Σάββατο, 30 Αυγούστου 2014

"Ἐκεῖ ἔπρεπε νά ζεῖ κανείς"



"Ἐκεῖ ἔπρεπε νά ζεῖ κανείς", μοῦ λέει. "Εκεῖ ἡ γαλήνη θά βαλσαμώσει σιγά-σιγά τήν ψυχή τοῦ ἀνθρώπου. Ἄν μποροῦσα νά ξαναζήσω, ἔστω γιά λίγο μετά τό θάνατό μου, πού δέν ἀργεῖ, ἐδῶ ἐπάνω ἠθελα νά περάσω τίς ὑπόλοιπες μέρες μου. Ξυπνᾶς μέ τό τραγούδι τοῦ κορυδαλλοῦ καί κοιμᾶσαι μέ τό κρώξιμο τοῦ γκιώνη. Κοίτα τί ὀμορφιά, τί παραδεισένια γαλήνη! Δές μέ τί χάρη ὁ αέρας σαλεύει τίς κορυφές τῶν δέντρων. Ἄχ, να ζούσαμε γιά πάντα ἐκεῖ. Χαραμίσαμε τίς ζωές μας σε πολιτεῖες ἀφιλόξενες, σκληρές καί ἀδυσώπητες". 

Ε. Χ. Γονατάς, "Ο παππούς"

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο:
Ε.Χ. Γονατάς, Τρεις δεκάρες και άλλα αφηγήματα, Στιγμή, Αθήνα 2006

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Κλασικά εικονογραφημένα - Ralph Steadman


Ένας από τους πιο αγαπημένους εικονογράφους, σκιτσογράφους, γελοιογράφους (ή κομίστες;) του βρετανικού κοινού είναι ο Ralph Steadman. Στην Ελλάδα δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλής, παρά μόνο στους λάτρεις του είδους. Ωστόσο, αν ρίξει κανείς μια προσεκτική ματιά στο έργο του, σίγουρα κάτι θα αναγνωρίσει. Σκίτσα του έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί και σε ελληνικές εφημερίδες. Οι καρικατούρες, οι γελοιογραφίες και οι εικόνες που ζωγραφίζει έχουν συνήθως κοινωνικό ή πολιτικό περιεχόμενο και η πιο διάσημη είναι σίγουρα εκείνη με τον υποσιτισμένο άνθρωπο που στη θέση της πρησμένης από την πείνα κοιλιάς έχει την υδρόγειο, ενώ ταυτόχρονα κάθεται πάνω της. Είναι ένα πολύ γνωστό σκίτσο, που είχε κάνει το γύρο του κόσμου, είχε δημοσιευτεί στην "Ελευθεροτυπία" πριν από μία δεκαετία περίπου, ίσως και σε άλλα ελληνικά έντυπα.

Ο Steadman εκτός από άνθρωπος πολιτικά ενεργός και κοινωνικά ευαίσθητος, είναι και λάτρης της λογοτεχνίας, την οποία επίσης έχει τιμήσει με τις εικόνες του. Μία από τις πιο επιτυχημένες δουλειές του είναι αναμφίβολα η εικονογράφηση που φιλοτέχνησε για τη "Φάρμα των ζώων" του Τζωρτζ Όργουελ:





Οι εικόνες του συνόδευσαν επίσης μοναδικά τις περιπέτειες της "Αλίκης στη χώρα των θαυμάτων", όπου κατόρθωσε να αποτυπώσει στο χαρτί με σπάνια ευρηματικότητα και πρωτοτυπία την τρομοκρατημένη όψη του αγχωμένου λαγού...

Κατά τα άλλα, στο έργο του Ralph Steadman συνηθέστερα συναντά κανείς εικόνες που αποτελούν με έναν τρόπο πολιτικά σχόλια: αμερικανικές σημαίες που στάζουν αίμα, ανθρώπινους σκελετούς που υποφέρουν από την πείνα, τη φτώχεια, τον αλκοολισμό, τα ναρκωτικά και άλλα τέτοια, ανθρώπινα κρανία, τους ήρωες του Ντίσνεϊ, και ειδικά τον Μίκι, τον αγαπημένο ποντικό των παιδιών, με ένα εκδικητικό, χαιρέκακο και αχόρταγο ύφος ζωγραφισμένο στα πρόσωπά τους. Συναντά όμως και μουσικούς, αγαπημένους του κλασικούς συγγραφείς, σημαντικές προσωπικότητες, όπως ο Φρόιντ για παράδειγμα, και πολλά πολλά άλλα. Η σκληρότητα εναλλάσσεται με το χιούμορ, η παιδικότητα με την ενοχή. Οι στρουμπουλές και χαριτωμένες φιγούρες κάποιες φορές γίνονται τρομακτικές, καχεκτικές και αποστεωμένες.



Δύο από τα πιο όμορφα πορτρέτα αγαπημένων συγγραφέων του Ralpf Steadman ήταν αυτό του Τζόρτζ Όργουελ φυσικά:


Αλλά και του Σαλμάν Ρουσντί:

  

Τέλος, μια κορυφαία στιγμή του ήταν η εικονογράφηση της ζωής  του απόλυτου Οικουμενικού Ανθρώπου, του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται ο "μάγος" της Αναγέννησης, το πώς πειραματίζεται με τους άλλους, αλλά και με τον εαυτό του, προκαλεί γέλια μέχρι δακρύων, ενώ οι εικόνες θα μπορούσαν κάλλιστα να αποτελούν μικρά καρέ για σκηνές από ταινία των Μόντι Πάιθονς. Ιδού:













Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Εικόνες "φαμιλιάλ"


Ένα όμορφο ροζ κορίτσι. Ένα κορίτσι που αγαπά τη μαμά της και την κρατά απ' το χέρι, ένα κορίτσι που λατρεύει τον παππού, που τρώει παγωτό φράουλα, που παίζει με τις Μπάρμπι, που αγαπά τη θάλασσα, που φουσκώνει μπαλόνια. Ένα τέτοιο κορίτσι πρωταγωνιστεί στις ιστορίες του "Φαμιλιάλ", της συλλογής διηγημάτων της Στέργιας Κάββαλου.  Άλλοτε το κορίτσι παραμένει ροζ και άλλοτε κοπανάει το κεφάλι του στον τοίχο και γίνεται κατακόκκινο από το αίμα. Γιατί συνειδητοποιεί ότι η ζωή δεν είναι τόσο ροζ όσο της υποσχέθηκαν.

Στο διήγημα "Mόνη σου", το κορίτσι φοράει το νυφικό του, αλλά πριν το φορέσει, το βάζει πάνω στα μαλλιά της, για να τα ισιώσει με το σίδερο και να μην της καούν. Ονειρεύεται μια "εναλλακτική και μονιμότερη χρήση" του λευκού φουστανιού, ώσπου αυτό μετατρέπεται σε σάβανο και τη συνοδεύει στο τελευταίο της ταξίδι. 

Έψαξα το μπουκέτο μου. Το είχα φουσκώσει μόνη μου. Μπαλόνια pocket size. Ασπροκόκκινες καρδιές με πιο κόκκινο πλαστικό στήριγμα για κοτσάνι, το οποίο και επέμενα να ισιώνω. Αξέχαστη θα τους έμενε η ανθοδέσμη μου. 

Η παιδικότητα αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Η αθωότητα γίνεται σκοτεινή. Οι πιο ενδόμυχοι πόθοι της νηπιακής ηλικίας αποκαλύπτονται στην ωμότητά τους. Στο "Οnly you", ένα αγόρι πηδά από το παράθυρο μόνο και μόνο για να απαιτήσει από τη μαμά του να εξακολουθήσει να κοιμάται μαζί του. Στο "Καρμαζέλ" ένα κορίτσι βάφει το γαλάζιο της καρουζέλ ροζ, με το αίμα του αδερφού της. Ο γλυκός ήχος των μουσικών κουτιών γίνεται εκκωφαντικός, απειλεί να σκοτώσει την αγνότητα. Η γεύση της καραμέλας εναλλάσσεται με αυτήν του αίματος. 

Βγήκε ξυπόλητη και αγανακτισμένη η πριγκίπισσα από το υπνοδωμάτιό της, στάθηκε πάνω στην κούνια του βρέφους και άρχισε να κοπανάει τα ξύλινα αλογάκια στο κεφάλι του τόσο δυνατά, που κλάμα δεν ξανακούστηκε. Ακούστηκε όμως η μουσική που ίδια ρέκβιεμ έπαιζε στο repeat. Οι κοπανιές βλέπεις είχαν ενεργοποιήσει το σχετικό κουμπί. Απαλό το αίμα των μωρών. Το καρουζέλ βάφτηκε ροζ -επιτέλους ήταν όπως της άρεσε- και η Αμαλία επέστρεψε στην αγκαλιά της μαμάς της. 

Η οικογένεια παρουσιάζεται από τη μια ως αγκαλιά όπου αναζητά κανείς την ευτυχία, κι από την άλλη ως σπασμένος καθρέφτης όπου παραμορφωμένα είδωλα μπλέκονται σε ασύμβατες μεταξύ τους σχέσεις.

Στη "Μόνα Λίζα", η Λολίτα του χωριού παντρεύεται, τρελαίνεται, σπέρνει αρσενικά και όταν μένει έγκυος στη μονάκριβη θυγατέρα της, αυτοκτονεί μαζί της. 

Το αγγελικό μουτράκι του χωριού είχε γίνει σκύλος της κολάσεως. Η χρονιά της επίσημης ενηλικίωσης βρήκε τη Λίζα με τέσσερα αγριεμένα αρσενικά. Ρημαγμένη. Τα βρακιά της είχαν βαφτεί κόκκινα. Μύριζε σιδερίλα. Οι μπούκλες της μπερδεμένες από ορμόνες και αδυναμία, σπασμένα δαχτυλίδια. 
 
Η όμορφη γυναίκα, η ποθητή, η χαμογελαστή, η τέλεια νοικοκυρά, αυτή που έχει βάλει τη ζωή σε μια τάξη, αυτή που όλοι οι άλλοι ζηλεύουν, κρύβει μια μελαγχολία που την αναγκάζει να κλειδώσει τα παιδιά της στο μπάνιο και να ορμήσει στις ράγες του τρένου ("Τσαφ-τσουφ").

Μοτίβα όπως της καταπιεσμένης γυναίκας με το ψεύτικο χαμόγελο, του αγαπημένου παππού, του σκληρού πατέρα επαναλαμβάνονται. 

Και το διήγημα "Μπορείς" είναι ένας ύμνος στην ανιδιοτέλεια που χαρακτηρίζει την αγάπη. 

Αν δεν ήσουν εδώ, δεν ξέρω τι θα έκανα. Και που είσαι, όμως, πάλι δεν ξέρω τι να σε κάνω. Μπορείς να μιλάς και να αρχίσω να σε αποκωδικοποιώ. Μπορείς να με αγκαλιάζεις και να ελαφραίνουν λίγο λίγο τα τραύματα. Μπορείς να με φιλάς και να μου δίνεις το φιλί της ζωής. Μπορείς να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά, να μην τα τραβάω άλλο. 




Στην εικονογράφηση της ανάρτησης τα έργα είναι των: Marion Peck, Dilka Bear, Nicoletta Ceccoli και Katrin Welz-Stein.  

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Στέργια Κάββαλου, Φαμιλιάλ, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2014.

Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Στον "αστερισμό" του πολέμου


Πόσο εύκολο είναι να μιλήσει ή να γράψει κανείς για ένα τραγικό γεγονός, παραμένοντας σχεδόν απάνθρωπα αποστασιοποιημένος; Και γιατί η αποστασιοποίηση του αφηγητή είναι αυτή που καθιστά τελικά την αφήγησή του τραγική και ανθρώπινη;

Το σχόλιο ντύνει το γεγονός με το μανδύα της υποκειμενικότητας, και κάθε ρούχο ως ένα βαθμό καλύπτει, και επομένως συνειδητά ή ασυνείδητα κουκουλώνει, το γυμνό σώμα. Στο βιβλίο του Άντονι Μάρα "Αστερισμός ζωτικών φαινομένων", ο δημοσιογραφικός λόγος, η διατήρηση μιας ασφαλούς απόστασης από το γεγονός, η απουσία σχολίων, φανερώνουν απροκάλυπτα τα τραυματισμένα και ακρωτηριασμένα σώματα των Τσετσένων ανταρτών, και όχι μόνο. Και δεν αποκαλύπτονται μόνο σώματα, αλλά και ψυχές, άλλοτε παιδικές και άλλοτε γερασμένες, άλλοτε υγιείς και άλλοτε προσβεβλημένες από ανίατες ασθένειες, άλλοτε αθώες και άλλοτε γεμάτες ενοχές, πάντα τραυματισμένες. Ποτέ καμία ψυχή δεν παραμένει αλώβητη μετά από έναν πόλεμο. Ακόμα κι αν το σώμα έχει την τύχη να γλιτώσει. 

Πότε ήταν η τελευταία φορά που άρχισες τη μέρα σου με το ξυπνητήρι; [...] Μ' ένα σπίτι να σε περιμένει; Με ηλεκτρικό για ν' ανάψεις τα φώτα, με θέρμανση να γαργαρίζει απ' τα καλοριφέρ, με φωνές να λένε "Γεια σου" και "Πώς ήταν η μέρα σου" και "Κλείσε την κωλόπορτα κάνει παγωνιά", κι εσύ να τους ακούς με τ' αφτιά σου κι όχι μες στο κεφάλι σου, αυτούς που ξέρουν τ' όνομά σου; 

Για ποιο λόγο τιμωρούνται οι Τσετσένοι εδώ και μια εικοσαετία; Άλλο ένα επεισόδιο στο μεταψυχροπολεμικό κολάζ ή θέλημα του Αλλάχ; Το μυθιστόρημα δεν απαντά και δεν πρέπει να απαντήσει. Δεν τοποθετείται και δεν πρέπει να τοποθετηθεί, αν και η προβολή της ωμότητας, της αγριότητας, της βαρβαρότητας του πολέμου καθιστούν αναμφισβήτητα το κείμενο αντιπολεμικό, το βάζουν να διεκδικεί θέση στην παγκόσμια αντιπολεμική λογοτεχνία, και φυσικά απομακρύνουν τον αφηγητή από την αναζήτηση δικαιωμένων και ηρώων. Κανείς δε δικαιώνεται στον πόλεμο.

Τίποτα σ' αυτόν ή τον επόμενο κόσμο δεν ήταν χειρότερο απ' τον σωματικό πόνο. Στη μετά θάνατον ζωή, όπου δε θα 'ταν τίποτα παραπάνω από μια ψυχή, δε θα 'χε σώμα να του χτυπήσουν, δέρμα να του γδάρουν, αίμα να τρέξει, μάτια να του εξορύξουν, νύχια να του βγάλουν, αναπνοή να του κόψουν, έντερα να μη λειτουργούν, κι έτσι η τιμωρία του Θεού θα ήταν πάντα πιο ήπια από την ανθρώπινη. 

Ο Άχμεντ, η Σόνια και η μικρή Χαβάα σηκώνουν κάπου κάπου το βάρος της αφήγησης, δανείζουν την οπτική γωνία τους στον αφηγητή και πρωταγωνιστούν στην εξέλιξη της πλοκής. Γύρω τους κινούνται χαρακτήρες-δορυφόροι: η Νατάσα, η Ραμζάν, ο Χασάν, ο Ντόκα. Χαρακτήρες αρχικά και φαινομενικά άσχετοι μεταξύ τους, που η ειρωνεία της ζωής -ή η αριστουργηματική τεχνική του συγγραφέα- δένει με νήματα και δεσμούς που εκ των υστέρων αποκαλύπτονται· δεσμούς συγγενικούς, ψυχικούς ή άλλους.

Κάπου μεταξύ ακρωτηριασμών, ευνουχισμών, βιασμών, εξοριών, βασανιστηρίων, εκτελέσεων και μεταναστεύσεων, παρεμβάλλεται η καθημερινότητα που σ' αυτή τη θέση μοιάζει αφοπλιστικά ποιητική.

Κοίταξε τα μαραμένα γάντια· ο πατέρας της θα 'χε βρει το χορό της μαγευτικό και θα την είχε πάρει στην αγκαλιά του αποκαλώντας την θαλάσσια ανεμώνη του. Η επιδοκιμασία του μπορούσε να προσδώσει μαγεία και στην πιο αδιάφορη μέρα, μπορούσε να χαρίσει στη Χαβάα την αυτοπεποίθηση και τη σιγουριά που της έλειπαν. 

***
Χρόνια αργότερα, όταν ήταν ακόμα τόσο μικρή ώστε να χρειάζεται ένα φιλί πριν πάει για ύπνο, ο πατέρας της ακουμπούσε τα σκασμένα χείλη του στο μάγουλό της και, μ' έναν ψίθυρο γλυκού καπνού, της έλεγε: "Όνειρα γλυκά, γλυκιά μου Τσαρίνα".

Η προσευχή, τα πλαστικά χειρουργικά γάντια, που καρφιτσωμένα σ' ένα παιδικό φουστάνι θυμίζουν θαλάσσιες ανεμώνες, η αγάπη της μάνας για το παιδί της πριν ακόμη αυτό γεννηθεί, η φιλία που δοκιμάζεται, πεθαίνει και ανασταίνεται λίγο πριν από το θάνατο, η φροντίδα της ανήμπορης από την άνοια και την παράλυση συντρόφου, η γενναιοδωρία, η καλοσύνη. Αυτά επιβιώνουν και μετά το πέρας της αφήγησης. Εκεί βρίσκονται όσοι χάθηκαν, εκεί οι δικοί μας χαμένοι γίνονται αθάνατοι. 

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Anthony Marra, Αστερισμός ζωτικών φαινομένων (μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης), ΙΚΑΡΟΣ, Aθήνα 2013