Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Θολός βυθός

  

Στο "Θολό βυθό" του Γιάννη Ατζακά, ο αφηγητής καταδύεται στο θολό βυθό της μνήμης αναζητώντας το πρόσωπό του, αναζητώντας το παιδί που υπήρξε, προσπαθώντας να συναντηθεί με τον άνθρωπο που έγινε. Σ' αυτή την επίπονη κατάδυση, η εμπειρία της οποίας μεταλαμπαδεύεται στον αναγνώστη άλλοτε μέσα από την αθώα ματιά του παιδιού και άλλοτε μέσα από την κρίση του ενήλικα, θα συναντηθεί με όσα έζησε στις Παιδοπόλεις της Φρειδερίκης ως ένα από τα ορφανά του Εμφυλίου.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, κυρίαρχος στη μετεμφυλιακή πολιτική της χώρας, έλεγε για τις παιδοπόλεις: 

"Η Βασιλική Πρόνοια παρηκολούθησε βήμα προς βήμα τας φάσεις από τας οποίας διήλθεν η ιστορία της Χώρας μας κατά την τελευταίαν δεκαετίαν. Εις την ώραν του συμμοριτοπολέμου, με τας 53 παιδοπόλεις περιέσωσε 23.000 Ελληνόπουλα, διά να τους αποδώση σώους και αβλαβείς εις τας οικογενείας των μετά το πέρας της ανταρσίας".

Το παιδί δε γνώριζε ότι "εκείνα τα ιδρύματα ήταν δημιουργήματα μιας ταραγμένης και σκληρής εποχής με τις πιο σκοτεινές σκοπιμότητες". Ο μόνος τρόπος να αντέξει την ερημία και τη στέρηση στην οποία τον καταδίκασαν η τύχη, η μοίρα, η ιστορία, ήταν να αισθανθεί σαν πατρίδες τα ιδρύματα στα οποία μεγάλωσε και ανδρώθηκε, σαν αδέρφια τα ορφανά παιδιά του θαλάμου του, σαν μητέρες τις ομαδάρχισσες, και την αόρατη Βασίλισσα που τόσο το αγαπούσε, σαν τη Μεγάλη Μητέρα που το προστατεύει. Αλήθεια, δε θα μπορούσε ένα παιδί που έπαιξε τόσο πολύ, που βίωσε σε τέτοιο βαθμό τη συντροφικότητα, να νιώσει ευτυχισμένο; Θα μπορούσε. Αρκεί να κατάφερνε να λησμονήσει τι ήταν αυτό που στερήθηκε. Ο ώριμος αφηγητής, όμως, παρεμβαίνει: 

Το είχε μάθει με τον καιρό πως δεν υπάρχει βαθύτερη μοναξιά από εκείνη μέσα στους άλλους. Και δεν είναι καμιά στέρηση της αγάπης σκληρότερη από κει όπου η αγάπη προαναγγέλλεται, αλλά ποτέ δεν εμφανίζεται, που διακηρύσσεται, αλλά ποτέ δεν πραγματώνεται.

Τα όρια μεταξύ υποκειμενικής και αντικειμενικής αφήγησης είναι θαμπά. Το παιδί αφηγείται, ο άντρας σχολιάζει. Η οπτική γωνία αλλάζει και το γεγονός ανανοηματοδοτείται. Το παιδί που πρωταγωνιστεί στη θύμηση νιώθει χωριό του την παιδόπολη και πατεράδες τους δασκάλους του, ενώ ο ώριμος αφηγητής ξεντύνει την ανάμνηση από την αγνότητα που της είχε χαρίσει η παιδική ματιά:

Ούτε χωριό ούτε σπίτι ούτε οικογένεια, ένα συφοριασμένο στρατόπεδο παιδιών ήταν, μονολόγησε ο Γιάννης. Υπήρχαν μόνο τα απαραίτητα, κι έτσι τα προσωπικά συναισθήματα ήταν εντελώς περιττά. Είχαν μάθει ν' αγαπούν μόνο την πατρίδα, τη βασίλισσα, την Παναγιά και το Χριστό. Για τους άλλους ανθρώπους, ακόμη και για τους πιο δικούς, δεν έμενε τίποτε. Μια βαθιά απάθεια, σαν μια σπάνια και άγνωστη νόσος, χωρίς συμπτώματα, χωρίς πόνο [...] 

Ο συγγραφέας, προφανώς, αφηγείται προσωπικές του εμπειρίες, και το κείμενο είναι καθαρά αυτοβιογραφικό. Ο ίδιος ο Γιάννης Ατζακάς σε τηλεοπτική του συνέντευξη στην Κατερίνα Σχινά αναφέρει πως στη δική του περίπτωση η ζωή υπήρξε πολύ πιο γενναιόδωρη από οποιαδήποτε μυθοπλασία. 

Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το γεγονός πως ο συγγραφέας αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως ένα "πείραμα" που απέτυχε. Ενώ γαλουχήθηκε με όλες τις απαραίτητες αρχές, ενώ τόσες φορές στις Παιδοπόλεις άκουσε το παραμύθι για τον καλόψυχο αετό την πατρίδα που ζέστανε στον κόρφο του ένα πληγωμένο φίδι τον κομμουνισμό κι εκείνο, μόλις ζεστάθηκε, δάγκωσε τον σωτήρα του, ωστόσο στην περίπτωσή του ο μηχανισμός δε λειτούργησε. Η συντροφικότητα, η κοινοκτημοσύνη, η ολιγάρκεια που διδάχτηκε στα ιδρύματα αυτά, ήταν ακριβώς οι αξίες που τον οδήγησαν να υιοθετήσει, να πιστέψει και να αγαπήσει την ιδεολογία που είχε δασκαλευτεί να απεχθάνεται.

Πέρα όμως από την πολιτική τοποθέτηση του συγγραφέα ή του αφηγητή απέναντι στο ιστορικό γεγονός των Παιδοπόλεων, ο αναγνώστης κυρίως αναρωτιέται πώς, πότε, εάν απελευθερώνεται κανείς από την εμπειρία μιας τέτοιας ιδρυματοποίησης· πώς λειτουργεί αυτή η ανάμνηση στην καθημερινότητα, τη συμβίωση, τη συνύπαρξη με τους άλλους.
 


Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Γιάννης Ατζακάς, Θολός βυθός, ΑΓΡΑ,  Αθήνα 2010.

Στις φωτογραφίες: Η παιδόπολη "Καλή Παναγιά" (Φεβρουάριος 1951) και ο συγγραφέας  (Σεπτέμβριος 1955).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου