Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2016

Ιωσήφ ο δίκαιος


Στο μάθημα των θρησκευτικών και στις διάφορες σχολικές γιορτές, αυτές τις μέρες ακούγαμε για τον υπερφυσικό τρόπο με τον οποίο συνέλαβε τον Ιησού η Μαρία, που ένα βράδυ Άγγελος Κυρίου τής παρουσιάστηκε και της ανακοίνωσε πως θα φέρει στον κόσμο τον Υιό του Θεού. Πολλά μας έλεγαν οι δασκάλες για τη γέννηση του Ιησού στη φάτνη, τους τρεις μάγους με τα δώρα, την απειλή του Ηρώδη. 

 
Τίποτα από όλα αυτά δεν μου έκανε τόση εντύπωση όσο ο χαρακτήρας του Ιωσήφ, που σε μεγάλη ηλικία, χήρος και πατέρας επτά παιδιών, αρραβωνιάστηκε τη Μαρία, τη συντρόφεψε, τη βοήθησε να φέρει στον κόσμο τον μονάκριβο γιο της, της κρατούσε το χέρι στον στάβλο όσο εκείνη κοιλοπονούσε, και μαζί έφυγαν για την Αίγυπτο, να ξεφύγουν από τον βρεφοκτόνο Ηρώδη.  




Ο Ιωσήφ έμεινε πλάι στο μικρό εκείνο κορίτσι, που στα δώδεκα χρόνια του έμελε να γίνει Θεοτόκος, και ουδέποτε το άγγιξε, λένε οι Γραφές. Υπήρξε δηλαδή μνήστωρ, και ποτέ του δεν έγινε σύζυγος. Μεγάλωσαν μαζί με τη Μαρία το παιδί τους και μετά τη μετάβαση του Ιησού στο Ναό, ο Ιωσήφ δεν μνημονεύεται πλέον.



Πολύ τον συμπαθούσα τον Ιωσήφ και τον σκέφτομαι πάντοτε τούτες τις μέρες, και τον σκεφτόμουν από πολύ μικρή, όταν μαθήτρια στο σχολείο τα άκουγα όλα αυτά δύσπιστη και γεμάτη απορία. Ένας γεράκος ήταν, που πήρε από το χέρι ένα μικρό κορίτσι, πέρασαν μαζί από τη Βηθλεέμ στην Αίγυπτο -δεν είναι και λίγος δρόμος, δεν βρίσκανε κατάλυμα πουθενά, κοιμόντουσαν σε στάβλους, στη γη, έξω, στα χορτάρια, και ήταν και Δεκέμβρης μήνας. Και δεν κέρδισε και τίποτα, ούτε τον λάτρεψε κανείς, ούτε αναγνωρίστηκε ποτέ ως πατέρας του Ιησού, γιατί εκείνος είχε για πατέρα αυτόν που υποτίθεται έχουμε όλοι μας. 


Και ούτε από τον περίγυρό του βρήκε αναγνώριση. Έτσι κι αλλιώς, και πριν από όλα αυτά, όλοι τον γνώριζαν ως τον δίκαιο ξυλουργό. Έκτοτε, μου αρέσει πολύ το όνομά του (ενώ δεν καλοσυμπαθώ τα εβραϊκά ονόματα), και εκτιμώ ιδαίτερα όσους διακονούν το επάγγελμα του ξυλουργού. 

Να ΄ναι καλά ο Ιωσήφ, υπήρξε πρότυπο καλού συμπαραστάτη και ανιδιοτελούς φίλου για τη Μαρία. Οι ζωγράφοι της Αρμενίας αποτύπωσαν με μεγάλη τρυφερότητα το πρόσωπό του στα έργα τους. 

Καλές γιορτές σε όλους. 

*** 

[1] Οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο είναι έργα του Αρμένιου ζωγράφου Armen Vahramyan.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Εξώφυλλα #16: Alvin Lustig

Ο μετρ του αμερικανικού μοντερνισμού


O Alvin Lustig γεννήθηκε το 1915 στο Ντένβερ του Κολοράντο. Πέθανε το 1955, και στα σαράντα χρόνια της σύντομης ζωής του άλλαξε όλα όσα γνώριζαν μέχρι τότε οι άνθρωποι για το σχέδιο, τη γραφιστική τέχνη, αυτό τέλος πάντων που ελληνιστί αποκαλούμε "ντιζάιν".

Ασχολήθηκε κυρίως με τον σχεδιασμό εξωφύλλων, και από το 1940 έως το 1955 σχεδίασε πάνω από εβδομήντα εξώφυλλα για την αμερικανική λογοτεχνική σειρά "Modern Classics", που μετά από την ευτυχή συνεργασία έγινε ανάρπαστη στην αμερικανική αγορά.  Στη σειρά, μεταξύ άλλων, εκδόθηκαν έργα των Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ, Χένρι Μίλερ,  Βιρτζίνια Γουλφ, Αρθούρ Ρεμπό, Φρανς Κάφκα, Γκυστάβ Φλωμπέρ, Ε.Μ. Φόστερ, και άλλων. Πιο επαναστατικό από όλα θεωρήθηκε το εξώφυλλο που σχεδίασε για τις "Τρεις τραγωδίες" του Λόρκα. Στην εικόνα συνδυάζονται πέντε φαινομενικά άσχετες φωτογραφίες και δημιουργείται ένα σύνολο εικόνων που, εκ πρώτης όψεως, δεν μοιάζει καθόλου αρμονικό. Παρόλα αυτά, το εξώφυλλο αποτέλεσε παράδειγμα προς μίμηση για εκατοντάδες άλλα που σχεδιάστηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '50 και του '60. 




Μπορεί τα εξώφυλλα των βιβλίων να υπήρξαν αδυναμία του, πέρα από αυτά, όμως, ο Alvin Lustig  επιμελήθηκε διαφημιστικούς καταλόγους διαφόρων ειδών, σχεδίασε εξώφυλλα δίσκων, αφίσες, έπιπλα, σκηνές για το αμερικανικό κινούμενο σχέδιο Mr. Magoo (εκείνον τον αξιολάτρευτο κύριο με το καπέλο, τα γυαλιά και την ομπρέλα), έπιπλα, ακόμη και ένα ελικόπτερο. Και δεν ξέρουμε τι άλλο θα έκανε αν η ζωή του δεν έφτανε τόσο γρήγορα στο τέλος της. 

Μέχρι την εποχή του Lustig, τα εξώφυλλα ακολουθούσαν μια πεπατημένη πολύ κοντά στην παράδοση που αφορούσε την τυπογραφία, και την αγορά του βιβλίου γενικότερα: εικονογραφημένα, με πλούσιο διάκοσμο στο περιθώριο και ένα ή δύο από τα πρωταγωνιστικά πρόσωπα στο κέντρο του κάδρου, ζωγραφισμένα με έναν τρόπο που τα σκιαγραφούσε και ως λογοτεχνικούς χαρακτήρες. Βοηθούσαν, δηλαδή, τον αναγνώστη να εικάσει σκοπούς, προθέσεις, αδιέξοδα και διλήμματά τους, παρατηρώντας απλά την εικόνα. Σήμερα, η περιγραφή που προηγήθηκε θυμίζει περισσότερο βίπερ (ευτελή σε περιεχόμενο και ποιότητα, να όμως που και αυτά θεωρήθηκαν καλτ και αποτελούν σήμερα αντικείμενο μανιώδους αναζήτησης για πολλούς συλλέκτες).



 























Ο Lustig απέρριψε το είδος του εξώφυλλου που επιχειρούσε μέσω της εικόνας να αποτελέσει περίληψη της "ιστορίας", ή έστω να αποδώσει τα σημαντικότερα σημεία της. Όπως έλεγε και ο ίδιος, αυτό που προτιμούσε ήταν να διαβάζει το κείμενο, να πιάνει τον παλμό του συγγραφέα και ύστερα να δημιουργεί στη δική του γλώσσα. Σχεδιάζοντας, απλά μετέφερε,  σε πολύ αδρές γραμμές, την ατμόσφαιρα που για κείνον απέπνεε το βιβλίο.



Χωρίς να απορρίπτει την παράδοση, προσπάθησε να δώσει στην γραφιστική τέχνη μια αφηρημένη, μη παραστατική μορφή. Προσέγγιζε  κάθε έργο με ευαισθησία, χωρίς όμως να αποσκοπεί στη διέγερση του ματιού ή τον εντυπωσιασμό. 

Δεν είναι πάντως τυχαίο ότι τα κέρδη των εκδοτών της σειράς "Modern Classics" εκτοξεύτηκαν στα ύψη, ενώ πολλοί υποστηρίζουν ότι τα εξώφυλλα του Lustig έκαναν τόσο μεγάλη εντύπωση,  που αποτέλεσαν κι αυτά ένα λόγο για την αύξηση του αμερικανικού αναγνωστικού κοινού καθ' όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του '50. Ενός κοινού που προτιμούσε μάλιστα κλασικά έργα αμερικανικής και αγγλικής λογοτεχνίας. 

Αντίθετα, άλλες σειρές, όπως η "Modern Library" ή η "Everyman's Library", δεν τα πήγαιναν καθόλου καλά με τις πωλήσεις. Εκεί τα εξώφυλλα παρέμεναν ακόμη προσκολλημένα σε μια παράδοση που είχε ξεπεραστεί. 




Πέρα από όλα τα άλλα, η τέχνη του Alvin Lustig συνετέλεσε, νομίζω, στο να αλλάξει άρδην η άποψη του κόσμου για την ανάγνωση. Το βιβλίο  από είδος πολυτελείας είχε αρχίσει να μετατρέπεται σε "χρηστικό" αντικείμενο: απλό, μικρό, ελαφρύ, εύκολο στη μεταφορά του, να χωρά και στην πιο διακριτική τσάντα. Τα δερματόδετα, χρυσόδετα, σκληρόδετα εξώφυλλα, που ξεφύλλιζε και μελετούσε κανείς στις βιβλιοθήκες, άρχισαν σταδιακά να εγκαταλείπονται. Η τιμή του βιβλίου ήταν πια προσιτή. 

Ο Lustig δεν ήθελε τα βιβλία που σχεδίαζε να θυμίζουν τον συντηρητισμό των ακαδημαϊκών, ούτε να χρειάζεται κανείς υποτροφία για να τα αγοράσει. Η αξία τους ήταν, έτσι κι αλλιώς, ανεκτίμητη. 

***

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2016

Για τον Χρήστο Βακαλόπουλο


Το καλύτερο πράγμα που θα μπορούσε να μας συμβεί είναι αυτό που μας συμβαίνει κάθε στιγμή, γιατί οτιδήποτε άλλο δεν υπάρχει καν.  Χ.Β.

 

 

Ένα διαφορετικό διήγημα...

  

1957-1958: Η ζωή της οικογένειας ευθυγραμμίζεται με τις καινούργιες ανάγκες. Αρχίζει η Κυψελιώτικη περιπλάνηση με τη μετακόμιση σ' ένα μικρό διαμέρισμα στην οδό Κυψέλης 28, όταν η περιοχή αλλάζει μορφή και στη θέση των παλιών μονώροφων ή διώροφων σπιτιών με τις αυλές και τους κήπους υψώνονται πολυκατοικίες που σιγά σιγά αγκαλιάστηκαν μεταξύ τους και απέκλεισαν την ανάσα του ελεύθερου χώρου. Η επιλογή του τόπου της νέας εγκατάστασης έγινε γιατί λίγο πιο πέρα, στο 32 του ίδιου δρόμου, στεγαζόταν σε  μια παλιά βίλα το υποκατάστημα του Ι.Κ.Α Κυψέλης, όπου εργαζόταν η Ξένη, που έτσι κέρδιζε χρόνο στη διαδρομή μεταξύ σπιτιού και γραφείου.

 

Αυτό όμως δεν ήταν αρκετό γιατί υπήρχε το πρόβλημα που δημιουργούσε η σύγχρονη απουσία των γονιών στη δουλειά. Φρόντισαν, τότε, να έχει η Ξένη απογευματινό ωράριο, ώστε το πρωί να μένει εκείνη στο σπίτι με το Χρήστο και το απόγεμα ο πατέρας. Αλλά κι αυτό δεν ήταν ολοκληρωτική λύση γιατί υπήρχαν κάποιες ώρες, στη μέση της ημέρας, που έπρεπε να είναι στη δουλειά συγχρόνως κι οι δυο. 

 

Ο Χρήστος, που πρώιμα είχε μιλήσει και περπατήσει, αντιμετωπίζει το θέμα κάνοντας την πρώτη του γυναικεία κατάκτηση. Η Αγγελικούλα, μια όμορφη νιόπαντρη κοπέλα, που έμενε στον κάτω όροφο, δείχνει αδυναμία γι' αυτόν και αναλαμβάνει να τον κρατάει τις ώρες της σύγχρονης απουσίας των γονιών. Ο Χρήστος είναι ενθουσιασμένος που μένει μαζί της, είναι πολύ τρυφερός, αλλά και πολύ αποκλειστικός. Όταν έφτανε ο σύζυγος από τη δουλειά, αξίωνε να μη βρίσκεται στο ίδιο δωμάτιο μαζί τους, ως τη στιγμή που θα τον έπαιρνε ο πατέρας του. Όμως, το ειδύλλιο σταματάει απότομα, όταν η Αγγελικούλα αποκτά δικό της παιδί. Ο Χρήστος, τότε, αρνείται κατηγορηματικά να την ξαναδεί και τηρεί με πείσμα την απόφασή του. Εκείνη, μετά τριανταπέντε χρόνια, θα έρθει στην κηδεία του και θα ακουστεί να λέει: "ήταν το μωρό μου". 


 

***

 

[1] Ο Χρήστος Βακαλόπουλος, σκηνοθέτης, συγγραφέας και ραδιοφωνικός παραγωγός, γεννήθηκε τον Γενάρη του 1956 στην Αθήνα και πέθανε σε ηλικία τριάντα επτά ετών από μεταστατικό καρκίνο του πνεύμονα. Στην κηδεία του, φίλοι του μουσικοί έπαιξαν χαμηλόφωνα το τραγούδι "Μη λυπάσαι που φεύγω". Το είχε επιλέξει ο ίδιος για να επενδύσει την ταινία "Παρακαλώ γυναίκες μην κλαίτε", που ήταν και η τελευταία του. 

[2] Η βιογραφία του Χρήστου Βακαλόπουλου γραμμένη από τον πατέρα του, εδώ. Το κείμενο της ανάρτησης αποτελεί μικρό απόσπασμά της. 

 

 

 

Παρασκευή, 9 Δεκεμβρίου 2016

Αριθμός 11



Στο βιβλίο του Τζόναθαν Κόου, ο αριθμός 11 αναδεικνύεται σε μυστήριο που σηματοδοτεί κάτι διαφορετικό σε καθεμιά από τις πέντε σπονδυλωτές ιστορίες του μυθιστορήματος: Αριθμός λεωφορείου, αριθμός των ορόφων του σπιτιού μιας άπληστης συζύγου, αριθμός της κατοικίας του Βρετανού Υπουργού Οικονομικών και άλλα τέτοια. (Μικρή είχα αναπτύξει μια ξεχωριστή θεωρία για τους αριθμούς, την ποιότητα του καθενός και τα χαρακτηριστικά του. Ο αριθμός 11 παρέμενε αινιγματικός. Δεν μπορούσα να αντιληφθώ πώς ήταν μονός, από τη στιγμή που αποτελείται από δύο μονάδες.)

Η ιστορία ξεκινά το 2003 με τη δολοφονία του Ντέβιντ Κέλλυ, επιθεωρητή όπλων των Ηνωμένων Εθνών την εποχή της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ, και τελειώνει το 2015. Τόσο στην πρώτη όσο και στην τελευταία ιστορία, πρωταγωνίστρια είναι η νεαρή Ρέιτσελ, ένα κορίτσι που κατά τη διάρκεια αυτών των δώδεκα χρόνων μεγαλώνει, ωριμάζει και αφυπνίζεται πολιτικά. 

Στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, που περιγράφεται η σκοτεινή επίσκεψη της Ρέιτσελ και του αδελφού της σε ένα αββαείο, στοιχεία λογοτεχνίας μυστηρίου θυμίζουν πολύ το "Στρίψιμο της βίδας" του Χένρυ Τζέιμς, όπου τα όρια ανάμεσα το ορατό και το αόρατο, την αίσθηση και την ψευδαίσθηση είναι δυσδιάκριτα. Στο τελευταίο κεφάλαιο, η αράχνη που απειλεί το μέγαρο του Βρετανού μεγιστάνα σερ Γκίλπμπερτ Γκαν και η αγωνία που προκαλεί η απόδρασή της, εκτοξεύονται σε ύψη που μάλλον αγγίζουν την υπερβολή, το θρίλερ, το παράλογο ή την παρωδία.   

"Η επαιτεία", διακήρυξε, "μετατρέπεται σε σοβαρό πρόβλημα για το Μπέβερλι και τα περίχωρά του. Το συμβούλιο πρέπει να το αντιμετωπίσει, αλλά ειλικρινά φαίνεται πως πάσχει από έλλειψη προθυμίας και μέσων". Παρατήρησε, σ' αυτό το σημείο, πως κρατούσα μια πιατέλα με μπισκότα γεμιστά με κρέμα κάτω από τη μύτη του. "Ω! Για μένα είναι αυτό; Πολύ ευγενικό". 

Μεταξύ αυτών, ένα μωσαϊκό από πρόσωπα και γεγονότα: η Άλισον, φίλη της Ρέιτσελ, συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά του "διαφορετικού": μαύρη, ανάπηρη και ομοφυλόφιλη. Η μητέρα της Άλισον, διάσημη τραγουδίστρια του παρελθόντος, αποφασίζει να ξεπληρώσει τα χρέη της συμμετέχοντας σε ένα ριάλιτι τύπου σερβάιβορ και την τρολάρουν ανελέητα οι νεαροί των μέσων κοινωνικής δικτύωσης γιατί δεν είναι πια ούτε νέα ούτε όμορφη. Μια καθηγήτρια πανεπιστημίου ασχολείται με το μυστήριο του Λοχ Νες και έχει στη διάθεσή της μια τεράστια συλλογή από παλιές βρετανικές ταινίες αμφιβόλου ποιότητας. Ένας φιλόδοξος αστυνομικός αναζητά το πολιτικό στοιχείο που κρύβεται πίσω από τις ανεξισχνίαστες υποθέσεις του. Μια δημοσιογράφος πατά επί πτωμάτων για να κάνει πρωτοσέλιδο. Και ένας από τους πλουσιότερους άντρες της Βρετανίας χτίζει για τη σύζυγό του ένα λαβύρινθο έντεκα ορόφων, με τεχνητές λίμνες και φοίνικες θαμμένους σαράντα μέτρα κάτω από το έδαφος. 

Μια Τετάρτη μεσημέρι επέστρεφε σπίτι από τη βιβλιοθήκη με το λεωφορείο με τον Aριθμό 11. Ανέβηκε από το Χάρμπορν και σκόπευε να κατέβει κοντά στο σπίτι της στη Γιάρντλι, μια διαδρομή είκοσι πέντε λεπτών περίπου. Αλλά, καθώς πλησίαζε στη στάση της, άλλαξε γνώμη. Το λεωφορείο ήταν ζεστό· το σπίτι της ήταν κρύο. Το λεωφορείο ήταν γεμάτο κόσμο· το σπίτι της ήταν άδειο. Η θέα από τη θέση της στο λεωφορείο μεταβαλλόταν διαρκώς· η θέα από το σπίτι της ήταν μονότονη. Ξαφνικά δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να σηκωθεί από την άνετη θέση της και να βγει έξω στο κρύο. 

Ένας από τους ήρωες του μυθιστορήματος, ο αστυνόμος Πίμπλιμ λέει κάπου πως για να κατανοήσει κανείς ένα έγκλημα, πρέπει να αντιληφθεί το κίνητρο του δράστη και αυτό προϋποθέτει να λάβει υπόψη του την επίδραση της οικονομίας και του περιβάλλοντος, της κουλτούρας και του κεφαλαίου, του τοπίου και του αστικού τοπίου, της πολιτικής της ταυτότητας και της πολιτικής των κομμάτων. 

Για να μπορέσει κανείς να λύσει ένα αγγλικό έγκλημα, που το έχει διαπράξει άγγλος εγκληματίας, πρέπει να αναλογιστεί την κατάσταση της ίδιας της Αγγλίας. 

Το ίδιο ακριβώς θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει και για τα μυθιστορήματα του Κόου: για να τα κατανοήσει κανείς,  πρέπει να έχει υπόψη του την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα της Αγγλίας. Όχι όμως σε αυτό το μυθιστόρημα. Εδώ περιγράφονται  συνθήκες που μας είναι πιο οικείες απ΄ό,τι άλλοτε. Ο κανιβαλισμός των θαμώνων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το ανελέητο τρολάρισμα, ο εξευτελισμός διασημοτήτων του παρελθόντος στα προγράμματα της μεσημεριανής ζώνης για λίγα λεπτά δημοσιότητας, η προθυμία ανθρώπων να συμμετάσχουν σε ριάλιτι όπου υποχρεώνονται να γλείψουν κόπρανα και να φάνε κατσαρίδες για λίγα χρήματα, οι τράπεζες τροφίμων, τα παροπλισμένα καλοριφέρ στα παγωμένα σπίτια, τα κομμένα επιδόματα, μας είναι όλα γνώριμα. Η κοινωνική πραγματικότητα στην Ελλάδα δεν διαφέρει πολύ από αυτήν που παρουσιάζει ο Κόου. Και οι φωνές που διαμαρτύρονται, όπως αυτή της Ρέιτσελ, αντιμετωπίζονται σαν "νεανικά ξεσπάσματα πολιτικής αφέλειας".
 
Ο Τζόναθαν Κόου είναι από κείνους τους συγγραφείς που οι φαν του δεν τον προδίδουν ποτέ. Κάθε του βιβλίο αποτελεί εκδοτικό γεγονός και γίνεται γρήγορα ανάρπαστο, τόσο στη Βρετανία όσο και στην Ελλάδα. Έχω την υποψία ότι σε κανένα από τα πρόσφατα μυθιστορήματά του δεν συναντήσαμε την πολιτική σάτιρα του "Τι ωραίο πλιάτσικο!", το καυστικό χιούμορ τού "Ιδιωτικού βίου του Μάξουελ Σιμ" ή την ευαισθησία τού "Σαν τη βροχή πριν πέσει". Ωστόσο, πάντοτε στις σελίδες του το πολιτικό με το κωμικό συνυπάρχουν, η αγωνία με την αναγνωστική ευχαρίστηση εναλλάσσονται, το απροσδόκητο με το αναμενόμενο πάνε παρέα, και όλα αυτά με μπόλικη Βρετανία, σερβιρισμένη κι απ' την καλή κι απ' την ανάποδη. Έτσι, κάθε φορά ο αναγνώστης μένει, αν μη τι άλλο, ικανοποιημένος. 

*** 

Τζόναθαν Κόου, Αριθμός 11 (μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη), Πόλις, Αθήνα 2016. 


 

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2016

Γυμνός συνδικαλισμός




"To προηγούμενο σαββατοκύριακο, λοιπόν", άρχισε να λέει με εμφανή απροθυμία, "παντρευόταν ένας φίλος μου και το προηγούμενο βράδυ βγήκαμε για το μπάτσελορ πάρτι. Σ' ένα στριπτιζάδικο. Δεν ήταν δική μου επιλογή. Δεν είχα ξαναπάει ποτέ στο παρελθόν -δεν χρειάστηκε ποτέ, δεν το θέλησα ποτέ- οπότε δεν ήμουν απολύτως έτοιμος για την όλη εμπειρία. Έτσι, πριν καταλάβω καλά καλά τι συμβαίνει, εκείνη η απίθανη γυναίκα με την εκπληκτική σιλουέτα, ο τύπος γυναίκας που κανονικά δεν θα γυρνούσε ποτέ να με κοιτάξει, κάθεται στα πόδια μου, λίγο πολύ γυμνή, με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω μου, λικνίζοντας του γοφούς της, κοιτάζοντάς με κατάματα Οπότε νιώθω πως κάτι... λοιπόν επιβάλλεται να κάνω. Να δείξω κάποιου είδους ανταπόκριση. Νιώθω πως πρέπει κάτι να πω".

"Και τι είπες;" ρώτησε η Ρέιτσελ. "Είσαι πραγματικά πανέμορφη; Σ' ευχαριστώ πολύ -πάρε πενήντα λίρες;" 

"Όχι", είπε ο Τζέιμι. "Καταλαβαίνω τώρα πως θα ήταν καλό να είχα πει κάτι τέτοιο. Αλλά, ανιτθέτως, της έκανα μια ερώτηση". 
 
'Εκανε μια μεγάλη παύση. 

"Συνέχισε". 

"Τη ρώτησα αν εκείνη και οι υπόλοιπες κοπέλες ανήκουν σε κάποιο συνδικάτο".  

Η Ρέιτσελ τον κοιτούσε αποσβολωμένη, δίχως να είναι βέβαιη ότι είχε ακούσει καλά. 

"Δηλαδή, ενδιαφερόμουν ειλικρινά. Ήθελα να μάθω τι είδους εργασιακά διακαιώματα είχαν και αν είχαν κάποιο σωματείο. Μου φάνηκε σαν ένα καλό άνοιγμα συζήτησης". 

***

Τζόναθαν Κόου, Αριθμός 11 (μτφρ. Άλκηστις Τριμπέρη), Πόλις, Αθήνα 2016. 

Τρίτη, 29 Νοεμβρίου 2016

Το βασίλειο των ζώων του Mirko Hanák



O Mirko Hanák ήταν Τσέχος καλλιτέχνης που ασχολήθηκε κατά κύριο λόγο με τη ζωγραφική τέχνη, την εικονογράφηση παιδικών βιβλίων, αλλά και την αφίσα, τη γραφιστική, το σχέδιο, ακόμη και το animation. Γεννήθηκε το 1921, σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Πράγας λίγο μετά τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, και πέθανε το 1971 απο λευχαιμία, αφήνοντας πίσω του ένα σπουδαίο έργο που τολμώ να πω πως δεν είχε ακόλουθους. 


























Ο Hanák ειδικεύτηκε στη λιθογραφία και αργότερα στην ακουαρέλα, ενώ στη θεματολογία του πρωταγωνιστούν ζώα και τοπία της φύσης. Πολύ σπανιότερα στις σελίδες των ιστοριών που εικονογράφησε συναντά κανείς ανθρώπινες μορφές. Στους περισσότερους είναι γνωστός για τον Μπάμπι, εκείνο το χαριτωμένο ελαφάκι που έγινε διάσημο στα παιδιά όλου του κόσμου από το κινούμενο σχέδιο της Ντίσνεϊ.


Το εντυπωσιακότερο στην τέχνη του Hanák είναι o τρόπος με τον οποίο συνδύασε την τεχνοτροπία της κινεζικής ακουαρέλας, τον μινιμαλισμό και την απλότητα της ιαπωνικής τέχνης με την χρωματική ποικιλία που συναντά κανείς σε τσέχικα εικονογραφήμενα της εποχής του.


Οι ομοιότητες είναι τόσες, που πολλές φορές είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς ένα δικό του έργο από ένα άλλο της μακρινής Ανατολής και μόνο τα ιδεογράμματα στο πλαίσιο είναι εκείνα που τελικά λύνουν το μυστήριο. 


Τα τελευταία χρόνια της ζωής του δούλευε την κινηματογραφική ταινία "Charlotte's Web", για την οποία μπορεί να διαβάσει κανείς περισσότερα εδώ. Ο πρόωρος θάνατός του δεν τον άφησε να ολοκληρώσει το έργο του. 


Στο διαδίκτυο μπορεί κανείς να βρει σκαναρισμένα παλιά τσεχοσλοβάκικα παιδικά βιβλιαράκια, εικονογραφημένα από τον ίδιο. Δυστυχώς, τίποτα δικό του δεν κυκλοφορεί ανάμεσα στους τίτλους των δικών μας εικονογραφημένων. 


Μεταξύ των ζώων που ζωγράφισε θα βρει κανείς γάτες, ιπποπόταμους, τίγρεις, αλεπούδες, λιοντάρια και λέαινες, παγώνια και κοκόρια, σκαντζόχοιρους κι ασβούς, αγριογούρουνα, ποντικούς, λαγούς, λύκους, άλογα, τάρανδους, αρκούδες, ελάφια, πεταλούδες, γουρουνάκια, σκίουρους και νυφίτσες, λογιών λογιών πτηνά και πολλά, πολλά άλλα. 

Όταν πηγή έμπνευσης είναι η φύση, ο κατάλογος δεν στερεύει ποτέ. 


***