Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Έστιν ουν αξιοπρέπεια


Αν δεν έχεις γέρο, δώσε κι αγόρασε
Παροιμία 

Κατακαημένε άνθρωπε,
σαν ποντικός γεννιέσαι,
σα λεοντάρι γίνεσαι
και σα δροσιά χαλιέσαι. 
Δημοτικό
 

Αξιοπρεπής άνθρωπος είναι ο δυνατός, ο ανταγωνιστικός, ο παραγωγικός; Πού τελειώνει η αξιοπρέπεια, πού αρχίζει η περηφάνεια και πού ο εγωισμός; Πόσο αναξιοπρεπές είναι να ζητά κανείς βοήθεια; Πόσο αναξιοπρεπές είναι να αποκαλύπτουμε την τρωτή ανθρώπινη φύση μας στους ανθρώπους που μας αγάπησαν; Πόση αναξιοπρέπεια κρύβουν τα γηρατειά; Είναι άραγε αναξιοπρεπείς οι άνθρωποι που άλλοτε φορτώνονταν βαρέλες με νερό στις πλάτες τους για να ξεδιψάσουν τα παιδιά τους, που έπιαναν τα κάρβουνα με τα χέρια, που ζύμωναν αξημέρωτα το ψωμί τους, που ίδρωναν για να επιβιώσουν, και τώρα ο ιδρώτας τους μουσκεύει τα κιτρινιασμένα από την αρρώστια σεντόνια τους, τα χέρια τους μένουν ακίνητα κι ανήμπορα, οι πλάτες τους ανοίγουν από την κατάκλιση, το βλέμμα τους προδίδει την ανημπόρια τους;

Σε ένα διήγημα του Τολστόι, ο γαιοκτήμονας αρρωσταίνει. Ο μουζίκος του, που τον υπηρετεί πιστά, προσφέρεται να τον βοηθήσει. Θέλει να του συμπαρασταθεί στην αρρώστια του, θέλει να τον γηροκομήσει. Ο γαιοκτήμονας δε δέχεται, "για να μη χάσει την αξιοπρέπειά του". Δεν μπορεί να αποδεχτεί πως αυτός, ένας άνθρωπος ισχυρός, έχει βρεθεί στην ανάγκη ενός μουζίκου. Δε δέχεται την αγάπη του, δε δέχεται τη βοήθειά του, προτιμά να μείνει αβοήθητος. "Για να μη χάσει την αξιοπρέπειά του". Και πεθαίνει μόνος. Μόνος, αλλά αξιοπρεπής.

Στην "Αγάπη" του Μίχαελ Χάνεκε, ο πρωταγωνιστής βλέπει τη σύντροφό του μέρα με τη μέρα να ξεχνάει, να τον ξεχνάει, να βυθίζεται στην άνοια, να χάνει τον εαυτό της, να χάνει το μυαλό της, να τα χάνει γενικώς. "Να χάνει την αξιοπρέπειά της". Δεν το αντέχει. Δεν αντέχει το απλανές βλέμμα της, δεν αντέχει που δεν μπορεί να του εκφράσει την αγάπη της, δεν αντέχει που δε γνωρίζει το παιδί της, που δεν αυτοεξυπηρετείται. Και την πνίγει με το μαξιλάρι της, για να την απαλλάξει από τον εξευτελισμό της αρρώστιας.

Αν "αγάπη είναι ο φόβος που μας ενώνει", ο φόβος της αρρώστιας ενώνει κι αυτός. Εκτός κι αν ο εγωισμός νικά την αγάπη, και ο φόβος ενώνει μόνο τους ανθρώπους που μπορούν και στέκονται στα πόδια τους.



Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Θολός βυθός

  

Στο "Θολό βυθό" του Γιάννη Ατζακά, ο αφηγητής καταδύεται στο θολό βυθό της μνήμης αναζητώντας το πρόσωπό του, αναζητώντας το παιδί που υπήρξε, προσπαθώντας να συναντηθεί με τον άνθρωπο που έγινε. Σ' αυτή την επίπονη κατάδυση, η εμπειρία της οποίας μεταλαμπαδεύεται στον αναγνώστη άλλοτε μέσα από την αθώα ματιά του παιδιού και άλλοτε μέσα από την κρίση του ενήλικα, θα συναντηθεί με όσα έζησε στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης ως ένα από τα ορφανά του Εμφυλίου.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, κυρίαρχος στη μετεμφυλιακή πολιτική της χώρας, έλεγε για τις παιδοπόλεις: 

"Η Βασιλική Πρόνοια παρηκολούθησε βήμα προς βήμα τας φάσεις από τας οποίας διήλθεν η ιστορία της Χώρας μας κατά την τελευταίαν δεκαετίαν. Εις την ώραν του συμμοριτοπολέμου, με τας 53 παιδοπόλεις περιέσωσε 23.000 Ελληνόπουλα, διά να τους αποδώση σώους και αβλαβείς εις τας οικογενείας των μετά το πέρας της ανταρσίας".

Το παιδί δε γνώριζε ότι "εκείνα τα ιδρύματα ήταν δημιουργήματα μιας ταραγμένης και σκληρής εποχής με τις πιο σκοτεινές σκοπιμότητες". Ο μόνος τρόπος να αντέξει την ερημία και τη στέρηση στην οποία τον καταδίκασαν η τύχη, η μοίρα, η ιστορία, ήταν να αισθανθεί σαν πατρίδες τα ιδρύματα στα οποία μεγάλωσε και ανδρώθηκε, σαν αδέρφια τα ορφανά παιδιά του θαλάμου του, σαν μητέρες τις ομαδάρχισσες, και την αόρατη Βασίλισσα που τόσο το αγαπούσε, σαν τη Μεγάλη Μητέρα που το προστατεύει. Αλήθεια, δε θα μπορούσε ένα παιδί που έπαιξε τόσο πολύ, που βίωσε σε τέτοιο βαθμό τη συντροφικότητα, να νιώσει ευτυχισμένο; Θα μπορούσε. Αρκεί να κατάφερνε να λησμονήσει τι ήταν αυτό που στερήθηκε. Ο ώριμος αφηγητής, όμως, παρεμβαίνει: 

Το είχε μάθει με τον καιρό πως δεν υπάρχει βαθύτερη μοναξιά από εκείνη μέσα στους άλλους. Και δεν είναι καμιά στέρηση της αγάπης σκληρότερη από κει όπου η αγάπη προαναγγέλλεται, αλλά ποτέ δεν εμφανίζεται, που διακηρύσσεται, αλλά ποτέ δεν πραγματώνεται.

Τα όρια μεταξύ υποκειμενικής και αντικειμενικής αφήγησης είναι θαμπά. Το παιδί αφηγείται, ο άντρας σχολιάζει. Η οπτική γωνία αλλάζει και το γεγονός ανανοηματοδοτείται. Το παιδί που πρωταγωνιστεί στη θύμηση νιώθει χωριό του την παιδόπολη και πατεράδες τους δασκάλους του, ενώ ο ώριμος αφηγητής ξεντύνει την ανάμνηση από την αγνότητα που της είχε χαρίσει η παιδική ματιά:

Ούτε χωριό ούτε σπίτι ούτε οικογένεια, ένα συφοριασμένο στρατόπεδο παιδιών ήταν, μονολόγησε ο Γιάννης. Υπήρχαν μόνο τα απαραίτητα, κι έτσι τα προσωπικά συναισθήματα ήταν εντελώς περιττά. Είχαν μάθει ν' αγαπούν μόνο την πατρίδα, τη βασίλισσα, την Παναγιά και το Χριστό. Για τους άλλους ανθρώπους, ακόμη και για τους πιο δικούς, δεν έμενε τίποτε. Μια βαθιά απάθεια, σαν μια σπάνια και άγνωστη νόσος, χωρίς συμπτώματα, χωρίς πόνο [...] 

Ο συγγραφέας, προφανώς, αφηγείται προσωπικές του εμπειρίες, και το κείμενο είναι καθαρά αυτοβιογραφικό. Ο ίδιος ο Γιάννης Ατζακάς σε τηλεοπτική του συνέντευξη στην Κατερίνα Σχινά αναφέρει πως στη δική του περίπτωση η ζωή υπήρξε πολύ πιο γενναιόδωρη από οποιαδήποτε μυθοπλασία. 

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός πως ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ένα "πείραμα" που απέτυχε. Ενώ γαλουχήθηκε με όλες τις απαραίτητες αρχές, ενώ τόσες φορές στις Παιδοπόλεις άκουσε το παραμύθι για τον καλόψυχο αετό την πατρίδα που ζέστανε στον κόρφο του ένα πληγωμένο φίδι τον κομμουνισμό κι εκείνο, μόλις ζεστάθηκε, δάγκωσε τον σωτήρα του, ωστόσο στην περίπτωσή του ο μηχανισμός δε λειτούργησε. Η συντροφικότητα, η κοινοκτημοσύνη, η ολιγάρκεια που διδάχτηκε στα ιδρύματα αυτά, ήταν ακριβώς οι αξίες που τον οδήγησαν να υιοθετήσει, να πιστέψει και να αγαπήσει την ιδεολογία που είχε δασκαλευτεί να απεχθάνεται.

Πέρα όμως από την πολιτική τοποθέτηση του συγγραφέα ή του αφηγητή απέναντι στο ιστορικό γεγονός των Παιδοπόλεων, ο αναγνώστης κυρίως αναρωτιέται πώς, πότε, εάν απελευθερώνεται κανείς από την εμπειρία μιας τέτοιας ιδρυματοποίησης· πώς λειτουργεί αυτή η ανάμνηση στην καθημερινότητα, τη συμβίωση, τη συνύπαρξη με τους άλλους.
 


Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Γιάννης Ατζακάς, Θολός βυθός, ΑΓΡΑ,  Αθήνα 2010.

Στις φωτογραφίες: Η παιδόπολη "Καλή Παναγιά" (Φεβρουάριος 1951) και ο συγγραφέας  (Σεπτέμβριος 1955).

Τετάρτη, 3 Σεπτεμβρίου 2014

Μια ανάγνωση της "Κερένιας κούκλας" - Β' μέρος

Το διάβασμα της "Κερένιας κούκλας" του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου φέρνει αναπόφευκτα στο νου το "Φθινόπωρο" του Κωσταντίνου Χατζόπουλου. Υπάρχουν αρκετές διαφορές, επικρατεί όμως η αίσθηση πως είναι λεπτές, όπως αυτή που παρατηρείται στο όνομά τους. Φαινομενικά συνoνόματοι, μόνο που ο Χατζόπουλος δεν ήθελε να βλέπει το "ν" στο μικρό του όνομα. Κωσταντίνος, όχι Κωνσταντίνος. Διόρθωνε διαρκώς όσους έγραφαν το όνομά του λάθος.

Και τα δύο πεζογραφήματα γράφτηκαν την ίδια περίπου εποχή. Το 1911 εκδίδεται η "Κερένια κούκλα", το 1917 το "Φθινόπωρο". Και τα δύο προκάλεσαν εντύπωση στους λογοτεχνικούς και φιλολογικούς κύκλους, και τα δύο θεωρήθηκαν συμβολιστικά έργα. Για το "Φθινόπωρο" η ετυμηγορία υπήρξε ομόφωνη, για την "Κερένια κούκλα" όχι.

Και ως προς την υπόθεση υπάρχουν ομοιότητες. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους ένα νεαρό ζευγάρι. Ο Στέφανος και η Μαρίκα στην πρώτη περίπτωση, ο Νίκος και η Βεργινία στη δεύτερη. Ένας νέος όμορφος, γεμάτος όρεξη και κέφι για ζωή, με ένα γέλιο ηχηρό, γεμάτο ζωηράδα, και μία κοπέλα θαμπή, αχνή, φιλάσθενη, σχεδόν αντιπαθής στον αναγνώστη, αν και θύμα μιας μοίρας που δεν ελέγχει η ίδια. Κι ανάμεσά τους ένα πολύ νεαρό κορίτσι -η Ευανθία του "Φθινοπώρου", η Λιόλια της "Κερένιας κούκλας"- που εισβάλλει στην καθημερινότητά τους, γεννά τον πόθο, συμβολίζει τα νιάτα, την ίδια τη ζωή. Η εμφάνισή της προκαλεί ανατροπές. Ένα σύμβολο ζωής που, τελικά, προκαλεί το θάνατο. Ένα φάλτσο, μια κραυγή χαράς  σε ένα σπίτι που το μαστίζει η αρρώστια.

Κυρίαρχα θέματα είναι η ζωή των νέων από τη μια μεριά και τα κουτσομπολιά της μικρής επαρχιακής πόλης ή της Αθήνας -που εκείνη την εποχή δε διαφέρει και πολύ από μια μικρή επαρχιακή πόλη και οι περιγραφές του Χρηστομάνου το μεταφέρουν αυτό- από την άλλη. Η κακογλωσσιά, οι φαρμακόγλωσσες γειτόνισσες, οι ανύπαντρες κόρες, η ζήλεια, η βασκανία, το μάτι. Όλα είναι παρόντα. Και στις δύο περιπτώσεις. Δε σχολιάζονται από τον αφηγητή, αλλά το ύφος αποτελεί από μόνο του ένα σχόλιο.

Αυτός που επικρατεί είναι ο εσωτερικός χώρος. Αυτός που γίνεται απειλητικός, ασφυκτικός, πάντα αποπνικτικός και σκοτεινός, ίδιος ο θάνατος. Αντίθετα, όταν ο φακός του αφηγητή μεταφερθεί σε χώρο εξωτερικό, η φύση οργιάζει, γεμίζει λουλούδια, ανοιξιάτικες μυρωδιές και πρόωρα ανθισμένες αμυγδαλιές. Μέσα από το παράθυρο όλα πεθαίνουν, έξω από αυτό όλα σφύζουν από ζωή. 

Τα χρώματα κάνουν την παρουσία τους παραπάνω από αισθητή. Δεν υπάρχει σκηνή που να μη γίνεται αναφορά σε ένα χρώμα. Το λευκό, το γαλάζιο, το κόκκινο, το χρυσό, το ασημί, το κίτρινο. Η χλομάδα στα πρόσωπα επανέρχεται διαρκώς και είναι ενδεικτική της συναισθηματικής τους κατάστασης, ενώ και στα δύο πεζογραφήματα πολλές φορές τα πρόσωπα χαρακτηρίζονται "κέρινα". Αφαιμαγμένα ομοιώματα, χωρίς ζωή. 

Έτσι κοιμήθηκαν εκείνη τη νύχτα η άσπρη Βεργινία και ο μαυριδερός ο Νίκος σκεπασμένοι με το νυφικό τους πάπλωμα από ατλάζι γαλάζιο [...]

***
Σα γάλα έμπαινε η γαλανή ανάσα τ' ουρανού μέσα στην κάμαρη της άρρωστης και της χάδευε τ' άσπρο πρόσωπό της τ' αχάδευτο και της φιλούσε τα κόκκινά της τα μαλλιά, που άλλος κανένας δεν τα φιλούσε. 
***
Η Λιόλια όλο και ξεροκοκκίνιζε κι έμενε σκυμμένη... Με μιας σήκωσε τ' αθώα και γλυκά της μάτια, που οι κόρες τους ήτανε χρυσαφένιες σαν τα τζίτζιφα και κολυμπάγανε μες στο ασπράδι, το υγρό και μπλου, σα μέσα σ' ένα πέλαγος αυγινό, σε κάποιον ουρανό χλωμό [...] 

Κ. Χρηστομάνου, Η Κερένια κούκλα

Ο Στέφανος δε μίλησε. Ξαναφύσηξε τον καπνό, κι ο καπνός σκόρπισε ωχρογάλανος γύρω στο πρόσωπο της Ευανθίας· έπειτα χρωματίστηκε μενεξεδένιος κ' έσβησε σταχτοκίτρινος, πρασινωπός.
 *** 
Καθώς μιλούσε, στο πρόσωπό της έπαιζε όμοια λάμψη. Ήταν χαρούμενο· μα οι ψυχροκίτρινες κηλίδες του γύρω στα μήλα φάνηκαν σα ροδόφυλλα του Στέφανου, ροδόφυλλα ζωγραφιστά σε κέρινη λευκή λαμπάδα και του ήταν σα να του στάλαζαν βαθιά μια ανήσυχη μελαγχολία.
Κ. Χατζόπουλου, Φθινόπωρο

Το φεγγάρι ως σύμβολο επανέρχεται διαρκώς στην "Κερένια κούκλα", ενώ στο "Φθινόπωρο" σύμβολο αποτελεί η ίδια η εποχή, η υγρασία της, οι μυρωδιές της, το ομιχλώδες τοπίο. Οι υπαινιγμοί, τα υπονοούμενα, η συμβολιστική ασάφεια που συναντά κανείς στο "Φθινόπωρο" δεν είναι εξίσου έντονα στην "Κερένια κούκλα", αλλά η υποβλητικότητα στη γραφή είναι χαρακτηριστική και στα δύο. Κατά τη διάρκεια της ανάγνωσης έχει κανείς την αίσθηση πως τα δωμάτια σκοτεινιάζουν, οι τοίχοι βάφονται σε  χρώμα ασημί, ένα χλομό φεγγάρι φωτίζει τις σελίδες.



Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία:

Κωσταντίνος Χατζόπουλος, Φθινόπωρο,  Νεφέλη, Αθήνα 1987

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013

Δευτέρα, 1 Σεπτεμβρίου 2014

Μια ανάγνωση της "Κερένιας κούκλας" - Α' μέρος


"Αν ο Μπάιρον που ήταν ωραίος σαν τον Απόλλωνα, μίσησε ολάκερο το ανθρώπινο γένος μονάχα γιατί του έλειπε ένας πόντος από το δεξί του ποδάρι, ο Χρηστομάνος, που είταν άσκημος σαν τις γκαργκούγιες των γοτθικών μητροπόλεων και του έλειπε και το μισό κορμί, είχε περισσότερο δίκιο να είναι γεμάτος κακία και πίκρα ενάντια στη Μοίρα του κ' ενάντια στους άρτιους ανθρώπους. [...]
Είχε όλα τα εξωτερικά και εσωτερικά γνωρίσματα των καμπούρηδων: φαρδειές μασέλες, πεταγμένο πηγούνι, μεγάλα φλογισμένα μάτια, πολλήν εξυπνάδα και πολύ φαρμάκι. Όμως, τι μεγάλη δημιουργική πνοή, πόση ποίηση μέσα σ'αυτό το ελεεινό πήλινο σκεύος!"
Κώστας Βάρναλης

 

 

Κωνσταντίνος Χρηστομάνος

O Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, αυτός ο δύσμορφος διανοούμενος που η βλάβη στη σπονδυλική του στήλη τον οδήγησε σε πρόωρο θάνατο στα 44 του χρόνια, υπήρξε ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γόνος εύπορης οικογένειας, φοίτησε στη φιλοσοφική σχολή της Βιέννης, ολοκλήρωσε τη διδακτορική του διατριβή στο Ίνσμπουργκ, ασπάστηκε τον καθολικισμό με πρόθεση να άρει το σχίσμα, επιχείρησε να μονάσει, απέκτησε την αυστριακή υπηκοότητα και τον τίτλο του βαρώνου ιππότη, και υπήρξε δάσκαλος της αυτοκράτειρας της Αυστρίας, στην οποία και αφιέρωσε το Βιβλίο της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ. Μετά από δέκα χρόνια παραμονής στη Βιέννη επέστρεψε στην Ελλάδα, στράφηκε στο θέατρο και ίδρυσε την, πρωτοποριακή τότε, Νέα Σκηνή.

Η "Κερένια κούκλα"


Σημαντικό έργο του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου υπήρξε η "Κερένια κούκλα". Αιρετικό για την εποχή του, τόσο για τη δημοτική γλώσσα, που προτιμήθηκε και στοίχισε στο έργο πολλές εκδοτικές περιπέτειες, όσο και για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται ο έρωτας, που προκάλεσε την κοινωνική κατακραυγή και τον καθωσπρεπισμό της εποχής.

Όλες τις περιπέτειες του κειμένου και του δημιουργού του, τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίστηκε από την κριτική, αλλά και τα αισθητικά ρεύματα με τα οποία συνομίλησε παρουσιάζει η Αγγέλα Καστρινάκη στη μελέτη της "Σαν τις μυγδαλιές" - Ιδέες και σύμβολα στην Κερένια κούκλα, που συμπληρώνει την έκδοση του κειμένου από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης και εγκαινιάζει τη σειρά "Παλαιά κείμενα, νέες αναγνώσεις". 


Η υπόθεση

Πρωταγωνιστές του κειμένου ένα νεαρό ζευγάρι, ο Νίκος και η Βεργινία. Ο Νίκος, νέος γεμάτος ομορφιά και ζωή, ανταποκρίνεται πλήρως στα στερεότυπα για τον άντρα, που με την ορμητική του δύναμη γονιμοποιεί το θηλυκό. Η Βεργινία, από την άλλη, φιλάσθενη. Μια αποτυχημένη εγκυμοσύνη την έχει ρίξει στο κρεβάτι, το χρώμα του προσώπου της όλο και ξεφτίζει, γίνεται ωχροκίτρινη, ώσπου η θεία της της στέλνει τη Λιόλια, για να τη φροντίσει. Εκείνη έχει όλα τα καλά της νιότης. Ένα κορίτσι όλο μοσχοβολιά, με "χείλη κόκκινα και υγρά, μισανοιγμένα, σαν ανθόφυλλα".

Σε κάθε της αναπνοή τα κουμπάκια σπαράζανε μέσα στις κουμπότρυπές τους, σάμπως τα στηθάκια της τ' άγουρα να ωρίμαζαν εκεί, μπροστά στα μάτια του και να γυρεύανε να κάμουνε φτερά να πετάξουν...

Ο ερχομός της Λιόλιας δρα ως καταλύτης, και είναι αυτός που οδηγεί τη Βεργινία στη ζήλεια, στο μαρασμό και, τελικά, στο θάνατο. Μετά το θάνατό της, η Λιόλια και ο Νίκος θα παραμείνουν ζευγάρι, θα παντρευτούν, για να αποφευχθεί η έκθεση του κοριτσιού στην κοινωνία, η Λιόλια θα μείνει έγκυος, αλλά το παιδί που θα γεννηθεί δε θα θυμίζει σε τίποτα εκείνη. Θα είναι ίδιο με τη νεκρή Βεργινία, ωχροκίτρινο, σαν κερένια κούκλα. 


Αθηναϊκό μυθιστόρημα ή ηθογραφία;

Πολλοί χαρακτήρισαν το έργο ηθογραφικό, άλλοι ως "το πρώτο αθηναϊκό μυθιστόρημα". Είναι αναμφίβολλα και τα δύο. Εδώ, η πόλη αντικαθιστά το χωριό και περιγράφεται πολύ γλαφυρά χάρη στην οξεία παρατηρητικότητα του αφηγητή.

Ο Υμηττός, σαν κανένας υπναράς τρελός (που 'χει τον ύπνο του για τρέλα), πλαγιασμένος με τις πλάτες γυριστές, με μιαν ατέλειωτη γαλήνη γαλάζια κι ισκιερή στο ξάπλωμά του. Και κάτου, τα βουναλάκια του Βατραχονησιού και του Σταδίου μ' ένα κομμάτι απ' το μαρμαρένιο φέγγος, με λίγη πρασινάδα στον Αρδηττό, πάνω από το Μετς [...]
 
Η Αθήνα έχει τα χάλια της, αλλά παρουσιάζεται όμορφη, ακόμα και στις πιο άσχημες γωνιές της. Οι περιγραφές των τόπων αποτελούν άρτια δείγματα αισθητισμού. Η δε περιγραφή της παλιάς αθηναϊκής αποκριάς είναι μια σκηνή εκπληκτική, που πήρε τα εύσημα και από την κριτική. Ο Χρηστομάνος παρουσιάζει γραφικά τις φτωχογειτονιές της Αθήνας. Δεν έχει την κοινωνική ευαισθησία του ανάλογης καταγωγής σοσιαλιστή Θεοτόκη. 

Σκυλιά γάβγιζαν. Κότες κακαρίζανε μεσ' απ' τις αυλές - τόσο κοντά που θάρρευε κανείς πως ήτανε μέσα στην κάμαρη, κάτω απ' το κρεβάτι. Καμιά φορά έφτανε η φωνή κανενός γαϊδάρου, καθώς περνούσε πέρα, κατά του Μακρυγιάννη [...]

"Ερωτικό" μυθιστόρημα;
Διαβάζουμε και στη μελέτη της Αγγέλας Καστρινάκη πως το ερωτικό τρίγωνο είναι συνηθισμένο θέμα στο έργο του Χρηστομάνου, αλλά δεν είναι αυτό που καθιστά ξεχωριστό το μυθιστόρημα. Είναι ο έρωτας, που παρουσιάζεται σαρκικός, υψηλός, ιερός κι ανθρώπινος συνάμα. Η Λιόλια κάνει έρωτα με το Νίκο, έναν παντρεμένο άντρα, και η πράξη τους όχι μόνο δεν κινεί ζητήματα ηθικής -όπως θα γινόταν για παράδειγμα σ' ένα μυθιστόρημα του Ξενόπουλου-  αλλά κάνει τη φύση να ανθίσει, παρουσιάζεται ως χείμαρρος που συνεπαίρνει τα σώματα των δύο νέων αλλά και ως έκφραση του θείου· μεγαλειώδης και μικρή ταυτόχρονα, όπως και η ανθρώπινη φύση. Εδώ δε δίνεται έμφαση στο εμπόδιο -παρόλο που υπάρχει κι αυτό- αλλά στην ολοκλήρωση, πράγμα που δε συμβαίνει στην ελληνική πεζογραφία ως τα τότε. Δικαιωματικά δίνεται στο έργο ο χαρακτηρισμός του "πρώτου ερωτικού μυθιστορήματος", με την έννοια ότι ο έρωτας δεν παρουσιάζεται ως ψυχοπαθολογικό ή ως κοινωνικό φαινόμενο, αλλά ως δύναμη και ορμή φυσική. Ο Χρηστομάνος "έχει απαλλάξει τους ήρωες από τους γονείς τους, έχει απαλλάξει το ερωτικό θέμα από τα κοινωνικά του βαρίδια και αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του στην ανάδειξη του ακατανίκητου συναισθήματος". Βέβαια, όση συμπάθεια κι αν δείχνει ο αφηγητής προς τους ήρωές του, το ασθενές βρέφος, που είναι καρπός του έρωτά τους, δεν παύει να αποτελεί μια τιμωρία.

Η αντίστιξη ρεαλισμού και συμβολισμού
 
Είτε ερωτικό είτε αθηναϊκό μυθιστόρημα, η "Κερένια κούκλα" αποτελεί σίγουρα δείγμα συμβολιστικής γραφής. "Ο συμβολισμός είναι η ανταπόκριση του εδώ προς το επέκεινα, η αντιστοιχία του φθαρτού προς το αιώνιο, η ετοιμότητα να διακρίνει κανείς παντού σημάδια, υπαινιγμούς μιας άλλης πραγματικότητας" σημειώνει η Αγγέλα Καστρινάκη. Πράγματι, ο αισθητισμός του αφηγητή είναι σαφής. Επιμένει στις φωτοσκιάσεις, τις αποχρώσεις, τα χρώματα. Όλα μοιάζουν με μια ζωγραφική σύνθεση όπου η ανοιξιάτικη Λιόλια αντιπαρατίθεται στη θαμπή Βεργινία.  
Η "Κερένια κούκλα" δεν αποτελεί μια απλή ερωτική ιστορία, αλλά ένα ταξίδι σε αιώνια και αρχετυπικά σύμβολα. Και, αλήθεια, τι είναι ο έρωτας, παρά η αιώνια ιδέα, το σύμβολο, η αρχή, η μοναδική στιγμή που ο άνθρωπος κερδίζει την αθανασία του;


Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η Κερένια κούκλα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013