Τετάρτη, 27 Απριλίου 2016

Κλασικά εικονογραφημένα - David Popiashvili

Ο καλός ποιμένας

Αν υπάρχει ένα είδος στη ζωγραφική που δεν επιδέχεται νεωτερισμούς, αυτό είναι μάλλον η αγιογραφία. Ο αγιογράφος, φορέας μεγάλης παράδοσης, παραμένει πάντοτε πιστός στους κανόνες που έθεσαν οι προγενέστεροι. Ελάχιστα περιθώρια υπάρχουν, και ακόμη κι όταν αυτενεργεί ο καλλιτέχνης, αυτό δεν γίνεται αντιληπτό παρά μόνο στους γνώστες του είδους. 


Το απολωλός πρόβατο

Και στην περίπτωση του ψηφιδωτού ή της τοιχογραφίας, όταν ένας ναός ιστορείται, ο αγιογράφος δεν δημιουργεί μόνος, αλλά με τη βοήθεια της δύναμης που του δίνει η πίστη, η θεία φώτιση και λοιπά. Το δημιούργημα παραμένει ανυπόγραφο, η πρόθεση υστεροφημίας θεωρείται ύβρις, ο καλλιτέχνης δεν είναι δημιουργός, αλλά ένα μέσο για να φτάσει το έργο στον πιστό. Στόχος δεν είναι η απόλαυση του καλλιτεχνικού δημιουργήματος, αλλά η πρόκληση μιας αίσθησης δέους, η ενδυνάμωση της πίστης. 

Ο αγιογράφος δεν ενδιαφέρεται για την καινοτομία, τις σωστές αναλογίες, τις σκιάσεις, την προοπτική, που τόσο απασχόλησαν ζωγράφους άλλων ειδών και εποχών.




Βάφτιση στον Ιορδάνη ποταμό
Τι γίνεται όταν η εικόνα συνοδεύει ένα θρησκευτικό ανάγνωσμα που προορίζεται για παιδιά; Ακόμη και στις πιο σύγχρονες εκδόσεις, οι παιδικές εικονογραφημένες εκδοχές της Βίβλου ακολουθούν λίγο πολύ την αγιογραφική  παράδοση. Το παιδί διαβάζει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη σαν να διαβάζει ένα παραμύθι, με πάμπολλα πρόσωπα και ασύλληπτες περιπέτειες. Ο στόχος, όμως, παραμένει ο ίδιος: το δέος για το ανεξήγητο των γεγονότων, την κόλαση, τον παράδεισο, την Κρίση, οπωσδήποτε η σφυρηλάτηση ενός θρησκευτικού συναισθήματος. Έτσι, η εικονογράφηση των εκδοχών αυτών δεν διέφερε πολύ από την ιστόρηση των ναών. Τα ίδια αποστεωμένα και λιπόσαρκα σώματα, τα ίδια πορφυρά ή γαλαζωπά χρώματα, τα χρυσαφιά φωτοστέφανα.




Στον κήπο της Γεσθημανής
Να όμως που ακόμη και σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν εξαιρέσεις. Το 2002, το Ινστιτούτο της Μόσχας για τη μετάφραση της Βίβλου, που είχε αναλάβει την έκδοση της Αγίας Γραφής στις πάνω από 130 μη σλαβικές γλώσσες της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών, επιχείρησε μια έκδοση της Καινής Διαθήκης που θα απευθυνόταν σε παιδιά. Το βιβλίο είχε τίτλο "Η ζωή του Ιησού" και η  εικονογράφησή του ανατέθηκε στον νεαρό Γεωργιανό εικονογράφο David Popiashvili, που φιλοτέχνησε για το έργο 31 εικόνες.

Εικονογραφούνται, μεταξύ άλλων, ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, η Γέννηση, το ταξίδι των μάγων, πολλά από τα θαύματα, η βάπτιση του Ιησού στον Ιορδάνη ποταμό, ο γάμος της Κανά, ο μυστικός δείπνος, η σταύρωση.





Μυστικός δείπνος
Το καλλιτεχικό έργο του Popiashvili είναι έτσι κι αλλιώς αξιοθαύμαστο. Ενώ τα πρόσωπα παραμένουν "ανέκφραστα", είναι παρόλα αυτά προσιτά. Έμφαση δίνεται στην ανθρωπινότητά τους, και όχι τόσο στην υπέρβαση και την εξαΰλωσή τους. Στα χρώματα, ενώ δεν υπάρχει ποικιλία και από αυτή την άποψη τηρείται η αγιογραφική παράδοση, παρατηρείται ένταση που δεν συναντάμε συχνά στη βυζαντινή τέχνη, για παράδειγμα. Το δόγμα δεν αποδομείται, η πίστη δεν σατιρίζεται, αλλά προσεγγίζεται με μια αφέλεια που έτσι κι αλλιώς χαρακτηρίζει την παιδικότητα. 

Τέλος, τα γράμματα του γεωργιανού αλφάβητου κάτω από κάθε εικόνα, την επεξηγούν, την υποτιτλίζουν και συνάμα την ολοκληρώνουν, σαν όμορφοι διακοσμητικοί κυματισμοί.



Σταύρωση
Γολγοθάς
















 




***

Μια τρίγλωσση ψηφιακή έκδοση της ωής του Ιησού" (στα γεωργιανά, ρωσικά και αγγλικά), εικονογραφημένη από τον David Popiashvili και εμπλουτισμενη με ηχητικά αρχεία εδώ


Παρασκευή, 22 Απριλίου 2016

Λαπαθιώτης αυτοβιογραφούμενος


Τω Κυρίω Ναπολέοντι Λαπαθιώτη, μια πρωίμω μεγαλοφυΐα, ίσως... ασφαλώς δε ευφυΐα πρώτης τάξεως [1]


Ώστε αλήθεια, φίλε μου;! Τέτοιο ηφαίστειο ήταν η 
ζωή σου;! Κι εγώ που σε λογάριαζα σαν έναν ανθρωπάκο, 
που δεν γνώρισε ποτέ του τρικυμίες! 
Και να σου πω την αλήθεια, σε μακάριζα. [2]
 
Στην Ελλάδα το είδος της βιογραφίας, όπως και αυτό της αυτοβιογραφίας, δεν ευτύχησε ιδιαίτερα. Θεωρήθηκε μάλλον ανάγνωσμα ελαφρόν. Ούτε ιστορική πηγή μπορεί να αποτελέσει -επομένως το επιστημονικό προσωπικό δεν θα το προτιμήσει-, ούτε και λογοτεχνική τέρψη προσφέρει ακριβώς, συνεπώς το περιφρονούν και οι λάτρεις της λογοτεχνίας. Το πιθανότερο είναι να συναντήσει κανείς μια βιογραφία μεταξύ αναγνωσμάτων όπως "Η εγκυκλοπαίδεια της γυναίκας", κανένα εγχειρίδιο για νεαρές κυρίες και μέλλουσες συζύγους και άλλα τέτοια. 

Αναμφισβήτητα, στο πάνθεον των βιογράφων εξέχουσα θέση  έχει ο Στέφαν Τσβάιχ. Στα καθ' ημάς, πολλοί λογοτέχνες επιχείρησαν να βιογραφήσουν και να αυτοβιογραφηθούν, κι έτσι συναντάμε ανάμεσα σε άλλους τον Ξενόπουλο να αφηγείται τη ζωή του "ως μυθιστόρημα", τον "Παπαδιαμάντη αυτοβιογραφούμενο", και τον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη να αποπειράται τη συνοπτική αυτοβιογραφία του στο έργο του "Η ζωή μου". 

Σ' αυτά τα βιβλία ο αναγνώστης δεν θα βρει πολύ διαφωτιστικές πληροφορίες για το έργο του εκάστοτε λογοτέχνη. Αν μη τι άλλο, όμως, θα γελάσει -άλλοτε γλυκά και άλλοτε πικρά- διαβάζοντας για τις τραγωδίες της εθνικής μας ζωής, θα διασκεδάσει με την ψυχή του μαθαίνοντας για τις αψιμαχίες των φιλολογικών κύκλων, τις κόντρες και τις ίντριγκες μεταξύ των σεβαστών λογοτεχνών μας, θα κρυφοκοιτάξει και ολίγον μέσα από την κλειδαρότρυπα την προσωπική τους ζωή. Γιατί όχι; Στο κάτω κάτω, οι αυτοβιογραφούμενοι μας το επιτρέπουν, για να μην πω πως μας το ζητούν κιόλας.

Ο Λαπαθιώτης με την αυτοβιογραφία του δεν θέλησε να γράψει ένα "εγχειρίδιο ψυχαναλύσεως και αυτοκριτικής", παρά μόνο να παρουσιάσει σύντομα τη ζωή του. Ξεκινά από το 1888, έτος της γέννησής του, αναφέρεται στα πρώτα του χρόνια στην Αθήνα και στο Ναύπλιο, στον θάνατο του Χαρίλαου Τρικούπη, στην επιστροφή της οικογένειάς του στο κλεινόν άστυ, στα μαθητικά χρόνια, στην αγάπη του για τη μουσική, το θέατρο, την ποίηση, τη γαλλική γλωσσα, τη γιορτή της Αποκριάς, αλλά και στην απέχθειά του προς τις νομικές σπουδές που επέλεξε. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι σελίδες που αναφέρονται στα Ευαγγελικά και το γλωσσικό ζήτημα, στο Κίνημα στο Γουδί, στους Βαλκανικούς Πολέμους και τη δυσανεξία του νεαρού Λαπαθιώτη για τον στρατό, στον Α' Παγκόσμιο, τον Εθνικό Διχασμό, τα χρόνια στην Αίγυπτο.

Αλλά το πιο δραματικό από τα γεγονότα που σημειώθηκαν εκείνο τον καιρό, κι από τα πιο μου ίσως αλησμόνητα, είναι η άμεση παρακολούθησή μου των περίφημων "Ευαγγελικών" [...] Και το θέαμα αυτό, το φρικιαστικό, τόσο πολύ με συνεκλόνισε, που 'γραψα άρθρα πύρινα, σ' άμεμπτη καθαρεύουσα, κατά των βαρβάρων μεθόδων των αρχόντων μας (και, φυσικά, υπέρ της... δημοτικής!).

***
Κι έξαφνα ήρθαν οι Βαλκανικοί πόλεμοι. Παρουσιάστηκα και ντύθηκα, έφεδρος πια, και δεκανέας... Κι επειδή, από μέρους μου τουλάχιστον, δεν υπήρχε κανένα μίσος εναντίον των εχθρών μας, ούτε καμιά εκκρεμής διαφορά (που κι αν ακόμη υπήρχε, δεν λογάριαζα ποτέ μου να τη λύσω με τα όπλα, που δεν μεταχειρίστηκα ποτέ μου, ούτε και πρόκειται να μεταχειρισθώ ποτέ στη ζωή μου), φρόντισα κι αποσπάσθηκα...[3]

Ανάμεσα σε όλα αυτά τα ιστορικά, ο αναγνώστης μαθαίνει αρκετά και για τις επαφές του Λαπαθιώτη με εξέχοντες λογοτέχνες, όπως ο Παλαμάς, ο Βάρναλης, ο Σικελιανός και ο Καβάφης, αλλά και για τη φιλία του με τον Χρηστομάνο, τον Ροδοκανάκη, τον Παπατσώνη. Ακόμη, παρατίθεται ολόκληρο το "Μανιφέστο" του, κείμενο με το οποίο φιλοδόξησε να ξεσηκώσει τους νεαρούς λογοτέχνες της εποχής του, και παρεξηγήθηκε από τους παλιούς, αλλά και περιγράφεται η λογοτεχνική του δραστηριότητα στον "Νουμά", η ίδρυση του λογοτεχνικού περιοδικού "Ηγησώ" και της περίφημης "Ανεμώνης", που τόσο προκάλεσε την αιδώ των συντηρητικών κύκλων και της "Εστίας". 

Παρά το ότι διαβάζεται βουλιμικά, το ατυχές με την αυτοβιογραφία του Λαπαθιώτη είναι ότι φτάνει περίπου μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '10. Έτσι, ο αναγνώστης δεν μαθαίνει πώς έζησε ο Λαπαθιώτης το δράμα της Μικρασιατικής Καταστροφής, την περίοδο του Μεσοπολέμου, το ξέσπασμα του Β' Παγκοσμίου. Και, κυρίως, δεν μαθαίνει πώς αυτός ο νεαρός δανδής με το λουλούδι στη κομβιοδόχη, ο ευκατάστατος αστός με τις καλές συναναστροφές, την κοινωνική αποδοχή, την οικογενειακή θαλπωρή και προστασία, αργότερα ασπάστηκε την κομμουνιστική ιδεολογία, ζήτησε εγγράφως από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών τη διαγραφή του από το θρησκευτικό ποίμνιο, συναναστράφηκε το περιθώριο, έγινε οπιομανής και τελικά οδηγήθηκε στην αυτοχειρία. 


Κύριε, 

Ευρίσκομαι σήμερα στην ανάγκη -για να είμαι απολύτως συνεπής προς τας υπαγορέυσεις της συνειδήσεώς μου- ν' αποταθώ απ' ευθείας προς εσάς, και να σας παρακαλέσω να με διευκολύνετε στον διακανονισμόν μιας υποθέσεως, χαρακτήρος εντελώς προσωπικού -που αφορά τας σχέσεις μου με την εκκλησίαν, και που, λόγω της τελευταίας αυτής λεπτομερείας, ανάγεται εξ ολοκλήρου στη δικαιοδοσία σας.

Η χριστιανική θρησκεία –όχι μόνον η ορθόδοξος, αλλά εν γένει η χριστιανική– όπως επίσης και κάθε άλλη θρησκεία– μού έχει αποβεί τελείως περιττή. [...] Γι’ αυτό το λόγο, μάλλον συγκεκριμένα, θα επιθυμούσα ν’ απαλλαγώ τελείως αυτής. [4]

Μόνο στο τέλος της αυτοβιογραφίας του ο Λαπαθιώτης σημειώνει: "Κι ζωή μου εξακολουθεί. Ομολογώ πως είμαι κουρασμένος, λυπημένος, απογοητευμένος. Όχι πως είχα πλάσει πολλά όνειρα που μου τα σκόρπισε ή μου τα διέψευσε: Ήμουν πάντα συντηρητικός, κι οι χίμαιρές μου περιορισμένες. Ούτε είχα και ποτέ φιλοδοξίες που δεν κατόρθωσα να ικανοποιήσω. Δεν είχα ίσως καν φιλοδοξίες. Δεν ζητούσα παρά τη γαλήνη [...]. Κι όμως εγώ είμαι κουρασμένος! Κι η ζωή μου εξακολουθεί...".

Ο Λαπαθιώτης ανήκει στη γενιά εκείνη των "ωραίων, μα αδύναμων", των ποιητών του Μεσοπολέμου, που ανατράφηκαν για να υπηρετήσουν τα οράματα της πατρίδας, μα δεν συγκινήθηκαν απ' αυτά. Όπως και ο Καρυωτάκης, κι ο Άγρας, κι ο Παπανικολάου, έτσι κι ο Λαπαθιώτης εμπνεύστηκε από τον συμβολισμό και τους Γάλλους "καταραμένους", υπήρξε  λάτρης του Πόε και του Όσκαρ Ουάιλντ, που το έργο του τον στιγμάτισε.  Κατά την άποψη του Τάκη Παπατσώνη, αυτή η επιρροή στάθηκε μοιραία για τον ποιητή.

Δεν υπήρξε και ιδιαίτερα συμπαθής για την κριτική. Αντιμετωπίστηκε ως άλλος ένας νεορομαντικός, αισθησιακός ποιητής. Άλλος ένας αυτόχειρας, όπως και οι άλλοι της γενιάς του. Και κυρίως, αντιμετωπίστηκε σχεδόν αποκλειστικά ως ποιητής, ενώ και το πεζογραφικό του έργο δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο. 

Ήταν ένα ρομαντικός εστέτ που επιζητούσε το απόλυτο κάλλος. Κάτι που στη ζωή ποτέ κανείς δεν βρίσκει. Απ' αυτή τη σκοπιά επιχειρεί να ερμηνεύσει την αυτοχειρία του ο καλός του φίλος Τάκης Παπατσώνης.  

Ωραιότητα, αυτό το αστάθμητο και φευγαλέο ιδεατό Κάλλος, δεν μπορούμε ατιμώρητα να το θηρεύομε σαν ουσία αυθυπόστατη, ξένη της ζωής, αλλά με τρόπο και σε βαθμό μετρημένους απάνω στα όρια και τα μέτρα της πρόσκαιρης ζωής μας, όσο ζούμε, περιμένοντας ό,τι είναι απόλυτο, να το βρούμε όταν γίνομε κ΄ εμείς απόλυτα όντα. Αλλιώς πράττοντες, βιάζομε το φυσικό υπαρξιακό μας νόμο, προτρέχοντας προς το απόλυτο πριν την ώρα, και φέρνοντας έτσι ταραχή στην προκαθορισμένη τάξη, αυτοκαταστρεφόμενοι, αδρανούντες, αγέρωχα απροσάρμοστοι και δίνοντας παράδειγμα πολύ κακό στους γύρω μας ζωντανούς. Απομονωμένοι επαναστάτες, με επανάσταση χωρίς περιεχόμενο. [5]


Σατιρικός και είρων, όχι όμως με τον τρόπο του Καρυωτάκη, προκλητικός και όμορφος, πασχίζει όλη του τη ζωή να χτίσει την κακή του φήμη. Ο Λαπαθιώτης οπωσδήποτε προκαλεί ενδιαφέρον. Θα μπορούσε ίσως για κείνον να ειπωθεί από μια άλλη οπτική αυτό που είχε γράψει ο Αλέξανδρος Αργυρίου για τον Σικελιανό: "Είχε φτερά, αλλά τα κουνούσε πολύ".

Σε συνέντευξή του στα "Ελληνικά Γράμματα", το 1938, ο Λαπαθιώτης εκφράζει το όραμά του για την ανθρωπότητα:  "Ν’ αποκτήσει την ελεύθερη συνείδηση, να λυτρωθεί από ό,τι της διαστρέφει τη σκέψη και τα πεπρωμένα. Να ξαναβρεί το δρόμο της Αγάπης, της Ισότητος και της Δικαιοσύνης, που είναι σήμερα γράμματα νεκρά. Ν’ αναπνεύσει, να σκεφθεί και να πολιτισθεί… Τότε μόνο θα εξιλεωθεί για τα εγκλήματα και τις ηλιθιότητες, που την εξωθούν, από άγνοια, να κάνει…". 

Μα από άγνοια γίνονται τα εγκλήματα;

***
[1] Αφιέρωση του γιατρού Σίμωνα Βλαβιανού στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη. Ο Βλαβιανός αγάπησε ιδαίτερα το τρίπρακτο δράμα του Λαπαθιώτη Τιμή της συζύγου.
[2] Του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.
[3] Ναπολέων Λαπαθιώτης, Η Ζωή μου, Απόπειρα συνοπτικής αυτοβιογραφίας (φιλολογική επιμέλεια: Γιάννης Παπακώστας), Κέδρος, Αθήνα 2009. 
[4] Επιστολή του Λαπαθιώτη προς τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών (1927). 
[Ολόκληρο το κείμενο της επιστολής εδώ].
[5] Τάκης Παπατζώνης, «Ο Λαπαθιώτης μετέωρο και σκιά», Νέα Εστία, τχ. 398-399, 1944. 
[Ολόκληρο το κείμενο του Παπατσώνη εδώ].

Την ανάρτηση συνοδεύουν σκίτσα του ποιητή. 

Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Αφίσες #4: Mohammad Afshar

 

Κινηματογραφική άνοιξη
 
Σήμερα,  η πλέον καταξιωμένη - αλλά όχι η μοναδική - πλευρά της ιρανικής τέχνης είναι ο κινηματογράφος. Η επανάσταση είχε ξεκινήσει στον ιρανικό κινηματογράφο από τη δεκαετία του '70, αλλά η ταινία που αποτέλεσε  πραγματικό κεραυνό εν αιθρία ήταν η "Γεύση του κερασιού" του Αμπάς Κιαροστάμι. Το έργο προβλήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του '90 και άνοιξε ένα καινούργιο κεφάλαιο στο σινεμά. Ακολούθησαν ο "Άνεμος στη ιτιές" του Μοχάμεντ Άλι Ταλεμπί, το "Περσέπολις" των Βίνσεντ Παρονό και Μαρτζιάν Σατραπί, ο "Χωρισμός" του Ασγκάρ Φαραντί και άλλα.

Είτε επειδή δεν ήταν εύκολο να αγγίξουν κοινωνικά και πολιτικά θέματα είτε επειδή αποστράφηκαν οποιοδήποτε χαρακτηριστικό τούς θύμιζε τον χολυγουντιανό κινηματογράφο, οι Ιρανοί κινηματογραφιστές ανέπτυξαν από νωρίς μια σπάνια ευαισθησία που από τη μια κινήθηκε σε διαφορετική θεματολογία, κι από την άλλη επανέφερε στην τέχνη μια χαμένη αθωότητα. 


 

 
Και αφού το Ιράν αποτελεί τη χώρα με τον περισσότερο ανήλικο πληθυσμό, έπρεπε να ληφθεί υπόψη ότι οι ταινίες απευθύνονταν μεταξύ άλλων και στο παιδικό κοινό. Έτσι, η δομή της αφήγησής τους θυμίζει πολύ το παραμύθι, οι ρυθμοί τους είναι αργοί, ενώ οι πρωταγωνιστές παρουσιάζονται σε συνάρτηση με το περιβάλλον τους -φυσικό ή κοινωνικό. Ο "Άνεμος στις ιτιές" ήταν ένα συγκινητικό οδοιπορικό στην ιρανική γη, την οποία ο μικρός ήρωας της ταινίας διασχίζει με το ποδηλατό του, προκειμένου να αντικαταστήσει το σπασμένο τζάμι της τάξης του. Στην πραγματικότητα δεν είναι παρά ένα ταξίδι προς την ενηλικίωση, όπου το σπασμένο τζάμι βαραίνει με πολλούς τρόπους τον μαθητή, που όσο ποδηλατεί συνειδητοποιεί εντονότερα το βάρος της πράξης του και των ευθυνών που θα είναι υποχρεωμένος να αναλάβει μεγαλώνοντας. Η φύση δεν αποτελεί φόντο αλλά χαρακτήρα που αναλαμβάνει δράση. Συμπαρίσταται και ενίοτε νουθετεί τους ήρωες με τις αντιδράσεις της. 



























Άνοιξη στις καλές τέχνες
 
Τον  ίδιο ανθρωπισμό,  που κινητοποιεί τον θεατή χωρίς μελοδραματισμούς, που προβληματίζει χωρίς να κραυγάζει συνθήματα,  που θέτει ηθικά διλήμματα ξεπερνώντας κατά πολύ τον παραδοσιακό διδακτισμό, το συναντάμε πια σε κάθε μορφή ιρανικής τέχνης: το κόμικ, την εικονογράφηση, τη μουσική, την αφίσα.

Η αφίσα με έναν τρόπο υπηρετεί και κάθε άλλη μορφή τέχνης, διαφημίζοντας και προβάλλοντάς την. Παρουσιάζει κινηματογραφικά, θεατρικά ή μουσικά δρώμενα, ενίοτε τα ερμηνεύει κιόλας, με τρόπο οξυδερκή και εύστοχο, που διαφέρει από αυτόν του κριτικού. 



Sina Afshar
 
Σήμερα, ένας από τους πιο ταλαντούχους Ιρανούς σχεδιαστές αφίσας είναι ο Mohammad Afshar. Την τελευταία πενταετία έχει κερδίσει πολλές διακρίσεις, ενώ το έργο του περιλαμβάνει κυρίως εξώφυλλα βιβλίων, θεατρικές αφίσες και φωτογραφίες. 

Στις αφίσες  του οι αντιθέσεις είναι αφοπλιστικές. Τα ροδαλά χρώματα ηρεμούν το μάτι, αλλά μοτίβα όπως αυτό της αιχμαλωσίας, κινητοποιούν και ανησυχούν τον νου. Πόδια εγκλωβισμένα σε πουέντ, χέρια δεμένα με χοντρό σπάγγο, καλυμμένα μάτια και κλειστά στόματα, πρόσωπα-τάφοι απ' όπου φυτρώνουν λουλούδια, όμορφα γραμματόσημα, αλυσοδεμένα κορμιά. 


























Άλλοτε πάλι, το βάρος ενός βιβλίου ή μιας μουσικής παρτιτούρας έρχεται σε αντίθεση με την πουπουλένια παρουσία ενός νούφαρου, τα δεμένα χέρια βγαίνουν από τα έγκατα της γης, αλλά ανέρχονται προς τον ουρανό, κι έτσι το ύψος εναλλάσσεται με το βάθος, το βάρος με την ελαφρότητα, η τρυφερότητα του ροζ  με το ζοφερό φόντο. 

Πολύ συχνά στις εικόνες του εντοπίζουμε αντικείμενα και υλικά του οικιακού βίου. Από τα πιο ευτελή -ένα πλαστικό γάντι για το πλύσιμο των πιάτων, ένα ξυραφάκι- έως τα πιο πολύτιμα -μια παλιά ραπτομηχανή, ένα πορσελάνινο πιάτο.

Ακόμη και για μας που αδυνατούμε να διαβάσουμε τον τίτλο της παράστασης που διαφημίζεται ή το κείμενο που συνοδεύει την εικόνα, γίνεται αντιληπτό ότι δημιουργός της εκφράζεται με πρωτότυπη ευαισθησία απέναντι στην καθημερινότητα. 



 























***

Περισσότερα για τον Mohammad Afshar εδώ

Δευτέρα, 11 Απριλίου 2016

Εξώφυλλα #10: Άνοιξη


Καιρός φέρνει την Άνοιξη...


Κίτρινα, άσπρα
χρυσάνθεμα, μα θέλω
κι ένα κόκκινο.

Μασαόκα Σίκι 





Τα λουλούδια...

Είτε βραδιάζει
είτε φέγγει
μένει λευκό το γιασεμί.

Γιώργος Σεφέρης 


"Rossetti's poems"
W. Watson, "Orchids"


























Τις πεταλούδες...

Σαν πεταλούδα
κλείνει τα φτερά της
κάθε μας μέρα.





"Butterflies and months"
  Julia P. Ballard, "Moths and Butterflies"


























Τις μέλισσες..


Henry Marshall, "Be my little baby bee"
W.H. Harris, "The honey bee"




























***

Τετάρτη, 6 Απριλίου 2016

Κούκλες


Εγώ είχα μια κούκλα όταν ήμουνα μικρή. 
Όταν ήμουνα μικρή έπαιζα πολύ μ' αυτή. Ήταν η καλύτερή μου κούκλα.
Όταν ήμουνα μικρή έπαιρνα το ψαλίδι και της έκοβα τα μαλλιά. 
Ακόμα, της έβγαζα τα χέρια και τα πόδια. 
Μέχρι και το κεφάλι της το έβγαλα. Την είχα καταστρέψει. 
Τώρα δεν την έχω. Κάποτε, όμως, ήταν κι αυτή ολοκαίνουργια. 
Τότε την είχα.[1]

Μια μέρα η μαμά μου, η Κασσάνδρα, μου έφερε μια κούκλα, για να μου την κάνει δώρο.
Ήτανε μεγάλη και για μαλλιά είχε κίτρινους σπάγγους.
Την κοίμισα στο κουτί της, αφού πρώτα της έκοψα τα χέρια και τα πόδια για να χωράει.
Αργότερα της έκοψα το κεφάλι για να μην είναι βαριά. Τώρα την αγαπώ πολύ.[2]


Στις αρχές του περασμένου αιώνα, η Γερμανίδα κουκλοποιός Λόττε Πρίτσελ άρχισε να δημιουργεί κούκλες για βιτρίνα. Ήταν κέρινες και έφταναν στο ύψος τα 65 εκατοστά. Ψιλόλιγνες, αισθησιακές, με ασκητικό πρόσωπο σχεδόν και με αραχνοΰφαντα ρούχα, οι κούκλες της Πρίτσελ απέπνεαν ιδαίτερο ερωτισμό. Κάποιοι υποστήριξαν πως ενσάρκωσαν την παρακμή και τη σεξουαλική αμφισημία με τις οποίες πολλές φορές συνδέθηκε η Δημοκρατία της Βαϊμάρης. 
 
Ο Ρ.Μ. Ρίλκε, εμπνευσμένος από τα πεταλουδόμορφα κομψοτεχνήματα της Πρίτσελ, αφιέρωσε ένα δοκίμιο στη σχέση που είχαμε ως παιδιά με αυτό το άψυχο αντικείμενο που τόσο ανελέητα μετατρέπαμε σε υποχείριό μας. Πρώτα πρώτα, επισημαίνει το βασικό κατά τη γνώμη του χαρακτηριστικό των κέρινων γυναικών τής Πρίτσελ: ότι δεν υπήρξαν ποτέ τους παιδιά. Κούκλες που δεν προορίζονταν για παιδιά, κούκλες που γεννήθηκαν απογαλακτισμένες.

Μα ακόμη κι αν οι κούκλες της Πρίτσελ ήταν παιχνίδια -που δεν ήταν-, δεν θα διέφεραν και πολύ. Οι κούκλες του περασμένου αιώνα δεν θύμιζαν σε τίποτα τα σημερινά πλαστικά μωράκια που βλέπουμε στα χέρια των παιδιών. Δεν ήταν παιδιά οι ίδιες, γιατί δεν υπήρξαν παιδιά ούτε και τα παιδιά που τις έπαιζαν. Μικροί κύριοι και μικρές κυρίες που δεν γνώριζαν γονείς, αλλά τροφούς, έπρεπε από νωρίς να ασκηθούν στους αυστηρούς κοινωνικούς τους ρόλους. 

Κούκλες. Χωρίς δική τους κρίση, ευένδοτες σε κάθε κουρελάκι κι όμως άξιες, άπαξ και το 'καναν δικό τους, να το κατέχουν μ΄έναν τρόπο ιδιαίτερο: ανέμελο, αυτάρεσκο, ρυπαρό· ξύπνιες μονάχα τη στιγμή που ανοίγουνε τα τσίνορά τους, και αμέσως πάλι αποκοιμούμενες με ορθάνοιχτα τα δυσανάλογα, τ' απτά τους μάτια, ανήμπορες να κρίνουν αν τις σκεπάζει εν τέλει βλέφαρο μηχανικό ή εκείνο τ' άλλο, ο αέρας· νωχελικές: έρμαιες στις τροπές των συγκινήσεων της μέρας, δέσμιες στην καθεμιά απ' αυτές· παρούσες σ' όλα, χωρίς να το θέλουν, σαν τα σκυλιά, και συνένοχες... 

Έτσι ήταν οι κούκλες. Συνένοχες σε κάθε παρθενική μας εμπειρία, πιστές παραστάτριες σε κάθε αδυναμία μας, σύντροφοι στον ύπνο μας, υπόδουλες στον ξύπνιο μας, "σφιχτοδεμένες της νύχτας που αφήνονται να τις ονειρευτούν". Ζούσαν με τις δυνάμεις άλλων· τις δικές μας. Σκέφτομαι τη ρήση του Αντόνιο Πόρτσια: "Τα παιχνίδια έχουν το δικαίωμα να σπάνε". Μετά την παραλλάσσω: "Τα παιχνίδια έχουν την υποχρέωση να σπάνε". Ή, ακόμη καλύτερα, "τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να σπάνε τα παιχνίδια τους".  Γιατί είχαμε την ανάγκη να έχουμε ένα πράγμα έτοιμο να υποστεί τα πάντα; Στο πέρασμα από τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας στην εφηβεία και την ενηλικίωση, η κούκλα υπήρξε πιστή σύντροφος, χωρίς εγωισμό και χωρίς αξιοπρέπεια. 

Παραμελούσαμε την κούκλα, ασεβούσαμε πάνω της, ενώ ήταν το αντικείμενο που μέσα του μπορούσαμε ολότελα να χαθούμε. Η αγάπη και το μίσος φώλιαζαν στη σχέση μας μαζί της, και ο Ρίλκε εξηγεί πολύ εύστοχα το γιατί. "Εμπρός στην κούκλα, χρέος μας ήταν να φανούμε ισχυροί, γιατί αν καταθέταμε τα όπλα, κανείς πια δε θ' απόμενε".

Στο αποτρόπαιο φέρσιμό μας η κούκλα σιωπούσε. Δεν της περνούσε καν από το μυαλό ότι θα μπορούσε να επωφεληθεί, ότι μας είχε του χεριού της. Ήταν ένδειξη ανωτερότητας η σιωπή της; Ή μήπως είχε καταλάβει πως ζούμε σ' έναν κόσμο όπου η μοίρα, και μάλιστα ο Θεός ο ίδιος, είναι περίφημοι ακριβώς γιατί μας απαντούν με τη σιωπή τους, αναρωτιέται ο Ρίλκε.  

Άραγε, οι κούκλες έζησαν κάτι από τη ζωή μας; Έζησαν τον φόβο μας όταν ναυαγούσαμε στο αποσβολωμένο βλέμμα τους; Έζησαν τα κλάματα που αφήναμε στην αγκαλιά τους; Έζησαν την περιφρόνηση μέσα στο κλειδωμένο παιδικό δωμάτιο όταν, τη μέρα των γενεθλίων, μια νέα παρουσία ερχόταν να τις επισκιάσει; Έζησαν το κλοτσίδι και το ποδοπάτημα; Έζησαν την απόγνωση και τη λατρεία μας;  Τώρα, κλειδωμένες σε πατάρια, έτοιμες προς υιοθεσία, περιμένουν κάπου να κληροδοτηθούν.  Μας θυμούνται άραγε;

***

[1] "Σκέφτομαι και γράφω", με θέμα "Ένα παιχνίδι μου σαραβαλάκι".
[2] Μαργαρίτα Καραπάνου, Η Κασσάνδρα και ο λύκος, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1997. 
 
Rainer Maria Rilke - Lotte PritzelΚούκλες, (Συλλεκτική έκδοση με τις 16 λιθογραφίες), Περισπωμένη, Αθήνα 2012.