Δευτέρα, 31 Αυγούστου 2015

"Ανεμοδαρμένα ύψη"


Βλέπω στον ύπνο μου πως δίνω εξετάσεις για να μπω στην Κρατική Σχολή Κλασικού Χορού.  Δε φοράω τη στολή του μπαλέτου μα ένα ριχτό φουστάνι, ξεχνώ να βάλω καλσόν, οι πουέντ δεν είναι κουφετί αλλά κατακόκκινες, αντί για Τσαϊκόφσκι χορεύω το Wuthering Heights της Κέιτ Μπους και παρακαλώ τον Χίθκλιφ να γυρίσει. Η επιτροπή με απέρριψε.

Το Wuthering Heights  ήταν το πρώτο βιντεοκλίπ που είχα δει στο Μουσικόραμα, τη θρυλική εκπομπή που έπαιζε στα οικογενειακά σαλόνια από το 1981 μέχρι και το 1989. Τι απέγινε άραγε ο Γιώργος Γκούτης; Στην εκπομπή χρωστάω πολλά. Και μου χρωστάει καμιά δεκαριά χαμένους ύπνους για το Lullaby των Cure, που με στοίχειωσε για τα καλά και νόμιζα για μήνες πως οι αράχνες θα τυλίξουν το σπίτι μας και ο Ρόμπερτ Σμιθ, ή ο Σπάιντερμαν, ή κι οι δυο μαζί, θα με φαν για βραδινό.

Το βιντεοκλίπ του Wuthering Heights είχε κυκλοφορήσει σε δύο διαφορετικές εκδοχές. Στην πρώτη, η Κέιτ Μπους φοράει ένα ολόλευκο φουστάνι και χορεύει σε ένα ολοσκότεινο δωμάτιο. Στη δεύτερη, είναι ντυμένη στα κόκκινα, ένα χοντρό μαύρο καλσόν καλύπτει τα πόδια της και βρίσκεται σε εξωτερικό χώρο, κάπου στην αγγλική εξοχή. Η χορογραφία όμως είναι η ίδια. 

You had a temper like my jealousy:
Too hot, too greedy.
 
Αγγίζει με τα χέρια της το λαιμό της...

I hated you 

το πρόσωπό της παίρνει μια αλλοπαρμένη σκληρή έκφραση...

I loved you too, 

μαλακώνει...

Bad dreams in the night 

επιδίδεται στη χορευτικότερη υπνοβασία...

Come home, I' m so cold

μεταμορφώνεται στην ομορφότερη Κάθυ. Τυλίγει το σώμα της με τα χέρια της για να ζεστάνει τη μοναξιά της...

Let me in your window

ανοίγει τις παλάμες της σαν να υπάρχει μπροστά της ένα τζάμι, σαν να κρυφοκοιτάζει τον Χίθκλιφ έξω απ' το παράθυρο. 

Ooh! Let me have it.
Let me grab your soul away.

Τυλίγει την ψυχή του  με ένα σκοινί και την τραβά, για να την κάνει δική της.

Και σκέφτομαι πως αυτή η χιλιοπαιγμένη ιστορία αγάπης, που γνώρισε τόσες διασκευές στον κινηματογράφο, που ντύθηκε τόσα διαφορετικά εξώφυλλα, που ενσαρκώθηκε από τόσους διαφορετικούς ηθοποιούς, δε βρήκε πουθενά τη μορφή που της έδωσε η Κέιτ Μπους. Σε καμιά φαντασία και καμιά οθόνη δεν είδα την Κάθυ να χαιρετά τον Χίθκλιφ, ή να τον καλεί, όπως η Κέιτ Μπους στο τέλος εκείνου του βίντεο, που στέκεται στη μέση ενός καταπράσινου λιβαδιού, στο κάδρο ενός συννεφιασμένου τοπίου και λικνίζει το σώμα της, όπως θα λύγιζε το πιο εύθραστο δέντρο στον άνεμο. Στα Ανεμοδαρμένα Ύψη. 

 
Οoh, it gets dark! It gets lonely,
On the other side from you.
I pine a lot. I find the lot
Falls through without you.
I'm coming back, love.
Cruel Heathcliff, my one dream,
My only master.

Too long I roam in the night.
I'm coming back to his side, to put it right.
I'm coming home to wuthering, wuthering,
Wuthering Heights.



***




 

Σάββατο, 29 Αυγούστου 2015

Nocturne



Κάθε πανσέληνο οι κάτοικοι της πόλης σκαρφαλώνουν τους λόφους της, επισκέπτονται τους αρχαιολογικούς της χώρους, για να γιορτάσουν μια νύχτα λιγότερο σκοτεινή από τις άλλες. Μια νύχτα ντυμένη με δυο χαρακτηριστικά που δεν της ταιριάζουν: την οχλοβοή και το φως.

Οι εραστές της νύχτας την αγαπούν ακριβώς επειδή είναι ήσυχη και σκοτεινή. Τη νύχτα την προτιμούν ψυχές εκπαιδευμένες να ονειρεύονται, λέει ο Πεσσόα. Όλοι εκείνοι που παίζουν με τις σκιές στο ημίφως του δωματίου, εκείνοι που κάθε πρωί τείνουν το λαιμό τους στη ζωή, σαν σε έναν πελώριο ζυγό -όπως κι ο ίδιος.  
  
Μόνο τη νύχτα, τη νύχτα μόνος μου μ' εμένα, ξένος, λησμονημένος, χαμένος -αποσυνδεμένος από την πραγματικότητα και από την έννοια της χρησιμότητας-, βρίσκω τον εαυτό μου και κάποια ανακούφιση[1]

Η πόλη τη νύχτα αλλάζει, οι ήχοι παίρνουν άλλη διάσταση, παρατηρείς, αφουγκράζεσαι. 
Τη μέρα είναι γεμάτη με μια οχλοβοή που δε σημαίνει τίποτα· τη νύχτα είναι γεμάτη από μια απουσία οχλοβοής που επίσης δε σημαίνει τίποτα. Εγώ, τη μέρα, είμαι ένα τίποτα και τη νύχτα είμαι εγώ[2].

Ο Γιάννης τη νύχτα σφυγμομετρά το καρδιοχτύπι της παύσης.
Όταν η νύχτα σκεπάσει, τότε είναι που μιλάνε τα πράγματα. Που συμφωνούνε τα όντα. Μεσ' στο σκοτάδι δεν έχει όρια η σκέψη μου. Στένω αυτί κι αφουγκράζομαι την αναπνοή της ερήμου. Σαν ο ευαιστητότερος δέχτης, πιάνω και τον παραμικρότερο θόρυβο μίλια μακριά[3].

Ο Θεόφιλος τις νύχτες παρατηρεί τις κεραίες, τις νοικοκυρές ν' απλώνουν στις ταράτσες, τα εσώρουχα ν' ανεμίζουν στις βέργες, τις μπουγάδες να στεγνώνουν ψηλά στον αέρα. 
 
Η νύχτα δεν είναι μονάχα το χρώμα που κρατά ο ουρανός· πολλά μαζί είναι. Οι άνθρωποι είναι και τα ζώα· τα δέντρα, οι δρόμοι, και τα χαλάσματα· οι μυρουδιές οι ίσκιοι και τα ζούδια. Είναι το πώς περπατάν οι άνθρωποι το δρόμο με φεγγάρι, και πώς μες στα σκοτάδια ψάχνουν για το σπίτι τους οι μεθυσμένοι. Πώς πέφτει το φως απάνω σε μια μάντρα γκρεμισμένη, και πώς κοιτάει μια γυναίκα απ' το παραθύρι στο δρόμο· ποιον περιμένει μέσα στη νύχτα αυτή, και ποιος είναι αυτός που την κοιτάει να περιμένει. Άλλο σκοτάδι κρατάει μια καρυδιά, κι άλλο ο τοίχος απ' το τετραόροφο που έχει χτισμένο τώρα η αδερφή μου στον κήπο. Άλλο είναι ο κήπος με τις κωλοφωτιές, κι άλλο ο χώρος ο ακάλυπτος με τους σωλήνες, που κατεβάζουν τα νερά από τα πάνω τα πατώματα. Μ' άλλες κορφές ξανοίγεται η νύχτα προς τον ουρανό, και τοπία αλλιώτικα φτιάχνει τώρα ο νους του ανθρώπου[4].

Νύχτα - μέρα: Δυο στεκούμενα, δυο τρεχούμενα, δυο μεταβαλλούμενα και δυο ασύγκριτα[5].


***


Η πρώτη φωτογραφία είναι του Γιώργου Θάνου. 


[1], [2] Φερνάντο Πεσσόα, Το βιβλίο τη ανησυχίας, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997.
[3] Γιάννη Σκαρίμπα, Το Θείο Τραγί, Νεφέλη, Αθήνα 1993.
[4]  Νίκος Χουλιαράς, Ζωή, την άλλη φορά, Νεφέλη, Αθήνα 1985.
[5] Αίνιγμα από τη Ρόδο. 


Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Ο έρωτας της φάλαινας



"Η ερωτική πράξη, σε αυτές, υπακούοντας στις εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, χρειάζεται ένα μέρος απόλυτης ηρεμίας. Όπως ακριβώς ο ευγενής ελέφαντας, ο οποίος φοβάται τα βέβηλα μάτια, η φάλαινα δεν ερωτεύεται παρά στην ερημιά. Τόπος συνάντησης ορίζονται οι περιοχές δίπλα στους πόλους, στους μοναχικούς κολπίσκους της Γροιλανδίας, στις ομίχλες του Βερίγγειου και, βεβαίως, στις χλιαρές θάλασσες που ανακαλύφθηκαν κοντά στους πόλους. 
Η μοναξιά μεγάλη. Ένα παράδοξο θέατρο θανάτου και σιωπής στήνεται γι' αυτή τη φλογερή γιορτή της ζωής. Μια λευκή αρκούδα, μια φώκια, ίσως μια μπλε αλεπού, προσεκτικοί μάρτυρες, παρακολουθούν με σεβασμό από μακριά. Οι λάμψεις και τα πυροτεχνήματα, οι φανταστικοί καθρέφτες, δεν λείπουν. Κυανόχρωμα κρύσταλλα, μυτερές κορφές βουνών, κορόνες εκθαμβωτικού πάγου, παρθένα χιόνια, είναι κι αυτά μάρτυρες που κάθονται και κοιτάζουν. 
Αυτό που κάνει το γάμο τόσο σοβαρό και συγκινητικό, είναι η ανάγκη μιας απόλυτης βούλησης. Δεν έχουν το τυραννικό όπλο του καρχαρία, αυτά τα άγκιστρα που καταδυναστεύουν τον πιο αδύναμο. Το αντίθετο, οι γλιστεροί κολεοί τους τις χωρίζουν, τις απομακρύνουν. Αποκόβονται παρά τη θέλησή τους, δραπετεύουν, λόγω αυτού του απελπιστικού εμποδίου. Παρά την τόσο μεγάλη μεταξύ τους σύμπνοια, θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για πάλη. Κάποιοι φαλαινοθήρες ισχυρίζονται πως έχουν δει αυτό το μοναδικό θέαμα. Οι εραστές, μέσα στη ζέουσα παραφορά τους, για κάποια λεπτά, στητοί και όρθιοι, όπως οι δυο πύργοι της Παναγίας των Παρισίων, οδυρόμενοι με τα υπερβολικά μικρά χέρια τους προσπαθούσαν να φιληθούν. Ξανάπεφταν με το τεράστιο βάρος τους... Η αρκούδα και ο άνθρωπος τρέπονταν σε φυγή τρομαγμένοι από τους αναστεναγμούς τους".

Jules Michelet, La Mer, Hachette, Paris 1861 (σσ. 240-242)

Από το βιβλίο:
Antonio Tabucchi, Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ και άλλες ιστορίες (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1997

 

Δευτέρα, 17 Αυγούστου 2015

Η ιστορία του Αντέρου ντε Κένταλ


[...] ύστερα ο Αντέρου αγόρασε ένα μικρό, κοντόκαννο ρεβόλβερ. Όταν βγήκε από το κατάστημα, το καμπαναριό της Ματρίζ χτυπούσε έντεκα. Αφού περπάτησε κατά μήκος όλη την προκυμαία, ο Αντέρου έφτασε μέχρι το λιμεναρχείο κι έμεινε αρκετή ώρα στο μόλο κοιτάζοντας τα ιστιοφόρα. Ύστερα διέσχισε τον παραθαλάσσιο δρόμο και μπήκε στην πλατεία Εσπεράντσα που περιστοιχίζεται από αδύναμα πλατάνια. Η ήλιος ήταν σκληρός κι όλα γύρω του ήταν λευκά. Η πλατεία, εκείνη την ώρα, ήταν έρημη λόγω της μεγάλης ζέστης. Ένας θλιμμένος γάιδαρος, δεμένος στον κρίκο ενός τοίχου, κουνούσε το κεφάλι του. Ενώ διέσχιζε την πλατεία, ο Αντέρου άκουσε μια μουσική. Σταμάτησε και γύρισε το κεφάλι του. Στην απέναντι γωνία, κάτω από τη σκιά ενός πλατάνου, ένας τσιγγάνος έπαιζε ένα μπερμπερίνικο οργανάκι. Ο τσιγγάνος τού έκανε νεύμα να πλησιάσει και ο Αντέρου πλησίασε. Ήταν ένας αδύνατος άντρας και στον ώμο είχε κρεμασμένη μια μικρή μαϊμού. Ήταν ένα πλασματάκι με ένα ειρωνικό και θλιμμένο μούτρο, και φορούσε μια κόκκινη στολή με χρυσά κουμπιά. Ο Αντέρου αναγνώρισε τη μαϊμού των ονείρων του και κατάλαβε αμέσως ποια ήταν. Το ζώο άπλωσε το μικροσκοπικό μαυριδερό του χέρι και ο Αντέρου έφησε να πέσουν μερικά νομίσματα. Σε αντάλλαγμα η μαϊμού ψάρεψε ένα χρωματιστό χαρτάκι από αυτά που ο τσιγγάνος είχε στερεωμένα στην κορδέλα του καπέλου του, και του το έδωσε. Εκείνος το πήρε και το διάβασε. Ύστερα διέσχισε την πλατεία και κάθισε σε ένα παγκάκι, κάτω από τη δροσερή σκιά της μονής Εσπεράντσα, μπροστά από έναν τοίχο που είχε ζωγραφισμένη μια γαλάζια άγκυρα πάνω στον λευκό ασβέστη. Έβγαλε το ρεβόλβερ από την τσέπη, το έφερε στο στόμα του και τράβηξε τη σκανδάλη. Για μια στιγμή έμεινε έκπληκτος που συνέχισε να βλέπει την πλατεία, τα δέντρα, τη λάμψη της θάλασσας και τον τσιγγάνο που έπαιζε το οργανάκι του. Ένιωσε μια χλιαρή κλωστή αίματος να τρέχει από το λαιμό του. Έβαλε σε λειτουργία το μηχανισμό του ρεβόλβερ και πυροβόλησε για δεύτερη φορά. Τότε εξαφανίστηκε ο τσιγγάνος μαζί με το τοπίο, ενώ οι καμπάνες της Ματρίζ χτυπούσαν ήδη μεσημέρι. 

Από την ιστορία "Αντέρου ντε Κένταλ. Μια ζωή".

Antonio Tabucchi, Η γυναίκα του Πόρτο Πιμ και άλλες ιστορίες (μτφρ. Ανταίος Χρυδοστομόδης), Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2005