Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019

Τα 13 ρολόγια

Ο χρόνος πάγωσε εκεί πέρα. Είναι πάντοτε Τότε.

"Δεν ξέρω τι είναι τα δεκατρία ρολόγια, αλλά ό,τι κι αν είναι, είναι το μόνο που έγινε", λέει ο Νιλ Γκέιμαν στον πρόλογο που έγραψε για το παραμύθι του Τζέιμς Θέρμπερ. Δηλαδή, σαν να λέμε "τίποτε άλλο δεν έχει γίνει". Όσα προβλέψιμα, λογικά κι αναμενόμενα συμβαίνουν στην καθημερινότητά μας δεν συνέβησαν ποτέ στ' αλήθεια. Τα παράλογα και φανταστικά γεγονότα που αφηγείται ο Θέρμπερ είναι τα μόνα πραγματικά. Κι έτσι να μην είναι, "δεν βλέπω πώς μπορεί να ελπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος πως θα διατηρήσει τα λογικά του, αν δεν λοξοδρομεί κάπου-κάπου σ' αυτά τα μονοπάτια", μας θυμίζει ο συγγραφέας, κι έχει το δίκιο του ο άνθρωπος. Τρελαθείτε λιγάκι, γιατί χανόμαστε.

Τα Δεκατρία ρολόγια είναι ένα μοναδικό βιβλίο. "Κάνει τους ανθρώπους πιο ευτυχισμένους, όπως το παγωτό". Υπάρχει πειστικότερη φράση για να παρατήσεις ό,τι έχεις κανονίσει ένα βροχερό και δυσάρεστο απόγευμα και να κουρνιάσεις στον καναπέ σου μ' ένα τέτοιο βιβλίο; 

Η ιστορία πάει κάπως έτσι: Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα λόφο μακρινό ζούσε ένας κακός Δούκας με την ανιψιά του. Ήταν παγωμένος, φορούσε πάντοτε γάντια,  είχε χάσει το ένα του μάτι από τα γαμψά νύχια μιας τσίχλας, είχε πόδια που το ένα ήταν πιο μακρύ από το άλλο, κούτσαινε και περνούσε μέρες και νύχτες κάνοντας κακές σκέψεις. Η ανιψιά του, όμως, η Σαραλίντα, ήταν ολόζεστη, πανέμορφη και όλοι ήθελαν να την παντρευτούν. 

Ήταν ψηλή, με φρέζιες στα μαλλιά της, κι η γαλήνη την κύκλωνε σαν ουράνιο τόξο. Δεν ξεχώριζες εύκολα το στόμα της απ' το τριαντάφυλλο, το μέτωπό της απ' την άσπρη βιολέτα. Η φωνή της ήταν απόμακρη μουσική, τα μάτια της κεριά που λάμπουν σε ήσυχη νύχτα. 

Από τον φόβο του μη χάσει τη Σαραλίντα ο Δούκας δολοφόνησε τον χρόνο, για να μην έρθει το Τώρα ποτέ.

Τα ρολόγια ήταν νεκρά, και στο τέλος, όσο το σκεφτόταν, ο Δούκας αποφάσισε πως είχε δολοφονήσει τον χρόνο, τον είχε σφάξει με το σπαθί του κι είχε σκουπίσει τη ματωμένη λαβή πάνω στα γένια του, και τον άφησε εκεί, να αιμορραγεί ώρες και λεπτά, με τα ελατήρια σπασμένα, σκουριασμένα, και το εκκρεμές σε αποσύνθεση.

Δεκάδες ιππότες φτάνουν στον πύργο που ζει η Σαραλίντα για να ζητήσουν το χέρι της, αλλά κανείς δεν μπορεί να φέρει σε πέρας τους άθλους που τους ζητά ο Δούκας. Κανείς δεν μπορεί να βρει πράγματα που ποτέ δεν υπήρξαν, κανείς δεν μπορεί να χτίσει εκείνα που δεν γίνεται να χτιστούν. Κάποτε, όμως, φτάνει εκείνος που 'ναι γραφτό να νικήσει την κακία, να ξεπαγώσει τον χρόνο, να κάνει τους δείκτες των ρολογιών ν' αρχίσουν πάλι να κυνηγούν ο ένας τον άλλον. "Το παιχνίδι τελείωσε, ο κύβος ερρίφθη, ο κόμπος έφτασε στο χτένι και το φίδι βγαίνει από την τρύπα".

Κι έτσι, ένας τραγουδιστής, ένα ψιθυριστής, ένας αφουγκραστής, ένας ονόματι Γκόλουξ (που μπορεί να είναι και κάποιος απ' τους τρεις προηγούμενους) και η Χάγκα θα συνεργαστούν για να λυθούν τα μάγια κι η Σαραλίντα θα φύγει μακριά απ' την παγωνιά. Γιατί, τελικά, κανένας δεν μπορεί να σκοτώσει τον χρόνο. "Κι ακόμα κι αν μπορεί, υπάρχει και κάτι άλλο: ένα ρολόι στην καρδιά μιας κοπέλας, που χτυπά τις ώρες της αγάπης και της νιότης". 

Εικονογράφηση Daniel Egneus, Καλειδοσκόπιο

Όπως και να 'χει, τα Δεκατρία ρολόγια δεν είναι ένα απλό παραμύθι. Και ο Τζέιμς Θέρμπερ δεν είναι ένα απλός συγγραφέας. Δημοσιογράφος, γελοιογράφος του Νιου Γιόρκερ, και όχι μόνο, ο Θέρμπερ στα κείμενά του κινείται στο σύνορο φαντασίας και πραγματικότητας. Αλλάζει διαρκώς πλευρά, ώσπου τα όρια ανάμεσα στο πραγματικό  και το φανταστικό χάνονται. Άφταστο χιούμορ, μαεστρική γλώσσα, σπάνιο κέφι, διάθεση για παιχνίδι, και μια ποιητική πνοή που σαν λεπτή δαντέλα χαϊδεύει κάθε φράση. Πανέμορφο, πανέμορφο, πανέμορφο παραμύθι που είχε την τύχη να κερδίσει μια θέση στα έργα καταξιωμένων εικονογράφων.  



***

James Thurber, Τα 13 ρολόγια (Εικόνες Daniel Egneus, μτφρ. Δήμητρα Σίμου, εισαγωγή Neil Gaiman), Καλειδοσκόπιο, Αθήνα 2018. 


Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

Όταν θα είμαι γέρος...

Paul Fusco, Belfast 1989.

Το 1669 ο Τζόναθαν Σουίφτ ήταν μόλις τριάντα δύο ετών. Η πρώιμη σοφία του όμως τον έκανε να διαισθανθεί πως μεγαλώνοντας θα ξεχάσει όλα όσα σ' εκείνη την ηλικία θεωρούσε σημαντικά. Και πρώτα πρώτα θα ξεχνούσε αυτό που όλοι ξεχνάμε μεγαλώνοντας: πώς είναι να 'σαι νέος. Σημείωσε, λοιπόν, σ' ένα σύντομο κείμενο δεκαεπτά πράγματα που θα ήθελε να θυμάται όταν θα έχει πια γεράσει. Διαβάζοντάς τα συνειδητοποιεί κανείς πόσο γρήγορα χάνουμε τελικά τη νεότητά μας, πόσο λίγο κατανοούμε τις νεανικές ανησυχίες και συμπεριφορές, κι ας συνηθίζουμε να λέμε όπου σταθούμε κι όπου βρεθούμε πως μέσα μας παραμένουμε παιδιά, "σαν να μην πέρασε μια μέρα" από τον καιρό που κανείς δεν καταλάβαινε τις δικές μας αγωνίες. 

Θέλω λοιπόν να αφιερώσω αυτή την ανάρτηση σε όλους όσους συναναστρέφονται καθημερινά τα νιάτα, είτε είναι γονείς είτε εκπαιδευτικοί, και να δώσω στον καθέναν από μας τη συμβουλή να έχει αυτό το σύντομο κείμενο καθημερινά στην τσάντα του και να ανατρέχει κάθε φορά που η συγκυρία το απαιτεί. 

Kids outside 'The Irish House', Ireland 1962
Να θυμάμαι λοιπόν κι εγώ όταν γεράσω (λέει ο Σουίφτ): 

1. Να μην παντρευτώ νέα γυναίκα.
2. Να μη συναναστρέφομαι νέους εκτός αν εκείνοι το επιθυμούν αληθινά. 
3. Να μην είμαι ευέξαπτος, δύσθυμος, καχύποπτος.
4. Να μην απαξιώνω τους σύγχρονους τρόπους ή τις ιδέες ή τις μόδες ή τους ανθρώπους, τους πολέμους κλπ. 
5. Να μη μου αρέσουν τα παιδιά, ούτε να τ' αφήνω καν να με πλησιάζουν. 
6. Να μη λέω την ίδια ιστορία ξανά και ξανά στους ίδιους ανθρώπους.
7. Να μην είμαι άπληστος.
8. Να μην παραμελώ την ευπρέπεια, την καθαριότητα, για να μην εκπέσω στη ρυπαρότητα. 
9. Να μην είμαι υπερβολικά αυστηρός με τους νέους, αλλά να δείχνω κατανόηση για τις νεανικές τρέλες και αδυναμίες. 
10. Να μην παρέχω αφειδώς συμβουλές, ούτε να γίνομαι φορτικός, εκτός κι αν κάποιοι θέλουν να με ακούσουν. 

Για τα υπόλοιπα μπορείτε να καταφύγετε στο κείμενο του Σουίφτ. "Κάτι ήξερε ο συγγραφέας και κράτησε το κείμενο της νιότης του στα γεράματά του: Κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα". 

***

Jonathan Swift, Αποφάσεις για όταν θα είμαι γέρος (μτφρ. Μίλτος Φραγκόπουλος, προλόγισμα Γεράσιμος Βώκος), Άγρα, Αθήνα 2018.