Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Ομορφιά και θλίψη


Στα μυθιστορήματα του Γιασουνάρι Καουαμπάτα υπάρχει πολλή ζωή και πολύς θάνατος. Ίσως επειδή ο Ιάπωνας νομπελίστας έζησε τον θάνατο περισσότερο από κάθε άλλο λογοτέχνη. Μεγάλωσε χωρίς μητέρα, έχασε μικρός τον πατέρα του και ακολούθησαν οι θάνατοι της γιαγιάς του, της αδερφής του και του παππού του. Έμεινε απόλυτα μόνος, χωρίς κανέναν συγγενή ζωντανό, και μπήκε εσωτερικός σε οικοτροφείο στα δεκάξι του. Έζησε τον θάνατο της κόρης του, τον θάνατο της παλιάς Ιαπωνίας, την καταστροφή που προκάλεσε η ατομική βόμβα, την τελετουργική αυτοκτονία του μεγάλου συγγραφέα Γιούκιο Μίσιμα, και κατά πάσα πιθανότητα οδηγήθηκε στην αυτοχειρία και ο ίδιος, αφήνοντας το γκάζι να γεμίσει τον χώρο του γραφείου του. 

Ακόμη κι όταν δεν πρόκειται για ολοκληρωτικό θάνατο, αλλά για μια αλλαγή που δεν σταματά τη ζωή, τότε πάλι ως θάνατος αντιμετωπίζεται. Ως θάνατος αντιμετωπίζονται το τέλος της αθωότητας, ο εξευρωπαϊσμός της ιαπωνικής κοινωνίας, η σίγαση της ερωτικής επιθυμίας, το γήρας, η φθορά, η ασχήμια.

Το τελευταίο  μυθιστόρημα του Καουαμπάτα, "Ομορφιά και θλίψη", είναι μια ώριμη σπουδή στον έρωτα και τη ζήλια. Ο Όκι, ένας μεσήλικας συγγραφέας, αποφασίζει να ταξιδέψει από την Καμάκουρα στο Κιότο για να ακούσει εκεί τις καμπάνες της πρωτοχρονιάς. Στο Κιότο κατοικεί η Οτόκο, ο μεγαλύτερος έρωτας της νιότης του. Το πάθος που αισθάνθηκε ο Όκι "για μια τέτοια γυναίκα", και το βίαιο τέλος της σχέσης τους -που είχε ξεκινήσει είκοσι πέντε χρόνια νωρίτερα, ενώ η Οτόκο ήταν ανήλικη κι εκείνος ήδη παντρεμένος και πατέρας-, μετατρέπουν σε ασήμαντο πρόσχημα τη βαθιά επιθυμία του να ακούσει τις καμπάνες. Ο Όκι αισθάνεται αγωνία, αλλά και τύψεις, που καταδίκασε αυτή τη γυναίκα να στερηθεί το γάμο και τη μητρότητα.

Δεν μπορούσε να διώξει απ΄την ψυχή του την οδύνη στη σκέψη ότι είχε σπείρει τη διάλυση στον κόσμο αυτής της κοπέλας, στερώντας της τη δυνατότητα να γίνει σύζυγος και μητέρα. [...] Στις αναμνήσεις του Όκι η Οτόκο παρέμενε η πιο παθιασμένη γυναίκα που είχε γνωρίσει ποτέ του. Αλλά και η τόση αμεσότητα της ανάμνησης της Οτόκο ακόμα και σήμερα δεν ήταν σημάδι ότι στην πραγματικότητα δεν είχαν χωρίσει ποτέ τους; Μολονότι ο Όκι είχε γεννηθεί στο Τόκιο, τα φώτα της νύχτας που έπεφτε στο Κιότο συνδαύλιζαν μέσα του μια αίσθηση καταγωγής. 

Η Οτόκο θα δεχτεί να δει τον άντρα που λεηλάτησε τη νιότη της. Αλλά δεν θα τον δει μόνη. Θα τη συνοδέψουν σ΄εκείνο το πρωτοχρονιάτικο δείπνο δύο γκέισες και η Κέικο, μαθήτριά της στη ζωγραφική, με την οποία συζεί. Εκείνο το πρωτοχρονιάτικο βράδυ, τέμνονται για πρώτη φορά οι πλευρές ενός ιδιότυπου ερωτικού τριγώνου, οι κορυφές του οποίου θα κατασπαράξουν σαν λεπίδες την οικογένεια του Όκι. Η αγάπη της Οτόκο για τον Όκι θα γεμίσει ζήλια την ερωτευμένη Κέικο, που θα θελήσει να πάρει εκδίκηση από την οικογένεια του άντρα για όλα όσα έμειναν ανεξίτηλα στην ψυχή της δασκάλας της

Η Κέικο πήρε το χέρι της Οτόκο, έβαλε στο στόμα της το μικρό της δάχτυλο, το δάγκωσε και την κοίταξε με πλάγιο βλέμμα. Ύστερα μουρμούρισε: [...]  
"Οτόκο, σας είμαι αφιερωμένη και ζω μόνο για σας" [...] 
"Η ιδέα ότι θα μπορούσα πολύ εύκολα να στραγγαλίσω τον Όκι Τοσίο στον μακάριο ύπνο του με ηδόνιζε, δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο..."


Η Κέικο θα ξετυλίξει κάθε σαγήνη της νιότης της, κάθε χαρακτηριστικό της δαιμονικής γυναικείας της φύσης, καθώς αργά και τελετουργικά, με μια ιεροτελεστία παρόμοια με αυτή του τσαγιού, θα σερβίρει το πιάτο της απολάνησης και της εκδίκησης τόσο στον Όκι όσο και στον γιο του. 

Η Οτόκο είχε αποτύχει στην απόπειρα αυτοκτονίας της μετά τον χωρισμό με τον Όκι, πάντα όμως ευχόταν να τα είχε καταφέρει και συλλογιζόταν ότι, αν είχε πεθάνει τότε, η ζωή της θα είχε υπάρξει σύντομη, αλλά όμορφη. Ακόμη καλύτερα θα ήταν να είχε πεθάνει στη γέννα, πριν την απόπειρα αυτοκτονίας που κατέληξε σε αποτυχία, και πριν το μωρό της πεθάνει, γιατί μ' αυτόν τον τρόπο θα είχε γλιτώσει κι από τα σιδερόφρακτα παράθυρα του ψυχιατρικού τμήματος του νοσοκομείου και όλα θα είχαν τελειώσει όμορφα. 

Εκτός από μια πραγματεία στον έρωτα -τον έρωτα ως εμμονή και ασθένεια- το μυθιστόρημα του Καουαμπάτα θίγει συχνά το θέμα του χρόνου, της ανάμνησης και της εξιδανίκευσής της στην ανθρώπινη συνείδηση. Η δεκαεπτάχρονη Οτόκο στο τέλος του μυθιστορήματος είναι πια σαράντα, αλλά ο χρόνος δεν έχει κυλήσει στη ζωή της. Παρέμεινε αμετακίνητος, όπως και ο έρωτάς της για τον Όκι. Ο χρόνος λιμνάζει μέσα της και η ίδια παραδίδεται με αυταρέσκεια στις αναμνήσεις ενός θλιμμένου έρωτα. Η αγάπη της έχει κάτι ναρκισσιστικό. Ακόμη και η ερωτική της σχέση με την Κέικο είναι σαν να μεταμορφώνεται σε έρωτα για τον ίδιο της τον εαυτό. Ή σε έρωτα για ό,τι υπήρξε ο Όκι για κείνη. Μαθαίνει στην Κέικο ό,τι το δικό της σώμα έμαθε από τον Όκι. Παίρνει τη θέση του, γίνεται εκείνος, κι έτσι παραμένει ο έρωτάς της στη ζωή. 

Όλα ρέουν με ρυθμούς τόσο αργούς που φτάνουν να γίνουν αισθησιακοί. Ο αισθησιασμός χαρακτηρίζει και τις περιγραφές της φύσης, νεκρής ή ζωντανής. Η περιγραφή παραμένει εξίσου ζωντανή, είτε αναφέρεται σ' ένα λουλούδι, μια λίμνη, μια οροσειρά, έναν βουδιστικό ναό, είτε στον ήχο του σαμισέν, της καμπάνας, το σχέδιο ενός κιμονό, το δέσιμο ενός όμπι.

Μετά το τέλος της ανάγνωσης παραμένει ένα ερωτηματικό, που συχνά γεννά η ιαπωνική τέχνη. Πώς είναι δυνατόν η φιλοσοφία του ζεν, η έννοια του σάμπι, αυτή η βαθιά εσωτερικότητα και εναρμόνιση με τους ήχους και τους ρυθμούς της φύσης, να συνδυάζονται με την απόλυτη βιαιότητα και παραφροσύνη σε ό,τι αφορά τον έρωτα;

***

Το κείμενο συνοδεύουν φωτογραφίες του Masao Yamamoto.

Γιασουνάρι Καουαμπάτα, Ομορφιά και θλίψη (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004.



Πέμπτη, 17 Μαρτίου 2016

Αρνάκι άσπρο και παχύ


 Otto Hütter


Έχω ένα πράμα πραματάκι, περπατεί,
περπατεί κι όλο ψαλίδια κάνει στο δρόμο του [1].
(Αίνιγμα για το πρόβατο, Λάμπρος 1871)



Κριάρι Νορβηγίας
Έχω τρία αγαπημένα πράματα. Πράματα λέγοντας εννοώ ζώα, όπως το αίνιγμα. Πρώτο έρχεται το πρόβατο. Ακολουθούν η χελώνα κι ο βάτραχος, αλλά δεν είναι της παρούσης. Το πρόβατο πάντοτε τ' αγαπούσα πρώτο πρώτο. Και το κατσικάκι μού αρέσει, αλλά έχει ατίθασους γονείς. Ο τράγος και η κατσίκα είναι σίγουρα ζώα πιο ζωηρά από το κριάρι και την προβατίνα. Έπειτα, ο τράγος τι έχει για να τον ξεχωρίζει από τη θηλυκιά του; Κυρίως το μούσι του. Αν κάποιος έχει άσχημο μούσι τού λέμε πως είναι σαν  τραγί. Ενώ το κριάρι έχει όμορφα κέρατα. Και εσωστρεφή, σε αντίθεση με όλα τα άλλα ζώα -και τον τράγο μαζί- που επίσης φέρουν βαρέως το κεφάλι τους, αλλά εξωστρεφώς.  
Το κριάρι, όπως και να το κάνουμε, είναι πιο μεγαλοπρεπές. Έπειτα, το μικρό αρνάκι έχει κι άλλα όμορφα ονόματα. Σε πολλά μέρη το λένε μανάρι ή μαναράκι, ενώ σε άλλα το λένε καμάρι, ειδικά αν είναι άσπρο και παχύ, που συνήθως είναι. 


Πρόβατο Ισλανδίας
Οι παροιμιώδεις φράσεις το αδικούν το πρόβατο, ενώ το λαϊκό παραμύθι και οι μύθοι του Αισώπου βοηθούν το παιδί να ταυτιστεί μαζί του και να το αγαπήσει, σε αντίθεση με τον λύκο που τα παιδιά τον φοβούνται ή και τον μισούν. Συχνά όμως λέμε κάποιον πρόβατο όταν είναι άβουλος, λέμε για τους ανθρώπους πως "πάνε σαν τα πρόβατα" όταν έχουν τη συμπεριφορά της μάζας, του όχλου. Το κατηγορούμε δηλαδή το ζώο που μας υπακούει και δεν πράττει κατά δική του βούληση, αλλά του βοσκού που το κατευθύνει. Εκτός κι αν πρόκειται για τον καλό ποιμένα που κατευθύνει το ποίμνιό του, ήτοι το εκκλησίασμα, στην ευχή του Θεού. 

Στην Αργεντινή και στη Χιλή, οι περιοχές της Παταγονίας στα νότια του Νότου της αμερικανικής ηπείρου είναι μια ατέλειωτη έκταση από επίπεδη γη που τη μαστιγώνει ο άνεμος και που με δυσκολία αναπτύσσεται ελάχιστη βλάστηση. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα εκτροφεία κρέατος στον κόσμο. Τα ζώα βόσκουν ελεύθερα σ' εκείνη την απέραντη πάμπα, χωρίς να υποπτεύονται πως ο μοναδικός σκοπός τους σε τούτη τη ζωή είναι να προμηθεύουν τις βιομηχανίες κρέατος, γάλακτος, και, στην περίπτωση των προβάτων, μαλλιού [2].


Το πρόβατο επίσης θεωρείται ζώο που δεν παρουσιάζει ποικιλία, καθώς οι φιλόζωοι της πόλης μόνο ράτσες γάτων και σκύλων γνωρίζουν. Μα πρόβατα υπάρχουν σε πάμπολλα μέρη του κόσμου και παρουσιάζουν εξαιρετική ποικιλομορφία.

Πέρα από το γάλα, το γιαούρτι και τα λοιπά γαλακτοκομικά προϊόντα, το πρόβατο είναι χρήσιμο πρωτίστως για το μαλλί του. Ήθελε τέχνη και δύναμη το κούρεμα του προβάτου και γινόταν από κουρείς δεξιοτέχνες. Τέχνη θέλει όμως και το γνέσιμο του μαλλιού, που το αναλαμβάνουν οι γυναίκες γνέθοντας με υπομονή στη ρόκα τους τις νύχτες του χειμώνα.


O παππούς μου έβγαζε το ψωμί του εκτρέφοντας πρόβατα στην Παταγονία για να στέλνει μαλλί στην Αγγλία, απ' όπου συχνά αυτό επέστρεφε μεταμορφωμένο σε γιλέκα και κουβέρτες. Την εποχή του κουρέματος των προβάτων χρειάζονταν πολλά χέρια και οι άντρες περνούσαν κατά εκατοντάδες τα σύνορα για να δουλέψουν. Τα σκυλιά μάζευαν τα τρομοκρατημένα πρόβατα από τα λιβάδια στα μαντριά, όπου μπολιάζονταν και ύστερα περνούσαν στα χέρια των κουρευτών. Οι πιο έμπειροι κουρευτές έκοβαν το μαλλί στο άψε σβήσε, ακινητοποιώντας το ζώο με το ένα μπράτσο, ενώ χειρίζονταν το ψαλίδι με το άλλο χέρι. Οι ηλεκτρικές ξυριστικές μηχανές δεν χρησιμοποιούνταν ακόμη σ' εκείνα τα μέρη την εποχή του παππού μου. 

Και για τον μηρυκασμό του το κατηγορούμε το καημένο το πρόβατο και λέμε ότι κάποιος μηρυκάζει όταν αναμασά τα ίδια και τα ίδια, παρόλο που όλοι γνωρίζουμε πως είναι καλό για την υγεία μας να μασάμε καλά την τροφή μας.

Κριάρι Σκοτίας

Το κούρεμα ήταν επίσης ευκαιρία για να μαρκάρουν και να μετρήσουν το κοπάδι, να διαλέξουν τους επιβήτορες και να χωρίσουν τα νέα αρσενικά ζώα, μερικά για το σφαγείο και άλλα για να τα ευνουχίσουν και να τα παχύνουν, ώστε να εξακολουθήσουν να παράγουν μαλλί και κρέας. Οι ιδιοκτήτες και οι επιστάτες των κτημάτων μαζεύονταν για να επιβλέπουν τους εργάτες, να επιδεικνύουν τα γαλαζοαίματα άλογά τους, με τα στολίδια από αληθινό ασήμι, και να πίνουν. 

Στο παρελθόν συχνά μου αποδιδόταν ο χαρακτηρισμός "πρόβατο", καθότι άνθρωπος ήσυχος και όχι ιδαίτερα αντιδραστικός. Στη ζωή, λένε, είσαι ή πρόβατο ή λύκος. Υπάρχει, όμως, κατά την παραβολή και το μαύρο πρόβατο ή το απολωλός πρόβατο. Πρόβατο μεν, αλλά ξεφεύγει από τον ποιμένα του. 

Πρόβατο Ιρλανδίας
Οι εργάτες άρχιζαν τη μέρα τους με ένα κομάτι ψωμί chincharrones (τηγανητή πέτσα, λίπος και έντερα) και μάτε, ένα πράσινο πικρό τσάι, που αγαπούν πολύ σ' εκείνη την περιοχή. Δεν έτρωγαν τίποτε άλλο μέχρι το απόγευμα, όταν έφτανε η ώρα της ξεκούρασης. Όταν βασίλευε ο ήλιος, άναβαν φωτιές για να ψηθούν τα ζώα, έβγαιναν μερικές κιθάρες και μοιραζόταν αρκετό οινόπνευμα για να ξαλαφρώσει την ψυχή και να ζεστάνει τα κόκκαλα, αλλά όχι τόσο που να τους μεθύσει, μια κι έπρεπε ν' αρχίσουν το άλλο πρωί με μυαλό καθαρό. Τα αμελέτητα των ευνουχισμένων ζώων, ψημένα στη σούβλα, θεωρούνταν νοστιμότατα. Ο Λουίς Σεπούλβεδα, στο βιβλίο του "Patagonia Express", περιγράφει την ανατριχιαστική σκηνή, όπου οι εργάτες, για να δείξουν το αντριλίκι τους, ευνούχιζαν τα πρόβατα με τα δόντια, αλλά εγώ δεν είδα ποτέ κάτι τέτοιο. Το κούρεμα είναι αντρική δουλειά, οι γυναίκες δεν είχαν θέση σ' εκείνη την άγρια τελετή της πάμπα. 

Στο δημοτικό, που είχα πλούσιες μπούκλες, πήγα μια φορά να κουρευτώ και η κομμώτρια μου έκοψε παρά τη θέλησή μου το μαλλί καρέ, για να δροσίζεται ο σβέρκος μου, αφού ερχόταν καλοκαίρι. Το καρέ, όμως, δεν ενδείκνυται για σγουρό μαλλί γιατί οι μπούκλες ζωηρεύουν περισσότερο. Ήμουν έτοιμη να βάλω τα κλάματα και, για να με προλάβει, η κομμώτρια είπε: "Ορίστε, είσαι σαν προβατάκι!"

***


[1]Χρυσούλα Χατζητάκη-Καψωμένου, Θησαυρός νεοελληνικών αινιγμάτων, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2001.

[2] Ιζαμπέλ Αλιέντε, Αφροδίτη. Ιστορίες, συνταγές και άλλα αφροδισιακά (μτφρ. Παντσίτα Λιόνα), Ωκεανίδα, Αθήνα 1997. 

 


Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Εξώφυλλα #8: Ο υπέροχος Γκάτσμπυ


Εξώφυλλα αφιερωμένα στον λογοτεχνικό ήρωα που οργάνωνε τα καλύτερα πάρτι της Νέας Υόρκης και δεν παρευρισκόταν σε κανένα από αυτά...




(1993)


























Γαλλικό εξώφυλλο (1997)


1945


























2006




 























***

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Κανάλ ντ' Αμούρ

Η οδός Τανταλίδου την ώρα που ανάβουν τα φώτα

Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος στο διήγημά του "Το γιαούρτι" περιγράφει το γιαούρτωμα μιας τραβεστί που έκανε πιάτσα στην οδό Πολυτεχνείου στη Θεσσαλονίκη, μια χιονισμένη νύχτα του Φλεβάρη. Εκείνος δε συνήθιζε να πιάνει μαζί τους γνωριμίες και δεν τον χώνευαν. Το 'βρισκαν ακαταδεξιά να τις ακολουθεί στα πηγαινέλα, να ξημεροβραδιάζεται στις πιάτσες τους και να μην τους απευθύνεται. Δεν τις ενοχλούσε και δεν τον ενοχλούσαν. Εκείνη τη νύχτα η Πολυτεχνείου ήταν "άδεια από αδερφές και τεκνά" και μονάχα η τραβεστί σουλατσάριζε φορώντας ένα γούνινο πολυτελές παλτό. Ξάφνου, δυο τύποι πέρασαν με ένα μηχανάκι και της πέταξαν ένα κεσεδάκι γιαούρτι, που τη βρήκε στην πλάτη. 

Φανάρια τη νύχτα στη λεωφόρο Νίκης
Την πρόλαβα την ώρα που ήταν έτοιμη να καταρρεύσει. "Μην κάνετε έτσι", της είπα φιλικά, "δεν είναι τίποτα, θα το σκουπίσουμε". "Δεν κλαίω τα χάλια μου", μου απάντησε μες στα δάκρυά της, "κλαίω το άτυχο παλτό μου, που το 'βαλα πρώτη φορά απόψε". Την έπιασα απ' το μπράτσο και την πήγα στο παρκάκι με τη βρυσούλα. Παίρνοντας με τις χούφτες μου νερό, καθάρισα σιγά σιγά όλα τα γιαούρτια, που σχημάτιζαν μια πλάγια γραμμή από τους ώμους στους γοφούς. Με κάτι χαρτομάντιλα που βρέθηκαν, προσπάθησα να καθαρίσω απ' τη γούνα και τα τελευταία υπολείμματα του γιαουρτιού. Μα κι έτσι το παλτό της φάνταζε σαν λεηλατημένο. Πάντως η πίκρα της είχε αρχίσει να υποχωρεί· μέχρι που έβγαλε και καθρεφτάκι να σιαχτεί. Στο τέλος φώναξε ένα ταξί και, πριν χωθεί στο πίσω κάθισμα, μου άρπαξε το χέρι και το φίλησε, λέγοντάς μου ελαφρά τρακαρισμένη: "Και να σκεφτείτε πως σας νόμιζα χαφιέ!"[1]

Ο Χριστιανόπουλος αφιέρωσε αρκετά κείμενά του στο ερωτικό περιθώριο της Θεσσαλονίκης. Το αποτύπωσε ανθρώπινα, ως ανάμνηση και εμπειρία. Αυτός, όμως, που αποτύπωσε σε ένα ολόκληρο αφήγημα εκείνον τον κόσμο, που δεν υπάρχει πια, είναι ο Θωμάς Κοροβίνης με το Κανάλ ντ' Αμούρ. Το βιβλίο γράφτηκε στο μεγαλύτερο μέρος του στις 22 Σεπτεμβρίου 1990, τη μέρα που κηδεύτηκε στη Θεσσαλονίκη ο σκηνοθέτης Τάκης Κανελλόπουλος. 

"Με τις φωτογραφίες δεν ξεχνιέται ούτε αλλάζει τίποτα"
Όποτε αναφέρεται το όνομά του, μου έρχεται στο μυαλό η σκηνή από εκείνο το διήγημα του Σκαμπαρδώνη, "Ο Τάκης Κανελλόπουλος στο Ντορέ". Ο σκηνοθέτης  κάθεται στο τραπεζάκι του. "Είχε παραγγείλει, όπως πάντα, τον καφέ του κι ένα ποτήρι ουίσκι χωρίς ποτό, γεμάτο με παγάκια. Έβαζε μέσα το κομπολόι του, από κεχρί, να παγώνει· μετά το έπαιρνε, το σκούπιζε καλά και το 'παιζε παγωμένο. Έτσι του άρεζε γιατί το ένιωθε καλύτερα στο χέρι κι έβγαζε πιο κρυστάλλινο ήχο"[2]

Τη μέρα που κηδευόταν αυτός ο ιδαίτερος σκηνοθέτης, ο Κοροβίνης σχεδόν ολοκλήρωσε το Κανάλ ντ' Αμούρ, προσπαθώντας να αποτυπώσει σε ένα κείμενο τα επιθανάτια σκιρτήματα μιας πόλης που ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του '80 είχε αρχίσει να αλλάζει δραματικά. Τα Λαδάδικα από κακόφημη συνοικία αναδεικνύονται στην πιο μοδάτη περιοχή της πόλης.

Εφημερίδα "Ακρόπολις"
Ο τόπος ήταν πήχτρα στην κούρσα. ΄Ολες μπάνικες, από μερσεντές μέχρι τζάγκουαρ. [...] Έκανα μεταβολή, τρόμαξα. Αν με πετούσες μέσα σ' ένα κοπάδι μαχαιροβγάλτες θα φοβόμουν λιγότερο. Τόσα χρόνια από δω κι από κει, τρίφτηκα με τους λούμπεν, μιλάω τη γλώσσα τους, ξέρω την καρδιά τους, συνήθισα τα χούγια τους, χνωτίστηκα μαζί τους τέλος πάντων, όχι για αλήτες δεν τους έχω, για τίποτα δεν τους έχω [3].  

Η πόλη ανακαινίζεται και στα μισοχαλασμένα καλντερίμια της, εκεί που στεγάζονταν μαγαζιά όπως το "Σεχραζάτ", ο "Παράδεισος", η "Καλή καρδιά", τώρα κυκλοφορούν ακριβά αυτοκίνητα, χρυσά τακουνάκια, θεατές της νυχτερινής αμαρτίας. 
δη από τη δεκαετία του '60, κάτοικοι των παραπλησίων στα Λαδάδικα δρόμων είχαν αρχίσει να διαμαρτύρονται πως κάτω απ' τα σπίτια τους κυκλοφορούν υποκοσμικοί και ανώμαλοι που μπορεί να αποπλανήσουν τα παιδιά τους. Η αστυνομία έκανε συχνά συλλήψεις, η τάξη έπρεπε να επιβληθεί σε όλους: αριστερίζοντες φοιτητές, ελευθεριάζοντες στον έρωτα, ακόμη και νοικοκυραίους αναγνώστες που προτιμούσαν τη "Μακεδονία" από τον "Ελληνικό Βορρά". 

Αυτοί που έστησαν σήμερα τα στέκια τους εκεί τριγύρω, είναι οι ίδιοι που εξαντλούσαν
την κακία τους κράζοντας και βγάζοντας τα σπασμένα [...
σ' όλους αυτούς και κυρίως πάνω στις χιλιογιαουρωμένες τραβεστές. [...] Εποχούμενοι με τις στραφτερές τους λαμαρίνες, γιοι μπαμπάδων, αυτοί που κρυφοπλήρωναν τις τραβεστί να τους κάνουν τα ανομολόγητα, ήταν οι ίδιοι που σε στιγμές ασφαλούς εκτόνωσης τις πετούσαν κόκα κόλες...

Νύχτα στο λιμάνι
Ο κόσμος της λαϊκής κραιπάλης, της λαγνείας και της παρανομίας απειλήθηκε από περιορισμούς, κυνηγητά κι απαγορεύσεις, και αποτελειώθηκε με την εμφάνιση του Έιτζ, αφήνοντας πίσω του κάμποσους αδικοθανατισμένους. Τώρα οι καφετέριες και τα μπαράκια κάναν τα Λαδάδικα να θυμίζουν κάπως την τουριστική Πλάκα.  

Μα εκείνος ο κόσμος, λέει ο Κοροβίνης, εκείνα τα ναυάγια της θεσσαλονικιώτικης αμαρτίας, παρά τους τσαμπουκάδες, τα τσαλίμια και τα καμώματα, λειτουργούσαν με δικούς τους νόμους και κανόνες, με μια δική τους, ανόθευτη ηθική. Εκείνος ο κόσμος θα βρίσκει πάντοτε στέκια να κρύψει την τρέλα του και να χορτάσει τις λαχτάρες του.


***

Οι πρώτες δύο φωτογραφίες της Θεσσαλονίκης, όπως και η τελευταία, είναι του Βαγγέλη Κώστογλου. Η συλλογή των φωτογραφιών του εδώ
Η τρίτη φωτογραφία αποτελεί σκηνή από την ταινία του Τάκη Κανελλόπουλου, "Παρένθεση".

[1] Ντίνος Χριστιανόπουλος, Οι ρεμπέτες του ντουνιά, Ιανός, Θεσσαλονίκη 2004. 
[2] Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νοέμβριος, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2014.
[3] Θωμάς Κοροβίνης, Κανάλ ντ' Αμούρ, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1996.