Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Χρηστομάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κωνσταντίνος Χρηστομάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Αποκριά


Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς...

Καρνάβαλος, Ξάνθη 1937 (Αρχείο Οικ. Ανδρέου)

Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο! Τι οχλοβοή, τι συρφετός! Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν τα λαντό αργά, τα 'να πίσω από τ' άλλο, γεμάτα ντόμινα μαύρα και τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα με νταντέλες μαύρες, μ' άσπρα γάντια και κάτι μακριές χρωματιστές κορδέλες κρεμαστές πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες. Στραγάλια. Μπουκετάκια. Ρουκέτες από σερμπαντέν και βροχή το κομφετί. "Εδώ ο χαρτοπόλεμος! Χαρτί και πόλεμος![1]"



Ο Δημήτριος Λουκάτος στα Λαογραφικά του αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στις κοινωνικές ψυχαγωγίες και εκτονώσεις του ελληνικού λαού. Η έννοια του κοινωνικού -στις προβιομηχανικές τουλάχιστον εποχές- ταυτιζόταν με αυτήν του λαϊκού. Οι άνθρωποι ζούσαν "λαϊκά", λέει ο Λουκάτος, και στον κύκλο του χρόνου αναζητούσαν την ψυχαγωγία άλλοτε στη φύση, άλλοτε σε εμπνεύσεις πνευματικές ή διαφόρων ειδών ελευθεριότητες.

Καλόγερος απάρθενος, οχτώ χρονώ [...]
Στο δρόμο όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει,
χήρες τον αρωτήσανε, χήρες τον αρωτάνε.
Πόσο παππούμ' τ' αδράχτια σου, πόσο και τα σφοντύλια;
Στο τσίμπημα, στο φίλημα, σου δίνω πέντε-δέκα,
και στο καλό γονάτισμα πάρτα με τα σακκούλια.  
(Δημοτικό της αποκριάς)

Η ελευθεριότητα της Αποκριάς ήταν απαραίτητη πριν από την παραδοσιακή ασκητική της Σαρακοστής. Όλα επιτρέπονται. Στα Καρναβάλια μπορεί ν' ακούσει κανείς ό,τι πιο ελευθερόστομο και να δει ό,τι πιο μιμικό θα απέκρουε η κοινότητα σε άλλες ώρες. Τα υπονοούμενα και τα αισχρόλογα ακούγονται ελεύθερα και γίνονται αποδεκτά, ακόμη και σε νεότερες ηλικίες. Ο Λουκάτος υποστηρίζει πως επίτηδες η λαϊκή κοινωνία τα επινόησε αυτά, για να μυήσει τους νέους στο μυστικό της γονιμότητας. 
 
Ήτανε η μέρα του Καρνάβαλου.
Οι μασκαράδες ήτανε μόνο άντρες ντυμένοι γυναίκες. Μαζευόντουσαν απ΄το πρωί και το μεσημέρι το λιμάνι είχε γεμίσει. 
Μπροστά στεκόντουσαν οι οικοδόμοι ντυμένοι μαθήτριες. Μπλε ποδιά και άσπρο γιακαδάκι, φιόγκο στα μαλλιά, πιο κάτω τα πόδια τους γεμάτα τρίχες, και φορούσαν τα χοντρά παπούτσια που βάζανε στο χτίστικο. Βαστούσανε σάκες κόκκινες και τα νύχια τους ήτανε μαύρα απ΄τα τσιμέντα. 
Πιο πίσω ήταν οι πόρνες. Με τα στήθια, τις κάλτσες τις δικτυωτές, τις φούστες τις σκιστές μέχρι το γοφό, τις ψεύτικες βλεφαρίδες, τα κόκκινα στόματα, τις περούκες, τα τακούνια που σφηνώνανε στις πλάκες [2]

Εξάλλου, βασικό χαρακτηριστικό του καρναβαλιού είναι ο χορός, καλλιτεχνική και ερωτική εκδήλωση καθαρά εκτονωτική. "Μην ξεχνάμε πως και τις Νεράιδες, την ποθερωτική αυτή φαντασίωση των ανδρών, οι λαϊκές παραδόσεις τις δίνουν πάντα πανέμορφες και προκλητικές, ιδιαίτερα σε ώρες χορού"[3], σημειώνει ο Λουκάτος.


 
Και δώσ' του τα παλαμάκια από πέρα, όλο το δρόμο που 'ρχόταν, απάνω σ' ένα γάιδαρο τ' ανάποδα, με του γαιδάρου την ουρά ανασηκωτή στα χέρια αντίς στα γκέμια, κι έκοβε μ' ένα ψαλίδι τρίχες απ' την ουρά του και τις μοίραζε στον κόσμο! Απ' την πυρά κρεμόταν η επιγραφη ΕΘΝΙΚΟΝ ΤΑΜΥΟΝ. Πλάι στον γαϊδουροκαβαλάρη έτρεχ' ένας μουτζουρωμένος παλιάτσος και του 'δινες χαρτάκια από ένα πανέρι που 'γραφε απέξω ΜΠΗΛΙΕΤΑΚΙΑ. Ο γάιδαρος είχε στο κεφάλι μια σημαία γαλανόλευκη με κόκκινα γράμματα: ΔΟΛΙΑ ΠΑΤΡΙΣ[4].

Δεν είναι τυχαίο που στην "Κερένια κούκλα" του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου ο έρωτας ανάμεσα στο Νίκο και τη Λιόλια γεννιέται τη νύχτα της Αποκριάς. Όπως παρατηρεί η Αγγέλα Καστρινάκη, το καρναβάλι είναι ο τόπος και ο χρόνος που γιορτάζεται η κρυφή ενότητα των αντιθέτων. Τα όρια ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, στο γήρας και τη νεότητα, στη ζωή και τον θάνατο παύουν να υφίστανται.

Η πλατεία ήταν γεμάτη τραπέζια με κρασιά, τα 'χανε βάλει οι γείτονες, ο Καρνάβαλος άρχισε να πίνει, πίνανε όλοι ασταμάτητα και οι γειτόνοι βγάζανε συνέχεια καινούργιες νταμιτζάνες κι όταν τις ήπιαν όλες, πιάσαν το χορό. [...]

Οι μαθήτριες κάτω απ' το παράθυρο με το ραδιόφωνο άρχισαν να χορεύουν ροκ. Τα τριχωτά τους πόδια πετούσαν στον αέρα, οι φιόγκοι στα μαλλιά τους στράβωσαν και κρεμόντουσαν μπροστά στη μύτη τους, μερικές κάνανε και φιγούρες και φαινόντουσαν τα σορτσάκια τους, το πλήθος χτυπούσε τα πόδια με ρυθμό... [5]




Η Αποκριά είναι γιορτή μαγική, διονυσιακή, μυστηριακή. Μοναδική γιορτή του χρόνου που επιτρέπεται η παραβίαση των κανόνων που τον διέπουν. Τα κορίτσια δεν κοιτούν χαμηλά, οι γέροι δεν είναι κουρνιασμένοι στις καρέκλες τους, οι άντρες δε συγχρωτίζονται μόνο μεταξύ τους στα καφενεία, κανείς δεν προσέχει τα λόγια του.

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι

γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

Στον παραλογισμό του σκηνικού της αποκριάς ο Σαχτούρης ενέταξε το δικό του εξωλογικό βίωμα του πολέμου. Και εδώ οι άνθρωποι αλλάζουν ρόλους και υπόσταση, προς χάριν μιας διαφορετικής εκτόνωσης, αδελφοκτόνας. Και στου Σαχτούρη την αποκριά, κάθε λογική αίρεται. Παιδιά πεθαίνουν και ανεβαίνουν στον ουρανό, γυάλινος χαρτοπόλεμος ματώνει τις καρδιές των ανθρώπων, το φεγγάρι μαχαιρωμένο πετιέται στη θάλασσα.
  
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά[6].


 ***

[1],[4] Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013.
[3] Δημήτριος Λουκάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992.
[2], [5] Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο υπνοβάτης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1997.
[6] Στην αρχή και στο τέλος, αποσπάσματα από το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη, Αποκριά. 


Τετάρτη 3 Σεπτεμβρίου 2014

Μια ανάγνωση της "Κερένιας κούκλας" - Β' μέρος

Το διάβασμα της "Κερένιας κούκλας" του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου φέρνει αναπόφευκτα στο νου το "Φθινόπωρο" του Κωσταντίνου Χατζόπουλου. Υπάρχουν αρκετές διαφορές, επικρατεί όμως η αίσθηση πως είναι λεπτές, όπως αυτή που παρατηρείται στο όνομά τους. Φαινομενικά συνoνόματοι, μόνο που ο Χατζόπουλος δεν ήθελε να βλέπει το "ν" στο μικρό του όνομα. Κωσταντίνος, όχι Κωνσταντίνος. Διόρθωνε διαρκώς όσους έγραφαν το όνομά του λάθος.

Και τα δύο πεζογραφήματα γράφτηκαν την ίδια περίπου εποχή. Το 1911 εκδίδεται η "Κερένια κούκλα", το 1917 το "Φθινόπωρο". Και τα δύο προκάλεσαν εντύπωση στους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς κύκλους, και τα δύο θεωρήθηκαν συμβολιστικά έργα. Για το "Φθινόπωρο" η ετυμηγορία υπήρξε ομόφωνη, για την "Κερένια κούκλα" όχι.

Και ως προς την υπόθεση υπάρχουν ομοιότητες. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ένα νεαρό ζευγάρι. Ο Στέφανος και η Μαρίκα στην πρώτη περίπτωση, ο Νίκος και η Βεργινία στη δεύτερη. Ένας νέος όμορφος, γεμάτος όρεξη και κέφι για ζωή, με ένα γέλιο ηχηρό, γεμάτο ζωηράδα, και μία κοπέλα θαμπή, αχνή, φιλάσθενη, σχεδόν αντιπαθής στον αναγνώστη, αν και θύμα μιας μοίρας που δεν ελέγχει η ίδια. Κι ανάμεσά τους ένα πολύ νεαρό κορίτσι -η Ευανθία του "Φθινοπώρου", η Λιόλια της "Κερένιας κούκλας"- που εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, γεννά τον πόθο, συμβολίζει τα νιάτα, την ίδια τη ζωή. Η εμφάνισή της προκαλεί ανατροπές. Ένα σύμβολο ζωής που, τελικά, προκαλεί το θάνατο. Ένα φάλτσο, μια κραυγή χαράς  σε ένα σπίτι που το μαστίζει η αρρώστια.

Κυρίαρχα θέματα είναι η ζωή των νέων από τη μια μεριά και τα κουτσομπολιά της μικρής επαρχιακής πόλης ή της Αθήνας -που εκείνη την εποχή δε διαφέρει και πολύ από μια μικρή επαρχιακή πόλη και οι περιγραφές του Χρηστομάνου το μεταφέρουν αυτό- από την άλλη. Η κακογλωσσιά, οι φαρμακόγλωσσες γειτόνισσες, οι ανύπαντρες κόρες, η ζήλεια, η βασκανία, το μάτι. Όλα είναι παρόντα. Και στις δύο περιπτώσεις. Δε σχολιάζονται από τον αφηγητή, αλλά το ύφος αποτελεί από μόνο του ένα σχόλιο.

Αυτός που επικρατεί είναι ο εσωτερικός χώρος. Αυτός που γίνεται απειλητικός, ασφυκτικός, πάντα αποπνικτικός και σκοτεινός, ίδιος ο θάνατος. Αντίθετα, όταν ο φακός του αφηγητή μεταφερθεί σε χώρο εξωτερικό, η φύση οργιάζει, γεμίζει λουλούδια, ανοιξιάτικες μυρωδιές και πρόωρα ανθισμένες αμυγδαλιές. Μέσα από το παράθυρο όλα πεθαίνουν, έξω από αυτό όλα σφύζουν από ζωή. 

Τα χρώματα κάνουν την παρουσία τους παραπάνω από αισθητή. Δεν υπάρχει σκηνή που να μη γίνεται αναφορά σε ένα χρώμα. Το λευκό, το γαλάζιο, το κόκκινο, το χρυσό, το ασημί, το κίτρινο. Η χλομάδα στα πρόσωπα επανέρχεται διαρκώς και είναι ενδεικτική της συναισθηματικής τους κατάστασης, ενώ και στα δύο πεζογραφήματα πολλές φορές τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται "κέρινα". Αφαιμαγμένα ομοιώματα, χωρίς ζωή. 

Έτσι κοιμήθηκαν εκείνη τη νύχτα η άσπρη Βεργινία και ο μαυριδερός ο Νίκος σκεπασμένοι με το νυφικό τους πάπλωμα από ατλάζι γαλάζιο [...]

***
Σα γάλα έμπαινε η γαλανή ανάσα τ' ουρανού μέσα στην κάμαρη της άρρωστης και της χάδευε τ' άσπρο πρόσωπό της τ' αχάδευτο και της φιλούσε τα κόκκινά της τα μαλλιά, που άλλος κανένας δεν τα φιλούσε. 
***
Η Λιόλια όλο και ξεροκοκκίνιζε κι έμενε σκυμμένη... Με μιας σήκωσε τ' αθώα και γλυκά της μάτια, που οι κόρες τους ήτανε χρυσαφένιες σαν τα τζίτζιφα και κολυμπάγανε μες στο ασπράδι, το υγρό και μπλου, σα μέσα σ' ένα πέλαγος αυγινό, σε κάποιον ουρανό χλωμό [...] 

Κ. Χρηστομάνου, Η Κερένια κούκλα

Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ' έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός.
 *** 
Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ψυχροκίτρινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σε κέρινη λευκή λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία.
Κ. Χατζόπουλου, Φθινόπωρο

Το φεγγάρι ως σύμβολο επανέρχεται διαρκώς στην "Κερένια κούκλα", ενώ στο "Φθινόπωρο" σύμβολο αποτελεί η ίδια η εποχή, η υγρασία της, οι μυρωδιές της, το ομιχλώδες τοπίο. Οι υπαινιγμοί, τα υπονοούμενα, η συμβολιστική ασάφεια που συναντά κανείς στο "Φθινόπωρο" δεν είναι εξίσου έντονα στην "Κερένια κούκλα", αλλά η υποβλητικότητα στη γραφή είναι χαρακτηριστική και στα δύο. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης έχει κανείς την αίσθηση πως τα δωμάτια σκοτεινιάζουν, οι τοίχοι βάφονται σε  χρώμα ασημί, ένα χλομό φεγγάρι φωτίζει τις σελίδες.



Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία:

Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο,  Νεφέλη, Αθήνα 1987

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013

Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2014

Μια ανάγνωση της "Κερένιας κούκλας" - Α' μέρος


"Αν ο Μπάιρον που ήταν ωραίος σαν τον Απόλλωνα, μίσησε ολάκερο το ανθρώπινο γένος μονάχα γιατί του έλειπε ένας πόντος από το δεξί του ποδάρι, ο Χρηστομάνος, που είταν άσκημος σαν τις γκαργκούγιες των γοτθικών μητροπόλεων και του έλειπε και το μισό κορμί, είχε περισσότερο δίκιο να είναι γεμάτος κακία και πίκρα ενάντια στη Μοίρα του κ' ενάντια στους άρτιους ανθρώπους. [...]
Είχε όλα τα εξωτερικά και εσωτερικά γνωρίσματα των καμπούρηδων: φαρδειές μασέλες, πεταγμένο πηγούνι, μεγάλα φλογισμένα μάτια, πολλήν εξυπνάδα και πολύ φαρμάκι. Όμως, τι μεγάλη δημιουργική πνοή, πόση ποίηση μέσα σ'αυτό το ελεεινό πήλινο σκεύος!"
Κώστας Βάρναλης

 

 

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος

O Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, αυτός ο δύσμορφος διανοούμενος που η βλάβη στη σπονδυλική του στήλη τον οδήγησε σε πρόωρο θάνατο στα 44 του χρόνια, υπήρξε ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γόνος εύπορης οικογένειας, φοίτησε στη φιλοσοφική σχολή της Βιέννης, ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Ίνσμπουργκ, ασπάστηκε τον καθολικισμό με πρόθεση να άρει το σχίσμα, επιχείρησε να μονάσει, απέκτησε την αυστριακή υπηκοότητα και τον τίτλο του βαρώνου ιππότη, και υπήρξε δάσκαλος της αυτοκράτειρας της Αυστρίας, στην οποία και αφιέρωσε το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ. Μετά από δέκα χρόνια παραμονής στη Βιέννη επέστρεψε στην Ελλάδα, στράφηκε στο θέατρο και ίδρυσε την, πρωτοποριακή τότε, Νέα Σκηνή.

Η "Κερένια κούκλα"


Σημαντικό έργο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου υπήρξε η "Κερένια κούκλα". Αιρετικό για την εποχή του, τόσο για τη δημοτική γλώσσα, που προτιμήθηκε και στοίχισε στο έργο πολλές εκδοτικές περιπέτειες, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο έρωτας, που προκάλεσε την κοινωνική κατακραυγή και τον καθωσπρεπισμό της εποχής.

Όλες τις περιπέτειες του κειμένου και του δημιουργού του, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε από την κριτική, αλλά και τα αισθητικά ρεύματα με τα οποία συνομίλησε παρουσιάζει η Αγγέλα Καστρινάκη στη μελέτη της "Σαν τις μυγδαλιές" - Ιδέες και σύμβολα στην Κερένια κούκλα, που συμπληρώνει την έκδοση του κειμένου από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης και εγκαινιάζει τη σειρά "Παλαιά κείμενα, νέες αναγνώσεις". 


Η υπόθεση

Πρωταγωνιστές του κειμένου ένα νεαρό ζευγάρι, ο Νίκος και η Βεργινία. Ο Νίκος, νέος γεμάτος ομορφιά και ζωή, ανταποκρίνεται πλήρως στα στερεότυπα για τον άντρα, που με την ορμητική του δύναμη γονιμοποιεί το θηλυκό. Η Βεργινία, από την άλλη, φιλάσθενη. Μια αποτυχημένη εγκυμοσύνη την έχει ρίξει στο κρεβάτι, το χρώμα του προσώπου της όλο και ξεφτίζει, γίνεται ωχροκίτρινη, ώσπου η θεία της της στέλνει τη Λιόλια, για να τη φροντίσει. Εκείνη έχει όλα τα καλά της νιότης. Ένα κορίτσι όλο μοσχοβολιά, με "χείλη κόκκινα και υγρά, μισανοιγμένα, σαν ανθόφυλλα".

Σε κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τ' άγουρα να ωρίμαζαν εκεί, μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν...

Ο ερχομός της Λιόλιας δρα ως καταλύτης, και είναι αυτός που οδηγεί τη Βεργινία στη ζήλεια, στο μαρασμό και, τελικά, στο θάνατο. Μετά το θάνατό της, η Λιόλια και ο Νίκος θα παραμείνουν ζευγάρι, θα παντρευτούν, για να αποφευχθεί η έκθεση του κοριτσιού στην κοινωνία, η Λιόλια θα μείνει έγκυος, αλλά το παιδί που θα γεννηθεί δε θα θυμίζει σε τίποτα εκείνη. Θα είναι ίδιο με τη νεκρή Βεργινία, ωχροκίτρινο, σαν κερένια κούκλα. 


Αθηναϊκό μυθιστόρημα ή ηθογραφία;

Πολλοί χαρακτήρισαν το έργο ηθογραφικό, άλλοι ως "το πρώτο αθηναϊκό μυθιστόρημα". Είναι αναμφίβολλα και τα δύο. Εδώ, η πόλη αντικαθιστά το χωριό και περιγράφεται πολύ γλαφυρά χάρη στην οξεία παρατηρητικότητα του αφηγητή.

Ο Υμηττός, σαν κανένας υπναράς τρελός (που 'χει τον ύπνο του για τρέλα), πλαγιασμένος με τις πλάτες γυριστές, με μιαν ατέλειωτη γαλήνη γαλάζια κι ισκιερή στο ξάπλωμά του. Και κάτου, τα βουναλάκια του Βατραχονησιού και του Σταδίου μ' ένα κομμάτι απ' το μαρμαρένιο φέγγος, με λίγη πρασινάδα στον Αρδηττό, πάνω από το Μετς [...]
 
Η Αθήνα έχει τα χάλια της, αλλά παρουσιάζεται όμορφη, ακόμα και στις πιο άσχημες γωνιές της. Οι περιγραφές των τόπων αποτελούν άρτια δείγματα αισθητισμού. Η δε περιγραφή της παλιάς αθηναϊκής αποκριάς είναι μια σκηνή εκπληκτική, που πήρε τα εύσημα και από την κριτική. Ο Χρηστομάνος παρουσιάζει γραφικά τις φτωχογειτονιές της Αθήνας. Δεν έχει την κοινωνική ευαισθησία του ανάλογης καταγωγής σοσιαλιστή Θεοτόκη. 

Σκυλιά γάβγιζαν. Κότες κακαρίζανε μεσ' απ' τις αυλές - τόσο κοντά που θάρρευε κανείς πως ήτανε μέσα στην κάμαρη, κάτω απ' το κρεβάτι. Καμιά φορά έφτανε η φωνή κανενός γαϊδάρου, καθώς περνούσε πέρα, κατά του Μακρυγιάννη [...]

"Ερωτικό" μυθιστόρημα;
Διαβάζουμε και στη μελέτη της Αγγέλας Καστρινάκη πως το ερωτικό τρίγωνο είναι συνηθισμένο θέμα στο έργο του Χρηστομάνου, αλλά δεν είναι αυτό που καθιστά ξεχωριστό το μυθιστόρημα. Είναι ο έρωτας, που παρουσιάζεται σαρκικός, υψηλός, ιερός κι ανθρώπινος συνάμα. Η Λιόλια κάνει έρωτα με το Νίκο, έναν παντρεμένο άντρα, και η πράξη τους όχι μόνο δεν κινεί ζητήματα ηθικής -όπως θα γινόταν για παράδειγμα σ' ένα μυθιστόρημα του Ξενόπουλου-  αλλά κάνει τη φύση να ανθίσει, παρουσιάζεται ως χείμαρρος που συνεπαίρνει τα σώματα των δύο νέων αλλά και ως έκφραση του θείου· μεγαλειώδης και μικρή ταυτόχρονα, όπως και η ανθρώπινη φύση. Εδώ δε δίνεται έμφαση στο εμπόδιο -παρόλο που υπάρχει κι αυτό- αλλά στην ολοκλήρωση, πράγμα που δε συμβαίνει στην ελληνική πεζογραφία ως τα τότε. Δικαιωματικά δίνεται στο έργο ο χαρακτηρισμός του "πρώτου ερωτικού μυθιστορήματος", με την έννοια ότι ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ως ψυχοπαθολογικό ή ως κοινωνικό φαινόμενο, αλλά ως δύναμη και ορμή φυσική. Ο Χρηστομάνος "έχει απαλλάξει τους ήρωες από τους γονείς τους, έχει απαλλάξει το ερωτικό θέμα από τα κοινωνικά του βαρίδια και αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του στην ανάδειξη του ακατανίκητου συναισθήματος". Βέβαια, όση συμπάθεια κι αν δείχνει ο αφηγητής προς τους ήρωές του, το ασθενές βρέφος, που είναι καρπός του έρωτά τους, δεν παύει να αποτελεί μια τιμωρία.

Η αντίστιξη ρεαλισμού και συμβολισμού
 
Είτε ερωτικό είτε αθηναϊκό μυθιστόρημα, η "Κερένια κούκλα" αποτελεί σίγουρα δείγμα συμβολιστικής γραφής. "Ο συμβολισμός είναι η ανταπόκριση του εδώ προς το επέκεινα, η αντιστοιχία του φθαρτού προς το αιώνιο, η ετοιμότητα να διακρίνει κανείς παντού σημάδια, υπαινιγμούς μιας άλλης πραγματικότητας" σημειώνει η Αγγέλα Καστρινάκη. Πράγματι, ο αισθητισμός του αφηγητή είναι σαφής. Επιμένει στις φωτοσκιάσεις, τις αποχρώσεις, τα χρώματα. Όλα μοιάζουν με μια ζωγραφική σύνθεση όπου η ανοιξιάτικη Λιόλια αντιπαρατίθεται στη θαμπή Βεργινία.  
Η "Κερένια κούκλα" δεν αποτελεί μια απλή ερωτική ιστορία, αλλά ένα ταξίδι σε αιώνια και αρχετυπικά σύμβολα. Και, αλήθεια, τι είναι ο έρωτας, παρά η αιώνια ιδέα, το σύμβολο, η αρχή, η μοναδική στιγμή που ο άνθρωπος κερδίζει την αθανασία του;


Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η Κερένια κούκλα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013