. Ανέβηκα αργά τη σκάλα, για τελευταία φορά εκείνη τη μέρα, κρατώντας γερά την κουπαστή και λέγοντας από μέσα μου, "Ποιος θα το φανταζόταν ότι", και τα λοιπά, έως ότου έφτασα στο γραφείο μου, ξεκλείδωσα τα παραμελημένα ντουλάπια, κι άρχισα να τα βγάζω έξω ένα ένα. Τα πολύτιμα τετράδιά μου, τη μόνη αληθινή παρηγοριά μου. Μάλιστα, είπα στα βιβλία μου, μπορεί να είστε αραχνιασμένα και παλιωμένα, αλλά το ίδιο ισχύει και για μένα, κι έτσι είμαστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλον. 

Όσο βρίσκεται πλάι στην κυρία Μπι, ο κύριος Μι υπάρχει πραγματικά; Όταν εκείνη φεύγει, απομακρύνεται από την ίδια του την ύπαρξη; Από τη συνήθεια; Από την ιδιότητα του μοναχικού αναγνώστη; Πρέπει να επιστρέψει εκείνη στη ζωή του για να επιστρέψει κι εκείνος στη ζωογόνο μοναξιά των βιβλίων; 

Ο κύριος Μι είναι ένα βιβλίο για τη λογοτεχνία του 18ου αιώνα και τους Εγκυκλοπαιδιστές. Ένα αστυνομικό θρίλερ. Μια ιστορία μυστηρίου. Ένα κάμπους νόβελ. Ένα βιβλίο για τους κινδύνους των σύγχρονων τεχνολογιών και το ψηφιακό έγκλημα. Ένα βιβλίο για τα βιβλία και όσους τα αγαπούν. Είναι όλα αυτά ή και τίποτε απ' αυτά. Είναι σίγουρα ένα καλό μάθημα για το πώς μπορεί διαφορετικά μυθοπλαστικά σύμπαντα να συναντηθούν και ετερόκλιτα λογοτεχνικά ύφη να συνυπάρξουν για να χαρίσουν γέλιο, γέλιο, γέλιο και συγκίνηση.

 * * * 

Άντριου Κράμεϋ, Ο κύριος Μι (μτφρ. Νίκος Παναγιωτόπουλος), Πόλις, Αθήνα 2001. 

Τρίτη 28 Ιουνίου 2022

Κυρία Γιώτα δαγκωτό


Είναι που σήμερα βγαίνουν οι βαθμοί των Πανελλαδικών εξετάσεων και αποχαιρετούμε τους παλιούς μαθητές μας; Είναι που τελειώνει η σχολική χρονιά κι εγώ, μετά από καμιά εικοσαριά χρόνια στην εκπαίδευση, αποφάσισα, τουλάχιστον για το επόμενο σχολικό έτος, να μείνω έξω από τις σχολικές αίθουσες; Είναι που μεγαλώνω; Δεν ξέρω τι είναι αυτό που με έχει κάνει από το πρωί να σκέφτομαι τα χρόνια στο Δημοτικό. Τρεις δασκάλους αλλάξαμε στα έξι χρόνια φοίτησής μας και ζήτησα από τον Ανδρέα, παιδικό μου φίλο, να διαλέξει τον καλύτερο.

Διαπιστώσαμε πως ανεξίτηλοι στη μνήμη μας είχαν μείνει η κυρία Γιώτα και ο κύριος Αρσένης. Η πρώτη και ο τελευταίος. Ο Αρσένης παράξενη περίπτωση. Μετανάστης στη Γερμανία για χρόνια, έφυγε από την Ήπειρο και πήγε να δουλέψει στη φάμπρικα. Προτού φύγει, έβγαλε την Ακαδημία και αμέσως μετά τη βάρδια, που λέει ο λόγος, μπήκε σε μια τάξη όπου δεν ήξερε τι έπρεπε να κάνει. Δάσκαλος δεν ήταν. Αλλά μας έμεινε αξέχαστος. 

Για την κυρία Γιώτα, όμως, δεν ξέραμε τι να πούμε. Εγώ είπα πως μας αγαπούσε. Ο Ανδρέας, λέει, ήταν πιο “προχώ” από όσο μπορούσαμε με το μικρό μας το μυαλό ν' αντιληφθούμε. Συμφώνησα, χωρίς να ξέρω γιατί. 

Έμοιαζε παραδοσιακή, αλλά είμαι σίγουρη πως δεν ήταν. Κράταγε τη βέργα της. Αλλά τη χρησιμοποιούσε λελογισμένα, “μεταπολιτευτικά”, όπως ψέλλισα για να πω την εξυπνάδα μου, αν και λελογισμένη χρήση βέργας δεν υπάρχει. “Είναι λάθος” μού είπε ο Ανδρέας και είχε δίκιο. 

Η κυρία Γιώτα μού είχε δείρει το χεράκι. Με σήκωσε στον χάρτη να της δείξω τη Θεσσαλονίκη και έδειξα κάπου πολύ χαμηλά γιατί χάζευα. Τώρα Πύργος ήταν, Αμαλιάδα, θα σας γελάσω. Ντρεπόμουν τόσο για το ατόπημα της αφηρημάδας, που μπορεί να έδειξα και το Λιβυκό. Η κυρία με ρώτησε με ποιο χεράκι της έδειξα τον χάρτη κι εγώ, χαρούμενη που αρχίζαμε ένα ολοκαίνουργιο παιχνίδι, σήκωσα με θάρρος το δεξί. Το πήρε και μου έριξε μια με τη βέργα κι ύστερα κάθισα στη θέση μου καταντροπιασμένη. 

Την άλλη φορά, όμως, που κατούρησα στο θρανίο και είπα αηδιασμένη πως το είχε κάνει ο Σπύρος, διέκοψε το μάθημα και με πήρε να κάνουμε μια βόλτα ως τις τουαλέτες. Θυμάμαι πως χάιδευε το χέρι μου στη διάρκεια της διαδρομής και όταν φτάσαμε επιτέλους και έλεγα ας ανοίξει η γη να με καταπιεί να τελειώνουμε, γονάτισε, μου χάιδεψε τα μαλλιά και μου είπε πως, τώρα που ξέρω πού είναι οι τουαλέτες, δεν θα χρειαστεί να ξαναπώ ψέματα. Με εκείνο το χάδι τής συγχώρησα τη βέργα. 

Ο Ανδρέας μού αποκάλυψε πως του έδενε τα κορδόνια και του είχε δώσει λεφτά να πάρει τυρόπιτα από το κυλικείο, χωρίς να ξέρουν τίποτα οι δικοί του. Δεν θυμάμαι τίποτε άλλο από κείνη, δεν θυμάμαι τα μαθήματά της. Αλλά όποτε τη σκέφτομαι μού έρχεται στο νου η φράση του Παπαδιαμάντη. "Χωρίς να το ηξεύρω ήμην ευτυχής". 

Η κυρία Γιώτα κέρδισε σήμερα το βραβείο της καλύτερης δασκάλας. Ο Ανδρέας κέρδισε το βραβείο του καλύτερου εκπαιδευτή ιατρού από τους φοιτητές του. Κι εγώ κέρδισα ένα χρόνο άδεια για να μείνω μακριά από την τάξη και να ξαναθυμηθώ τις χαρές της δουλειάς μου. 

Για την κυρία Γιώτα ήμασταν οι τελευταίοι μαθητές. Μετά από εμάς πήρε σύνταξη. Και ήταν μόλις πενήντα χρονών. Λίγο μεγαλύτερή μας. 

***

Φωτογραφία: Η μαμά μου στο Δημοτικό. Πρώτη από αριστερά με το λουλούδι στα μαλλιά. 

Δευτέρα 9 Μαΐου 2022

Πιστοποιητικό Επάρκειας Γνώσεων για Πολιτογράφηση

"Migrants", Issa Watanabe

Την περασμένη Κυριακή έγιναν εξετάσεις για όσους μετανάστες επιθυμούν να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια. Η εξέταση ήταν γραπτή και προφορική και οι υποψήφιοι εξετάστηκαν σε θέματα ελληνικής γλώσσας, ιστορίας, γεωγραφίας, πολιτισμού και θέματα κοινωνικής και πολιτικής αγωγής. 

Τα θέματα της γραπτής δοκιμασίας ήταν κατά κοινή ομολογία δύσκολα. Και για έναν Έλληνα θα ήταν ζόρικο να ορίσει σε τριάντα λέξεις την έννοια της μεταπολίτευσης, της Αντίστασης ή του εθνικού διχασμού. Υποθέτω πως οι περισσότεροι θα είχαν προετοιμαστεί με τον τρόπο τους. Αγοράζοντας βιβλία, μελετώντας παλιά θέματα, παρακολουθώντας φροντιστηριακά μαθήματα. 

Κάθε ελληνικός διαγωνισμός είναι περίοδος γιορτής για λογής λογής φροντιστήρια που σου υπόσχονται την επιτυχία. Αρκεί να μπορείς να διαθέσεις τις οικονομίες σου. Ακόμη θυμάμαι το σοκ που έπαθα όταν συνειδητοποίησα ότι τα φροντιστήρια ζητούσαν δύο έως και τρεις χιλιάδες ευρώ για να προετοιμάσουν μελλοντικούς εκπαιδευτικούς για τον διαγωνισμό του ΑΣΕΠ. 2000 ευρώ για να σου μάθουν τίτλους ποιημάτων του Καβάφη, περιεχόμενα ποιητικών συλλογών και ημερομηνίες από ασήμαντα ιστορικά γεγονότα. Στην περίπτωση των εξετάσεων της ιθαγένειας δεν ξέρω εάν ίσχυσε κάτι τέτοιο, αλλά η συμμετοχή ήταν από μόνη της στα 130 ευρώ.

Οι άνθρωποι, πάντως, στα γραπτά δυσκολεύτηκαν και  τα περισσότερα από τα θέματα δεν θα τα απαντούσαν εύκολα ούτε Έλληνες υποψήφιοι. Το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της διαδικασίας ήταν η προφορική εξέταση. 

Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι υποψήφιοι που γνωρίσαμε ήταν Αλβανοί και ανατολικοευρωπαίοι. Τα επαγγέλματα λίγο πολύ αναμενόμενα. Άνδρες οικοδόμοι, γυναίκες οικιακές βοηθοί και αποκλειστικές νοσοκόμες. Ελάχιστοι υποψήφιοι Αφρικανοί, Ασιάτες, Λατινοαμερικανοί. Ενδεχομένως να μην τους ενδιαφέρει να αποκτήσουν την ιθαγένεια, να μην έχουν εγκλιματιστεί με τον ίδιο τρόπο. Σε μεγάλο βαθμό ζουν γκετοποιημένοι στις γειτονιές της Αθήνας, έχουν μικρότερη πρόσβαση στις υπηρεσίες και παραμένουν πιο αδύναμοι ταξικά στις ενδομεταναστευτικές κοινότητες. Εάν κρίνω από τους γονείς των μαθητών μου, οι Αφρικανοί μιλούν μεταξύ τους και στα παιδιά τους στην αγγλική γλώσσα. Λίγοι γνωρίζουν τα ελληνικά, και κάνουν παρέα κυρίως μεταξύ τους. Μπορεί να μην ενδιαφέρονται να επιστρέψουν στη χώρα τους, να μην αισθάνονται την Ελλάδα δεύτερη πατρίδα. Έχουν μάλλον διαφορετικό τρόπο σκέψης, ακόμη κι εκείνοι που ζουν χρόνια στην εδώ. 

Οι Αλβανοί υποψήφιοι είχαν αγωνία να αποδείξουν πόσο αγαπούν τη χώρα που τους φιλοξενεί. Πολλοί τόνιζαν ότι έχουν αγοράσει εδώ σπίτι και έχουν ιδιοκτησία, που σημαίνει πως ριζώνουν εδώ οι ζωές τους. Τα παιδιά τους φοιτούν σε ελληνικά πανεπιστήμια και "έχουν βαφτιστεί με τον δικό μας τρόπο". 

Ήταν συγκινητικό το πόσο περιποιημένοι προσήλθαν. Κάποιες κυρίες είχαν φτιάξει τα μαλλιά τους στο κομμωτήριο, φόρεσαν κυριακάτικα ρούχα, έδωσαν στην ημέρα μια διαφορετική αξία, σαν να ψήφιζαν για πρώτη φορά. 

Το δυστοπικό περιβάλλον της αριστείας που  έχουν επιβάλει οι κυβερνώντες (προς το παρόν στα σχολεία μας), με οδήγησε να φανταστώ μια μελλοντική "εφαρμογή" της πλατωνικής πολιτείας όπου όλοι θα διαγωνιζόμαστε σκληρά, προκειμένου να αξιωθούμε την έννοια του πολίτη. Και φυσικά κανείς δεν θα ενδιαφέρεται για την ευαισθησία μας ή την πολιτική μας συνείδηση. Εξάλλου, αυτά ποιος από μας τα διδάχτηκε από ιδιωτικούς φορείς και φροντιστήρια;

Παρά την απειρία, και την πρόχειρη οργάνωση σε ορισμένες περιπτώσεις, μάλλον η μέρα των εξετάσεων κύλησε ομαλά και η αμοιβή των εκπαιδευτικών που συμμετείχαμε θα είναι αξιοπρεπής. Οι αμοιβές μας είναι αξιοπρεπείς μόνο όταν πληρωνόμαστε από άλλα Υπουργεία, και όχι το Υπουργείο Παιδείας. Έτσι, ενώ στην επιτήρηση του Σαββάτου όπου διαγωνίστηκαν μαθητές που θέλουν να φοιτήσουν σε Πρότυπα Γυμνάσια και Λύκεια, ένας εκπαιδευτικός απασχολήθηκε περίπου 6 ώρες και θα πληρωθεί γι' αυτές 30 ευρώ, για τις εξετάσεις της ιθαγένειας, στις οποίες το Υπουργείο μας δεν εμπλέκεται, η αμοιβή θα είναι παραπάνω από διπλάσια. 

Με την ίδια λογική, ένα γραπτό πανελλαδικών εξετάσεων (που μπορεί να σου πάρει ακόμη και μισή ώρα να το διορθώσεις) κοστολογείται από το υπουργείο μας κάτω από 2 ευρώ, ενώ η βαθμολόγηση άλλου τύπου γραπτών, που είναι αρκετά ευκολότερη και γίνεται πιο γρήγορα, πληρώνεται πιο γενναιόδωρα. Ο δημόσιος τομέας για άλλη μια φορά αποδεικνύει πως υπάρχουν χρήματα για όλους, αλλά όχι τους εκπαιδευτικούς του. Αυτοί ζουν και με πνευματικά αγαθά. 


Δευτέρα 28 Μαρτίου 2022

Pascal Campion: Μόνος στην πόλη

Όταν είσαι μόνος στην πόλη...

Θέλεις να πετάξεις μακριά


Η βροχή σού φαίνεται πιο δυνατή 


Πιάνεις κουβέντα με τ' αδέσποτα


Δουλεύεις μέχρι αργά τη νύχτα


Δεν βιάζεσαι να γυρίσεις στο σπίτι


Τριγυρνάς στα σοκάκια


Κάνεις την επιστροφή να διαρκεί περισσότερο


Περπατάς άσκοπα στο χιόνι



 Κοιτάζεις το κινητό σου συχνότερα


Ο κόσμος σού φαίνεται περισσότερος

Η μοναξιά μεγαλύτερη 

Στο παράθυρό σου φτάνουν ήχοι απ' τις ζωές των άλλων 



Μέχρι να έρθει επιτέλους


Το πρώτο ανοιξιάτικο ξύπνημα.




Κυριακή 20 Μαρτίου 2022

Jane Kroik: Βόλτα στα βιβλιοπωλεία


Τα χρόνια που δούλευα σε βιβλιοπωλείο, όσο κι αν μ' άρεσε η δουλειά, δεν μπορούσα εύκολα να χωνέψω πως θα ζήσω τη ζωή μου ως υπάλληλος. Μια ζωή χωρίς ελεύθερα Σάββατα και χωρίς χριστουγεννιάτικες διακοπές. Μια ζωή να διαφωνώ με συναδέλφους και προϊσταμένους για δυο βδομάδες καλοκαιρινή άδεια. Και κυρίως, μια ζωή με πενιχρό μισθό. 



Όχι ότι οι απολαβές καθόρισαν αυτό που διάλεξα να κάνω -κάθε άλλο. Αλλά η παντελής έλλειψη ελεύθερου χρόνου, η πιθανότητα να φεύγω από το σπίτι το πρωί και να επιστρέφω στις δέκα το βράδυ, μετά από τουλάχιστον οκτάωρη ορθοστασία, με απέτρεψαν. 

Στο βιβλιοπωλείο, όμως, πέρασα όμορφα. Ενθουσιαζόμουν με τις νέες παραλαβές, λάτρευα τη μυρωδιά του χαρτιού (που τότε αναμειγνυόταν με τη μυρωδιά του καπνού γιατί δεν υπήρχε βιβλιοϋπάλληλος που να μην καπνίζει και τη δεκαετία του '90 ήταν αδιανόητο να βγεις έξω για τσιγάρο), ξετρελαινόμουν να παρατηρώ τους θαμώνες, διάσημους και άσημους. 

Τώρα που το τοπίο στην εκπαίδευση αλλάζει δραματικά προς το χειρότερο, η δουλειά στο βιβλιοπωλείο αρχίζει και μου λείπει. Μου λείπει η ηρεμία των ημερών που δεν είχαμε κόσμο, τα αυγουστιάτικα απογεύματα που περνούσες την ώρα σου διαβάζοντας ένα καινούργιο βιβλίο, μια καλή κουβέντα, τα κοινά ενδιαφέροντα. 

Ποτέ δεν θα δουλέψουμε όπως δουλεύαμε πριν από είκοσι χρόνια. Ο ελεύθερος χρόνος στη χειρότερη περίπτωση αποκλείεται, στην καλύτερη είναι ελάχιστος και σε γεμίζει και ενοχές. 

Αυτά τα δυο χρόνια παγωνιάς και πανδημίας, πέρασα αμέτρητες ώρες στο σπίτι διαβάζοντας, άλλοτε για τη δουλειά, άλλοτε για τις σπουδές, κάπου κάπου για ευχαρίστηση. Εξακολουθώ να νιώθω πως σε μια δουλειά που πρέπει απλώς να διαβάζω, θα μπορούσα να δουλεύω όλη μέρα. 

Όσο ήμουν κλεισμένη μέσα, περίμενα πώς και πώς να ανοίξουν τα βιβλιοπωλεία και επισκέφτηκα σχεδόν κάθε μικρό βιβλιοπωλείο του κέντρου της Αθήνας, παρόλο που ακόμη ψωνίζω και πάντα θα ψωνίζω από το βιβλιοπωλείο στο οποίο δούλεψα. 


Τα βιβλιοπωλεία είναι ένας τρόπος να μάθεις τα μυστικά μιας πόλης. Είναι στέκια, πολλές φορές είναι κρυμμένα σε όμορφες γειτονιές, το καθένα έχει τους πιστούς του. Δεν υπάρχει πια τουριστικός οδηγός που να μην αναφέρεται σ' αυτά. Στη γειτονιά μου, τα τελευταία δέκα χρόνια έχουν ανοίξει αρκετά, και όλα έχουν το κοινό τους, κι ας μην εξυπηρετούν τις συνήθεις ανάγκες των γειτόνων σε μαρκαδόρους, μολύβια και φωτοτυπίες. 


Η Jane Kroik, μια από τις πολύ νέες εικονογράφους που παρακολουθώ, εδρεύει στη Νέα Υόρκη. Όταν εγκαταστάθηκε στην πόλη, έβαλε στόχο να ξετρυπώσει όλα τα βιβλιοπωλεία της. Ήταν ένα τρόπος να χαρτογραφήσει τις συνήθειες των κατοίκων και να αποκτήσει δικές της. 


Ήθελε διακαώς να ανακαλύψει όσο περισσότερα μπορούσε, να τα φωτογραφήσει, να πάρει μια γεύση από την ατμόσφαιρα του καθενός και να τα απαθανατίσει με τις μπογιές της, συμβάλλοντας στο να παραμείνουν ανοιχτά, ζωντανά, προσβάσιμα στους επισκέπτες τους, ας ήταν κι ελάχιστοι. 


Χάρη σ΄ αυτό το πρότζεκτ, η Jane φιλοτέχνησε αργότερα πολλά εξώφυλλα για τον New Yorker, το περιοδικό της πόλης για "ανθρώπους που διαβάζουν". Ο New Yorker αγαπά τους νέους εικονογράφους και έχει συμβάλει στη καθιέρωση καμπόσων από δαύτους με τα εξώφυλλά του. Να, δείτε εδώ την ιστορία ενός μικρού βιβλιοπωλείου που εικονογράφησε η Jane για το περιοδικό. 


* * * 


Τρίτη 15 Φεβρουαρίου 2022

Αρχαίος ναός


 "Ένα οικοδόμημα, ένας αρχαιοελληνικός ναός, δεν αναπαριστά τίποτε. Απλώς στέκεται μέσα στη ρημαγμένη πετρώδη κοιλάδα. Το οικοδόμημα περικλείνει τη μορφή του θεού και της επιτρέπει να εκτίθεται μέσα σ' αυτό το κρύψιμο, μέσα στην ιερή περιοχή που περιβάλλεται από την ανοιχτή στοά τη σχηματισμένη από κολώνες. Χάρη στο ναό παρίσταται ο θεός μέσα στο ναό.  Αυτή η παρουσία του θεού είναι η επέκταση και η συνόρευση της περιοχής στην ιερότητα. Αλλά ο ναός και η περιοχή του δεν αιωρούνται μέσα στην αοριστία. Ο ναός είναι εκείνος που πρωτοσυνάπτει και συνάμα συλλέγει γύρω του την ενότητα εκείνων των οδών και σχέσεων, μέσα στις οποίες η γέννηση και ο θάνατος, η συμφορά και η ευλογία η νίκη και η ατίμωση, η εγκαρτέρηση και η κατάπτωση διαμορφώνουν το πεπρωμένο της ανθρώπινης ουσίας. Η έκταση αυτών των ανοιχτών σχέσεων είναι ο κόσμος αυτού του ιστορικού λαού. Βάσει αυτού του κόσμου και μέσα σ΄ αυτόν επανέρχεται αυτός ο λαός στον εαυτό του, στην πραγμάτωση του προορισμού του. 

Ιστάμενο, το οικοδόμημα ησυχάζει πάνω στο πετρώδες έδαφος. Αυτή η εφησύχαση του έργου τέχνης  βγάζει από την πέτρα το σκοτάδι του άκαμπτου και όμως αβίαστου φέρειν. Ιστάμενο το οικοδόμημα υποφέρει τη θύελλα που μαίνεται επάνω του, κι έτσι πρωτοφανερώνει την ίδια αυτή θύελλα μέσα στη βία της. Η φωτερή λάμψη της πέτρας, μολονότι φαίνεται απλώς να προέρχεται από τον ήλιο, πρωτοφανερώνει το φέγγος της ημέρας, την έκταση του ουρανού, το σκοτάδι της νύχτας. Ορθωνόμενος με σιγουριά ο ναός καθιστά ορατό τον αόρατο χώρο της ατμόσφαιρας. Ο ακλόνητος χαρακτήρας του έργου τέχνης ορθώνεται ενάντια στον σάλο της φουσκοθαλασσιάς, και με την ηρεμία του επιτρέπει να φανερωθεί η μανία της. Το δέντρο και η χλόη, ο αετός και ο ταύρος, το φίδι και ο τζίτζικας εισδύουν ολόπρωτα μέσα στην ξεχωριστή τους μορφή, και έτσι πρωτοαναδύονται ως αυτά που είναι. Αυτό το αναδύεσθαι και το αναφύεσθαι σαν τέτοιο και ως όλο ονομάστηκε από τους αρχαίους Έλληνες Φύσις. Αυτή είναι που φωτίζει συνάμα εκείνο, πάνω στο οποίο και μέσα στο οποίο ο άνθρωπος θεμελιώνει την κατοικία του. Το ονομάζουμε: γη". 

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Η προέλευση του έργου τέχνης (μτφρ.: Γιάννης Τζαβάρας), Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1986 

Πέμπτη 10 Φεβρουαρίου 2022

Ένα ζευγάρι χωριάτικα παπούτσια

VINCENT VAN GOGH, ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ (1886)

"Από τη ζωγραφιά του Βαν Γκογκ δεν μπορούμε ούτε καν να διαπιστώσουμε, πού βρίσκονται αυτά τα παπούτσια. Γύρω από αυτό το ζευγάρι παπούτσια δεν υπάρχει τίποτα, όπου αυτά θα μπορούσαν να ανήκουν. Υπάρχει μόνο ένας ακαθόριστος χώρος. Ούτε καν κάποιες λάσπες από το χωράφι ή από το μονοπάτι δεν φαίνονται να έχουν κολλήσει επάνω τους, πράγμα που θα μπορούσε τουλάχιστον να υποσημάνει τη χρησιμοποίησή τους. Ένα ζευγάρι χωριάτικα παπούτσια και τίποτε άλλο. Κι όμως. 

Από το σκούρο άνοιγμα του εσωτερικού μέρους των παπουτσιών προβάλλει αλύγιστος ο μόχθος των βημάτων της καθημερινής δουλειάς. Μέσα στο συμπαγές βάρος των παπουτσιών έχει μαζευτεί η καρτερικότητα του αργού βαδίσματος ανάμεσα στις μακρόσυρτες και μονότονες αυλακιές του αγρού, πάνω από τον οποίο φυσά δριμύς άνεμος. Πάνω στο δέρμα βρίσκεται αποτυπωμένη η υγρασία και το βαθύ χρώμα του εδάφους. Κάτω από τις πατούσες είναι χαραγμένη η μοναξιά του μονοπατιού κατά το ηλιοβασίλεμα. Μέσα στα παπούτσια δονείται το κρυφό κάλεσμα της γης, η σιωπηλή της προσφορά του ωριμασμένου σιταριού και η ανεξήγητη παραίτησή της κατά την ώρα του αποκαμωμένου ανασασμού μέσα στο χειμωνιάτικο χωράφι. Μέσα από αυτά τα παπούτσια σέρνεται ο ανέκφραστος φόβος για την εξασφάλιση του ψωμιού, η άφωνη χαρά για το ξεπέρασμα της βιοτικής ανάγκης το τρεμούλιασμα κατά την ώρα του τοκετού και η ανατριχίλα για την απειλή του θανάτου. Στη γη ανήκουν αυτά τα παπούτσια και μέσα στον κόσμο της χωριάτισσας διαφυλάσσονται. Έτσι ανήκοντας και έτσι διαφυλασσόμενα τα όργανα ηρεμούν εσωτερικά". 

Μάρτιν Χάιντεγκερ, Η προέλευση του έργου τέχνης (μτφρ.: Γιάννης Τζαβάρας), Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1986