Τρίτη, 23 Ιανουαρίου 2018

Τα γράμματα της Κόκα


Είναι σεξουαλική παρενόχληση αν κάποιος φίλος ή συνάδελφος αγγίξει το γόνατο μιας γυναίκας; Δεν είναι. Αν ένας σκηνοθέτης χαϊδέψει το γόνατο μιας νεαρής ηθοποιού την ώρα που περνά από κάστινγκ; Μάλλον. Είναι σεξουαλική παρενόχληση αν ένας άντρας προτείνει σε μια συνάδελφό του ραντεβού; Όχι. Αν είναι το αφεντικό και εκείνη υποψήφια υπάλληλός του; Πιθανότατα ναι. 

Εδώ και ένα μήνα περίπου, ίσως και λίγο περισσότερο, όλος ο κόσμος μιλάει για το τι είναι και τι δεν είναι σεξουαλική παρενόχληση. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι να ορίσουμε τι σημαίνει και τι δε σημαίνει παρενοχλώ σεξουαλικά;

Είναι πράγματι προβληματικός ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το θέμα η Γαλλίδα ηθοποιός Κατρίν Ντενέβ στην επιστολή της, αλλά προβληματικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο απαντούν οι γυναίκες που εκπροσωπούν το φεμινιστικό κίνημα. Φυσικά και το φλερτ δεν πρέπει να ενοχοποιείται, ούτε να στοχοποιείται, ούτε να ταυτίζεται με την παρενόχληση. Και ο φεμινιστικός λόγος σήμερα έχει μέσα του ψήγματα πουριτανισμού. 

Όπου να ΄ναι θα με διώξουνε από το εργοστάσιο του βωξίτη, γιατί δεν στέκομαι στα πόδια μου. Όσοι εργάτες δεν βαστάνε άλλο στα πόδια τους τους πετάνε στα σκουπίδια, στα Σκουπιδιαρέικα, σαν τις λεμονόκουπες.

Η παρενόχληση μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, αλλά παραμένει θέμα θέσης. Και με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που παρενοχλούνται οι γυναίκες από άνδρες που λόγω θέσης είναι ισχυρότεροι, παρενοχλούνται και οι άνδρες από τις ισχυρότερές τους κυρίες, έστω και σπανιότερα. Παντού υπάρχουν κυνηγοί και θηράματα και δεν είναι κατά αποκλειστικότητα αρσενικού ή θηλυκού γένους.  

Ένα κλαδί μπανάνες ζυγίζει είκοσι κιλά. Σβέλτα, σκατόγρια, φώναζε ο επιστάτης στη μάνα μου. Κείνη δεν μπορούσε να τρέξει, με είχε στην κοιλιά της. Τσακίσου, σκατόγρια, φώναζε ο επιστάτης, η μάνα μου δεν ήτανε γριά, μόλις είχε πατήσει τα τριάντα, έμοιαζε μονάχα γριά. Έκανε πιο γρήγορα, έπεφτε, κι ο επιστάτης την χτυπούσε στην κοιλιά με μένα μέσα.

Διαβάζοντας την επιστολή της Ντενέβ, πάντως, θυμήθηκα το βιβλιαράκι της Εντίτα Μόρρις "Είμαι καλά, το ίδιο επιθυμώ και για σας", που είχε κυκλοφορήσει κάποτε από τις εκδόσεις Θεμέλιο σε μετάφραση της Άλκης Ζέη. Εκεί, η Τζαμαϊκανή σκλάβα Κόκα γράφει στη Βρετανή κυρία Τατλ για την οποία δούλευε κάποτε. Κόβει σελίδες από το ημερολόγιό της και τις της στέλνει όποτε έχει ανάγκη τα λεφτά.

Που λέτε, το γκαρσόνι του ξενοδοχείου μού 'λεγε χθες βράδυ, ότι ήθελε όλες οι γυναίκες της Τζαμάικας να πάψουν να είναι πουτάνες. Τη μάνα του τη βίασε ένας άσπρος τσιφλικάς, το παιδί πέθανε, η μάνα του δεν μπόρεσε να ξαναπάρει τα πάνω της, από τότε που 'γινε μητέρα  στα δεκατρία της, δεν μπορούσε πια να κάνει βαριές δουλειές. 

Τον καιρό της Κόκα ήταν πολύ σαφές τι συνιστούσε σεξουαλική παρενόχληση: τίποτα. Η γυναίκα, πόσο μάλλον μια Τζαμαϊκανή σκλάβα όπως η Κόκα, ήταν καταδικασμένη να δεχτεί και να υπομείνει τα πάντα. Και -τι σύμπτωση- για ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη αυτό εξακολουθεί να ισχύει. Ο κόσμος εξακολουθεί να χωρίζεται σε ισχυρούς και ανήμπορους και εκεί είναι πολύ εύκολο να καταλάβουμε ποιος παρενοχλεί ποιον.

Αν με πάρουν, χρειάζομαι μια καινούργια κιλότα, τη δική μου μου τη σκίσανε στο "Σπίτι". Α, δεν ξαναγυρίζω πια εκεί, καλύτερα να με πετάξουνε κομμάτια στα σκυλιά.    
Όλοι με βάζουν να πιω με το ζόρι. Το κεφάλι μου πονάει, η κοιλιά μου, τα πόδια μου. Ωχ, πονάω. "Πονάς χρυσό μου γιατί δεν είσαι ακόμα συνηθισμένη να πλαγιάζεις με άντρες, θα μάθεις και δεν θα πονάς πια". 

Το θέμα συζητιέται. Καλό ακόμη θα ήταν στην επόμενη διαφημιστική καμπάνια που θα οργανωθεί να μη φανούν οι γυναίκες ανήμπορες και σαστισμένες, όπως στα βίνετο που κυκλοφόρησαν, αλλά σίγουρες και δυνατές. 

Ο ξενοδόχος λέει οι καινούργιοι υπηρέτες θα τρώνε μονάχα φασόλια, όχι κρέας. Κρύβω τα φασόλια μου για την πιτσιρικούλα μου και τον Ντάρυλ. Δεν μπορεί να βρει δουλειά, κανείς δεν βρίσκει δουλειά στην Τζαμάικα. Δεν μπορεί να κάνει έρωτα. Ο έρωτας δεν γίνεται μόνο με φασόλια. 

Η Κόκα πέθανε στα Σκουπιδιαρέικα όπως και η μάνα της. Κρατούσε στο ένα της χέρι ένα κόκαλο και στο άλλο την πιτσιρικούλα της.   

***

Εντίτα Μόρρις, Είμαι καλά, το ίδιο επιθυμώ και για σας (μτφρ. Άλκη Ζέη), Θεμέλιο, Αθήνα 1992. 

Πέμπτη, 18 Ιανουαρίου 2018

Τι αγαπάτε; - Ένας δωδεκάλογος με το κορίτσι του δάσους


1. Να διαβάζω.


2. Να μαγειρεύω.



3. Να τρώω φρούτα απ' τα δέντρα.



4.  Να κάνω πικ νικ.



5. Να παίζω κιθάρα στους φίλους μου.


 6. Να φέρνω στο σπίτι κλαράκια του δάσους.



7. Nα φτιάχνω μπισκότα.



8. Να ακούω το σκυλάκι μου όταν θέλει να μου μιλήσει.



9. Να παίρνω μικρούς υπνάκους.



10. Να χαίρομαι τη λιακάδα.



11. Να χαίρομαι τη φύση.



12. Να χαίρομαι τη βροχή.


Δωδεκάλογος: Ελένη Πούλου
Εικονογράφηση: Aeppol

***

Άλλος ένας δωδεκάλογος με την Catarina Sobral εδώ.


Τετάρτη, 17 Ιανουαρίου 2018

Αφίσες #12: Ryszard Kaja - Polska


Κάθε φορά που πλησιάζει το καλοκαίρι -τώρα δεν πλησιάζει, αλλά δεν πειράζει- αρχίζουν στην τηλεόραση οι διαφημίσεις για παγωτά, αντιηλιακά, αντικουνουπικά. Αρχίζουν επίσης οι διαφημιστικές καμπάνιες του Υπουργείου Τουρισμού.


Πάντα τα ίδια τοπία: ηλιοβασίλεμα στη Σαντορίνη, κρητικοπαλίκαρα να χορεύουν πεντοζάλη, χταποδάκια να κρέμονται πάνω από παρτίδες τάβλι, στην καλύτερη περίπτωση μια γιαγιούλα να ξεφουρνίζει ή να κερνά δυο νέους λίγα σύκα. Έχουμε την ομορφότερη χώρα του κόσμου, είμαστε φιλόξενοι και φιλότιμοι.


Όλα αυτα έχουνε μια δόση αληθείας, αλλά δεν έχουνε καμία δόση πρωτοτυπίας.  H Πολωνία ανέθεσε την εικόνα της χώρας προς τα έξω στον Ryszard Kaja -έναν σπουδαίο καλλιτέχνη που έχει εντρυφήσει στην τέχνη της αφίσας.  Και την έβγαλε ασπροπρόσωπη.

 
Ο Kaja πρόβαλε στις αφίσες του κάθε μέρος και γωνιά της χώρας του: τις βιομηχανικές πόλεις και τα εργοστάσια να καπνίζουν στο Κατοβίτσε, τα ναυπηγία στο Γκντανσκ, τα όμορφα πολωνικά κεραμικά σερβίτσια, τον δράκο του κάστρου της Κρακοβίας, μύθους και θρύλους, φυτά και ζωάκια.


Με τον ίδιο τρόπο που στη μουσική σκηνή νέα συγκροτήματα φλερτάρουν με φρεσκάδα την παράδοση προτείνοντας ευφάνταστες διασκευές, θα ήταν ωραία ιδέα ένας νέος σχεδιαστής, γελοιογράφος ή κομίστας να εμπνευστεί από τις μουσικές, λογοτεχνικές, ιστορικές, γαστρονομικές παραδόσεις και να προτείνει μια νέα σειρά από εικόνες.

























Πλάι στα νησιά των κυκλάδων, τον βράχο της Ακρόπολης και το αστέρι της Βεργίνας, γιατί να μη δούμε εικόνες από το Πέραμα ή το Λαύριο, φουγάρα που σιώπησαν, λαϊκές αγορές και παζάρια, αλλοτινές λουτροπόλεις, μονοπάτια στα βουνά, παλιές εθνικές οδούς να διασχίζουν άγνωστα χωριά, γεράνια στα παράθυρα και κεντήματα που αχνοφαίνονται πίσω από κουρτίνες, πολυκατοικίες του μοντερνισμού στην Αθήνα και πετρόκτιστα χυτά σπίτια στην εξοχή, χαμομήλια, σουσουράδες, μανιτάρια που ξεφυτρώνουν απ' την υγρασία των δέντρων, εξώφυλλα βιβλίων, εικονογραφημένους στίχους τραγουδιών, θρύλους ζωντανεμένους με φαντασία...



 Η μέρα όσο πάει μεγαλώνει. Καλό καλοκαίρι!
* * * 



Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

χόλι μάουντεν και καλό κατευόδιο

"πάμε στο σπίτι μας και μετά να τους πάρουμε όλους τηλέφωνο"

Το "Χόλι Μάουντεν" είναι μια παραληρηματική νουβέλα. Είναι ένας μονόλογος που ισορροπεί ανάμεσα στην γκρίνια, τη στοργή και την τρυφερότητα. Είναι  η -άλλοτε τραγική και άλλοτε κωμική- εξομολόγηση ενός ετοιμοθάνατου στην αγαπημένη του. Της λέει, της αποκαλύπτει, της θυμίζει ψέματα κι αλήθειες της κοινής τους ζωής. Είναι και ένα πολλά υποσχόμενο ντεμπούτο ενός πολύ νέου συγγραφέα. Είναι και το κοκτέιλ με το οποίο ο αφηγητής θα ήθελε να τον αποχαιρετήσουν -μια κι έξω- γνωστοί και φίλοι όταν έρθει η ώρα του θανάτου του. Ύστερα, ούτε μνημόσυνα ούτε τίποτα. Να τον θυμούνται αυθόρμητα, όταν πίνουνε σε αγαπημένα τους στέκια. Είναι και ένα αφιέρωμα, ή ένα αντίο, ένας φόρος τιμής, σε έναν ανιδιοτελή συνάδελφο και φίλο, τον Πάνο Οικονόμου.

Ο Γαβρίλης πεθαίνει και, καθώς πεθαίνει, αφηγείται γλυκόπικρα ευτράπελα της ζωής. Τις σάλτσες και τα ψεματάκια που έλεγε στους συμμαθητές του για να το παίξει θύμα και να προκύψει ήρωας: ο παππούς του που τον σκότωσαν οι Γερμανοί αλλά πέθανε από καρκίνο του προστάτη, ο πατέρας του που είναι άρρωστος και τον έσωσε προτού σωριαστεί, η μικρή αδελφή της Βάνας Μπάρμπα που τον φίλησε στο στόμα. Μικρά ψέματα, που ΄χουν κι αυτά την αλήθεια τους. Λες κι η αλήθεια δεν μπορεί να είναι ψεύτικη. 

αλλά ποτέ μόνο ψέματα και ποτέ μαζεμένα, πάντα σαν σάλτσα, να τα φχαριστιέμαι, να προλαβαίνω να απολαύσω κάθε ψέμα χωριστά, να παίρνω πίσω τα οφέλη του, το μειδίαμα ενός κοριτσιού, τα γέλια της παρέας, το θαυμασμό ενός φίλου, και μη μου πεις ότι όλα αυτά δεν αξίζουν αν έχουν προκληθεί από ψέματα και μόνο η αλήθεια έχει νόημα και τα σχετικά γιατί θα με αναγκάσεις να σου θυμίσω τις φορές που σου 'πα αλήθεια και συ μου 'πες ύστερα ότι δε μου τη ζήτησες

Ο Γαβρίλης εύχεται να μπορούσε να ζήσει δυο ζωές και στη δεύτερη να έχει την ανάμνηση της πρώτης. Κι ύστερα και μια τρίτη που να θυμάται τις δύο προηγούμενες και πάει λέγοντας. Ένας άνθρωπος με δυο και τρία παρελθόντα. Μισεί τον Κοέλιο κι αγαπάει τον Γκαλεάνο και την Ουρουγουάη -που ΄χει σημαία που μοιάζει με τη δική μας, αλλά αντί για σταυρό έχει τον ήλιο, έναν ήλιο που χαμογελάει, γιατί είναι ακομπλεξάριστοι οι Ουρουγουανοί. Αλλά κι αυτή η εξυπνάδα του κλεμμένη είναι.

σου ΄χω νέα, μαλάκα κοέλιο, το σύμπαν έχει σοβαρότερες δουλειές να κάνει, γι' αυτό σου λέω γκαλεάνο και πάλι γκαλεάνο 

Τον Γαβρίλη τον πιάνει ο πολιτικός του οίστρος και μονολογεί για την αριστερά, και την πολιτική και τα δημοψηφίσματα και τα ποτάμια και το κορίτσι του χαμογελάει όταν βαριέται και τι πιο όμορφο να ζητήσει κανείς απ' τη ζωή από ένα κορίτσι που χαμογελάει από βαρεμάρα; Μιλάει για τον Ταμπούκι,  για τον Τσβάιχ, για τον Μπουλγκάκοφ, για τον Ελεφάντη, για τον Ηλιού, πολλούς και διάφορους αναφέρει, γιατί όταν ο χρόνος τελειώνει, ε, οι αναφορές είναι μέσα στο παιχνίδι.

άλλωστε τι είμαστε; οι άνθρωποι που αγαπήσαμε, τα βιβλία που διαβάσαμε, οι τόποι που επισκεφτήκαμε, οι μουσικές που ακούσαμε

Ο Γαβρίλης κοιτάει πίσω και βλέπει αυτό το όμορφο κομμάτι της ζωής που τόσο το αδικούμε ονομάζοντάς το "συνήθεια": βλέπει τις βραδιές που τον νικούσε το κορίτσι του στο σκραμπλ, βλέπει τις ταινίες που δεν βλέπανε γιατί τους έπαιρνε ο ύπνος, βλέπει και τους χαμένους ανθρώπους που γνώρισε, τους κερδισμένους χαμένους του.

αυτοί οι άνθρωποι αξίζουν πραγματικά, αυτοί οι περίεργοι τύποι με τους περίεργους τρόπους και τις περίεργες συνήθειες αυτοί μόνο μπορούν να βάλουν το χέρι τους στη φωτιά ξέροντας ότι θα καούν, οι υπόλοιποι ή φεύγουν διακριτικά ή βάζουν το χέρι τους στη φωτιά και δεν καίγονται

Του Γαβρίλη του αρέσει να κοιτάει πίσω και του τη σπάνε όλοι αυτοί που κοιτάνε μόνο μπροστά. Τι πειράζει δηλαδή να κοιτάμε πίσω; Κι ας είναι να δούμε ένα καλοκαιρινό απόγευμα που ξεχάσαμε να ξεβγάλουμε τ' αλάτια και είδαμε αλατισμένοι τον ήλιο να κρύβεται. 

Όταν ο Γαβρίλης πεθάνει, η βιβλιοθήκη του θα γίνει δανειστική και θα μπορούμε να δανειστούμε όποιο βιβλίο θέλουμε για τρεις βδομάδες, δε θα 'ρθει κανένας παπάς να τον διαβάσει, θα τον κάψουμε, το κορίτσι του θα μας κεράσει ένα χόλι μάουντεν στο μπαράκι του Σωτήρη, θα του πούμε μια και καλή ένα αντίο κι ύστερα θα τον θυμόμαστε γελώντας και πίνοντας, εμείς, οι καμένοι του φίλοι. 

και είναι ωραίο πράμα να καίγεσαι για τη φιλία, για τις ιδέες, για τον έρωτα, δεν είναι παράσημο, είναι ομορφιά

***
[1] Νίκος Βεργέτης, χόλι μάουντεν, κέλευθος, Αθήνα 2017.
[2] Στις φωτογραφίες αγαπημένες γωνιές της Αθήνας: το Au Revoir στην Πατησίων, ο Ένοικος στην Καλλιδρομίου, η Καλλιδρομίου χωρίς τον Ένοικο,  το σινεμά Αλφαβίλ στη Μαυρομιχάλη.

Τετάρτη, 3 Ιανουαρίου 2018

Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη

Ηδονές και πάθη της ανάγνωσης
 
Το "Εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη" ήταν το βιβλίο με το οποίο αποχαιρέτησα το 2017. Μια δύσκολη χρονιά, γεμάτη απρόοπτα. Προτίμησα να αγνοήσω το φευγιό της κι έτσι, την ώρα της αλλαγής, ήμουν κάπου στους αιθέρες. Ρύθμισα το χριστουγεννιάτικο ταξίδι μου με τρόπο ώστε στην επιστροφή μου να επιβιβαστώ στο αεροπλάνο την τελευταία μέρα του χρόνου  λίγο μετά τις δέκα το βράδυ. Προσγειώθηκα κατά τις τέσσερις τα ξημερώματα, ώρα Ελλάδος, κι έτσι υποδέχτηκα και το νέο έτος κάπου στον ουρανό.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποιο βιβλίο θα ήθελα μαζί μου σ' αυτό το ταξίδι. Αλλά ζω την σπάνια εμπειρία η βαθιά κούραση και διαρκής μελέτη να με απομακρύνουν από προσωπικές αναγνώσεις, που ήταν ό,τι απολάμβανα περισσότερο στον μοναχικό ελεύθερο χρόνο.

Να πω την αλήθεια, επέλεξα το βιβλίο του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου κυρίως γιατί είναι μικρό. Και γιατί δεν πρόκειται για μυθοπλασία. Γιατί είναι ένα βιβλίο για τα βιβλία, κατηγορία πολύ ενδιαφέρουσα. Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι βιβλίο για τα βιβλία, αλλά για τους αναγνώστες τους: βιβλιόφιλους, βιβλιοφάγους, βιβλιομανείς, αναγνώστες. Νέα ορολογία, κάπως αντιπαθητική, αλλά πάντως συνηθισμένη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αποτυπώνει λογιών λογιών αναγνωστικούς φετιχισμούς και διαβαθμίσεις της αναγνωστικής (μας) μανίας.

Ο ιδανικός αναγνώστης έχει τον ηθικό κώδικα του Δον Κιχώτη, την επιθυμία της μαντάμ Μποβαρί, τη λαγνεία της Συζύγου στο Μπαθ, το περιπετειώδες πνεύμα του Οδυσσέα, το τσαγανό του Χόλντεν Κόλφιλντ, για όσο τουλάχιστον κρατά η ιστορία. 
 
Έκπληκτη ξεκίνησα την ανάγνωση συνειδητοποιώντας πως από τα χαρακτηριστικά του ιδανικού αναγνώστη πολύ λίγα με χαρακτηρίζουν. Μάλλον είμαι ένας ψυχαναγκαστικός αναγνώστης –ένας ψυχαναγκαστικός άνθρωπος δηλαδή. Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να καταφέρω να παρατήσω ένα βιβλίο που δεν ήταν καλό, να ξαναδιαβάσω ξανά και ξανά ένα βιβλίο που ήταν πάρα πολύ καλό, να μην το ξαναδιαβάσω ολόκληρο αλλά αποσπασματικά, να διαβάσω ένα βιβλίο με δίκη μου σειρά, χωρίς σειρά, από το τέλος προς την αρχή ή από τη μέση ή με διάφορους εναλλακτικούς τρόπους που οι ίδιοι οι συγγραφείς προτείνουν για τα πονήματα τους. Για ένα πολύ μεγάλο μέρος της εφηβείας διάβαζα όχι τόσο επειδή απολάμβανα τη διαδικασία της ανάγνωσης, τη γλώσσα, το ύφος, την ιστορία, τη λογοτεχνία την ίδια, τους τρόπους της, όσο επειδή με το βιβλίο στο χέρι το βλέμμα μου μπορούσε να ξεγλιστρά από τα γράμματα και το μυαλό μου να κάνει δικά του ταξίδια χωρίς να με καταλαβαίνει κανείς. Τα βιβλία ήταν απλά οι αφορμές, ένα είδος άλλοθι: για να απομονωθείς, να διεκδικήσεις τον δικό σου χώρο, να χαρείς λίγες στιγμές ησυχίας.

Το διάβασμα στο παγκάκι, στο λεωφορείο, στην καφετέρια, βέβαια, δεν συγκρίνεται με το διάβασμα σε κλειστό χώρο. Παραμένει απολαυστικό κι ας είναι αργό. Κάθε ανάγνωση που γίνεται στο καφενείο ή σε ένα παγκάκι της πλατείας, σε μια αίθουσα αναμονής ή στο κάθισμα ενός λεωφορείου μπορεί να είναι πολύ πιο πλούσια από κάθε κατά μόνας διάβασμα. Πλουτίζεται ο κόσμος του βιβλίου, το κείμενο του συγγραφέα δηλαδή, όχι μόνο με τις ιδέες και τις εμπειρίες του αναγνώστη [...] αλλά και από τους ήχους της πραγματικότητας, τα κορναρίσματα των αυτοκινήτων, τη μουσική του δρόμου, τα ντιντινίσματα των φλιτζανιών και τα τσουγκρίσματα των ποτηριών. Και ό,τι ενδεχομένως χάνεται σε βάθος κατά την αναγνωστική εμπειρία κερδίζεται σε εύρος.
  
Ωστόσο, στην ομώνυμη ιστορία ταυτίστηκα με τον αφηγητή. Το εικασιτετράωρό μου μοιάζει αρκετά με το δικό του, μιας και για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη ζωή μου διάβαζα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στα οποία υπολογίζω να έχω περάσει περίπου το ένα δέκατο αυτής.
 
Ακόμα κι εκεί, όμως, η προσοχή μου σπάνια επικεντρώνεται στο βιβλίο. Για κάποιον λόγο, η δυνατότητα να παρατηρήσεις στο λεωφορείο έναν επιβάτη που παρουσιάζει ενδιαφέρον με γοητεύει περισσότερο από οποιοδήποτε βιβλίο. Όπως το καλοκαίρι, το βλέμμα μου θα κολλήσει αμέτρητες ώρες στα δέντρα, στα κύματα, στον ουρανό και τις θάλασσες, κι ας έχω αγκαλιά το αριστουργηματικότερο βιβλίο του κόσμου. Και για όλους αυτούς τους λόγους, ενώ διαβάζω πολύ, διαβάζω αργά. Κι έτσι με τίποτα δεν καταλαβαίνω αυτούς τους υπέροχους στ' αλήθεια ανθρώπους που καταφέρνουν και διαβάζουν τόσα βιβλία μέσα στον χρόνο, σχεδόν ένα την ημέρα, θεός φυλάξοι, ενώ εγώ μόλις και μετά βίας θα φτάσω τα δυο τρία τον μήνα.

Πολλοί από μας νομίζω θα βρουν κάτι από τον εαυτό τους στο βιβλιαράκι αυτό: τους αναγνωστικούς μας στόχους, τα βιβλία των διακοπών, τα βιβλία των ταξιδιών, την αόρατη βιβλιοθήκη των παιδικών μας χρόνων. Μ' αυτά και μ' αυτά θυμήθηκα κι εγώ τον “Δον Κιχώτη” που διάβασα ελεύθερη κατασκηνώτρια στις αμμουδιές της Παρίσαινας, το “Περί ηρώων και τάφων” στα Κύθηρα, τους “Δαιμονισμένους” στο μπαλκονάκι του σπιτιού στο Άστρος, τον “Ροβινσώνα” και τις ιστορίες του Σάκι στους Λειψούς, ένα ολόκληρο καλοκαίρι αφιερωμένο στον Ταμπούκι. Μα περισσότερο απ' όλα θυμάμαι το καλοκαίρι του 1999 στη Νίσυρο, που πολύ νέα και πολύ ερωτευμένη δε διάβασα ούτε αράδα.

Θυμήθηκα ακόμη το παιχνίδι "βιβλιοπωλείο" που παίζαμε με την αδερφή μου στο παιδικό δωμάτιο. Η μία ήταν απέξω και έκανε την πελάτισσα, η άλλη ήταν μέσα, την υποδεχόταν και τις πρότεινε διάφορα. Συνήθως η πελάτισσα ήταν παράξενη και ψηλομύτα, και η καημένη η υπάλληλος γλυκιά και υπομονετική. Πού να το ήξερα όταν, χρόνια αργότερα, δούλεψα σε βιβλιοπωλείο πως θα άκουγαν τα αυτάκια μας του κόσμου τις εξυπνάδες. (Ώσπου έκανα κι εγώ την εξυπνάδα μου και κόντεψα να τσακωθώ με γνωστό εκδότη, χωρίς να γνωρίζω ποιος είναι).

Κρατούσα τον μικροσκοπικό μου Ντάντε, χαιρόμουν τη λευτεριά μου. Οι στίχοι που θα διάλεγα πρωί πρωί θα ρύθμιζαν τη μέρα μου όλη.

... λέει ο Νίκος Καζαντζάκης, ενώ ο αφηγητής του "Εικοσιτετραώρου" προτείνει την πρώτη μέρα του χρόνου να ανοίξουμε ένα βιβλίο της βιβλιοθήκης μας, να διαβάσουμε τυχαία ένα σημείο του και να δούμε αν και με ποιον τρόπο θα καθορίσει τη χρόνια που ήρθε. Έκανα το πείραμα με κλειστά τα μάτια και να τι μου έτυχε: 

- Σε τι ακριβώς θα μπορούσα λοιπόν να σας εξυπηρετήσω τώρα, πολυσεβαστότατε πρίγκηψ, μια και, όπως και να 'ναι, με... φωνάξατε; 

Μια φράση από τον "Ηλίθιο" του Ντοστογιέφσκι. Και ένας διάλογος για τετρακόσια κλεμμένα ρούβλια. Για να δούμε τώρα, ο χρόνος τι θα φέρει; 

***

[1] Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, Το εικοσιτετράωρο ενός αναγνώστη, ΠΟΛΙΣ, Αθήνα 2017. 
[2] Στις φωτογραφίες βιβλία που ταξίδεψαν μαζί μου, αγαπημένες αναγνωστικές στιγμές και η καλύτερη αναγνωστική αιώρα του κόσμου, πλάι στις ικαριώτικες ορτανσίες.