Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Το τετράγωνο αυγό και άλλες ιστορίες


Ο Έκτορ Χίου Μούνρο, γνωστότερος με το λογοτεχνικό ψευδώνυμο Σάκι, υπήρξε ιδιαίτερη περίπτωση στη βρετανική λογοτεχνία και πραγματικός μετρ του διηγήματος. Γεννήθηκε το 1870 στη Βιρμανία και πέθανε το 1916 στα χαρακώματα του γαλλικού μετώπου. Στο "Τετράγωνο αυγό" ο πόλεμος  παρουσιάζεται με τα μάτια του ασβού:
Τι σκέφτεται ο ασβός για τη ζωή δεν θα το μάθουμε ποτέ, και είναι κρίμα, αλλά δεν μπορούμε να κάνουμε και τίποτε· είναι αρκετά δύσκολο να ξέρεις τι σκέφτεται κανείς στα χαρακώματα. [...]

Παρεμπιπτόντως, το να είσαι παιδί σε ένα χωριό κοντά στην πρώτη γραμμή του πυρός πρέπει να προσφέρει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: κανένας δεν επιχειρεί να σου μάθει νοικοκυροσύνη.

Η μητέρα του συγγραφέα βρήκε τραγικό θάνατο από μια αφηνιασμένη αγελάδα και ο Σάκι, τρίτο παιδί της οικογένειας, μεγάλωσε στην Αγγλία με δύο γεροντοκόρες πολύ αυταρχικές θείες. Μάλλον δεν είναι τυχαίο  που στις ιστορίες του παρακολουθούμε τα γεγονότα ιδωμένα άλλοτε από την οπτική γωνία ενός ζώου-τιμωρού και άλλοτε απ' αυτήν ενός καταπιεσμένου αγοριού, που επίσης γίνεται ανελέητος τιμωρός της ανόητης υποκρισίας των ενηλίκων. Η δε θεία, όταν πρωταγωνιστεί, είναι είτε αντιπαθητική είτε γελοία.
Στο διήγημα "Ο παραμυθάς",  μια θεία ταξιδεύει με τα τρία ανιψάκια της και ο καημένος συνεπιβάτης τους στο τρένο δεν μπορεί να βρει ούτε για ένα λεπτό την ησυχία του. Ώσπου αποφασίζει να αφηγηθεί στα τρία "τέρατα" την ιστορία ενός μικρού κοριτσιού. Το κοριτσάκι ήταν τόσο "φρικτά καλοσυνάτο" και είχε κερδίσει τόσα μετάλλια συνέπειας, προσήνειας και καλοσύνης, που κουδούνιζαν στο δάσος, κι έτσι τη βρήκανε οι λύκοι και την έφαγαν.  "Η πιο ακατάλληλη ιστορία που θα μπορεί να πει κανείς σε παιδιά! Υποσκάψατε τα θεμέλια επιμελούς εργασίας πολλών ετών!"

Στο διήγημα "Η αποθήκη", μια εξίσου μισητή θεία καταπιέζει μέχρις εσχάτων τον πολύ εξυπνότερο ανιψιό της, ενώ στη "Λουίζ" μια αφηρημένη γυναίκα δεν μπορεί να θυμηθεί σε ποιο από όλα τα πολυκαταστήματα του Λονδίνου ξέχασε την ανιψιά της: 

- Μένω κατάπληκτη, είπε η κληρονόμος χήρα, που μπορείς να κάθεσαι εκειπέρα πίνοντας ήσυχη το τσάι σου, ενώ πριν από λίγο έχασες την αγαπημένη σου ανιψιά.
- Μα τι είναι αυτά που λές! Μιλάς σαν να την άφησα στον άλλο κόσμο, ενώ απλώς θα μου παράπεσε για λίγο. Όπου να ΄ναι θα το θυμηθώ πού την έχασα, μην ανησυχείς καθόλου. 

Η ειρωνεία του Σάκι δεν αφήνει κανέναν ανέγγιχτο και σατιρίζει με εντυπωσιακή οξύνοια την παρακμή της εδουαρδιανής κοινωνίας. Ένας καθωσπρέπει Βρετανός οφείλει να πίνει κάθε απόγευμα ατάραχος το τσάι του είτε υποφέροντας τη μουρμούρα της συζύγου του είτε υπομένοντας τη σιωπή της. Ο σνομπισμός και το πείσμα της λαίδης Αν στο ομώνυμο διήγημα δεν βοηθούν καθόλου τον σύζυγό της να καταλάβει ότι στο μικροκαβγαδάκι τους την ώρα του τσαγιού εκείνη δεν απαντά στις απολογητικές του κουβεντούλες πολύ απλά επειδή είναι... νεκρή. 

 
Οι συμβάσεις του γάμου στις αρχές του περασμένου αιώνα ήταν τόσες, που φαίνεται πως δεν επέτρεπαν στον άντρα να διαχωρίσει μια ζωντανή από μια νεκρή σύζυγο.

- Όλα εντάξει με την πρόταση γάμου, ανακοίνωσε, ήμασταν στην έκτη τρύπα, όταν μου πρότεινε να τον παντρευτώ. Του είπα ότι χρειάζομαι κάποιο χρόνο να σκεφτώ την πρότασή του. Στην έβδομη τρύπα τού είπα το "ναι". 
- Κοριτσάκι μου, είπε η μητέρα της, νομίζω ότι λίγη παρθενική ντροπή και δισταγμός δε θα 'ταν άσχημα για την ώρα, αφού δεν έχει περάσει ουτε μια βδομάδα που τον γνώρισες. Θα μπορούσες τουλάχιστον να περιμένεις μέχρι την ένατη τρύπα. 

Πάνω από τις τρύπες του γκολφ, στην καλύτερη περίπτωση κατά τη διάρκεια μιας παρτίδας κρίκετ, χιλιάδες νεαρές Βρετανίδες ονειρεύονται τον εαυτό τους σύζυγο εκείνη την επίσημη ώρα του απογεύματος που θα κάθονται πίσω από φίνα πορσελάνινα και ασημένια σερβίτσια και οι φωνές τους θα κουδουνίζουν ευχάριστα σ' έναν χείμαρρο μικρών ερωτήσεων: "Το τσάι δυνατό ή ελαφρύ; Πόσο γάλα; Μήπως καθόλου; Ζάχαρη; Κρέμα;".

Ο Σάκι βάζει στο στόχαστρο της πένας του τη νοσηρότητα μιας βαρύθυμης και νωθρής μπουρζουαζίας που έχει αναγάγει την πλήξη της σε ιδεολογία. Σ' αυτή την κοινωνία υποκρισίας, τα παιδιά και τα ζώα αποτελούν μοναδικούς φύλακες της ζωής και της φαντασίας. Σ' έναν κόσμο που η ημιμάθεια περνιέται για καλλιέργεια και η κοινωνική πόζα γίνεται μόδα, τα παιδιά, ζωηρά και αθώα, άλλοτε με αφοπλιστική ειλικρίνεια και άλλοτε με καλοειπωμένα ψέματα, επιλέγουν τον δρόμο της ανυπακοής και διοχετεύουν τη στοργή τους σε παραμελημένα γεροντοπαλίκαρα, μυστικές αποθήκες, γουρουνάκια και κουνάβια. 



Σ' ένα από τα διηγήματα της συλλογής, η ανιψιά της κυρίας Γκέρτλμπερυ διαπιστώνει μονολογώντας πως όλα στη ζωή της είναι σύμβαση και αυταπάτη. Δεν είναι καλή χορεύτρια και κανένας δεν θα τη θεωρούσε όμορφη, αλλά όταν πηγαίνει στους ανιαρούς χορούς της τάξης της καμώνεται πως πετάει στον έβδομο ουρανό, πως προσελκύει βλέμματα καβαλιέρων-υποψήφιων μνηστήρων και πως θα επιστρέψει σπίτι της με ευχάριστες αναμνήσεις, παρά τις επίπλαστες και κούφιες κουβέντες στις οποίες ξόδεψε τις ώρες της.

Είμαστε πολλά ζώα καρφωμένα σε κάποια αναβαθμίδα Μάπιν, αλλά με την εξής διαφορά ως προς τις δυσμενείς συνθήκες που μας έλαχαν: τα ζώα είναι εκεί για να τα κοιτάζουν, ενώ εμάς δεν γυρίζει να μας κοιτάξει κανένας. 


*** 

[1] Σάκι, Το τετράγωνο αυγό και άλλες ιστορίες (μτφρ., επίμετρο: Ανδρέας Σπύρου), Ίνδικτος, Αθήνα 2013. 
[2] Στις δύο τελευταίες εικόνες μια εικονογράφηση του διηγήματος "Σρέντνι Βαστάρ" από την Emma Molony.

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Κοινή ανάγνωση



Το χαρακτηριστικό που κάνει την ερωτική πράξη και την ανάγνωση να μοιάζουν μεταξύ τους είναι ότι στο εσωτερικό τους ανοίγονται χρόνοι και χώροι διαφορετικοί από το χρόνο και το χώρο που είναι δυνατόν να υπολογιστούν. 
Στον μπερδεμένο αυτοσχεδιασμό της πρώτης συνάντησης μπορεί κανείς να διαβάσει την πιθανή περιπέτεια μιας συμβίωσης. Σήμερα, ο ένας είναι αντικείμενο ανάγνωσης του άλλου, ο καθένας διαβάζει στον άλλο την άγραφη ιστορία του. Αύριο, Αναγνώστη και Αναγνώστρια, αν συνεχίσετε να είστε μαζί, αν συνεχίσετε να ξαπλώνετε στο ίδιο κρεβάτι σαν ένα κανονικό ζευγάρι, θα ανάβετε ο καθένας το αμπαζούρ κοντά στο μαξιλάρι του και θα βυθιστείτε ο καθένας στο δικό του βιβλίο. Δύο παράλληλα διαβάσματα θα συνοδέψουν τον ύπνο που θα πλησιάζει. Πρώτα εσύ και ύστερα εσύ θα σβήσετε το φως. Σαν επαναπατρισμένοι από διαφορετικούς κόσμους θα ξαναβρεθείτε φευγαλέα στο σκοτάδι που σβήνει όλες τις αποστάσεις, πριν τα διαφορετικά όνειρα σάς σύρουν εσένα από τη μια μεριά κι εσένα από την άλλη. Μην ειρωνεύεστε, όμως, αυτή την προοπτική συζυγικής αρμονίας: ποια καλύτερη εικόνα ζευγαριού θα μπορούσατε ν' αντιπαραθέσετε; 

***

[1] Ίταλο Καλβίνο, Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης... (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Αστάρτη, Αθήνα 1982. 
[2] Στη φωτογραφία ο Ζαν Λικ Γκοντάρ και η Άννα Καρίνα σε μια προσωπική τους σκηνοθεσία.  
 

Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

Φύλλα του Ύπνου

Magicien d' insécurité ou magicien d' optimisme?

Στην ποίηση καταφεύγουμε μισοί, λειψοί, χτυπημένοι. Αποζητούμε τα φάρμακά της "για να μη νιώθονται οι πληγές", ενώ η δράση της μόνο αναισθησιογόνος δεν είναι. Εντείνει τις αισθήσεις, ποτέ δεν τις ναρκώνει. Μα ως φυγόκεντρος δύναμη κάνει τον πόνο και διαχέεται προς τόσες διαφορετικές κατευθύνσεις, που τελικά το σημείο της πληγής μας παύει να πονά. 

Όταν είσαι μεθυσμένος από θλίψη, σου 'χει απομείνει από αυτήν μόνον ο κρύσταλλός της. 


Ο Χόρχε Σεμπρούν στις "Ασκήσεις επιβίωσης" παρουσίασε τα βασανιστήρια σαν μια εμπειρία αδελφοσύνης. Ο Ρενέ Σαρ, στα "Φύλλα του Ύπνου" παρουσιάζει τη θητεία του στην Αντίσταση σαν μια θητεία στο θάνατο, τη μοναξιά και την αλληλεγγύη. Συμβουλεύει την εγρήγορση στη δράση, τη γείωση στην πολιτική αποτίμησή της. Σε 237 "αφορισμούς" ασκείται στην άρση πάσης φύσεως αντιθέτων. Ο λόγος και η δράση, ο παλιός εχθρός και ο έντιμος αντίπαλος, ο άνεμος της ιστορίας και ο άνεμος της αβύσσου, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης και το ένστικτο της ιδιοκτησίας, η δίψα και η απελπισία, η μοίρα και η ελπίδα.  Εκ διαμέτρου αντίθετες έννοιες ζευγαρώνουν και υποκλίνονται στην ίδια τη ζωή.

Καθένα από τα γράμματα που συνθέτουν το όνομά σου,  ω Ομορφιά, στον τιμητικό πίνακα των μαρτυρίων, παντρεύεται την επίπεδη απλότητα του ήλιου, γράφεται στη γιγάντια φράση που φράζει τον ουρανό, και συνδέεται με τον άνθρωπο που μανιάζει για ν' απατήσει τη μοίρα του με το αδάμαστο αντίθετό της: την ελπίδα. 


Μια φωνή απο μελάνι, η φωνή του ποιητή, παραινεί σε δεύτερο πρόσωπο. Πρώτα τον αναγνώστη κι ύστερα τον εαυτό της:
Να θεραπεύεις τον άρτο. Να παραθέτεις τον οίνο.    

Άρτος και οίνος, σώμα και πνεύμα: άλλα δύο αντίθετα που συμπληρώνουν το ένα το άλλο. Ποιος μπορεί να ξεχωρίσει το σώμα από το αίμα στη μεταλαβιά της ποίησης; Ποιος μπορεί να διαχωρίσει τη σκέψη από τη δράση στη ζωή του Ρενέ Σαρ; "Αυτή είναι η λειτουργία του λόγου, της γραφής, μέσα στη δυσκολία και στην κρισιμότητα της στιγμής κατά την οποία διακυβεύεται η ζωή στα πρόθυρα του θανάτου. Ο λόγος γίνεται ομφάλιος λώρος αυτής της ζωής που βρίσκεται σε ρίσκο, την επιβεβαιώνει και τη διαφυλάσσει" σημειώνει ο Θανάσης Χατζόπουλος στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης.

René Char, "A la santé du serpent", illustrated by Wifredo Lam
 
Στα σκοτάδια μας δεν υπάρχει μια θέση για την Ομορφιά. Όλος ο χώρος είναι για την Ομορφιά.
 
Ο Ρενέ Σαρ με τον προσωπικό του αγώνα, ως επαναστάτης και ως ποιητής, αναζήτησε το μερίδιό του στο κοινό πεπρωμένο. Μέσα στις σκοτεινές χαράδρες του τρόμου κοινωνεί την ομορφιά της ζωής, της ύπαρξης και της φύσης. 

Το αντίδοτο του τρόμου είναι αυτή η μικρή κοιλάδα που γεμίζει σιγά σιγά με ομίχλη, είναι το φευγαλέο θρόισμα των φύλλων, σαν ένα σμήνος ναρκωμένων φωτοβολίδων, είναι αυτή η καλά κατανεμημένη βαρύτητα, είναι αυτή η αθόρυβη κυκλοφορία ζώων και εντόμων που ρίχνουν χίλια βέλη στον τρυφερό κορμό της νύχτας, είναι αυτός ο σπόρος του τριφυλλιού πάνω στα λακάκια ενός χαϊδεμένου προσώπου, είναι αυτή η πυρκαγιά της σελήνης που δεν θα γίνει ποτέ πυρκαγιά, είναι ένα μικροσκοπικό αύριο που οι σκοποί του μας είναι άγνωστοι [...]

René Char illustrated by M.H. Vieira da Silva
 
Πέρα από πολιτική ή προφητική, η ποιητική φωνή του Σαρ είναι παρηγορητική και αισιόδοξη. Ακόμα κι αν "περιπλανιόμαστε πλάι σε πηγαδόπετρες από τις οποίες έχουν αφαιρεθεί τα πηγάδια", υπάρχει τρόπος να ξεδιψάσουμε. 

Πρέπει να ξεπεράσουμε την οργή και την αηδία μας,  πρέπει να τις μοιραστούμε, ώστε να ανυψώσουμε και να διερύνουμε τη δράση μας, όπως και την ηθική μας. 

Στους υποθετικούς του λόγους, η φωνή του γίνεται ακόμη πιο παραμυθιακή:

Αν πιστέψουμε στο υπέδαφος του χορταριού, όπου απόψε τραγουδούσε ένα ζευγάρι γρύλων, η πριν από τη γέννηση ζωή θα ήταν πιο γλυκιά. 

Αν δεν υπήρχε μερικές φορές η ερμητικότητα της πλήξης, η καρδιά θα έπαυε να χτυπά.

Αν ο άνθρωπος δεν έκλεινε καμιά φορά εντελώς τα μάτια, θα κατέληγε να μη βλέπει πια αυτό που αξίζει να ιδωθεί. 

Στην ποίηση του Σαρ η απόσταξη, η ωρίμανση και η παλαίωση των λέξεων δεν προσφέρουν απλώς ποιητική μέθη, αλλά, σαν ομφάλιοι λώροι, μας κρατούν δεμένους με κάθε ζωογόνο σώμα. 

 
***
 

René Char, Φύλλα του Ύπνου (Εισαγωγή-μετάφραση: Θανάσης Χατζόπουλος), Πόλις, Αθήνα 2017.
 

Παρασκευή, 7 Ιουλίου 2017

Φόρος τιμής στον Ronald Searle - Μέρος 5ο: Πενγκουινάκια και άλλα


Λέγαμε, λοιπόν, ότι ο Ronald Searle υπήρξε πολυσχιδής Βρετανός σκιτσογράφος που ασχολήθηκε με τόσα και τόσα: Από τα σκίτσα αιχμαλωσίας μέχρι τα γυναικάκια-γκάνγκστερ του St. Trinian's, τα ψιψινοβιβλία, τα εξώφυλλα του New Yorker και πολλών άλλων περιοδικών.
























Πέρα από τα περιοδικά και τις εφημερίδες, όμως, επιμελήθηκε και εξώφυλλα για βιβλία πολλών εκδοτικών οίκων. Πολλά ήταν πλουμιστά, πολύχρωμα και γεμάτα, υπηρετώντας μία κάπως ξεπερασμένη πια αισθητική. 



Όπως αυτά...  


 






















Στις αρχές της δεκαετίας του '60, όμως, ξεκίνησε να σχεδιάζει για την Penguin, και εκεί το ύφος του υπήρξε διαφορετικό.  Αυτά τα μικρά χαρτόδετα βιβλία τσέπης είχαν εξωφυλλάκια απλά, όπως απλό, λιτό και οικονομικό ήταν γενικότερα το στιλ της έκδοσης. Το βιβλίο ήταν μικρό, ελαφρύ και φτηνό, αλλά το κείμενο παρέμενε προσεγμένο και το εξώφυλλό του ελκυστικό.


 























Μάλιστα, η στριφνή μαντάμ της πρώτης εικόνας υπήρξε ένα από τα πρώτα εξώφυλλα που σχεδίασε ο Ronald Searle για την Penguin. Την ίδια ακριβώς πολιτική ακολούθησαν, και ακουλουθούν μέχρι σήμερα, τα γαλλικά Folio. 


Το βιβλίο, βέβαια, το αγοράζουμε πάντοτε με γνώμονα το περιεχόμενό του. Ωστόσο, είναι ένα αντικείμενο που αποτελεί -ή θα έπρεπε να αποτελεί- έργο τέχνης. Και σε ένα έργο τέχνης, όλα έχουν τη σημασία τους. 

Και το μέσα: 


Και το έξω...


Ο Ronald Searle υπήρξε επιμελής στον σχεδιασμό και των δύο. 


Και ήταν και ωραίος και χίπης.


***

Πέμπτη, 6 Ιουλίου 2017

Φόρος τιμής στον Ronald Sealre - Μέρος 4ο: Τα Νεοϋορκέζικα


Η λατρεία του Ronald Searle για τις γατούλες ήταν εμφανής και στα εκατοντάδες εξώφυλλα που σχεδίασε για τον New Yorker. Η συνεργασία του σκιτσογράφου με το αμερικανικό περιοδικό ξεκίνησε στη δεκαετία του '60 και κράτησε τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του '90. Καμιά τριανταριά χρόνια, δεκάδες εξώφυλλα.

 






















Το εξώφυλλο ενός περιοδικού είναι πάντοτε ασορτί με την εποχή και την επικαιρότητα. Έτσι, τους χειμερινούς μήνες βλέπουμε τα χνουδωτά τετράποδα να κάνουν σκι, να φορούν σκουφάκια ή να τρώνε παγωτό στα χιόνια. Την άνοιξη αράζουν κάτω από τα δέντρα, απολαμβάνουν το κελάηδημα των πουλιών και τις μυρωδιές της φύσης, ενώ το καλοκαιράκι κάνουν όλα όσα περιμένουμε κι εμείς με τόση ανυπομονησία: 

Το άραγμα στην  αιώρα...


 Την ηλιοθεραπεία στη σεζ-λονγκ...


Τη βαρκάδα στη λίμνη... 


Τις πολύχρωμες εμπειρίες που μόνο οι διακοπές μπορούν να μας χαρίσουν...


Κατά τα άλλα, κι εδώ οι ψιψίνες τρώνε καλά, αστειεύονται και διασκεδάζουν...


 





















Απολαμβάνουν για την πάρτη τους ένα ολόκληρο τραπέζι, και ενίοτε ακροβατούνε παλαβιάρικα κάτω απ΄ αυτό ή κάτω από τον κόσμο όλο...

 





















Γενικά, η ζωή είναι ωραία στα εξώφυλλα του New Yorker και για τις γάτες και για τα πουλάκια...

 























Και για τους μοναχικούς μποέμ...


Φτάνει να βρει κανείς τον τρόπο να την απολαύσει...

 























***

Τετάρτη, 5 Ιουλίου 2017

Φόρος τιμής στον Ronald Searle - Μέρος 3ο: Ψιψινέλες


Αφού τα 'δε όλα αιχμάλωτος στη Σιγκαπούρη, ο Ronald Searle απελευθερώθηκε το 1945 και επέστρεψε στη γενέτειρά του, τη Μεγάλη Βρετανία, όπου αφοσιώθηκε στη σειρά που έμελλε να γίνει το μεγάλο χιτ των φόρτις: τo St. Trinian's. Μετά απ' αυτό, ήταν πια διάσημος σε ολόκληρη τη χώρα. Παντρεύτηκε κιόλας μια κυρία oνόματι Kaye Webb και απέκτησαν διδυμάκια, την Kate και τον Johny. Αν υπήρξε καλός σύζυγος δεν το γνωρίζουμε, πάντως ο γάμος σαν απασχόληση του άρεσε, γιατί χώρισε και αργότερα ξαναδοκίμασε την τύχη του με άλλη γυκαίκα. 

 




















 


Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του '50, και ενώ συνέχιζε τη σειρά του St. Trinian's, έκανε του κόσμου τις δουλειές: σκίτσα για τις εφημερίδες Tribune, Sunday Express και News Chronicle, εικονογραφήσεις για ταξιδιωτικά βιβλία, αφίσες, διαφημίσεις, κινούμενα σχέδια για την Disney. Και αναγνωρίστηκε το έργο του και με το παραπάνω, αφού κέρδισε το "National Cartoonist Society Advertising and Illustration Award" (και μάλιστα δις, το 1959 και το 1965), όπως και πολλά άλλα βραβεία. 

 
Το 1961 είχε ήδη χωρίσει με την πρώτη του σύζυγο, παντρεύτηκε τη Monica Koenig και έφυγε για το Παρίσι, όπου πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Εκεί, αφοσιώθηκε περισσότερο στη ζωγραφική και λιγότερο στο σκίτσο, τη γελοιογραφία και την εικονογράφηση (όχι ότι κι αυτά δεν αποτελούν μορφές της ζωγραφικής τέχνης). Στη Γαλλία, λοιπόν, κυκλοφόρησαν πολλά λευκώματα του Searle, μεταξύ των οποίων και τα φοβερά γατοβιβλία του.















   

Οι γατούλες του Searle είναι εκπληκτικές, υπέροχες, ανεπανάληπτες! Μπορεί να μοιάζουν "ισορροπημένες", να κρέμονται από πολυελαίους (εικόνα 1), να ισορροπούν κάτω από το φεγγάρι ή πάνω σε μια ρόδα ποδηλάτου (εικόνες 2 και 3), αλλά στην πραγματικότητα είναι διαστροφικές κι αλλόκοτες όσο λίγες. 

Σε κάποια έργα φαίνονται ήρεμες. Άλλοτε, καβαλούν παγώνια, ποδηλατούν, κοιμούνται σε πολυτελή κρεβάτια και απολαμβάνουν λουκούλλεια γεύματα. Μα τις περισσότερες φορές...
 

Να, όπως, δώ:
 Εδώ: 



Ή εδώ: 



Δεν είναι κάπως σαστισμένες, έκπληκτες και καημενούλες; 


Δοκιμάζουν περούκες που δεν τους ταιριάζουν, μοιάζουν με σκύλους και τους επιτίθενται οι φιλενάδες τους. Κουτρουβαλούν εδώ κι εκεί, τις δαγκώνουν τα ψάρια, τις κυνηγούν τα ποντίκια... Καθόλου "γάτες" για γάτες. Έχουν, ωστόσο, ένα προτέρημα που δεν το φτάνει κανένα άλλο:




















Aγαπιούνται σαν τρελές, αγκαλιάζονται και ζευγαρώνουν, αυξάνονται και πληθύνονται, κάνουν αντισυμβατικά μα αξιολάτρευτα ζευγάρια: 

 
E, κι αυτό, όπως και να το κάνουμε, αυτές (όπως κι εμάς) τις κάνει ευτυχισμένες: 



***