Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άννα Αχμάτοβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Άννα Αχμάτοβα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Απριλίου 2021

Ρέκβιεμ


Στα φοβερά χρόνια της γιεζόφσινα, πέρασα δεκαεφτά μήνες περιμένοντας στην ουρά, μπροστά στις φυλακές του Λένινγκραντ. Μια μέρα, κάποιος με "αναγνώρισε". Τότε, μια γυναίκα που στεκόταν πίσω μου και δεν είχε ακούσει βέβαια ποτέ το όνομά μου, ξύπνησε απ' την άκαμπτη νάρκη όπου πέφταμε όλοι μας και με ρώτησε με τα μελανιασμένα χείλη της, σκύβοντας στ' αυτί μου, (εκεί, όλοι μίλαγαν ψιθυριστά): 

- Κι αυτό, μπορείτε να το περιγράψετε;

Κι εγώ της είπα: 

- Μπορώ. 

Τότε, κάτι σαν χαμόγελο γλίστρησε πάνω σ' αυτό που ήταν κάποτε το πρόσωπό της. 



Το Ρέκβιεμ της Άννας Αχμάτοβα περιέχει ποιήματα  γραμμένα από το 1930 ως το 1957. Αναφέρονται στην περιπέτεια και φυλάκιση του γιου της Λεβ Γκουμιλιόφ, που συνελήφθη την εποχή των μεγάλων προπολεμικών εκκαθαρίσεων του Γιεζόφ.

Τον καιρό που η ποίηση της Αχμάτοβα απαγορευόταν, φίλοι της εμπιστεύονται αντίτυπα ο ένας στον άλλο, ενώ τα χειρόγραφά της αποστηθίζονται, για να μη βυθιστούν στη λήθη, και μετά καίγονται.

Η χώρα της βουλιάζει στο χάος και τη φτώχεια, ο σύζυγός της εκτελείται, ο γιος της εξορίζεται και φυλακίζεται, η ίδια φιμώνεται ως αστή, αποστάτρια, νοσηρά και αντιδραστικά σκοταδιστική «ποιήτρια των σαλονιών», κι όμως γράφει:

Όχι, δεν ζήτησα τον ξένο ουρανό,
ούτε φτερούγας ξένης προστασία –
ήμουν με τον λαό μου τότε εδώ
όπου ο λαός μου ζούσε μες στη δυστυχία.

Το Ρέκβιεμ είναι αφιερωμένο σε όλα τα θύματα του κομμουνιστικού καθεστώτος. Μα πάνω απ' όλα είναι μια συλλογή στην οποία διαβάζει κανείς τη λατρεία της μάνας για τον γιο της, τον πόνο, την αγωνία, τον φόβο και τον εξευτελισμό, την αναμονή μπροστά στις φυλακές, την αγωνία έξω από τα δεσμωτήρια, τη βάσανο. 

Είναι μια ευκαιρία να συλλογιστούμε την εχεμύθεια και τη διατήρηση της μνήμης ως πράξεις αντίστασης στις σιωπές της Ιστορίας. 

***

[1] Άννα Αχμάτοβα, Ρέκβιεμ (μτφρ.: Άρης Αλεξάνδρου, εισαγωγή: Sophie Benech, επίμετρο: Γιώργος Κοροπούλης), Άγρα, Αθήνα 2021.
[2] Άλλη μια ανάρτηση για την Άννα Αχμάτοβα εδώ



Δευτέρα 5 Μαρτίου 2018

Ο Αντρέι Ζντάνοφ για την Άννα Αχμάτοβα


Η Άννα Αχμάτοβα είναι ένας από τους εκπροσώπους αυτού του λογοτεχνικού βάλτου, του αντιδραστικού και κούφιου από ιδέες. Ανήκει στη φιλολογική ομάδα των "ακμεϊστών", που ξεπήδησαν εκείνο τον καιρό από την ομάδα των συμβολιστών. Και είναι από τους σημαιοφόρους της άδειας ποίησης, χωρίς ιδέες, της αριστοκρατικής ποίησης των σαλονιών, είναι απόλυτα ξένη προς τη σοβιετική λογοτεχνία. Οι ακμεϊστές εκπροσωπούσαν ένα ρεύμα εντελώς ατομικιστικό στην τέχνη. Κήρυχναν τη θεωρία της "τέχνης για την τέχνη", της "ομορφιάς για την ομορφιά" και δε θέλαν να ακούσουν τίποτα για το λαό, για τις ανάγκες του, για τα ενδιαφέροντά του, για τη δημόσια ζωή. 

Από τις κοινωνικές του ρίζες ο ακμεϊσμός ήταν ένα ρεύμα των ευγενών και των αστών μέσα στη λογοτεχνία, σε μια εποχή όπου ήταν πια μετρημένες οι μέρες της αριστοκρατίας και της αστικής τάξης. Και όπου οι ποιητές και οι ιδεολόγοι των κυρίαρχων τάξεων πάσκιζαν να αποφύγουν μια δυσάρεστη πραγματικότητα καταφεύγοντας στα σύννεφα, στις ομίχλες του θρησκευτικού μυστικισμού, στις άθλιες προσωπικές τους συγκινήσεις και στο σκάλισμα των ταπεινών ψυχών τους. Οι ακμεϊστές, όπως και οι συμβολιστές, οι ντεκαντάν, και άλλοι εκπρόσωποι της ιδεολογίας των ευγενών και των αστών που βρισκόταν σε αποσύνθεση, ήταν οι απολογητές της κατάπτωσης, της απαισιοδοξίας, της πίστης στο υπερπέραν. 

Τα θέματα που εμπνέουν την Αχμάτοβα είναι καθαρά ατομικιστικά. Η διαπασών της ποίησής της δεν ξεπερνά το τιποτένιο, είναι η ποίηση μιας υστερικιάς μεγαλοκυράς που πηγαινοέρχεται ανάμεσα στο γραφειάκι της και το παρεκκλήσι. Το κύριο γι' αυτήν είναι τα ερωτικά μοτίβα, ανακατεμένα με τα μοτίβα της θλίψης, της ανίας, του θανάτου, του μυστικισμού, του μοιραίου. Το αίσθημα του μοιραίου -που είναι κατανοητό για την κοινωνική συνείδηση μιας ομάδας που σβήνει- οι πένθιμοι τόνοι της απόγνωσης, της αγωνίας, οι μυστικιστικές ερωτόπαθες εξάψεις, αυτός είναι ο πνευματικός κόσμος της Αχμάτοβα που κι η ίδια δεν είναι παρά ένα απομεινάρι της παλιάς κουλτούρας των ευγενών, που χάθηκε για πάντα στην αιωνιότητα, του "παλιού καιρού της Αικατερίνης". Καλόγρια ή πόρνη, ή μάλλον καλόγρια και πόρνη, που μέσα της συνταιριάζεται η ακολασία με την προσευχή. 

Αντρέι Ζντάνοφ, Για τη λογοτεχνία, για τη φιλοσοφία και για τη μουσική, Εκδοτικό Νέα Ελλάδα, 1952.