Πέμπτη, 27 Φεβρουαρίου 2014

Ένας διαφορετικός "Εγωιστής γίγαντας"


Την περασμένη βδομάδα άρχισε να προβάλλεται στους κινηματογράφους μια διαφορετική διασκευή του "Εγωιστή γίγαντα", της γνωστής ιστορίας του Όσκαρ Ουάιλντ. Στο κινηματογραφικό "παραμύθι" της Βρετανίδας Κλίο Μπάρναρντ πρωταγωνιστές είναι δυο έφηβοι, ο Άρμπορ και ο Σουίφτι, που μεγαλώνουν σε μια επαρχιακή πόλη του αγγλικού βορρά. Ο Άρμπορ, υπερκινητικός και ατίθασος, ζει με τη μητέρα του και το μεγαλύτερο αδερφό του. Από τα παιδιά εκείνα που το σχολείο "ξεβράζει" από νωρίς, αποφασίζει να παρατήσει την τάξη και να τα βγάλει πέρα μόνος του. Καλύτερός του φίλος είναι ο Σούφτι. Πιο αργός, πιο ευαίσθητος, μεγαλώνει σε μια πολυμελή οικογένεια όπου ο πατέρας είναι άνεργος, η μητέρα αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο και τα παιδιά μοιράζονται στρώματα και κρεβάτια στον ασφυκτικό χώρο του σπιτιού. Τα δυο παιδιά είναι αποφασισμένα να επιβιώσουν μαζεύοντας παλιοσίδερα και πουλώντας καλώδια σ' έναν επαγγελματία ρακοσυλλέκτη, τον Κίτεν.

Άτομα του περιθωρίου, απόκληροι της ζωής που δεν τους προσδίδεται κανένα πρόσημο. Ούτε θετικό ούτε αρνητικό. Ο Άρμπορ μπαλατζάρει ανάμεσα στην απανθρωπιά και την ευαισθησία. Το ίδιο παιδί που θα σκοτώσει ένα πουλαράκι, μόνο και μόνο για να επιβεβαιωθεί ότι απ' το καλώδιο που βρήκε περνάει ρεύμα,  αγκαλιάζει τη μάνα του σφιχτά και της υπόσχεται πως θα τη ζήσει με τα λεφτά που θα βγάζει, ενώ εκείνη κλαίει γοερά στην αγκαλιά του. Ο νέος που κλέβει τον άνθρωπο που του δίνει δουλειά, ταπεινώνεται ζητώντας εξιλέωση από τους γονείς του Σουίφτι στο τέλος της ταινίας.

Ο Σουίφτι, από την άλλη, διαφέρει. Το βλέμμα του είναι αθώο, οι κινήσεις του νωχελικές, στο μεγαλόσωμο κορμί του κατοικεί η αγνότητα. Αγαπά τον Άρμπορ, του συμπαραστέκεται, είναι ο μόνος που καταλαβαίνει τις εκρήξεις του, τις κραυγές, την επιθετικότητα και την οργή του. Αγαπά τα άλογα. Επικοινωνεί με τα ζώα με μια τρυφερότητα που γητεύει το θεατή. Ο Σουίφτι, στην προσπάθειά του να βοηθήσει το φίλο του στην πιο επικίνδυνη αποστολή του, γίνεται κάρβουνο. Μια εκτυφλωτική λάμψη κι αυτό ήταν.

Κι ο Κίττεν, ένας απατεώνας που εκμεταλλεύεται τα παιδιά για να βγάλει χρήματα, αποτελεί την πιο αμφιλεγόμενη προσωπικότητα. Σκληρός, άγριος, με βλέμμα που θυμίζει άνθρωπο του υποκόσμου, ενσαρκώνει τελικά μια φιγούρα πατρική. Είναι ο πατέρας που οι δυο έφηβοι δε γνώρισαν. Και στο τέλος αναλαμβάνει την ευθύνη. 

Το τοπίο και η σκηνοθετική ματιά θυμίζουν τις καλές στιγμές κορυφαίων Άγγλων σκηνοθετών, όπως ο Μάικ Λι και ο Κεν Λόουτς. Θαμπά χρώματα, σε μια παλέτα που δεν επιτρέπει στο φως να εισχωρήσει από πουθενά. Αποχρώσεις του γκρι σ' ένα τοπίο υγρό και ομιχλώδες. Μια επώδυνη ιστορία ενηλικίωσης ιδωμένη με ευαισθησία, ειλικρίνεια και ρεαλισμό. Μια κάμερα-καθρέφτης που είναι διαρκώς γυρισμένη προς τα κάτω. Δείχνει λασπόνερα και τρύπια παπούτσια και ούτε μια φορά δεν ατενίζει τον ουρανό. 


Παροπλισμένοι άνθρωποι, θυμίζουν τους ήρωες των ταινιών του Γιάννη Οικονομίδη. Άνθρωποι της εργατικής τάξης, άνθρωποι του λαϊκού περιθωρίου, άνθρωποι  νεκροζώντανοι. Άνθρωποι που έχουμε το θράσος να υποκρινόμαστε ότι συμπονούμε. Άνθρωποι με παπούτσια βουτηγμένα στη λάσπη, στο χώμα, στον ασβέστη, παπούτσια χωρίς κορδόνια, παπούτσια φθαρμένα, παπούτσια τρύπια, διαλυμένα, σαν εκείνα στον πίνακα του Βαν Γκονγκ. Άνθρωποι που περιμένουν. Περιμένουν κάτι να γίνει και τελικά δε γίνεται ποτέ τίποτα. Παραμένουν άνεργοι, ζουν με επιδόματα, θυσιάζονται σε εργατικά ατυχήματα υπηρετώντας την πλεονεξία των εργοδοτών τους, φεύγουν μετανάστες, οπλίζουν το χέρι τους, χτυπούν. 

Άνθρωποι σαν τον Πέτρο και τον Γιάννη στο "Πλακάτ από σκουπόξυλο" του Χρήστου Οικονόμου:

Ανήμερα μεγάλη Πέμπτη ο Πέτρος Φράγκος, ο καλύτερος φίλος του ο μοναδικός του φίλος, σκοτώθηκε σ' ένα γιαπί στην Παπαδιαμάντη, δυο βήματα απ' το παλιό νεκροταφείο της Νίκαιας. Ηλεκτροπληξία. Δεν έμεινε στον τόπο. Πέθανε δυο μέρες μετά, το μεγάλο σαββατόβραδο, στο νοσοκομείο στην εντατική του Κρατικού.
[...] Κάηκαν όλα μέσα του, είπαν οι γιατροί. Το δέρμα είχε ξεκολλήσει από τις πατούσες του κι έμοιαζαν λέει τα πόδια του σαν παπούτσια χωρίς σόλες. Εκείνες τις δυο μέρες ο Γιάννης μπήκε στην εντατική τρεις ή τέσσερις φορές και κάθε φορά φορούσε μάσκα, γάντια και πλαστικά καλύμματα στις μπότες του -καινούργιες μπότες και ζεστές, με σόλες γερές κι απείραχτες- και κάθε φορά στεκόταν πλάι στο κρεβάτι και έβλεπε το χέρι του Πέτρου ή το πόδι του να τινάζονται ξαφνικά, δυο και τρεις φορές απανωτά και κάθε φορά ο Γιάννης βούρκωνε και για να πάρει θάρρος έλεγε από μέσα του μισόλογα από τίποτα παλιές προσευχές που τις είχε ξεχάσει. Αλλά δεν ήταν δουλειά του Θεού τα τινάγματα. Ήταν το ρεύμα που τίναζε το κορμί του Πέτρου -τόσο πολύ ρεύμα είχε μείνει μέσα στο κορμί του.

  [...] Βρήκε ένα χοντρό μαύρο μαρκαδόρο και γονάτισε στο χαλί και αναρωτήθηκε τι έπρεπε να γράψει στο χαρτόνι. Να γράψει κάτι που δείχνει θυμό ανείπωτο και μίσος και αγάπη και απόγνωση, όλα μαζί. Ή να γράψει ένα σύνθημα στεγνό, απ' αυτά που γράφουν για τα εργατικά ατυχήματα, για τους ανθρώπους που πεθαίνουν στη δουλειά. Ή να γράψει κάτι σαν αυτά που γράφουν πάνω στους τάφους των αδικοχαμένων ή εκείνων που πεθαίνουν νέοι. Κάτι για το Θεό και την ψυχή κάτι για τους αγγέλους και την άλλη ζωή. 

Ο Πέτρος έφτιαξε ένα πλακάτ, το στήριξε σ' ένα σκουπόξυλο και στήθηκε στην οικοδομή. Μ' ένα πλακάτ στο χέρι. Στο σημείο που σκοτώθηκε ο καλύτερός του φίλος. Μ' ένα πλακάτ που δεν έλεγε τίποτα. Ήταν ολόλευκο.

Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Χρήστου Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις, ΠΟΛΙΣ 2011

Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Το χρονικό μιας βόλτας





Μια βόλτα στην Αθήνα του βιβλίου παρέα με τους Atenistas

 

 Ώρα 10:30 

Έξω από το βιβλιοπωλείο του Ίκαρου. Ιστορικός χώρος. Ο ίδιος από το 1944 μέχρι σήμερα. Μπαίνεις και βλέπεις στους πάγκους όλους τους Έλληνες ποιητές, τη σειρά των παιδικών εικονογραφημένων, τις νέες κυκλοφορίες, τα εξώφυλλα που έχει φιλοτεχνήσει ο Χρήστος Κούρτογλου για τη σειρά της σύγχρονης ξένης πεζογραφίας. Υψηλή αισθητική. Φαντάζεσαι τις κουβέντες που θα έγιναν εκεί μέσα, τη Ρηνιώ Παπανικόλα να παρακολουθεί τους ποιητές να συζητούν και να ψαχουλεύει τους δίσκους.


11 παρά κάτι
Η πλατεία Καρύτση ακόμα κοιμάται. Έχει συννεφιά και αεράκι. Τα φαναράκια λικνίζονται στις πορτοκαλιές, μια καφετέρια μόνο ανοιχτή, η μηχανή του εσπρέσσο τρίζει για τους πρωινούς θαμώνες. Μπαίνεις στον "Μωβ σκίουρο". Μικροσκοπικό βιβλιοπωλείο με επιλεγμένη ποίηση, λογοτεχνία, φιλοσοφία, πολιτική. Έχει πλάκα. Όταν ένα βιβλιοπωλείο είναι τόσο λιλιπούτειο και οι ιδιοκτήτες ξέρουν το αντικείμενό τους καλά, βρίσκεις μέσα ό,τι θα ήθελες να αγοράσεις! Ενδιαφέρουσες επιλογές στη βιτρίνα: Τσάρλι Τσάπλιν, Θεόδωρος Αγγελόπουλος, "Τα πορφυρά πανιά" του Αλεξάντρ Γκριν, "Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα" του Μπουλγκάκοφ, Τσέχοι διηγηματογράφοι, η βιογραφία του Κάφκα. 

Κατά τις 11
Μπαίνεις από τη Σταδίου στη Στοά του Βιβλίου. Τρυπώνεις στις εκδόσεις του ΜΙΕΤ. Ένα πορτρέτο του Καζαντζάκη, ένα άλλο του Παλαμά, ένα παλιό μαύρο τηλέφωνο που χτυπάει διαρκώς. Πελάτες ζητούν πληροφορίες. Μελέτες, γραμματολογίες, ιστορικά βιβλία. Στην έξοδο της Στοάς ένα καρτοτηλέφωνο. Όταν κανείς δε χρησιμοποιούσε το κινητό, αλλά υπήρχαν οι τηλεκάρτες, πάντοτε το προτιμούσες. Το πιο ήσυχο καρτοτηλέφωνο της πόλης. Και ποτέ ουρά. Στην Ιπποκράτους γινότανε χαμός. Φοιτητές με μια τηλεκάρτα στο χέρι. Λίγο παρακάτω, ένα μαγαζί για φιλοτελιστές. Κύριοι μέσης ηλικίας κοιτούν τα γραμματόσημα με μεγεθυντικό φακό. Τον κουβαλούν μαζί τους άραγε ή τον διαθέτει το κατάστημα; 

11 και κάτι
Περνάς την Πανεπιστημίου απέναντι. Ένας κύριος κάθεται στο "Αιγαίον" και τρώει λουκουμάδες με μέλι. Μυρίζει τηγανητό λάδι και κανέλα. Ανηφορίζεις τη Χαριλάου Τρικούπη. Πολλά βιβλιοπωλεία: ο "Ναυτίλος", η "Γωνιά του βιβλίου", η "Μηχανή του χρόνου". Έξω καρότσια με παλιά μεταχειρισμένα βιβλία και περιοδικά. Ο Λούκυ (Λουκιανός Κηλαηδόνης) σ' ένα τέυχος του περιοδικού "Μουσική". Έτος 1983.

Γύρω στις 11 και μισή
Στρίβεις και μπαίνεις στη Μαυρομιχάλη. Στο καφενείο "Το Πανελλήνιον" παρέες που παίζουν σκάκι. Είναι καλοί παίκτες. Τους παρακολουθείς αρκετή ώρα κάνοντας πως κάτι ψάχνεις. Κανένα πιόνι δεν κουνιέται. Κάθονται σαν απολιθωμένοι και τα κοιτούν. Σκέφτονται την επόμενη κίνηση. 

Κατά τις 12:00 
Περνάς από το καλλιτεχνικό βιβλιοδετείο του Πετρίδη. Ανεβαίνεις στη Διδότου. Από μακριά βλέπεις το βιβλιοπωλείο του Γιώργου Χρονά, θυμάσαι που στα φοιτητικά χρόνια ψαχούλευες τα τεύχη της Οδού Πανός και έπαιρνες ασπρόμαυρες καρτ-ποστάλ. Συνεχίζεις. Το ολοκαίνουργιο βιβλιοπωλείο των εκδόσεων της Εστίας.

12 και μισή

Κατηφορίζεις τη Δελφών. Λαός και Κολωνάκι. Στρίβεις στη Σκουφά. Ένα όμορφο νεοκλασικό στεγάζει τις εκδόσεις Μέλισσα. Προτιμάς να τρυπώσεις στο Free thinking zone. Ό,τι έχει τελειώσει το διάβασμα ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Θα ακολουθήσει ο Αύγουστος Κορτώ. Κάθεσαι σ' ένα τραπεζάκι. Απάνω αφημένο το βιβλίο του Τζίμη Πανούση "Ο Στάλιν δουλεύει στο Κρεμλίνο για σένα". Τρως ένα υποβρύχιο (κερασμένο από το μαγαζί), διαβάζεις ένα "Υποβρύχιο", κερασμένο κι αυτό. Κάτω από το όνομα του περιοδικού γράφει: Απόδραση από την επιφάνεια της πραγματικότητας, κατάδυση στον πυθμένα της φαντασίας.

Μετά τη 1
Καταλήγεις στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Σε λίγο θα ξεκινήσει η ξενάγηση. Παρατηρείς τις σιδερένιες πευκοβελόνες της οροφής που διώχνουν μακριά τα περιστέρια. Δεν είχες ανέβει ποτέ αυτές τις σκάλες. Διαβαίνεις το κατώφλι της με συγκίνηση. Ακούς για χειρόγραφα, υπομνήματα, αρχεία, κώδικες που ταξιδεύουν στις βιβλιοθήκες του κόσμου.

Κατά τις 3
Η Αθήνα είναι όμορφη σήμερα, σκέφτεσαι. Μυρίζει χαρτί, σερβίρουν υποβρύχιο, παίζουν σκάκι, χαμογελάνε. Τα πόδια πονάνε από την κούραση. Ώρα για ένα μεζεδάκι. Συνεχίζεις τη βόλτα...


Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Ρομπέρτο Μπολάνιο, Φυλαχτό


 Εγώ δεν είχα ακούσει σχεδόν τίποτα για το Ρομπέρτο Μπολάνιο. Εγώ είχα ακούσει μόνο για ένα μυθιστόρημά του, το "2666", αλλά δεν το είχα διαβάσει. Εγώ δεν έχω διαβάσει πολύ τους Λατινοαμερικάνους συγγραφείς, αλλά για κάποιο λόγο τους αγαπώ. Εγώ αγαπώ τη Λατινική Αμερική. Εγώ αγαπώ τη Χιλή, αγαπώ το Μεξικό, αγαπώ τις φαβέλες της Βραζιλίας, τα αγαπώ όλα αυτά. Αλλά δεν τα ξέρω. Τα έχω ακούσει, τα έχω φανταστεί, αλλά δεν τα έχω μελετήσει. Εγώ ξέρω ότι ο Ρομπέρτο Μπολάνιο γεννήθηκε στη Χιλή, αλλά έζησε στο Μεξικό. Ξέρω ότι επέστρεψε στην πατρίδα του για να βοηθήσει στο "χτίσιμο της επανάστασης" το σοσιαλιστικό καθεστώς του Αλιέντε. Πίστευε στο σοσιαλισμό, πίστευε στους τροτσκιστές, πίστευε σ' αυτά. Φυλακίστηκε γι' αυτά. Εγώ ξέρω ότι ο Μπολάνιο πίστευε πως η λογοτεχνία είναι πολιτική πράξη. Πίστευε σ΄αυτή την πολιτική πράξη. Πίστευε πως αυτή η πράξη μόνο πολιτική είναι. Έζησε τη ζωή του στην Ισπανία. Ξέρω όμως ότι ο Ρομπέρτο Μπολάνιο θεωρούσε μοναδική του πατρίδα τη γυναίκα του. Τη γυναίκα του και τα δυο παιδιά τους. Εγώ είμαι μια καινούργια αναγνώστρια του Μπολάνιο. Αυτά ξέρω. Δεν ξέρω τίποτα άλλο. Ξέρω όμως ακόμα ότι μου αρέσει πολύ αυτό το λιγνό πρόσωπο. Μου αρέσει το βλέμμα πίσω από τα στρογγυλά γυαλιά. Φαίνεται τίμιο.

Αυτή θα μπορούσε να είναι μια άσκηση ύφους με αφορμή το μυθιστόρημα του Ρομπέρτο Μπολάνιο "Φυλαχτό". Πρόκειται για το μυθιστόρημα του Μπολάνιο που κυκλοφόρησε τελευταία στα ελληνικά από τις εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου.

Πρωταγωνίστρια είναι η Αουξίλιο Λακουτύρ, μητέρα της ποίησης του Μεξικού όπως αποκαλεί η ίδια τον εαυτό της, και φίλη όλων των Μεξικανών. Η Αουξίλιο είναι Ουρουγουανή, κατάγεται από το Μοντεβιδέο, αλλά μια μέρα αποφάσισε να φύγει για το Μεξικό. Η Αουξίλιο κυριολεκτικά ζει στη σχολή Φιλολογίας και Φιλοσοφίας και επιβιώνει δακτυλογραφώντας σημειώσεις, μεταφράζοντας κείμενα, κάνοντας εθελοντικά μικροδουλειές για τους καθηγητές της σχολής, ενώ φροντίζει τους Ισπανούς ποιητές Λεόν Φιλίπε και Πέδρο Γκάρφιας.

Κι αυτοί μου έλεγαν μ' εκείνη την τόσο χαρακτηριστική ισπανική προφορά που δεν τους εγκατέλειψε ποτέ, μια αγκαθωτή  μουσικούλα σαν να περικύκλωναν τα Θ και να άφηναν τα Σ πιο ορφανά αλλά και πιο φιλήδονα. Αουξίλιο, μου έλεγαν, πάψε να σκαλίζεις το πάτωμα, Αουξίλιο, άσε ήσυχα αυτά τα χαρτιά, βρε παιδάκι μου, η σκόνη ταιριάζει πάντα με τη λογοτεχνία. Κι εγώ στεκόμουν και τους κοίταζα και σκεφτόμουν πόσο δίκιο έχουν, σκόνη πάντοτε, και λογοτεχνία πάντοτε, και τότε εγώ, που αναζητούσα διαρκώς λεπτομέρειες, έπιανα να φαντάζομαι διάφορες παράδοξες και μελαγχολικές καταστάσεις, φανταζόμουν όλη τη σκόνη του κόσμου που έμπαινε στις βιβλιοθήκες, σιγά σιγά, επίμονα, ακατάπαυστα...


Η Αουξίλιο Λακουτύρ ζει στη σχολή Φιλολογίας και Φιλοσοφίας. Βρίσκεται στη σχολή το Σεπτέμβριο του 1968, την ημέρα που οι αστυνομικές δυνάμεις του Μεξικού εισβάλλουν στο πανεπιστήμιο παραβιάζοντας το άσυλο και σκορπίζουν το φόβο και το θάνατο στους φοιτητές. Κλείνεται για μέρες στις τουαλέτες γυναικών, παρατηρώντας τη σελήνη στη χάση της ή στο γέμισμά της να μετακινείται από πλακάκι σε πλακάκι και παρασύρεται σ' ένα παραλήρημα αναμνήσεων, φαντασιώσεων και οραμάτων, όπου ο χρόνος δεν έχει καμία υπόσταση. Η σπειροειδής κίνησή του παλινδρομεί ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον, ανάμεσα σε όσα η Αουξίλιο έζησε, ζει ή πρόκειται να ζήσει. Εντοιχισμένη μέσα στο μήνα Σεπτέμβριο, κλεισμένη στις γυναικείες τουαλέτες, καθισμένη στη λεκάνη, που γίνεται ο δικός της θρόνος, θυμάται τους φοιτητές, τους νεαρούς καλλιτέχνες, τους έρωτες, τις πλατωνικές σχέσεις, τα δόντια που έχασε  στο "βωμό των ανθρωποθυσιών", τη γη, τη ζωή στο Μεξικό, το λόγο των ποιητών του. 

Η σκοτεινή νύχτα της ψυχής προχωράει στους δρόμους της πόλης του Μεξικού και τα σαρώνει όλα. Τώρα πια ελάχιστα τραγούδια ακούγονται, εδώ, όπου παλιότερα τα πάντα ήταν ένα τραγούδι. Το νέφος της σκόνης κονιορτοποιεί τα πάντα. Πρώτα τους ποιητές, μετά τους έρωτες, και μετά, όταν πια φαίνεται ότι έχει κορεστεί και ότι χάνεται, το νέφος επιστρέφει και εγκαθίσταται στο πιο ψηλό σημείο της πόλης σου ή του μυαλού σου και σου λέει με μυστηριώδεις εκφράσεις ότι δεν πρόκειται να κινηθεί. 

Κανένα τοπίο δεν περιγράφεται, αλλά η πόλη είναι εκεί. Τα σοκάκια και οι δρόμοι της, η σκοτεινή νύχτα, η φτώχεια, ο φόβος, οι απειλητικές σκιές. Είναι όλα εκεί. 

Αχ, φιλαράκια μου, άλλος ένας επαναλαμβανόμενος και θανατηφόρα λατινοαμερικάνικος φόβος: να ψάχνεις το όπλο σου και να μην το βρίσκεις, να το ψάχνεις εκεί που το άφησες και να μην το βρίσκεις. [...]

[...] διότι ο θάνατος είναι η βακτηρία της Λατινικής Αμερικής και η Λατινική Αμερική δεν μπορεί να βαδίσει χωρίς τη βακτηρία της.

Καμία σκηνή βίας δεν περιγράφεται, καμιά μάχη, καμιά αιματοχυσία, αλλά η βία είναι εκεί. Οι στρατιώτες είναι εκεί, έχουν περικυκλώσει το κτίριο του πανεπιστημίου, έχουν συλλάβει τους συντρόφους της Αουξίλιο Λακουτύρ. Μια γενιά φοιτητών, ένας κύκλος χαμένων ποιητών που δε θα προλάβουν να αποκτήσουν μέλλον, αλλά η Αουξίλιο, η μητέρα όλων των ποιητών του Μεξικού, θα τους διαφυλάξει στη μνήμη της. Η ατομική μνήμη είναι αυτή που θα τη βοηθήσει να επιβιώσει από τον εφιάλτη. Η μνήμη γίνεται καταφύγιο, γίνεται κραυγή, γίνεται μαρτυρία, γίνεται συλλογική. Η συλλογική μνήμη μετατρέπει μια χαοτική πρωτοπρόσωπη αφήγηση στον ποιητικότερο πολιτικό λόγο.

Και παρότι το τραγούδι που άκουσα μιλούσε για τον πόλεμο, για τα ηρωικά κατορθώματα μιας ολάκερης γενιάς νεαρών της Λατινικής Αμερικής που θυσιάστηκαν, εγώ ήξερα ότι πάνω απ' όλα μιλούσε για αξίες και για καθρέφτες, για τον πόθο και για την ηδονή. 
Και αυτό το τραγούδι είναι το φυλαχτό μας.

Η μνήμη είναι το φυλαχτό μας.

Ρομπέρτο Μπολάνιο, Φυλαχτό (μτφρ. Κρίτων Ηλιόπουλος), Εκδόσεις 'Αγρα 2013
  
 

Δευτέρα, 3 Φεβρουαρίου 2014

Κλασικά εικονογραφημένα - Lisbeth Zwerger


Πάντα είχα μια αδυναμία στον "Μάγο του Οζ". Το σκιάχτρο, ο ξυλοκόπος, η Ντόροθι, τα κατακόκκινα λουστρίνια της... Ήταν μάλλον ένα από τα πρώτα βιβλία που διάβασα. Στο σπίτι υπήρχε σε πολλές διαφορετικές εκδοχές: εικονογραφημένο ή χωρίς εικονογράφηση. Όταν είδα την ταινία, την σκεφτόμουν για βδομάδες. Σαν να βλέπω μπροστά μου τον ανεμοστρόβιλο να ξεριζώνει το σπίτι.

Ώσπου έπεσε στα χέρια μου ένας "Μάγος του Οζ" διαφορετικός. Μεγάλη πια, είδα να κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία ο Μάγος σε μετάφραση του Ερρίκου Μπελιέ και εικονογράφηση της Λίζμπεθ Ζβέργκερ. Τα χρώματα στις εικόνες ήταν πιο θαμπά, η Ντόροθι μικροκαμωμένη και απαλλαγμένη από τις μακριές πλεξούδες της, το σκιάχτρο χοντρό. Τα πρόσωπα γενικά ψηλόλιγνα και γωνιώδη, σχεδόν μυτερά. Οι εικόνες στις σελίδες έμοιαζαν με φρέσκιες νερουλές ακουαρέλες.

Άρχισα να αναζητώ βιβλία εικονογραφημένα από την αυστριακή εικονογράφο. Τα περισσότερα είχαν κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Άμμος. Μεταξύ αυτών και μια συλλογή με παιδικά τραγούδια του Κρίστιαν Μόργκενστερν -"ποιητή των παιδιών", που γεννήθηκε στο Μόναχο το 1871- σε ευρηματική μετάφραση του Κωστάκη και της Μαριανίνας Κριεζή. Ένα τρελό βιβλίο γεμάτο αστακότες, παπαγαλοπούλες, χαμομηλέοντες, σαχλάδια, σαλίγκαρους να μιλούν με τον εαυτό τους και σκουλήκια να εξομολογούνται μυστικά, Ιαγουάριους και Ζεβρουάριους να διαδέχονται ο ένας τον άλλον σε ένα τόσο διαφορετικό ημερολόγιο. Ένα λεύκωμα ζωγραφικής και ποίησης που κάποιοι χαρακτηρίζουν παιδική. 

Η Ζβέργκερ είναι από τις πιο αναγνωρισμένες εικονογράφους. Δίκαια τιμήθηκε με το βραβείο Άντερσεν το 1990.  Έχει εικονογραφήσει παραμύθια λαϊκά, κλασικά, παραδοσιακά και σύγχρονα. Στο ύφος των εικόνων υπάρχει μια ποικιλία που πάντοτε ταιριάζει γάντι με το παραμύθι. Στα παραμύθια των αδερφών Γκριμ για παράδειγμα, ακόμα και σε αυτά του Άντερσεν, η τεχνοτροπία της είναι πιο κλασική. Θυμίζει κάπως τους εικονογράφους του 19ου αιώνα. 

Κάπως έτσι δεν είχαμε φανταστεί το καρυδότσουφλο της Τοσοδούλας; 


Την Κοκκινοσκουφίτσα και το λύκο; 




 Την κακιά μάγισσα να εξαπατά τον Χανς και την Γκρέτελ; 



Αλλού πάλι, όπως στην "Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων", τη "Χριστουγιεννιάτικη ιστορία", τη "Λίμνη των κύκνων" και πολλά άλλα παραμύθια η εικονογράφηση είναι πιο μοντέρνα. 



Σε όλες τις περιπτώσεις όμως το αποτέλεσμα είναι εξίσου συναρπαστικό. Το νερό χορεύει με την μπογιά στο χαρτί και δημιουργείται έτσι μια όμορφη αίσθηση κίνησης. Ο σεβασμός στην παράδοση, τα μοτίβα και τα σύμβολα των παραμυθιών δε φράζει, ούτε περιορίζει την πιο ξέφρενη φαντασίωση της εικονογράφου.

Σε κάποιες σπάνιες, πολύ σπάνιες, πάρα πολύ σπάνιες περιπτώσεις μια εικονογράφηση κάνει ακόμα και τη φαντασία μας να φαίνεται φτωχή.