Δευτέρα, 30 Μαΐου 2016

Αφίσες #5: Ο σουρεαλισμός της Kaja Renkas

 

Σουρεαλισμός στην αφίσα πάει να πει

 

Εξωφρενικά κολάζ...



Γυναίκες-πουλιά, γυναίκες-κλουβιά, γυναίκες με στενούς κορσέδες...

























Γυναίκες- γάτες, γυναίκες-τίγρεις...

























Κίρκες σε τσίρκο...



Μουσικές...

























Μια κινηματογραφική μηχανή...



Μια ανθρωπομηχανή...


Μια μηχανή που μπορεί να λειτουργήσει στη θέση της λογικής...



























***

Παρασκευή, 27 Μαΐου 2016

Αόρατες πόλεις

Φεδώρα

Άλλη είναι η πόλη για όποιον περνά χωρίς να μπει μέσα, και άλλη για όποιον εγκλωβίζεται σ' αυτή και δεν μπορεί να ξεφύγει· άλλη είναι η πόλη στην οποία φτάνει κανείς για πρώτη φορά, άλλη είναι εκείνη που αφήνει πίσω του για να μην ξαναγυρίσει ποτέ...
 
Μετά από ένα εικοσαετές ταξίδι στις χώρες τις Άπω Ανατολής, ο Μάρκο Πόλο κατέγραψε τις εντυπώσεις του στο "Βιβλίο των θαυμάτων". Το βιβλίο του κίνησε την περιέργεια των Ευρωπαίων για εκείνους τους μακρινούς τόπους, τους γεμάτους αρώματα, χρυσάφι και πολύτιμες πέτρες. Στις "Αόρατες πόλεις" του, ο Ίταλο Καλβίνο βάζει τον Μάρκο Πόλο να περιγράψει στον Μεγάλο Χαν, αυτοκράτορα των Ταρτάρων, καθεμιά από τις πόλεις που γνώρισε στο ταξίδι του

Στη ζωή των αυτοκρατόρων υπάρχει πάντα μια στιγμή κατά την οποία την περηφάνια για την κατάκτηση τόσων απέραντων εκτάσεων έρχεται να διαδεχτεί η μελαγχολική και ανακουφιστική διαπίστωση ότι πολύ σύντομα θα πάψουμε να θέλουμε να τις γνωρίσουμε και να τις κατανοήσουμε· μια αίσθηση κενού μάς πλημμυρίζει τη νύχτα, μαζί με τη μυρωδιά που αναδίδουν οι ελέφαντες μετά τη βροχή και η στάχτη του σανδαλόξυλου που κρυώνει στα μαγκάλια... 
Ο αυτοκράτορας γνωρίζει πως η αχανής αυτοκρατορία του σύντομα θα διαλυθεί, και αναθέτει στον Βενετό εξερευνητή να του περιγράψει κάθε της πόλη. Ο Πόλο μετατρέπεται σε μια νέα Σεχραζάτ που εγκιβωτίζει τη μια πόλη μέσα στην άλλη, τη μια ιστορία μέσα στην άλλη, ώσπου να διαλυθεί η μελαγχολία του αυτοκράτορα. Αφηγείται άλλοτε με νεύματα, φωνές και γρυλίσματα ζώων, άλλοτε με λέξεις, και άλλοτε με κινήσεις στα πιόνια της σκακιέρας.   

Κρεμασμένη πάνω από την άβυσσο, η ζωή των κατοίκων της Οκταβίας είναι λιγότερο αβέβαιη από ό,τι στις άλλες πόλεις. Ξέρουν ότι το δίχτυ δεν θα αντέξει περισσότερο από όσο είναι να αντέξει.
[Rebecca Chappell] 


[David Fleck]
Καμιά από τις πόλεις δεν είναι υπαρκτή. Είναι όλες επινοημένες. Δεν είναι καν πόλεις με τη στενή έννοια του όρου. Η πόλη για τον Καλβίνο δεν είναι ένα σύνολο δρόμων και οικοδομημάτων, αλλά κυρίως ένα σύνολο επιθυμιών, πόθων, φόβων και σκέψεων των ανθρώπων που την ζουν. Ο αναγνώστης μπορεί να πλάσει την εικόνα καθεμιάς από τις 55 πόλεις, μπορεί όμως και να αφουγκραστεί τους ψιθύρους των κατοίκων της.  

Ταξινομημένες  κατά πεντάδες σε 11 διαφορετικές ομάδες,  οι αόρατες πόλεις κινητοποιούν άλλοτε τη μνήμη και άλλοτε την επιθυμία. Αποκαλύπτουν σημάδια, φιλοξενούν ανταλλαγές, συνοδεύουν ονόματα και νεκρούς, χαρακτηρίζονται ως συνεχόμενες, λεπτές, κρυφές. 

Eίναι οι μορφές που η πόλη θα μπορούσε να πάρει αν δεν είχε γίνει, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, αυτό που βλέπουμε σήμερα. Σε κάθε εποχή κάποιος, κοιτάζοντας πώς πραγματικά ήταν η Φεδώρα, είχε φανταστεί τον τρόπο να τη μετατρέψει σε ιδανική πολή· ενώ όμως έφτιαχνε το πρότυπό του σε μινιατούρα, η Φεδώρα δεν ήταν πλέον ίδια με πριν, και εκείνο που μέχρι χθες ήταν ένα πιθανό μέλλον της αποτελούσε πλέον απλώς ένα παιχνίδι σε μια γυάλινη σφαίρα.

Εγκαταλελειμμένη πριν ή μετά την κατοίκησή της, η Αρμίλα δεν μπορεί να θεωρηθεί έρημη. Οποιαδήποτε ώρα, αν ορθώσεις το βλέμμα ανάμεσα στις σωληνώσεις, δεν είναι σπάνιο να διακρίνεις μία ή περισσότερες λυγερόκορμες μα όχι ψηλές νεαρές γυναίκες να χουχουλίζουν στις μπανιέρες...

Το βιβλίο του Καλβίνο θα μπορούσε να είναι ένα στρουκτουραλιστικό παιχνίδι αρχιτεκτονικής, ένα βιβλίο κατασκευών, ένα παιχνίδι λογικής ή αφήγησης. Κάθε πόλη αποτελεί ένα γρίφο πάνω στη σχέση της πραγματικότητας με τη φαντασία, της εικόνας με τους αντικατοπτρισμούς της, ενώ ταυτόχρονα βρίθει από συμβολισμούς που αφορούν την ύπαρξη, τα διλήμματα, τις αντιφάσεις του ανθρώπου, τους τόπους του.

Ο συγγραφέας επισημαίνει στην εισαγωγή του την ανάγκη της πλοκής. Θεωρεί πως ακόμη και ένα μυθιστόρημα χωρίς ιστορία, υπόθεση και χαρακτήρες, έχει ανάγκη την πλοκή. Εδώ ως πλοκή δεν νοείται το στόρι, αλλά η δομή του. Κάθε κείμενο είναι ένας χώρος στον οποίο ο αναγνώστης θα περιηγηθεί, ενδεχομένως και θα χαθεί, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να βρει μια έξοδο, να του δοθεί η δυνατότητα να ανοίξει έναν δρόμο και να ξεφύγει. Ωστόσο, πολλές  πόλεις δεν έχουν εξόδους, δεν έχουν αρχή, μέση και τέλος, δεν προτείνουν ούτε διαδρομές ούτε λύσεις. Άλλες μετεωρίζονται πάνω από την άβυσσο, άλλες μαραζώνουν, διαλύονται και εξαφανίζονται από τον χάρτη, άλλες αναιρούνται από τις επιθυμίες όσων τις επισκέπτονται, άλλες αποσυναρμολογούνται, υφίστανται σεισμικές δονήσεις ή παραμένουν ανολοκλήρωτες.

Βαυκίδα. Τίποτε από την πόλη δεν αγγίζει το έδαφος εκτός από εκείνα τα μακριά, σαν φοινικόπτερου, πόδια στα οποία στηρίζεται και, στις φωτεινές μέρες, εκείνη τη διάτρητη και γεμάτη γωνίες σκιά που σχεδιάζεται πάνω στα φύλλα των δέντρων
Ο αυτοκράτορας διαρκώς εκφράζει την απορία αν ο Μάρκο Πόλο πράγματι γνώρισε τις πόλεις για τις οποίες του μιλά ή αν όλα αποτελούν αποκυήματα της φαντασίας του. Όταν του ζητά να μιλήσει για τη Βενετία, ο Πόλο παραδέχεται ότι περιγραφές της Βενετίας υπάρχουν στην εικόνα κάθε πόλης. Κάθε πόλη αποτελεί μια άλλη όψη της Βενετίας; Κάθε πόλη είναι ένα από τα πολλά πρόσωπα της πόλης καταγωγής ή της πατρίδας; Αν όλο αυτό είναι ένα παιχνίδι που μεταξύ άλλων αφορά και την αφήγηση, η Βενετία είναι  η αφετηρία, η οπτική γωνία, ο εαυτός από τον οποίο ο αφηγητής ποτέ δεν ξεφεύγει. Είναι το "εδώ" που αναγνωρίζουμε ως δικό μας σε κάθε ξένο τόπο. Όταν φτάνει σε μια νέα πόλη, καθένας μας ξαναβρίσκει το παρελθόν του. "Το αλλού είναι ένας αντίστροφος καθρέφτης. Ο ταξιδιώτης αναγνωρίζει το λίγο που είναι δικό του, ανακαλύπτοντας το πολύ που ποτέ δεν είχε και που ποτέ δεν θα έχει. [...] Στη ζωή του καθενός φτάνει μια στιγμή κατά την οποία το μυαλό αρνείται να δεχτεί άλλες φυσιογνωμίες, άλλες εκφράσεις, και σε καθετί νέο που συναντά αποτυπώνει κάτι παλιό. Στο καθετί προσαρμόζει τη μάσκα που του ταιριάζει καλύτερα". 

[Paris Koutsikos]
Άλλωστε, το ξένο -όπως και το οικείο- βρίσκεται μέσα μας. Ξένο είναι αυτό που πάψαμε να είμαστε ή δεν υπήρξαμε ποτέ. Οικείο είναι αυτό που αναγνωρίζουμε ως δικό μας, ακόμη και στα πιο άγνωστα μέρη. Άραγε, το ταξίδι του Πόλο στα πέρατα του κόσμου απαντά στο ερώτημα του Πεσσόα: "Γιατί να ταξιδέψω; Πού αλλού θα βρισκόμουνα παρά μέσα σε μένα τον ίδιο";  

Όταν, τέλος, ο αυτοκράτορας αποκαλύπτει τους φόβους του περιγράφοντας τη ζωή που του απομένει σαν μια ρουφήχτρα που τον τραβά προς την κόλαση, ο ταξιδιώτης διασκεδάζει τον φόβο για το μέλλον με έναν λόγο παρηγορητικό για το παρόν: 

Η κόλαση των ζωντανών δεν είναι κάτι που αφορά το μέλλον· αν υπάρχει μια κόλαση, είναι αυτή που υπάρχει ήδη εδώ, η κόλαση που κατοικούμε καθημερινά, που διαμορφώνουμε με τη συμβίωσή μας. Δύο τρόποι υπάρχουν για να μην υποφέρουμε. Ο πρώτος είναι για πολλούς εύκολος: να αποδεχθούν την κόλαση και να γίνουν τμήμα της μέχρι να καταλήξουν να μην τη βλέπουν πια. Ο δεύτερος είναι επικίνδυνος και απαιτεί συνεχή προσοχή και διάθεση για μάθηση: να προσπαθήσουμε και να μάθουμε να αναγνωρίζουμε ποιος και τι, μέσα στην κόλαση, δεν είναι κόλαση, και να του δώσουμε διάρκεια, να του δώσουμε χώρο. 
 
*** 
Μια απόπειρα εικονογράφησης των "Αόρατων πόλεων" από την Περουβιανή αρχιτέκτονα Karina Puente εδώ

Ίταλο Καλβίνο, Αόρατες πόλεις (μτφρ. Ανταίος Χρυσοστομίδης), Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004. 

Κυριακή, 22 Μαΐου 2016

ΕΞΩΦΥΛΛΑ #11: This is England

 

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τη Γηραιά Αλβιώνα.


 
Μάθημα 1ο: Βρετανικά πουλάκια, βρετανικά κοχυλάκια.

F. Martin Duncan, British shells (1943)
Phyllis Barclay-Smith, British birds (1939)


























Μάθημα 2ο: Βρετανικοί σιδηρόδρομοι.

Early British railways



Μάθημα 3ο: Αγγλικά μπαλέτα, η ζωή στην αγγλική εξοχή.

Life in an English village
Janet Leeper, English ballet


























Μάθημα 4ο: Το πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ.

Reginald Ross Williamson , A History of the University of Cambridge (1815)


Μάθημα 5ο: Σκαθάρια και ρολόγια.

A book of English clocks

British beetles
























***

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2016

Το δέντρο του Ιούδα


Στις 23 Νοέμβρη ο Ηλίας γύρισε στο χωριό του, το Δελβινάκι, στο Πωγώνι ψηλά στην Ήπειρο, δεκαεφτά χιλιόμετρα από την Κακαβιά, στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Πενήντα τριών χρονών, γύρισε να μείνει ξανά με τη μάνα του.

Τόσο λιτή στην αρχή της, κι όμως η νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου γίνεται πέτρα στο λαιμό από την πρώτη αράδα. Κελαριστή η γλώσσα, αλλά μεγάλο το βάρος. Λες κι ο λόγος αντηχεί το λίθινο τοπίο και την τραχύτητα της ηπειρώτικης γης.

Ο Ηλίας  επιστρέφει από την Αθήνα στο χωριό του. Επιστρέφει από την οικογένεια που δημιούργησε στην οικογένεια που άφησε, από τη δουλειά και τις υποχρεώσεις, στην ανεργία και τη νωχελικότητα μιας απομακρυσμένης επαρχίας.  Η θλιμμένη και βουβή όψη της μάνας του του υπενθυμίζει καθημερινά τον προδομένο γάμο και τη ναυαγισμένη ζωή του, και μετατρέπει τη λατρεία του για κείνη σε πρόσκαιρο μίσος για τον εαυτό του πρώτα, κι ύστερα για το καταφύγιο που βρίσκει στην αγκαλιά της. εν ήθελε την παρηγοριά της, μονάχα το φαΐ της και τα πλυμένα ασπρόρουχά του". 

Ο Ηλίας προσπαθεί να προσαρμοστεί στη ζωή του χωριού. Χωρίς οικογένεια, χωρίς χρήματα, χωρίς δουλειά, χωρίς μεταφορικό μέσο. Συμπαραστάτης του στέκεται ο Κωτσομεντής, παλιός φίλος, αστυνόμος και διευθυντής του Τμήματος Συνοριακής Φύλαξης στο Δελβινάκι. Δεν μπορεί να κάνει και πολύ μαζί του. Δεν μπορεί να κάνει με κανέναν στο χωριό. Απλά τον Κωτσομεντή τον νιώθει αδερφό. Ανασαίνει τον καθαρό αέρα, βολοδέρνει, δέχεται πού και πού κάνα πεσκέσι.
 
Διέσχισε την έρημη πλατεία, βαδίζοντας πάνω στα ξερά φύλλα από τον μεγάλο πλάτανο. Σαν να 'ταν τα πόδια του κάτι ξέχωρο από τον ίδιο, τα παρατηρούσε με περιέργεια πώς σκορπούσαν στο πέρασμά τους τα φύλλα και τα θρυμμάτιζαν.  

Το κείμενο ισορροπεί ανάμεσα στις περιγραφές του χωριού, των ανθρώπων του, του χνωτισμένου καφενείου από τη μια, και το ψυχογράφημα του πρωταγωνιστή από την άλλη. Η απόγνωση του Ηλία αποτυπώνεται περισσότερο στις τηλεφωνικές συνομιλίες με τις κόρες που άφησε στην Αθήνα, παρά στον συγχρωτισμό του με όσους -αναγκαστικά και σε μεγάλη ηλικία- γειτoνεύει

Καληνύχτισε και βγήκε στη χιονοθύελλα. Για μια στιγμή στάθηκε και κοίταξε πίσω. Το "Στέκι του Καρντάση", το μαγαζί του Τόμου, έμοιαζε με καραβοφάναρο μέσα στο σκοτάδι και στο χιόνι, με θολές και μοναχικές μέσα, πίσω από το πλαστικό κι από το τζάμι, τις φιγούρες του Τακημπίλλη και της κυρα-Σοφίας, που 'σκυβε ν' αφήσει στο τραπέζι της πιπεριές που τηγάνιζε πρωτύτερα. 
Θέλησε τότε να ξαναμπεί. Το μαγαζί, με τους δυο ανθρώπους μέσα, ήταν Κιβωτός σε τούτη την ερημιά. Αλλά έπειτα γύρισε την πλάτη κι άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου. 
  
Ο Ηλίας αρνείται να ταξιδέψει στην Αθήνα και αλλάζει τον χρόνο με τους συγχωριανούς του στο Δελβινάκι.  Μαζί με τον χρόνο στην ιστορία, αλλάζει και το ύφος στην αφήγηση. Η δολοφονία μιας Αλβανής ιερόδουλης δίνει στη νουβέλα ύφος αστυνομικής ιστορίας. Ο πρωταγωνιστής επιμένει να βοηθήσει στην εξιχνίαση του εγκλήματος. Σε κάθε τραπέζι του καφενείου, σε κάθε σημείο του χωριού τον καταδιώκει η εικόνα της δολοφονημένης και κατακρεουργημένης γυναίκας που ζητά δικαίωση. Δύο αυτοχειρίες περιπλέκουν την υπόθεση και δικαιώνουν τον τίτλο του αφηγήματος

Δύο άνθρωποι βρίσκονται κρεμασμένοι, αν και κανείς τους δεν φαίνεται να είναι ο εγκληματίας. Αν κάτι ήταν έτοιμοι να προδώσουν, αυτό θα ήταν η εκκωφαντική σιωπή στην οποία φαίνεται να συναινεί με τη βουβαμάρα της -ή τη συνενοχή της-  μια ολόκληρη κοινωνία. 

Φορώντας το "γαμπριάτικο κοστούμι" του, όπως τιτλοφορείται το πιο κομβικό από τα κεφάλαια του αφηγήματος, ο Ηλίας γυρίζει σελίδες και κλείνει τα κεφάλαια της ζωής του, έχοντας γνώμονα μια αίσθηση του δίκιου καθαρή, αιχμηρή και βαριά σαν τον κρύσταλλο.

***

Μιχάλης Μακρόπουλος, Το δέντρο του Ιούδα, Κίχλη, Αθήνα 2014.