Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Νιλς Λυν



Ο Νιλς Λυν είναι ένα από τα σημαντικότερα μυθιστορήματα της δανέζικης λογοτεχνίας. Γράφτηκε το 1880 από τον Γενς Πίτερ Γιάκομπσεν και υπήρξε ένα από τα αγαπημένα βιβλία του Ρίλκε. Όταν το διάβασε, έγραψε στον Ροντέν: "Διαβάζοντας για πρώτη φορά τον Νιλς Λυν σκόπευα να ψάξω να βρω τον συγγραφέα του και να κάνω το παν για να γίνω φίλος του. Ήταν ένα αξέχαστο βιβλίο". Ο Γιάκομπσεν, όμως, είχε ήδη πεθάνει. Αυτοί οι δύο ποτέ δεν έγιναν φίλοι. Ο Ρίλκε, επηρεασμένος από το μυθιστόρημα του Γιάκομπσεν, έγραψε αργότερα τα Τετράδια του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε.

Στα τέλη του 19ου αιώνα, ο ρομαντισμός  αδυνατεί να ξεπεράσει την κρίση του. Το ορθολογικό πνεύμα κυριαρχεί, ο θετικισμός και ο εμπειρισμός επηρεάζουν τις λογοτεχνίες της Ευρώπης, που αποστρέφονται τη ρομαντική θρηνολογία, τη φαντασία και την ονειροπόληση και γοητεύονται από την πραγματικότητα. Ο Δανός συγγραφέας, ωστόσο, δεν ακολουθεί τις επιταγές του καιρού του.

Ο Νιλς είναι ένας νεαρός ονειροπόλος, ένας από εκείνους τους ανθρώπους που δεν είναι προορισμένοι για τη δράση, αλλά για το όνειρο, ένας στρατιώτης στην υπηρεσία του ιδανικού, ένας καλλιτέχνης χωρίς ταλέντα, ένας ζωγράφος χωρίς χέρια. Το βιβλίο γράφτηκε για όλους εκείνους που, όπως ο Νιλς, δέχονται τα χτυπήματα της μοίρας και πονούν: 

Μερικοί χαρακτήρες που είναι πολύ δυνατοί δέχονται τον πόνο γενναία, σαν ένα φορτίο που το βάρος του κάνει τους άλλους να εκτιμήσουν τη δύναμη αυτού που το σηκώνει. Άλλοι –αδύναμοι– εγκαταλείπονται χωρίς καμία αντίσταση στον πόνο, σα να 'ναι θύματα μιας ανελέητης αρρώστιας. Ο πόνος εισχωρεί μέσα στον οργανισμό τους σα να είναι ένας σωματικός πόνος και, μετά από μια μεγάλη μάχη, μεταμορφώνεται, ελαττώνεται και εξαφανίζεται, αφήνοντάς τους ηττημένους. 

Μέσα από τη σχέση του με έξι διαφορετικές γυναίκες, μεταξύ των οποίων η μητέρα του, η νεαρή του θεία, η γοητευτική του ξαδέρφη, η σύζυγος του καλύτερού του φίλου, ο Νιλς θα γνωρίσει τον εαυτό του. Έξι διαφορετικές σχέσεις θα φωτίσουν έξι διαφορετκές πλευρές του ίδιου ανθρώπου. Θα ερωτευτεί παράφορα και θα αγαπήσει αληθινά. Ποτέ δε θα σταματήσει να κυνηγά το απόλυτο. Σ' αυτό το κυνήγι, που θα διαρκέσει όσο η ζωή του, θα κατακτήσει την εσωτερική του δικαίωση.

Τόσες πτυχές του χαρακτήρα του που αγνοούσε τώρα παρουσιάστηκαν μπροστά στα μάτια του. Προχωρεί για την ανακάλυψη του εαυτού του, άλλοτε με τρόμο και άλλοτε με μια αβέβαιη χαρά. 
 
Ο έρωτας παρουσιάζεται ιδεατός, ανεκπλήρωτος και άπιαστος, πηγή επίγειας ευδαιμονίας και ηθικής τελείωσης. Η πορεία προς την κατάκτησή του είναι πορεία προς τη γνώση του εαυτού, μια κατάδυση στο χρόνο, μια επιστροφή στην παιδικότητα, στην ανάμνηση, μια κάθαρση που μόνο η ψηλάφηση της αλήθειας μπορεί να χαρίσει.

Ήθελε η αγαπημένη του ν' αγαπήσει αυτόν, τον αληθινό Νιλς Λυν, κι όχι τον Νιλς των ονείρων της, τον εξιδανικευμένο, με το περήφανο βάδισμα, με τους τρόπους τούς γεμάτους σιγουριά. [...]

Ο Νιλς τελικά έζησε τον έρωτα σε κάθε του μορφή. Προδόθηκε και πρόδωσε, υπήρξε θύμα απιστίας και απίστησε ο ίδιος, έζησε την αγιοσύνη του, αλλά και την αξιοθρήνητη μικρότητά του, τη φλογερή και βίαιη φύση του, αλλά και το γαλήνεμα. 

Όταν έφτασε στο τέλος, στο σκοπό του, αλλά και στο τελευταίο σημείο της προσωπικής του πορείας, τα έχασε όλα. Η μελαγχολία φώλιασε μέσα του, "κάθε μέρα έμοιαζε με μια άδεια απεραντωσύνη, κάθε νύκτα ήταν μια κόλαση αναμνήσεων". Έχασε την αγαπημένη του σύζυγο, έχασε τη βεβαιότητά του για την ανυπαρξία του θείου, προσκύνησε τον Θεό που ποτέ δεν πίστεψε, έχασε την εμπιστοσύνη στον εαυτό του, έχασε το παιδί του. Και χάθηκε κι ο ίδιος. 


Γενς Π. Γιάκομπσεν, Νιλς Λυν, Μέδουσα (μτφρ. Φιφή Βασιλάκη), Αθήνα 1989.

Σάββατο, 11 Οκτωβρίου 2014

Τι να κάνουμε;

Αν ένα μυθιστόρημα κρίνεται ή πρέπει να κρίνεται αποκλειστικά και μόνο για τις λογοτεχνικές του αρετές, τότε μπορεί το Τι να κάνουμε; του Νικολάι Τσερνισέφσκι να μην  είναι ένα καλό μυθιστόρημα. Είναι όμως ένα μυθιστόρημα που καλό είναι να διαβάσει κανείς. Μα γιατί να είναι καλό να διαβάσει κανείς ένα όχι και τόσο καλό μυθιστόρημα; 

α) Γιατί τις ελλείψεις του τις παραδέχεται και ο ίδιος ο συγγραφέας: 

Το περιεχόμενο της αφήγησης είναι ο έρωτας, κεντρικό πρόσωπο είναι η γυναίκα, αυτό είναι καλό, ακόμα κι αν η αφήγηση αυτή καθαυτή είναι κακή.
***
Αν ήθελα να συνθέσω εντυπωσιακές συγκρούσεις, θα έδινα στην κατάσταση αυτή μία θεαματική λύση. Αλλά στη συγκεκριμένη υπόθεση δεν υπήρξε τέτοια λύση. Αν ήθελα να σας δελεάσω με μυστήριο, δε θα καθόμουνα τώρα να λέω ότι δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Γράφω όμως χωρίς δεσμεύσεις, γι' αυτό και λέω εκ των προτέρων: θεαματικές συγκρούσεις δε θα υπάρξουν, η κατάσταση θα διευθετηθεί χωρίς θύελλες, κεραυνούς και αστραπές. 
 
β) Για την επίδραση που άσκησε στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής του.

Το Τι να κάνουμε; θεωρήθηκε στους κύκλους της ρωσικής ιντελιγκέντσιας βιβλίο εφάμιλλο με το Κεφάλαιο του Μαρξ. Ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, ο Ναμπόκοφ συνομίλησαν μ' αυτό, ενώ άλλοι, όπως Ρόζα Λούξεμπουργκ κι ο Λένιν, του εξέφρασαν το θαυμασμό τους. "Μια ατμόσφαιρα σεβάσμιας λατρείας δημιουργήθηκε γύρω από το Τι να κάνουμε. Διαβαζόταν όπως διαβάζονται τα τελετουργικά εκκλησιαστικά  βιβλία - κανένα βιβλίο του Τουργκένιεφ ή του Τολστόι δεν είχε ποτέ δημιουργήσει παρόμοια εντύπωση", γράφει ο Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ στο Δώρο.

γ) Για το νέο κόσμο που ευαγγελίζεται.

Ο Τσερνισέφσκι στο έργο του οραματίζεται μια μελλοντική, δικαιότερη κοινωνία, όπου η γυναίκα τοποθετείται σε θέση απολύτως ισότιμη με εκείνη του άντρα. Εκεί ο άνθρωπος θα είναι ελεύθερος να απολαμβάνει τις χαρές της ζωής, τη δουλειά, το φαγητό, το πιοτό, το κορμί, είτε είναι άντρας είτε είναι γυναίκα. Αυτή η ελευθερία δεν μπορεί να πραγματωθεί παρά μόνο σ' έναν κόσμο μακριά από τις αστικές συμβάσεις συμβίωσης,  σε μία σοσιαλιστική, κοινοβιακή κοινωνία. 
Οι ήρωες του μυθιστορήματος είναι φορείς αυτού του οράματος, το σηκώνουν στις πλάτες τους, το διδάσκουν με το παράδειγμά τους, το εφαρμόζουν στη ζωή τους και περιμένουν αισιόδοξα την εποχή που άνθρωποι σαν κι αυτούς δε θα αποτελούν πια την εξαίρεση, αλλά τον κανόνα. Δεν έχουν το ηθικό βάρος και την τραγικότητα των ηρώων του Ντοστογιέφσκι, δε ρέπουν προς την καταστροφή, δεν τους έλκει το σκοτάδι. Παραμένουν στο φως.

δ) Για να έρθει σε επαφή με ένα δείγμα ρωσικής "στοχαστικής πεζογραφίας".

Στη λογοτεχνία σημαντικότερο δεν είναι το τι, αλλά το πώς. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποια βιβλία που έμειναν στην ιστορία της λογοτεχνίας όχι για το πώς είπαν κάτι, αλλά για το τι ήταν αυτό. Η πλοκή τους είναι υποτυπώδης, και πάντοτε υποτάσσεται στο περιεχόμενο, την ιδέα που υποστηρίζει ο συγγραφέας. Στα ελληνικά γράμματα, για παράδειγμα, σ' αυτή την κατηγορία εντάσσονται Το ταξίδι μου του Γιάννη Ψυχάρη, ο Παπατρέχας του Αδαμάντιου Κοραή, Η πάππισα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη και άλλα τέτοια. Λογοτεχνήματα-σταθμοί, αν και με αμφισβητήσιμη λογοτεχνική αξία. 

ε) Για τον Λοπουχόφ.

Ο Λοπουχόφ λέει:

"Καλύτερα να πεθάνω παρά να απαιτήσω, όχι να απαιτήσω, ούτε καν να επιτρέψω ο άνθρωπος αυτός να κάνει οτιδήποτε για μένα που δε θα του είναι παρά ευχάριστο. Καλύτερα να πεθάνω, παρά να επιτρέψω ο άνθρωπος αυτός να ζοριστεί με οποιονδήποτε τρόπο εξαιτίας της αγάπης του για μένα".
***
Πιστεύεται ότι ο έρωτας είναι ένα αίσθημα που προκαλεί ταραχή. Αλλά εσύ θα αποκοιμηθείς ήσυχα, σαν παιδάκι, και δεν θα σε ταράξουν δεν θα σε αναστατώσουν διάφορα όνειρα, εκτός αν ονειρευτείς χαρούμενα και ζωηρά παιδικά παιχνίδια, μονά ζυγά, κυνηγητό, ή, μπορεί και χορούς, αλλά χαρούμενους κι ανέμελους. Αυτό φαντάζει παράξενο στους άλλους, αλλά όχι σ' εσένα [...] η ταραχή στον έρωτα δεν είναι ο έρωτας, η ταραχή είναι μια ανησυχία μήπως και κάτι δεν είναι όπως θα έπρεπε, ενώ αυτός καθαυτός ο έρωτας είναι κάτι χαρούμενο και ξέγνοιαστο. 
***
Πόσες φορές την ημέρα γευματίζετε; Μία. Θα είχε κανείς να σας προσάψει κάτι, αν αρχίζατε να τρώτε δύο; Πιθανότατα όχι. Γιατί δεν το κάνετε αυτό; Φοβάστε μήπως στεναχωρήσετε κάποιον; Το πιθανότερο είναι ότι απλώς δεν έχετε ανάγκη κάτι τέτοιο. Κι ωστόσο το φαγητό είναι ένα πράγμα ευχάριστο. Αν όμως σας κατέβει η ιδέα ή η οδυνηρή επιθυμία να φάτε δύο φορές, θα σας απέτρεπε από αυτό ο φόβος ότι θα στεναχωρήσετε κάποιον; Όχι. Αν κάποιος στεναχωριόταν γι' αυτό ή σας το απαγόρευε, θα αρχίζατε να κρύβεστε, θα αρχίζατε να τρώτε ό,τι να 'ναι, θα λερώνατε τα χέρια σας επειδή θα τα βουτάγατε παντού βιαστικά, θα λερώνατε το φόρεμά σας γιατί θα τα κρύβατε στις τσέπες σας. Εδώ το θέμα δεν αφορά καθόλου την ηθική ή την ανηθικότητα, αλλά μόνο αν είναι καλό πράγμα το λαθραίο.

Οι ήρωες του Τσερνισέφσκι αγαπούν τον άλλον γι' αυτό που είναι και δεν επιχειρούν να τον αλλάξουν. Αντιμετωπίζουν την αλλαγή των χαρακτήρων ως βιασμό και ρήξη. Σέβονται όσο τίποτα άλλο το δικαίωμα του ανθρώπου στο απαραβίαστο της εσωτερικής ζωής. Αντιλαμβάνονται τα μυστικά ως θησαυρούς. Όλοι επιζητούν στη ζωή να έχουν μια γωνίτσα, όπου δεν τρυπώνει κανείς. Όπως ακριβώς ένας έφηβος επιζητά το δικό του δωμάτιο. 
Γιατί ακόμη και σήμερα παραμένει ακατόρθωτο για τον άνθρωπο να κατανοήσει, και ακόμα περισσότερο να αποδεχτεί, τις ιδαιτερότητες του άλλου; Πότε θα πάψουμε να φανταζόμαστε τους γύρω μας ανάλογα με τον δικό μας χαρακτήρα; Πότε θα πάψουμε να φοβόμαστε την ελευθερία;  

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Νικολάι Τσερνισέφσκι, Τι να κάνουμε; (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου), Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2013


Τρίτη, 7 Οκτωβρίου 2014

Ένας τρελός για την αγάπη




Το πουλί τραγουδούσε ψηλά σ' ένα κλαδί γεμάτο φύλλα και λουλούδια, κι ο άνεμος λίκνιζε τα φύλλα κι έφερνε το άρωμα των λουλουδιών. Ο φίλος ρώτησε το πουλί τι σήμαινε το σάλεμα των φύλλων και τι το άρωμα των λουλουδιών. Εκείνο απάντησε: "Τα φύλλα που σαλεύουν σημαίνουν υπακοή, και το άρωμα πόνο και δυστυχία".

Ρώτησαν το φίλο "τι είναι ευτυχία;" Αποκρίθηκε πως είναι η δυστυχία που την υπομένεις από αγάπη. 

"Πες μου τρελλέ, τι είναι η αγάπη;" Αυτός αποκρίθηκε πως η αγάπη είναι εκείνο το πράγμα που υποδουλώνει τους ελεύθερους ανθρώπους και απελευθερώνει τους δούλους. Κι αναρωτιέται κανείς με τι συγγενεύει περισσότερο η αγάπη: με την ελευθερία ή με τη σκλαβιά; 

Ramon Llul (Μετάφραση: Ε.Χ. Γονατάς)