Τρίτη, 28 Ιουνίου 2016

Αφίσες #6: Η ψυχεδέλεια στην πολωνική αφίσα

 Swierzy Waldemar, "The Girl from Maxim's Dama"



Henryk Tomaszewski
Henryk Tomaszewski

























Jan Lenica
Jan Lenica

























Maciej Hibner,  "Hungary" (1968)



Jolanta Karczewska (1967)
Jan Mlodozeniec (1973)





 Krajewski, "Trap for Cinderella" by André Cayatte (1967)
 
***

Σάββατο, 25 Ιουνίου 2016

Διπλή φλόγα: έρωτας και ερωτισμός

Marc Chagall, "Lovers in red sky"
Ο ερωτισμός είναι το μερίδιό μας από τον Παράδεισο


Egon Schiele
Ο ερωτισμός είναι η ποιητική του σώματος, μια σεξουαλικότητα μεταμορφωμένη από την ανθρώπινη βούληση. Όπως η γλώσσα στοχεύει στην επικοινωνία και αυτό που την καθιστά ερωτική είναι η ποίηση, με τον ίδιο τρόπο και η σεξουαλικότητα στοχεύει στην αναπαραγωγή και αυτό που την καθιστά ποιητική είναι ο ερωτισμός. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μια απόκλιση. Η κινητήρια δύναμη που μετατρέπει τη γλώσσα σε ποίηση και τη ζωώδη σεξουαλικότητα σε ερωτισμό είναι η φαντασία.


Στο δοκίμιό του "Διπλή φλόγα, έρωτας και ερωτισμός" ο Οκτάβιο Παζ επιχειρεί να οριοθετήσει τον χώρο μεταξύ σεξουαλικότητας, έρωτα και ερωτισμού. Δεν διηγείται την ιστορία του έρωτα και των μεταμορφώσεών του, ούτε ταξινομεί τις σωματικές και ψυχολογικές παραλλαγές του, αλλά τον ορίζει και τον διαχωρίζει από συγγενικές του έννοιες. 

Η ερωτική συνάντηση αρχίζει με τη θέα του κορμιού που ποθούμε. Ντυμένο ή γυμνό, το κορμί είναι μια παρουσία, μια μορφή η οποία, προς στιγμή, είναι όλες οι μορφές του κόσμου. Μόλις αγκαλιάσουμε τη μορφή αυτή, παύουμε να την αντιλαμβανόμαστε ως παρουσία και τη συλλαμβάνουμε ως συγκεκριμένη ύλη, απτή, που χωράει στην αγκαλιά μας και η οποία, παρόλα αυτά, είναι απεριόριστη... Χανόμαστε ως πρόσωπα και βρισκόμαστε ως αισθήσεις. Όσο η αίσθηση γίνεται πιο έντονη, το κορμί που αγκαλιάζουμε γίνεται πιο αχανές. Αίσθηση του απείρου. Το κορμί μας χάνεται μέσα στο άλλο κορμί. Το σαρκικό αγκάλιασμα είναι η κορύφωση του κορμιού και η απώλειά του.
 
Προτού αναφερθεί στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η σεξουαλικότητα από τις θρησκείες (βουδισμός, ταοϊσμός, ινδουισμός, χριστιανισμός, διαφόρων ειδών αιρέσεις), αναφέρει ως μοναδικές περιπτώσεις ατόμων που βρίσκονται εκτός των κοινωνικών συμβάσεων τον ασκητή και τον ελευθεριάζοντα, ακριβώς επειδή, είτε κάνοντας έρωτα ελεύθερα είτε απέχοντας από αυτόν, αρνούνται κι οι δυο την τεκνοποίηση.

Ο ερωτισμός του πρώτου είναι μια μοναχική εξιδανίκευση δίχως μεσάζοντες, ενώ του δεύτερου είναι μια πράξη που για να πραγματοποιηθεί απαιτεί τη συνδρομή ενός συνενόχου ή την παρουσία ενός θύματος. Ο ελευθεριάζων έχει πάντοτε την ανάγκη του άλλου και αυτό αποτελεί την καταδίκη του.

Μehrdad Ζaeri, "Lovers"
Έρως και ψυχή

Στην αρχαία ελληνική μυθολογία, Έρωτας και Ψυχή αναζητούν ο ένας τον άλλο, στον μύθο του ανδρόγυνου ο άνθρωπος αναζητά το άλλο του μισό, που είναι μοναδικό. Ο έρωτας είναι έλξη για ένα συγκεκριμένο πρόσωπο. 
Στις ανατολικές θρησκείες, τα πράγματα δεν είναι τόσο ξεκάθαρα, καθώς η ψυχή δεν είναι τίποτε άλλο από τη στιγμή μιας πραγματικότητας που μεταβάλλεται διαρκώς μέχρι να φτάσει στην τελική απελευθέρωση. 


Από τον Πλάτωνα στη βουκολική ποίηση

Στον Πλάτωνα,  δεν γίνεται λόγος τόσο για τον έρωτα, όσο για μια εξιδανικευμένη μορφή ερωτισμού. Στο "Συμπόσιο" η  Διοτίμα βλέπει τον έρωτα σαν κλίμακα. Στο πρώτο σκαλοπάτι βρίσκεται ο έρωτας ενός ωραίου σώματος, στο δεύτερο ο έρωτας πολλών ωραίων σωμάτων, και στη συνέχεια ο έρωτας της ίδιας της ομορφιάς ή της ενάρετης ψυχής. Ο Πλάτωνας αναφέρεται περισσότερο στο κάλλος, στην αλήθεια, στην αρετή, στην αγνότερη ή ανώτερη μορφή ερωτισμού.

Ο έρωτας, όπως τον εννοούμε σήμερα, ούτε τραγικός ούτε εξιδανικευμένος, πρωτοεμφανίζεται στη βουκολική ποίηση. Η αλεξανδρινή εποχή φέρνει περισσότερο στη δική μας, καθώς αρχίζει να εκπλείπει ο μισογυνισμός της αθηναϊκής κοινωνίας. Στα ελληνιστικά κέντρα, άντρες και γυναίκες της μεσαίας τάξης ζουν, κουτσομπολεύουν, ερωτεύονται. Οι έρωτές τους είναι μια άσκηση ελευθερίας, μια πρόκληση απέναντι στην κοινωνία, που τη συναντάμε ίδια κι απαράλλαχτη στους ιπποτικούς έρωτες, στον "Τριστάνο και την Ιζόλδη", στο μυθιστόρημα των ημερών μας. Η επιλογή είναι ελεύθερη, ακόμη κι αν μας κάνει δυστυχείς.

Gustav Klimt
"Και να σκεφτείς πως άσκοπα ξόδεψα χρόνια από τη ζωή μου, πως θέλησα να πεθάνω, πως είχα τον πιο μεγάλο μου έρωτα, για μια γυναίκα που δεν μου άρεσε, δεν ήταν ο τύπος μου", λέει ο Σουάν στο "Αναζητώντας το χαμένο χρόνο" του Προυστ.

Τα ερωτικά πάθη κυριαρχούν και στο ελληνιστικό μυθιστόρημα, από το "Δάφνις και Χλόη" του Λόγγου μέχρι τα "Αιθιοπικά" του Ηλιοδώρου. Ο Πλάτωνας καταδίκασε τα πάθη, αλλά η αλεξανδρινή κοινωνία τα αποδέχτηκε. Η δημοκρατία έδωσε τη θέση της στη μοναρχία και οι πολιτικές ελευθερίες στις ιδιωτικές.

Από τη λατινική ποίηση στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση

Την εποχή του Αυγούστου η λατινική ποίηση ακμάζει. Ποιητές όπως ο Βιργίλιος, ο Οράτιος, ο Οβίδιος άφησαν αξιομνημόνευτα έργα. "Έκλαψα για τη Διδώ, ενώ θα έπρεπε να κλαίω για τις αμαρτίες μου", λέει ο Άγιος Αυγουστίνος. Από την άλλη, στη μεσαιωνική λογοτεχνία πρωταγωνίστησε ο κόσμος των νεκρών. Δαιμόνια, αερικά και πονηρά πνεύματα γλιστρούν στα κρεβάτια και ζευγαρώνουν με μοναχούς και παρθένες, συχνά προκαλώντας το γέλιο.

Στον ύστερο Μεσαίωνα, όμως, εμφανίζεται ο ιπποτικός έρωτας, ένα ανώτερο συναίσθημα που μπορούσε να αναπτυχθεί μόνο στις αυλές των αρχόντων της φεουδαρχικής κοινωνίας. Η θέση της γυναίκας σταδιακά αλλάζει. Μοιάζει να είναι ανώτερη από τον εραστή της, που έχει θέση υποτελούς. Μπορεί οι γάμοι να γίνονται για λόγους πολιτικών συμφερόντων, αλλά στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις, στους ευγενείς πρώτα και στους αστούς πολύ αργότερα, εξυμνούνται οι σχέσεις εκτός γάμου, υπό την προϋπόθεση να μην υπαγορεύονται από τη φιληδονία, αλλά να καθαγιάζονται από τον έρωτα. Που ξεκινά και πάλι με την ενατένιση του σώματος της αγαπημένης, και ακολουθεί ένα ολόκληρο τελετουργικό μηνυμάτων, ποιημάτων και κρυφών συναντήσεων...

Ines Vilpi
Ο έρωτας γεννιέται από μια ακούσια έλξη που η ελεύθερη βούλησή μας μετατρέπει σε εκούσια ένωση. Αυτή ακριβώς είναι η απαραίτητη προϋπόθεση, η πράξη που μετατρέπει τη δουλεία σε ελευθερία.


Από τον Σαίξπηρ στους ρομαντικούς και το ρεαλιστικό μυθιστόρημα

Ο έρωτας είναι το ένα από τα δύο κυρίαρχα πάθη στο θέατρο και τη λογοτεχνία της Δύσης. Το άλλο είναι το πάθος για εξουσία. Αρκεί να σκεφτούμε τα έργα του Σαίξπηρ. Όσο προχωράμε προς τον ρεαλισμό, οι συμβάσεις εκλείπουν. Δεν θεωρείται πια απαραίτητο η γυναίκα να ανήκει στην αριστοκρατία, ούτε και οι ερωτευμένοι να είναι ετερόφυλοι. Στον Μπαλζάκ, για παράδειγμα, οι ερωτευμένοι προέρχονται από όλες τις κοινωνικές τάξεις, και εκεί πρωτοεμφανίζεται και ο ομοφυλόφιλος έρωτας. Στο αστικό μυθιστόρημα, βέβαια, οι ήρωες δεν παρουσιάζονται τόσο ως θύματα του έρωτα, όσο ως θύματα της αστικής κοινωνίας και του απεχθούς ιστού συμβιβασμών που επιβάλλει. Η Έμμα Μποβαρύ αποτελεί το πιο κλασικό παράδειγμα.

Στην κορυφή των ερωτικών μυθιστορημάτων ο Οκτάβιο Παζ τοποθετεί το "Δόκτωρ Ζιβάγκο" του Μπόρις Πάστερνακ. Είναι εμβληματικό το παραλήρημα των δύο εραστών, που χαμένοι σε μια καλύβα στη στέπα χαϊδεύονται, ηδονίζονται και ερωτολογούν, ενώ όλοι οι άλλοι αλληλοσφάζονται για να υπερασπιστούν ιδεολογίες. 

Pablo Picasso
Από το κίνημα του σουρεαλισμού στην ψυχροπολεμική περίοδο

Ο Αντρέ Μπρετόν στο μανιφέστο του θέλησε να γεφυρώσει το κοινωνικό με το ιδιωτικό, την πολιτική επανάσταση του μαρξισμού με την επανάσταση των "αισθήσεων και της καρδιάς". Χαρακτηριστική ήταν η πεποίθησή του για τον έναν και μοναδικό έρωτα, τον έρωτα για τη σύζυγο και όχι την ερωμένη, την ισόβια σύντροφο και όχι την παράνομη σχέση. Ο Οκτάβιο Παζ υποστηρίζει πως ο σουρεαλισμός υπήρξε ένα ρεύμα που κινήθηκε σε πολλά μέτωπα, αλλά στα περισσότερα από αυτά απέτυχε. 

Μετά τον πόλεμο, τα κινήματα των σίξτις υποστήριξαν μια νέα, ελεύθερη ερωτική ηθική και ανέδειξαν ζητήματα ισότητας, κατοχύρωσης δικαιωμάτων, σεβασμού της διαφορετικότητας. Αυτά βέβαια σε ό,τι αφορά τη Δυτική Ευρώπη. Στις σοσιαλιστικές δημοκρατίες η γραφειοκρατία επανεγκαθίδρυσε τις συντηρητικές και συμβατικές ηθικές αρχές της αστικής τάξης του 19ου αιώνα, επιβάλλοντας έναν ηθικό και αισθητικό κομφορμισμό.


Έρωτας και ερωτισμός σήμερα

Montserrat Gudiol
Σήμερα, τι θέση έχει ο έρωτας στη ζωή μας; Οι κανόνες της ελεύθερης αγοράς, η παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογία, έχουν επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο ερωτεύεται ο σύγχρονος άνθρωπος; 

Αν ενδώσαμε στη λατρεία των ιδεολογικών συστημάτων, ο αιώνας μας κλείνει με τη λατρεία των αντικειμένων. Τι θέση έχει ο έρωτας σ' έναν κόσμο σαν τον δικό μας; 

Οι σπόροι και τα βλαστάρια της ελευθερίας που υπερασπιστήκαμε ενάντια στους ολοκληρωτισμούς του αιώνα μας σήμερα αφυδατώνονται στις πλαστικές σακούλες του δημοκρατικού καπιταλισμού.

Αυτό είναι πράγματι παράξενο, παραδέχεται ο Οκτάβιο Παζ. Σε μια εποχή που γίνεται τόσος λόγος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ο άνθρωπος αφαίρεσε από το ίδιο του το σώμα τον ιερό του χαρακτήρα. Το έκανε εμπόρευμα και επέτρεψε σε κάθε είδους διαφήμιση να το χρησιμοποιεί ως μέσο προπαγάνδας. Ο καπιταλισμός, λέει ο Παζ, μετέτρεψε τον έρωτα σε υπάλληλο του Μαμμωνά. Η δύναμη του χρήματος και η ηθική του κέρδους μετέβαλαν την ελευθερία του έρωτα σε δουλεία.

Για να ξαναεφεύρουμε τον έρωτα, όπως το ζητούσε ο ποιητής, πρέπει να εφεύρουμε, για μια ακόμη φορά, τον άνθρωπο. 

***

[1]  Οκτάβιο Παζ, Διπλή φλόγα. Έρωτας και ερωτισμός (μτφρ: Σάρα Μπενβενίστε - Μαρία Παπαδήμα), Εξάντας, Αθήνα 1994. 






Τρίτη, 21 Ιουνίου 2016

"Το Τσερνόμπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει"



Είσαι προσκεκλημένος σ' έναν ουκρανέζικο γάμο στην Κυψέλη και, ενώ διαρκεί το φαγοπότι, οι συνδαιτυμόνες από τα τέσσερα διπλανά τραπέζια μοιράζονται μαζί σου τις αναμνήσεις τους από το ατύχημα του Τσερνόμπιλ. Σε κοιτούν στα μάτια, ακούς τις ιστορίες τους και μετατρέπεσαι από θεατής σε πρωταγωνιστή. Γίνεσαι ο αγρότης που βλέπει το δάσος του να απολιθώνεται ώρα με την ώρα. Απαγορεύεται να μαζέψεις τα μανιτάρια, απαγορεύεται να το περπατήσεις, να το πλησιάσεις, να το οργώσεις με τα πόδια του. Δεν είναι πια δάσος, το χρώμα του είναι κόκκινο. 

Αυτά που δεν έζησες έχουν γράψει μέσα σου μέσα σου πιο πολύ από αυτά που έζησες.

Γίνεσαι η γυναίκα που γεννά το παιδί χωρίς πρόσωπο. Ή το παιδί εκείνο που βλέπει τα μέλη του να ξεκολλάνε από το σώμα και τα πετά μέσα στον αντιδραστήρα. Πόδια, χέρια, δόντια, μαλλιά, όλα ανακατεύονται με τις φλόγες.

Γίνεσαι ξανά εννιά χρονών. Πηγαίνεις στο σχολείο, μια κυρία διακόπτει το μάθημα και δίνει στον καθένα από τους μαθητές δυο άσπρα χαπάκια. Σας συμβουλεύουν να κάνετε μπάνιο κάθε 90 λεπτά. 

Τον άντρα σου δεν τον ερωτεύτηκες ποτέ. Σκέφτεσαι ότι μπορεί να είναι κι αυτό μια μορφή αγάπης. Να βγάζεις με τα χέρια σου από το στόμα του άντρα σου τα όργανα του σώματός του.  

Γίνεσαι η καθαρίστρια του εργοστασίου που αναζητά τη νύχτα τον άντρα της στο κρατητήριο, χάνει τη βάρδια της και γλιτώνει τη ζωή της. Ο ταχυδρόμος στο κέντρο διαλογής του ταχυδρομείου του Κιέβου, τριάντα χρόνια μακριά από την πόλη του, αναζητά στα γράμματα ονόματα των ανθρώπων που έχασε.

Γίνεσαι τα αντικείμενα του παλιού σου σπιτιού, η ανάμνησή του. Το ζεστό τσάι, το γιορτινό τραπέζι, τα αγγουράκια τουρσί, τα αλλαντικά Πολωνίας, το μονοπάτι που ανοίγατε στο χιόνι για να βγείτε από το σπίτι, η σκόνη.  

Ερωτεύεσαι μια κοπέλα από τον Καύκασο. Κάνετε έρωτα. Το δέρμα σου ανοίγει κι αρχίζει να ψαχουλεύει την καρδιά σου. 

Δεν είσαι θεατής. Είσαι ο Σεργκέι Γκριτσένκο, συνταξιούχος. Ζούσες στον αριθμό 15 της οδού Φιλίας των Λαών και αναζητάς τον Κίριλ Αλεκσέγιεφ, την Ιρίνα Νταβίτσουκ, την Ευγκενία Καλμπάσοβα και τον Βικτόρ Σάβιν, που ήταν τα μέλη του συλλόγου "Τα κόκκινα γαρύφαλλα" από το 1981 μέχρι το 1986. Όπως και τους συμμαθητές σου από το σχολείο νούμερο 1 του Πρίπιατ, δεκάτη τάξη, σχολική χρονιά 1985, με δασκάλα την Ευγκενία. 

Είσαι ο Κίριλ Αλεκσέγιεφ και αναζητάς την Ιρίνα Μπογκούν, την πρώτη σου αγάπη. 

Δεν είσαι θεατής. Το ατύχημα του Τσερνόμπιλ δεν είχε θεατές.  

***

[1]  Η παράσταση "Στη χώρα μου λένε ότι το Τσερνόμπιλ είναι ένα δέντρο που μεγαλώνει" ανεβαίνει στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεων. Το κείμενο είναι του Δημήτρη Αλεξάκη και η σκηνοθεσία της Φωτεινής Μπάνου.

 ***


Πριν από τριάντα χρόνια, στις 26 Απριλίου 1986, εξερράγη ο αντιδραστήρας 4 του Πυρηνικού Σταθμού Παραγωγής Ενέργειας Τσερνόμπιλ, κατά τη διάρκεια ενός πειράματος που στόχευε στον έλεγχο των συστημάτων ασφαλείας. Το πείραμα ξεκίνησε λίγο μετά τα μεσάνυχτα, την ώρα που τελείωναν οι απογευματινές βάρδιες και θα αναλάμβαναν οι νυχτερινοί. Η έκρηξη έγινε στις 1:26, ξημερώματα Σαββάτου.

Πολλοί είδαν από τα παράθυρα των διαμερισμάτων τους τον αντιδραστήρα να τυλίγεται στις φλόγες. Στην περιοχή έσπευσε δύναμη από πυροσβέστες που δεν είχαν ενημερωθεί για την επικινδυνότητα της κατάστασης και τις ασύλληπτες ποσότητες ραδιενεργού υλικού που είχαν απελευθερωθεί στην ατμόσφαιρα. Κάποιοι έχασαν τη ζωή τους άμεσα. Τελικά, η φωτιά τέθηκε υπό έλεγχο τα ξημερώματα, αλλά οι φλόγες στο εργοστάσιο έσβησαν την επόμενη μέρα από τα ελικόπτερα που πετούσαν άμμο και πηλό μέσα στον αντιδραστήρα.

Οι συνέπειες του πυρηνικού ατυχήματος στο περιβάλλον και την υγεία του πληθυσμού ήταν ανυπολόγιστες. Χιλιάδες θάνατοι από καρκίνο και λευχαιμία συνδέθηκαν με την απελευθέρωση του ραδιενεργού υλικού. Το Τσερνόμπιλ ήταν το εργοστάσιο που "έδινε φως σε ολόκληρη την Σοβιετική Ένωση".



Ένα 24ωρο μετά το ατύχημα, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να παραδεχτεί την καταστροφή του αντιδραστήρα και να δώσει εντολή για εκκένωση της πόλης Πριπιάτ. Για να μην υπάρξει πανικός, δόθηκε στους κατοίκους η εντύπωση πως η εκκένωση θα ήταν προσωρινή. Οι περισσότεροι εγκαταστάθηκαν στο Κίεβο. Υπολογίζεται ότι μετακινήθηκαν περίπου 135.οο0 άνθρωποι, αλλά παραμένει άγνωστος ο ακριβής αριθμός θυμάτων και αγνοουμένων.
 

Κυριακή, 19 Ιουνίου 2016

Η Σαπφώ τραγουδά τον έρωτα



Θεός μου φαίνεται στ' αλήθεια εμένα κείνος
ο άντρας που κάθεται αντίκρυ σου κι από
κοντά τη γλύκα της φωνής σου απολαμβάνει

František Drtiko

Και το γέλιο σου αχ που ξελογιάζει
και που λιώνει στο στήθος την καρδιά μου
σου τ' ορκίζομαι·
 
Pierre Auradon (1935)

Γιατί μόλις που πάω να σε κοιτάξω νιώθω
ξάφνου μου κόβεται η μιλιά μου
μες στο στόμα η γλώσσα μου στεγνώνει·

Albert Rudomine

πυρετός κρυφός με σιγοκαίει
κι ούτε βλέπω τίποτα ούτε ακούω
μα βουίζουν τ' αυτιά μου κι ενας ιδρώτας
το κορμί μου περιχάει·
 

Miroslav Tichy

τρέμω σύγκορμη αχ και πρασινίζω σαν το χόρτο
και λέω πως λίγο ακόμη· 
λίγο ακόμη και πάει, θα ξεψυχήσω. 



 Edward Weston (1922)

***
 

[1] Στην τελευταία φωτογραφία μοντέλο είναι η φωτογράφος Tina Modotti.
[2] Ανασύνθεση και απόδοση Οδυσσέα Ελύτη, Ίκαρος, Αθήνα 1984.

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2016

Kαλοκαίρι στο Τορίνο



Εκείνο τον καιρό ήταν συνέχεια γιορτή. Αρκούσε να βγούνε απ´ το σπίτι στο δρόμο για να παλαβώσουνε. [...] Ακόμη κι εκείνη, η Τίνα, που είχε βγει κουτσή απ´ το νοσοκομείο και που στο σπίτι της δεν είχαν ούτε να φάνε, ακόμη κι εκείνη γελούσε με το τίποτα, κι ένα βράδυ, καθώς έτρεχε πίσω από τους άλλους να τους προλάβει, σταμάτησε ξαφνικά κι έβαλε τα κλάματα, γιατί το να πηγαίνεις σπίτι για ύπνο είναι βλακεία που σου 'κλεβε τη διασκέδαση.
 
Aρχές της δεκαετίας του '40, ο πόλεμος έχει τελειώσει και το Τορίνο εξελίσσεται σταδιακά σε μεγάλη βιομηχανική πόλη. Εκεί εκτυλίσσεται η υπόθεση της νουβέλας του Τσέζαρε Παβέζε "Το ωραίο καλοκαίρι". Η πόλη δεν κατονομάζεται πουθενά, αλλά περιγράφεται το τοπίο της, αναφέρονται τα εργοστάσια, οι βιοτεχνίες και τα ραφτάδικα στα οποία εργάζονται τα νεαρά κορίτσια που πρωταγωνιστούν. Στο κέντρο της ιστορίας τοποθετούνται δυο κοπέλες: η Τζίνια, που δουλεύει σ' ένα μοδιστράδικο και ζει με τον αδερφό της, και η Αμέλια –λίγο μεγαλύτερη σε ηλικία–, που βγάζει ψίχουλα κάνοντας το μοντέλο σε ανερχόμενους ζωγράφους. Κορίτσια που έχουν στερηθεί τους γονείς τους –τους έχασαν στον πόλεμο ή μεγάλωσαν χωρίς την ορμήνια τους– προσπαθούν να τα βγάλουν πέρα όπως όπως, ανακαλύπτουν το σώμα τους και τον έρωτα, πέφτουν θύματα εκμετάλλευσης ή κοροϊδίας, τσαλαβουτούν απροστάτευτα σε θάλασσες ευτυχίας, σε νεανικές αυταπάτες, όνειρα και ψευδαισθήσεις.

Αλλά όταν βρισκόταν με την Aμέλια δεν έλεγε τίποτα, γιατί χαιρόταν που εκείνη έβγαζε πλέον λεφτά κι έτσι ερχόταν με μεγαλύτερη προθυμία στο σινεμά. Έπειτα η Αμέλια αγόρασε κάλτσες, χτενιζόταν καλύτερα, κι η Τζίνια περπατούσε δίπλα της με αληθινή ευχαρίστηση, γιατί η Αμέλια έκανε εντύπωση και πολλοί γύριζαν και την κοιτούσαν. 

Ο κόσμος της νύχτας, των εκκολαπτόμενων καλλιτεχνών, των φλερτ και του σινεμά μοιάζει ελκυστικός, αλλά πώς είναι δυνατόν να τον περπατήσουν με ασφάλεια δυο κορίτσια της βιοπάλης που δεν έχουν κανέναν να συμβουλευτούν; Πόσο πρέπει να υποκριθούν για να τις πάρουν στα σοβαρά, τι είναι αυτό που θα τις κάνει να δείχνουν έξυπνες και πεπειραμένες, πώς θα χειριστούν τον έρωτα και την ελευθερία τους, πώς θα αποφύγουν τους κινδύνους; Είναι ποτέ δυνατό μια νεαρή εργάτρια της φάμπρικας ή μια μοδιστρούλα σε ραφτάδικο να αλλάξουν τη θέση τους στον κόσμο ή να ονειρευτούν έναν κόσμο διαφορετικό

Μερικές στιγμές, στο δρόμο, η Τζίνια στεκόταν γιατί ένιωθε τη μυρωδιά που είχαν τα απογεύματα του καλοκαιριού και τα χρώματα κι οι ήχοι κι η σκιά των πλατανιών. Τα σκεφτόταν όλ' αυτά μες στη λάσπη και στο χιόνι και σταματούσε στις γωνίες των δρόμων με την επιθυμία στα χείλη. "Θα ξανάρθει το καλοκαίρι, οι εποχές ξαναγυρίζουν πάντα", αλλά της φαινόταν απίστευτο που είχε μείνει μόνη.  
 
Το "Ωραίο καλοκαίρι" είναι μια γλυκιά ιστορία για τα νιάτα, για τα λάθη που όλοι οι νέοι επαναλαμβάνουν γιατί αγαπούν πολύ τον κόσμο αλλά ελάχιστα τον εαυτό τους, γραμμένη από έναν ευαίσθητο συγγραφέα που επηρέασε πολύ τη μεταπολεμική πεζογραφία της Ιταλίας. 
Ο Παβέζε αφηγείται υπενθυμίζοντας πως για μερικούς η ευτυχία διαρκεί όσο ένα καλοκαίρι.  
 ***
[1] Το βιβλίο (ξανα)διαβάστηκε με αφορμή την πρόσκληση της "Cocooning Cat" να προτείνουμε αναγνώσματα για το φετινό καλοκαίρι. Η σχετική ανάρτηση εδώ.
[2] Cesare Pavese, Το ωραίο καλοκαίρι (μτφρ. Σώτη Τριανταφύλλου) Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2001


Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Εξώφυλλα #12: Για καλά κορίτσια

 

"Γυναίκα δε γεννιέσαι· γίνεσαι"

 

α) Αν είσαι καλή σύζυγος...

 

Louisa Mary Alcot, "Good wives"

  

 

β) Αν είσαι καλή στο εργόχειρο...

 

Ladies handbook of fancy ornamental work (1860)

"The Ladies' Work-Table Book" (1844) |

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

γ) Αν είσαι καλή νοικοκυρά... 

 

Ethel Marbach, "Holy housewifery" (1964)

 

 

 δ) Αν μιλάς όμορφα...

 

Alice Leon Moats, "No nice girl swears"


ε) Αν ξέρεις πώς να γοητεύσεις έναν άντρα...
 
Arthur Unger & Carmel Berman, "What girls want to know about boys"

*** 

Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Φιλόζωος αυτόχειρ




Ο Ναπολέων Λαπαθιώτης από πολύ μικρή ηλικία ένιωσε τρυφερότητα και αγάπη για τα ζώα. Στην αυτοβιογραφία του ωστόσο θυμάται στιγμές παιδικής αναλγησίας, που συχνά δείχνουν οι πιτσιρίκοι στα ανήμπορα ζωάκια γιατί πρέπει κάπου να φανούν δυνατοί. Και δεν φαίνονται δυνατοί ποτέ, παρά μόνο κλοτσώντας τα παιχνίδια τους και βασανίζοντας κατοικίδια. Η ανάμνηση αυτών των πράξεων είναι "κηλίδα σκοτεινή μες στην ψυχή μου", λέει ο Λαπαθιώτης όταν θυμάται τα πρώτα του οικόσιτα.

Είχα και δυο χαριτωμένα κουνελάκια -τό ΄να σταχτί και τ' άλλο κοκκινόλευκο- μες στο σπίτι κι έπαιζα μαζί τους. Αλλά θαρρώ πως ώρες-ώρες τα βασάνιζα κυλώντας τα στη σκάλα, τα καημένα! Μια φορά μάλιστα, που ΄ριξα τό ΄να, το κοκκινόλευκο, απάνω από ένα τεντωμένο σκοινί, για να πηδήσει τάχα, κι εκείνο έπεσε και χτύπησε, κι έμπηξε μια ψιλή φωνούλα, κι είδα μια τσαγγρουνιά στο χειλάκι του, ένιωσα έναν τέτοιο πόνο και μια τέτοια τύψη, που κρατάει ακόμα μέχρι σήμερα. 

Αλλού θυμάται έναν απογευματινό περίπατο με κάποιον θείο του. Θείος κι ανιψιός περπατούσαν καλοσυγυρισμένοι, κορδωμένοι, ατσαλάκωτοι, κι ο νεαρός Ναπολέων αφηρημένος χτύπησε το κεφάλι του σ' ένα σακί αλεύρι που κουβαλούσε ένας γάιδαρος. Κι ο θείος, βέβαια, δεν μάλωσε το ανιψούδι του που το 'χε μη στάξει και μη βρέξει, αλλά τον γάιδαρο και τον αγωγιάτη που ΄ταν αφεντικό του.  "Απονομή δικαιοσύνης κάπως αμφισβητίσιμη, φαντάζομαι", παραδέχεται ο ποιητής.

Και θυμάμαι ακόμα την απαρηγόρητή μου λύπη για ένα πουλάκι -σπουργιτάκι- που το 'χαν βρει στον κήπο, πεσμένο ίσως από τη φωλιά του και με το ποδαράκι πληγωμένο, και το 'βανa για να το περιποιηθώ στο κούφωμα μιας μικρής ντουλάπας, μ' ένα βιβλίο μπροστά για να μη φύγει, κι αφήνοντάς του ένα μικρό άνοιγμα για να παίρνει αναπνοή, και που το βρήκα νεκρό τ' άλλο πρωί, σαν ένα κουρελάκι, το καημένο. 

Η μεγάλη του αγάπη, όμως, ήταν οι γάτες. Τις αγαπούσε "σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος" και θεωρούσε την αγάπη του προς εκείνες "λυδία λίθο πραγματικής ευαισθησίας και ευγένειας αισθημάτων". Η μητέρα του, μάλιστα, παραπονιόταν πως, αντί να νταντεύει εγγόνια, την είχε βάλει να προσέχει και να ταΐζει τα γατάκια του.


Εκεί, σ' αυτό το σπίτι μας, δοκίμασα και την πρώτη μου πραγματική οδύνη: Είχα εν' άσπρο, συμπαθέστατο γατάκι, και τ' αγαπούσα μ' όλη την καρδιά μου. Κάποιο απόγευμα, τα δυο μου ξαδερφάκια που 'παιζαν μόνο στην κρεβατοκάμαρα, το πέταξαν απ΄ το παράθυρο, για να πηδήσει τάχα στο μπαλκόνι, κι εκείνο έπεσε κάτω, στο πεζοδρόμιο, κι έμεινε, καθώς φάνηκε, στον τόπο. Το σπίτι μου αναστατώθηκε, έγινε φασαρία, και ποτέ δε θα ξεχάσω το βαθύ μου σπαραγμό όταν τ' ανέβασαν από τη σκάλα και μου τό 'φεραν, σαν ένα πουπουλένιο κουρελάκι, τεντωμένο κι άψυχο, κι ακίνητο. 

Η λατρεία του για τα ζώα έκανε τον Λαπαθιώτη να αποστρέφεται κάθε γιορτή του χρόνου. Το Πάσχα ήταν για κείνον γιορτή ανυπόφορη, και το Μεγάλο Σάββατο βούλωνε τ' αυτιά του με μπαμπάκι για να μην ακούει τα βελάσματα των προβάτων. Ένιωθε μίσος κι αγανάκτηση εναντίον των ανθρώπων ακόμη και την Πρωτομαγιά, που έβλεπε τόσα και τόσα λουλούδια να τραυματίζονται. Η μόνη γιορτή που προτιμούσε ήταν το Καρναβάλι. Χαιρόταν και τα μασκαρέματα και τις "αισθητικές του απολαύσεις".

Κάνοντας στην αυτοβιογραφία του την προσωπική του ενδοσκόπηση, ο Λαπαθιώτης διαπιστώνει πως εκείνο που περισσότερο τον χαρακτηρίζει ως άνθρωπο είναι η αγανάκτηση απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή αδικίας, και ειδικά σ' εκείνη που στοχεύει τους αδύναμους και απροστάτευτους. 

Κι ένα φυσικό και συνεπές αισθηματικό παρακλάδι η βαθειά, βαθύτατη, ανέκαθεν, αφοσίωση κι αγάπη μου στα ζώα. Τα ζώα, με την όψη που μας δείχνονται, είναι οι πιο αδικημένοι σύντροφοί μας -τόσο αδικημένα απ΄ τη φύση τους, όσο κι απ' τους ίδιους τους ανθρώπους: αδικημένα απ΄ τη φύση τους πρώτα γιατί τους λείπουν τα απαραίτητα εφόδια -τα ηθικά και υλικά μαζί- να αντιμετωπίσουν τους ανθρώπους. Αδικημένα κι από τους ανθρώπους, που τα τυραννούν, τα κατατρέχουν και τα εκμεταλλεύονται σκληρά. Είναι πολύ ελάχιστοι οι άνθρωποι που τα συμπαθούν πραγματικά και που τα σέβονται αυτά καθ' αυτά, χωρίς ιδιοτέλειες και υπολογισμούς. Ένας απ' αυτούς είμαι κι εγώ. 

 Ο Λαπαθιώτης αποκαλεί τα ζωάκια του "καημένα", τους απευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά με υποκοριστικά, τα νιώθει ανήμπορα μπροστά στον άνθρωπο, σαν "πουπουλένια κουρελάκια". Μα τα ζώα είναι ανθεκτικά και δυνατά. Αντέχουν πολύ περισσότερο από τον άνθρωπο στη στέρηση και τις κακουχίες. Είναι μαθημένα να στερούνται την τροφή, το νερό, τη στέγη, την αγάπη. Πουπουλένιο και μαδημένο κουρελάκι ήταν φαίνεται η ψυχή του ίδιου του ποιητή. 

*** 

Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η Ζωή μου, Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας (φιλολογική επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας), Κέδρος, Αθήνα 2009.