Τετάρτη, 17 Απριλίου 2019

Ιαπωνία - Μέρος 3ο: Παραμυθοκόρες του Junichi Nakahara


Στην τέχνη της ζωγραφικής δεν υπάρχει μονοχρωμία. Ούτε διχρωμία υπάρχει. Και με ένα χρώμα μόνο, και χωρίς χρώμα τολμώ να πω, ένας καλλιτέχνης μπορεί να φιλοτεχνήσει το πιο πολύχρωμο έργο, το πιο πλούσιο σε συναισθήματα.





















Στην εικονογράφηση ειδικά, εκείνοι που άφησαν ιστορία δεν ήταν οι καλλιτέχνες που προτίμησαν να τραβήξουν το βλέμμα του παιδιού από το βιβλίο με εκκεντρικότητες και παράτολμους χρωματικούς συνδυασμούς. Ήταν κυρίως εκείνοι που με τις εικόνες τους κατάφεραν να συνοδεύσουν, να συμπληρώσουν -σήμερα ακόμη και να ερμηνεύσουν- την ιστορία συντροφεύοντας ξεφυλλίσματα και παιδικές αναγνώσεις με τρόπο αθόρυβο.



Ο Junichi Nakahara, ενώ προτιμούσε τα έντονα χρώματα στα εξώφυλλα που σχεδίαζε για τα διάφορα γυναικεία περιοδικά της εποχής του, δεν έκανε το ίδιο στις εικονογραφήσεις των παραμυθιών. Συνήθως επέλεγε ένα χρώμα και πάνω σ' αυτό ζωγράφιζε την ασπρόμαυρη ιστορία με τρόπο που έκανε την εικόνα να μοιάζει περισσότερο με χαρακτικό. 





















Νομίζω πως η επιλογή του χρώματος που λειτουργούσε ως φόντο, πάνω στο οποίο υφαίνονταν τα πρόσωπα και η δράση τους, δεν ήταν τυχαία. Για παράδειγμα, αυτό το αχνό πορτοκαλί στην ιστορία της Τοσοδούλας, τόσο κοντά στο χρώμα της λάσπης, την κάνει ακόμη πιο γήινη: ένα κορίτσι που κινείται στη φύση, γνωρίζει ποντικούς, ασβούς, χελιδόνια και βατράχους και χαράσσει την δική της πορεία, μακριά από το παιδικό της κρεβατάκι (ένα καρυδότσουφλο).



Στη μικρή Σειρήνα, το χρώμα αλλάζει και μετατρέπεται στο πιο εκτυφλωτικό θαλασσί. Μια ιστορία πιο ενήλικη, μια εικονογράφηση πιο τολμηρή, μεταφέρει στον αναγνώστη κάτι από την αλμύρα και τον ατίθασο, απρόβλεπτο, ανεξήγητα θηλυκό χαρακτήρα της θάλασσας. 





















Η Σταχτοπούτα χαράσσεται πάνω σε ένα ύφασμα ροδαλό, σαν τα μάγουλα του ντροπαλού κοριτσιού που θα φορέσει το γυάλινο γοβάκι. 





















Δεν ξέρω κατά πόσο είναι εύστοχη μια τέτοια ερμηνεία, και πολύ πιθανό να μην απηχεί ούτε στο ελάχιστο τις πραγματικές προθέσεις του δημιουργού, αλλά μ' έναν τρόπο νομίζω πως μεταφέρει κάτι από την ατμόσφαιρα της κάθε ιστορίας, ενώ γεννά στον αναγνώστη την προσδοκία της λύσης, ακόμη κι αν δεν γνωρίζει την υπόθεση. 






















Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ, αλλά μου φαίνεται πολύ λογικό η μητριά της Χιονάτης να πρασίνισε από το κακό της όταν ο καθρέφτης τής αποκάλυψε πως δεν είναι εκείνη η ομορφότερη του κόσμου. 



Το συγκλονιστικότερο, όμως, είναι πως στις εικονογραφήσεις του Junichi Nakahara ακόμη κι ένα πρόσωπο χωρίς βλέμμα και χωρίς φωνή μπορεί να έχει έκφραση. Κρυμμένες πίσω από το υφάδι που δημιουργούν τα χρώματα στο χαρτί, οι φιγούρες των ηρωίδων χαίρονται, λυπούνται, εκπλήσσονται και νοσταλγούν, πρωταγωνιστώντας έτσι σ' ένα ιδιόμορφο θέατρο σκιών. 


***

Σάββατο, 13 Απριλίου 2019

Ιαπωνία - Μέρος 2ο: Oι Γιαπωνέζες του Junichi Nakahara


Τι να πρωτοπεί κανείς για τον Junichi Nakahara. Πραγματικά ξεχωριστή μορφή στο καλλιτεχνικό πάνθεον της Ιαπωνίας, ίσως ήταν εκείνος που πρώτος εισήγαγε στη χώρα του την ευρωπαϊκή αισθητική, μια εντελώς διαφορετική, καθαρά δυτική αντίληψη για την ομορφιά και τη γυναίκα. 

























Η Ιαπωνία στην αυγή του 20ού αιώνα αποφασίζει να βγει από το καβούκι της. Απρόθυμη να γίνει βορά στα επεκτατικά σχέδια εις βάρος του αναπτυσσόμενου κόσμου, υιοθετεί μια σειρά από αλλαγές που θα τη βοηθήσουν να επιβληθεί στην παλαίστρα του ανταγωνισμού, ενώ οι παλιές φεουδαρχικές δομές της αντικαθίστανται από έναν καλπάζοντα βιομηχανικό καπιταλισμό. 

























Λίγο πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, τίποτα δεν θα θυμίζει πια το παλιό λιμάνι του Έντο.  Ένα νέο Τόκιο γεννιέται και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920 η Ιαπωνία θα είναι πια μια άλλη χώρα.  Ο Junichi Nakahara γεννήθηκε το 1913, την εποχή που τα κόκκινα σπίτια, οι σογκούν και οι πολεμιστές σαμουράι ήταν πια παρελθόν. 


Από πολύ νεαρή ηλικία ο Nakahara εργαζόταν ως εικονογράφος, γραφίστας, σχεδιαστής μόδας, κούκλας και άλλων παιχνιδιών. Οι κούκλες που σχεδίαζε για τα διάφορα γιαπωνέζικα περιοδικά μόδας ελάχιστα διέφεραν από τις ευρωπαϊκές. 



















Ήδη από το 1908, είχε κυκλοφορήσει στην Ιαπωνία το περιοδικό Shojo no Tomo (少女の友=Φιλενάδα), που ήταν και το μακροβιότερο περιοδικό για τη γυναίκα. Κυκλοφορούσε για 47 ολόκληρα χρόνια και έκλεισε το 1955. Ο Nakahara σχεδίασε πάμπολλα εξώφυλλά του και εκεί άρχισε να δοκιμάζει τις πρώτες αλλαγές στα γυναικεία πορτρέτα, για να καταλήξει σ' αυτές τις γνωστές θλιμμένες φιγούρες. 



Τα σχιστά μάτια έγιναν μεγάλα, ολοστρόγγυλα, ενίοτε γαλανά, υγρά και βουρκωμένα, ενώ τα ίσια μαύρα μαλλιά αντικαταστάθηκαν από ολόξανθες περιποιημένες μπούκλες και χτενίσματα που έβλεπαν οι θεατές στον κινηματογράφο του Χόλιγουντ. 























Οι κοπέλες των περιοδικών της δεκαετίας του 1950 θύμιζαν μορφές όπως η Μαρία Κάλας, η Όντρεϊ Χέπμπορν και άλλες σταρ της εποχής. Τα χείλη τους γίνονταν όλο και πιο σαρκώδη, το βλέμμα όλο και πιο προκλητικό, το βάψιμο και τα κοσμήματα όλο και πιο μοντέρνα. 







Καμιά τους δεν θύμιζε τις ανέκφραστες γκέισες του Ουκίγιο-ε. Στο Κλειδί του Τανιζάκι  (γραμμένο του 1956) περιγράφεται πολύ όμορφα αυτή η αλλαγή στην γιαπωνέζικη μόδα, τον καιρό που ταγέρ και φούστες πήραν τη θέση των παλιών μεταξωτών κιμονό, και οι γυναίκες προτιμούσαν πια κλειστά παπούτσια και όχι σαγιονάρες και παραδοσιακά ξυλοπάπουτσα. 



Όλες τις νέες τάσεις μπορούσε να τις δει κανείς στο περιοδικό Himawari (ひまわり=Ηλίανθος), τα εξώφυλλα του οποίου φιλοτεχνούσε και πάλι ο Nakahara. 

























Το περιοδικό κυκλοφόρησε μόνο για πέντε χρόνια, από το 1947 έως το 1952, αλλά για την εποχή του υπήρξε εμβληματικό. Σήμερα, χάρη στις πολύτιμες πληροφορίες που βρίσκει κανείς στο διαδίκτυο, έχουμε την δυνατότητα να ξεφυλλίσουμε αρκετά από τα τεύχη του:












































Στο επόμενο μέρος του αφιερώματος στην Ιαπωνία θα δούμε πόσο ξεχωριστός υπήρξε ο Nakahara στην εικονογράφηση των κλασικών παραμυθιών, θα γνωρίσουμε τις παραμυθοκόρες του, και θα νοσταλγήσουμε την εποχή της πιο γνωστής ξανθιάς Γιαπωνέζας των μάνγκα, της Κάντυ Κάντυ. 

***

Τρίτη, 9 Απριλίου 2019

Γεια σου, γοριλάκι


Στα μέσα τις δεκαετίας του 1980 κυκλοφορούσαν κάτι πανέμορφα λούτρινα πιθηκάκια. Ήταν ολόκληρα καλυμμένα με καφετιά γούνα και μόνο τα χέρια, τα πόδια και η μουσούδα τους ήταν πλαστική. Είχαν το στόμα τους ελαφρώς ανοιχτό, το ένα δάχτυλο του χεριού τους τεντωμένο, κι όταν τους έβαζες το χέρι στο στόμα, έμοιαζαν με χαριτωμένα μωρά που πιπιλούν το δάχτυλό τους. Τα συμπαθούσα γιατί είχαν καλοσυνάτο βλέμμα και ροδαλά μάγουλα, σαν να ντρέπονται. 

Σε ένα από τα πολλά κτίσματα του ζωολογικού κήπου του Βρότσλαβ είναι φυλακισμένα τα διάφορα πιθηκοειδή. Σε κάποιο από τα κλουβιά ζει ένα κοινωνικό και αεικίνητο πιθηκάκι που δίνει το χέρι του σε κάθε επισκέπτη, σαν πολιτικός σε προεκλογική εκστρατεία ή οικοδεσπότης σε πάρτι γενεθλίων. Συγκλονιστικότερη, ωστόσο, είναι μια μελαγχολική κοκκινότριχη χιμπατζίνα που ζει με τον αρσενικό της και, όση ώρα περιηγούνται οι επισκέπτες, εκείνη καθαρίζει αργά αργά κάθε σημείο του κλουβιού της μ' ένα κόκκινο ξεσκονόπανο. Ποτέ στη ζωή μου δεν έχω δει ζώο να υποφέρει από τόση θλίψη. Πέρασαν πάνω από είκοσι χρόνια από εκείνη την επίσκεψη κι ακόμα το θυμάμαι.

Εκείνο το πρόσωπο με τα χοντροκομμένα χαρακτηριστικά, σαν λυπημένου γίγαντα, γυρίζει κάθε τόσο προς το πλήθος των επισκεπτών που στέκεται πίσω από το τζάμι, σε μια απόσταση μικρότερη από το ένα μέτρο. Είναι ένα αργό βλέμμα σημαδεμένο από θλίψη, καρτερία και ανία, ένα βλέμμα που εκφράζει όλη την παραίτηση που νιώθει ένα ζώο γι' αυτή την ιδιαιτερότητά του, να είναι το μοναδικό δείγμα στον κόσμο με μια μορφή που το ίδιο δεν διάλεξε και που οι άλλοι δεν αγάπησαν, όλη την απόγνωση να κουβαλά στις πλάτες του τη μοναξιά του, όλη την αμηχανία του που καταλαμβάνει χώρο και χρόνο με την τόσο ογκώδη και χτυπητή παρουσία του. 

Ο κύριος Πάλομαρ, στην ομώνυμη συλλογή αφηγημάτων του Ίταλο Καλβίνο, έζησε μια παρόμοια εμπειρία στον ζωολογικό κήπο της Βαρκελώνης, όπου είδε τον μοναδικό αλμπίνο γορίλα του κόσμου. Παραιτημένος και κακόκεφος, κρατούσε σφιχτά στο στήθος του μια σαμπρέλα αυτοκινήτου, την οποία αρνούνταν πεισματικά να εγκαταλείψει, σαν να ήταν κομμάτι του σώματός του. 

Ο Πάλομαρ έχει την εντύπωση ότι καταλαβαίνει πολύ καλά τον γορίλλα, την ανάγκη του να κρατά κάτι σφιχτά, ενώ όλα γύρω του γλιστράνε από τα χέρια του, ένα αντικείμενο με το οποίο διασκεδάζει το άγχος της απομόνωσής του. 

Ο κύριος Πάλομαρ, που ζούσε απόλυτα μόνος και αδυνατούσε να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, καταλάβαινε πολύ καλά πως μια βρόμικη σαμπρέλα χρησιμεύει στον γορίλα σαν "απτό στήριγμα για μια παραληρηματική κουβέντα χωρίς λέξεις". Μόνος στην πόλη, σαν το ζώο σε ένα τεράστιο κλουβί, είχε κι εκείνος την ανάγκη να αγκαλιάσει ένα ξεφούσκωτο λάστιχο. 

Πίσω από το τζάμι φαίνεται ένας περιφραγμένος χώρος με ψηλούς γύρω γύρω μαντρότοιχους που θυμίζει αυλή φυλακής, στην πραγματικότητα όμως είναι ο "κήπος" του σπιτιού-κλουβιού της οικογένειας του γορίλλα, και στον κήπο φυτρώνουν ένα χαμηλό δέντρο χωρίς φύλλα και μια σιδερένια σκάλα σαν αυτές που βλέπουμε στα γυμναστήρια. 

Απορώ που η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει απαγορεύσει ακόμη τους ζωολογικούς κήπους. Οι συνθήκες υποτίθεται πως έχουν αλλάξει. Σε εποχές όχι και τόσο μακρινές, άλλωστε, οι κήποι εξέτρεφαν και αφρικανούς ιθαγενείς. Έρχονταν οι οικότροφοι διαφόρων ευρωπαϊκών σχολείων και τους τάιζαν μπανάνες, σαν να επρόκειτο για ανθρωπόμορφα πιθηκοειδή. Τώρα έχουμε κοντά στην Αθήνα το Αττικό Πάρκο, που υποτίθεται ότι περιθάλπει αδύναμα ζώα που δεν θα μπορούσαν να ζήσουν ελεύθερα στη φύση. Και πάλι παράλογο μου φαίνεται ένα λιοντάρι να ζει στα Σπάτα -ούτε καν στη Νεμέα δηλαδή- κι ας έχει προβλήματα υγείας. Ο άνθρωπος φαίνεται πως πάσχει από την ανίατη ασθένεια να φυλακίζει ό,τι υποτίθεται πως αγαπά. 


***

Ίταλο Καλβίνο, Πάλομαρ (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2011.

Σάββατο, 6 Απριλίου 2019

Ατρόμητες επιστημόνισσες


Πέρυσι κυκλοφόρησε στην αγγλική γλώσσα ένα πανέμορφο λεύκωμα αφιερωμένο σε σπουδαίες γυναίκες που πρόσφεραν στην επιστήμη. Κάθε δισέλιδο αφιερώνεται σε μία από τις πενήντα συνολικά προσωπικότητες που παρουσιάζονται στο βιβλίο και η εικονογράφηση είναι της Rachel Ignotofsky. Ιδού ορισμένες απ' αυτές:

Η Katia Krafft ήταν γεωλόγος που ειδικεύτηκε στην ηφαιστειολογία. Πρωτοστάτησε στη φωτογραφία της ηφαιστειακής φύσης και οι παρατηρήσεις της αξιοποιήθηκαν από κυβερνήσεις για να αναπτύξουν διαδικασίες εκκένωσης ηφαιστείων.

H φυσικός Lise Meitner ανακάλυψε την πυρηνική σχάση. Άνοιξε τον δρόμο για τις γυναίκες που ασχολούνται με τη φυσική, αλλά ποτέ δεν κέρδισε το Νόμπελ που δικαιούνταν.                                             

H Jane Goodall, Βρετανή πρωτευοντολόγος και ανθρωπολόγος, μελέτησε τη συμπεριφορά των χιμπατζήδων στο Εθνικό Πάρκο Gombe στην Τανζανία. Βασικότερο από τα πορίσματα της 50χρονης έρευνάς της ήταν πως τα ζώα, όπως ακριβώς και οι άνθρωποι, έχουν συναισθήματα. Σήμερα εξακολουθεί να αγωνίζεται για τα δικαιώματά τους δίνοντας διαλέξεις σε όλο τον κόσμο.


Αστροναύτης, ή μάλλον αστροναύτισσα, εκπαιδευτικός και ιατρός, ή ιατρίνα (κάτι πρέπει να γίνει τέλος πάντων με το θέμα των καταλήξεων!), η Mae Jemison ήταν η πρώτη γυναίκα -και μάλιστα έγχρωμη- που ταξίδεψε στο διάστημα.


H Sylvia Earle, βιολόγος και ωκεανολόγος, έχει κάνει τη μεγαλύτερη κατάδυση από όλες τις γυναίκες του κόσμου, υπήρξε ερευνήτρια του National Geographic και αγωνίζεται ενάντια στη μόλυνση των ωκεανών και την υπεραλίευση.


H Alice Ball ήταν χημικός και με τα πειράματά της εφηύρε μια μέθοδο καταπολέμησης της λέπρας που έσωσε εκατοντάδες ζωές.


Προγραμματίστρια και δημιουργός πρωτοποριακού λογισμικού πυραύλων, η Annie Easley προωθεί το πρόγραμμα "Equal Opportunity" της NASA για την καταπολέμηση των διακρίσεων κατά των γυναικών.


Κτηνίατρος και ζωολόγος, η Joan Procter εργάστηκε στο Βρετανικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και στη Ζωολογική Εταιρεία του Λονδίνου. Μελέτησε τη ζωή των ερπετών και συνέβαλε με τις πρακτικές της στην προστασία τους.


Αγαπημένη μου (να και μια γυναίκα που δεν είναι "δυτική"), η Κινεζούλα Wang Zheni ήταν αστρονόμος και μαθηματικός που μελέτησε σεληνιακές και ηλιακές εκλείψεις, ισημερίες και άλλα τέτοια θαύματα του ουρανού. Είχε όμως και ακτιβιστική δράση στην εποχή της και πολέμησε με λογιών λογιών τρόπους την κοινωνική αδικία.


Mary Anning. Παλαιοντολόγος και ορυκτολόγος, άλλαξε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον προϊστορικό κόσμο και τα ευρήματά του. Κολλημένη σε βράχους αναζητούσε απολιθώματα ψαριών και ζώων, ανακάλυψε διαφόρων ειδών δεινοσαύρους που δεν γνωρίζαμε ότι υπήρξαν.


Και τελειώνω με την Αφρομερικανή οφθαλμίατρο Patricia Bath, πρώτη κυρία που χρησιμοποίησε τη μέθοδο λέιζερ για την καταπολέμηση του καταρράκτη και έκανε μότο της τη φράση "Η όραση είναι αναφαίρετο ανθρώπινο δικαίωμα".

Ένα όμορφο βιβλιαράκι που το ξεφύλλισμά του αν μη τι άλλο μας πείθει πως η ιστορία της επιστήμης δεν γράφτηκε μόνο από άντρες.


***