Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2018

Εξώφυλλα #24: James Marsh


Τι να πρωτοπεί κανείς για τον James Marsh; Τι να πρωτογράψει κανείς για έναν υπερταλαντούχο Βρετανό σχεδιαστή που έχει ζωγραφίσει από εξώφυλλα για το περιοδικό συλλεκτών "Connoisseur" ή τους πιο γνωστούς σε μας "Times", μέχρι πορσελάνινα πιάτα με θέμα τη ζωή του βασιλιά Αρθούρου; Μιλάμε για έναν καλλιτέχνη που με ό,τι κι αν καταπιάστηκε σημείωσε τεράστια επιτυχία, ενώ κατά καιρούς συνεργάστηκε με τις εταιρείες The Royal Mail, Seattle Opera, Sony, Times Newspapers, Penguin Books, Visa, Air Canada, British Rail, British Airways, London Transport, Nationall Express, Peugeot, Mitsubishi, General Motors,  και πάει λέγοντας. 



Στο βιογραφικό του βρίσκει κανείς χιλιάδες διαφημίσεις, πολλά εξώφυλλα για κλασικά έργα παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας, βιβλία επιστημονικής φαντασίας, βιβλία μυστηρίου και πολλά πολλά άλλα. Ωστόσο, αυτό που έκανε τον James Marsh γνωστό στο ευρύ κοινό ήταν μάλλον τα εξώφυλλα που σχεδίασε για τα άλμπουμ του βρετανικού μουσικού συγκροτήματος Talk Talk. Οι Talk Talk ξεκίνησαν την καριέρα τους "από το τέλος", με το άλμπουμ "The party's over". Όταν το αντίκρισα, σε μεγαλύτερη βέβαια ηλικία, η μορφή του μου έφερνε στο μυαλό άλλοτε το ψεύτικο χαμόγελο του Τζόκερ και άλλοτε το "Κουρδιστό πορτοκάλι" του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Ωστόσο, πρόκειται για κάτι λιγότερο βίαιο και πιο μελαγχολικό: τρία ζευγάρια χείλη σχηματίζουν ένα πρόσωπο που δακρύζει. 

Το "The party's over" κυκλοφόρησε το 1982 και ακολούθησαν τα "It's my life" και "The color of spring" το 1984 και 1986. 




Στο πρώτο απ' αυτά τα δύο εξώφυλλα, μικρά κομμάτια από το παζλ μιας ζωής αιωρούνται πάνω από τη μαβιά θάλασσα και θυμίζουν παιδικό ξύλινο παιχνίδι, ενώ στο δεύτερο πολύχρωμες πεταλούδες μοιάζουν να έχουν ξεπηδήσει από περιοδικό χειροτεχνίας. 



Στο "Spirit of Eden" κοχύλια, ιππόκαμποι, χτένια και γυαλιστερές κρέμονται από ένα θαλάσσιο δέντρο στα κλαδιά του οποίου ξαποσταίνουν παραδείσια πουλιά. Κάτι παρόμοιο βλέπουμε και στο "Laughing stock".



Φαίνεται πως ο James Marsh είχε μια αδυναμία στους φτερωτούς θαμώνες του ζωικού βασιλείου, και είναι λογικό. Στα πουλιά συναντάμε τα σπανιότερα και εντονότερα χρώματα, τα πουλιά πετούν μακριά από τον πραγματικό κόσμο, σε αποδημητικά φανταστικά ταξίδια.






Σ'αυτό το σουρεαλιστικό ταξίδι μορφών και χρωμάτων, ενίοτε τα πουλιά φυλακίζονται...




Αυτό που ποτέ δεν φυλακίζεται είναι η φαντασία μας...


***

[1] Για οποιαδήποτε πληροφορία σχετικά με το έργο του James Marsh, ρίξτε μια ματιά εδώ

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Παιδικά όνειρα


Μπορεί να μη θυμάμαι τα πάντα από την παιδική μου ηλικία, ή να μη θυμάμαι και πολλά, αλλά σίγουρα θυμάμαι το δωμάτιο που μοιραζόμουν με τις αδερφές μου. Θυμάμαι τη διάταξη των πραγμάτων στο χώρο, τα έπιπλα και τα ρούχα στις ντουλάπες. Θυμάμαι τις κασετίνες και τις τσάντες μας πεταμένες στο πάτωμα, θυμάμαι το κίτρινο χαλί και τις κούκλες που αραδιάζαμε κάτω. 


Ακόμη πιο δυνατά θυμάμαι όλα όσα φοβόμουν. Την Μπάμπα Γιάγκα, την κακιά μάγισσα που ζούσε στο βεσέ, και ένα σαλιάρικο τέρας που κατοικούσε στο μπάνιο. Για να το καλοπιάνω του έπαιζα αυτοσχέδιες διαφημίσεις και του μιλούσα για τις δυνατότητες και τα ακαταμάχητα χαρακτηριστικά των σαμπουάν, των αποσμητικών και λογιών λογιών καλλυντικών με τα οποία συγκατοικούσε. Τις νύχτες το τέρας γινότανε καπνός και περιφερόταν στα δωμάτια και τους διαδρόμους του σπιτιού μας αλλάζοντας το χρώμα του από πράσινο σε πορτοκαλί. 


Θυμάμαι ακόμη πώς φανταζόμουν τον Ύπνο, που τα μαλλιά του ήταν τόσο λευκά σαν τα χιόνια που κάλυπταν μπάλες και κλαδιά του χριστουγεννιάτικου δέντρου. Ήταν γερασμένος και κάτασπρος. Όταν ερχόταν, μας σκέπαζε με κάτι ζεστό και ύστερα μας έπαιρνε από το παιδικό δωμάτιο και μας μετέφερε κάπου αλλού να κοιμηθούμε, για να ξυπνήσουν όλα όσα βρίσκονταν γύρω μας και να ζήσουν τη νύχτα ενώ εμείς κοιμόμαστε. 


Σήμερα αναρωτιέμαι μήπως το μεγαλύτερο κομμάτι της παιδικής μας ηλικίας είναι εκείνα που δε συνέβησαν ποτέ: τα πλάσματα που ζούσαν μαζί μας, οι φανταστικοί μας φίλοι, όσα ονειρευτήκαμε. Η θεία μου η Αρχοντούλα να μιλάει σαν χαλασμένο μαγνητόφωνο, οι αρκούδες και η Χρυσομαλλούσα να οργανώνουν μεγάλη ληστεία στην πολυκατοικία μας, ο Θεός να μπαίνει στο δωμάτιο και να μου κρύβει τα μολύβια. 


Φαντάζομαι τα παιδικά μας χρόνια σαν μια μεγάλη κλεψύδρα που, αντί για άμμο, είναι γεμάτη με ροζ φουσκάλες, λουλούδια, τσίχλες, φρούτα, πουλιά και μονόκερους. Ένας φτερωτός δράκος μάς ζεσταίνει με το χνότο του και μεταλλασσόμαστε σε ενήλικα ανθρωπάκια, ενώ γύρω μας ο κόσμος είναι ένα απέραντο λιβάδι όπου βόσκουν μικρές ασπρόμαυρες αγελάδες. 

***

Εικόνες: Ikegami Yoriyuki.


Δευτέρα, 12 Νοεμβρίου 2018

Παιδική αθωότητα ΙΙ


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα πουλί που φύλαγε παιδιά, ας το ονομάσουμε Κοράκι. Είχε διαβάσει πάρα πολλά ρώσικα παραμύθια (το καμένο τεμπέλικο αγόρι, το ουρλιαχτό του Μπάμπα Γιάγκα, τη νίκη του καλού πρίγκιπα), πάντως, ήταν ένας εγκεκριμένος και πιστοποιημένος παιδοκόμος, που τον θαύμαζαν πολλοί Λονδρέζοι γονείς και είχε μεγάλη ζήτηση για τα βράδια της Παρασκευής. Η αγγελία που έβαλε στο πρακτορείο των εφημερίδων έλεγε:
"Από την ηλικία των πάμπερς και μετά!"

Tο κοράκι έσβησε την τιβί και πρότεινε ένα παιχνίδι. "Λοιπόν, αγόρια", είπε, "ο καθένας σας θα κάνει ένα ομοίωμα της Μητέρας σας, εκεί, καταγής. Ακριβώς όπως τη θυμάστε! Και ο νικητής θα είναι αυτός που θα κάνει το καλύτερο ομοίωμα. Όχι το πιο ρεαλιστικό, αλλά το καλύτερο, το πιο αληθινό. Και το βραβείο...", είπε το Κοράκι ανακατώνοντας τα λουσμένα τους μαλλιά, "... είναι ότι θα ζωντανέψω το καλύτερο ομοίωμα, μια μητέρα με σάρκα και οστά που θα σας πηγαίνει για ύπνο το βράδυ". 

Τα αγόρια λοιπόν στρώθηκαν στη δουλειά. 
Το πρώτο επέλεξε να τη ζωγραφίσει, με μανιασμένη αυτοσυγκέντρωση, σαν ένας μικροσκοπικός ζωγράφος νωπογραφιών, σκαρφαλωμένος με τα τέσσερα στη σκαλωσιά. Τριάντα εφτά φύλλα Α4 κολλημένα μεταξύ τους με ταινία και όλο το ουράνιο τόξο των κραγιονιών, των παστέλ και των μαρκαδόρων, δαγκώνοντας τα χείλη με τα μπροστινά δόντια του. Ξεφυσώντας βαριά από τη μύτη καθώς προσπαθούσε να φτιάξει τα μάτια, διόρθωνε, άρχιζε πάλι από την αρχή, έσβηνε, προχωρούσε πιο κάτω, ευχαριστημένο με τα χέρια, ευχαριστημένο με τα πόδια. 

Το δεύτερο προτίμησε τη συναρμολόγηση, ένα ομοίωμα γυναίκας φτιαγμένο με μαχαιροπίρουνα, κορδέλες, χαρτικά, παιχνίδια, κουμπιά και βιβλία. Συναρμολογούσε με μανιακή προσήλωση -πεταγόταν πάνω, έπεφτε στο πάτωμα- σαν μηχανικός αυτοκινήτων μέσα στο γκαράζ του. Έκανε κλακ και τ-τ-τ με τη γλώσσα του, χτίζοντας σιγά σιγά την ψηφιδωτή μαμά, ευχαριστημένο με το πρόσωπο, ευχαριστημένο με το μέγεθος. Και τελικά, "Στοπ!", είπε το Κοράκι. 

"Είναι και τα δύο εξαιρετικά," είπε, θαυμάζοντας τη δουλειά τους, "εσύ πέτυχες το χαμόγελό της, εσύ πέτυχες τη στάση της, ακριβώς έτσι έγερνε τους ώμους της!"

Και τα αγόρια ανυπομονούσαν να μάθουν ποιος βγήκε νικητής. "Ποια είναι; Ποια είναι η Μαμά;!", αλλά το Κοράκι άρχισε να χοροπηδά, απέφυγε το βλέμμα τους, έπνιξε ένα χάχανο και τους γύρισε την πλάτη. 

"Κοράκι, ποια από αυτές τις ψεύτικες μαμάδες κέρδισε, ώστε να γίνει αληθινή;"

Και το Κοράκι σώπαινε, δεν γελούσε πια. 

"Κοράκι, χωρίς πλάκα, δώσε μας την πραγματική Μαμά μας". 

Και το Κοράκι άρχισε να κλαίει. 

Και τ' αγόρια έψησαν το Κοράκι σε έναν πολύ καυτό φούρνο μέχρι που απέμειναν μόνο κάποια κύτταρα. 

***

[1] Μαξ Πόρτερ, Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου), Πόλις, Αθήνα 2018. 
[2] Φωτογραφία: Antanas Sutkus.


Κυριακή, 11 Νοεμβρίου 2018

Παιδική αθωότητα Ι


Με τον αδερφό μου βρήκαμε ένα ψαράκι γκάπυ μέσα σ' έναν νερόλακκο ανάμεσα στα βράχια. Βαλθήκαμε να το σκοτώσουμε. Στην αρχή πετάξαμε χαλίκια στο νερό, αλλά το ψάρι ήταν πολύ γρήγορο. Μετά προσπαθήσαμε με χοντρά βότσαλα και κροκάλες, αλλά κρυβόταν μέσα στις ρωγμές και στις κόγχες και τιναζόταν απότομα. Εμείς ήμασταν μικρά ανθρωπάκια και το ψάρι ήταν μόνο ψάρι, οπότε σκαρφιστήκαμε έναν τρόπο για να το σκοτώσουμε. Βάλαμε ένα σωρό πέτρες στον νερόλακκο, χτίσαμε ένα φράγμα για να στριμώξουμε το ψάρι σε έναν όλο και πιο μικρό χώρο. Εκείνο άρχισε να γυροφέρνει σιγά σιγά και λυπημένα μέσα στον μικροσκοπικό νερόλακκο-φυλακή και εμείς διαλέξαμε μια πέτρα στο τέλειο μέγεθος. Ο αδελφός μου την πέταξε με όλη του τη δύναμη και εκείνη πιτσίλισε κάνοντας μεγάλο θόρυβο, πέτρα πάνω στην πέτρα μέσα στο νερό, και, πανευτυχείς, τη βγάλαμε. Φυσικά, το ψάρι ήταν νεκρό. Όλη η διασκέδασή μας εξατμίστηκε στην έρημη παραλία. Ήθελα να κάνω εμετό και ο αδελφός μου έβρισε. Πρότεινε να πετάξουμε το άψυχο γκάπυ μέσα στη θάλασσα, αλλά εγώ δεν άντεχα να το αγγίξω κι έτσι το βάλαμε στα πόδια τρέχοντας κατά μήκος της παραλίας, και ο Μπαμπάς δεν σήκωσε τα μάτια του από το βιβλίο του αλλά είπε, "κάνατε κάτι κακό, το ξέρω". 

***

[1] Max Porter,  Η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά (μτφρ. Ιωάννα Αβραμίδου), Πόλις, Αθήνα 2018. 
[2] Φωτογραφία: Antanas Sutkus

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2018

Δανιήλ Χαρμς

"Η ζωή σαν έργο τέχνης"

Ο Χβιλικέφσκι έτρωγε ξινόμουρα, προσπαθώντας να μην ξινίζει τα μούτρα του. Περίμενε ότι όλοι θα λέγανε:"Τι δυνατός χαρακτήρας!". Αλλά δεν είπε κανείς τίποτε. 

Δανιήλ Χαρμς, ποιητής. Γεννήθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1905. Γιος ευγενών. Απείθαρχος και ανυπάκουος, αποβλήθηκε από το γερμανικό γυμνάσιο όπου φοιτούσε, και τελείωσε το σχολείο στο γυμνάσιο που διηύθυνε η θεία του. Συνελήφθη για πρώτη φορά από το σοβιετικό καθεστώς το 1925 για την απαγγελία ποιήματος του αντιφρονούντος ποιητή Νικολάι Γκουμιλιόφ. Ήρθε σε επαφή με την ποίηση Ζαούμ μια απόπειρα δημιουργίας ποιητικής γλώσσας αποτελούμενης μόνο από φθόγγους και φωνήματα, που είχε στόχο να εκφράσει "τον ίλιγγο του ανθρώπου που προσπαθεί να σκαρφαλώσει στις απότομες πλαγιές των κοινωνικών πειραμάτων". 

Συμμετείχε σε ομάδα αριστερών πρωτοποριακών ποιητών. Στο δοκίμιό του "Αντικείμενα και μορφές" γράφει τη φράση "Η πέμπτη σημασία του ντουλαπιού είναι ντουλάπι" και έτσι προκύπτει το σλόγκαν της ομάδας "Η τέχνη είναι ντουλάπι". Τον Οκτώβριο του 1928 ίδρυσε την "Ένωση Πραγματικής Τέχνης " Ουμπεριού. 

Οι Ουμπεριού είναι άνθρωποι "πραγματικοί και συγκεκριμένοι μέχρι το μεδούλι", "τίμιοι εργάτες της τέχνης τους", που "διευρύνουν και εμβαθύνουν τη σημασία του αντικειμένου και της λέξης", δημιουργούν "όχι μόνο μια καινούργια ποιητική γλώσσα" αλλά και μια "καινούργια αίσθηση της ζωής και των αντικειμένων της". Τονίζεται ως υπέρτατη αρχή η πολυφωνία και η ύπαρξη διαφορετικών τάσεων στο εσωτερικό της ομάδας. Η ομάδα αποστασιοποιείται από το ρεαλισμό που προωθείται από το σοβιετικό κράτος. 

Παρόλο που δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη το Πανενωσιακό Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων, όπου ο Ζντάνοφ διατύπωσε τους κανόνες του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, στις αρχές της δεκαετίας του 1930 η σοβιετική τέχνη δεν θύμιζε σε τίποτα πια το πρωτοποριακό ξεκίνημά της. Ο Χαρμς  δεν μπορούσε να ζήσει από την ποίηση και βιοποριζόταν αποκλειστικά από τη συγγραφή βιβλίων παιδικής λογοτεχνίας.

Παιδικό εικονογραφημένο βιβλίο του Δανιήλ Χαρμς

Η ομάδα Ουμπεριού έκανε την τελευταία εμφάνισή της στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Αργότερα, τα μέλη της κατηγορήθηκαν από το σταλινικό καθεστώς για παραίτηση από τη ζωή, ασυνάρτητη ποίηση, ανόητες δακτυλουργίες που υπονομεύουν τη δικτατορία του προλεταριάτου. "Αντιδραστικοί τσιρκολάνοι", "λογοτέχνες-χούλιγκαν" και ταξικοί εχθροί δεν χωρούσαν στο σοβιετικό καθεστώς. Ο Χαρμς επίσης κατηγορήθηκε για συμμετοχή σε παράνομη ένωση λογοτεχνών και αντισοβιετική δράση:

Δουλειά μου είναι η λογοτεχνία. Δεν έχω πολιτικό προσανατολισμό και το ζήτημα που με απασχολεί περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο είναι: η λογοτεχνία. Δηλώνω ότι στον τομέα της λογοτεχνίας δεν είμαι σύμφωνος με τη σοβιετική πολιτική και επιθυμώ, ως αντιστάθμισμα των μέτρων που ισχύουν σήμερα, την ελευθερία του λόγου τόσο για την προσωπική μου δημιουργία, όσο και για εκείνη των λογοτεχνών με τους οποίους συνδέομαι πνευματικά και ανήκουμε στην ίδια λογοτεχνική ομάδα. 

Λίγο αργότερα, ο άλλοτε υπερασπιστής της καλλιτεχνικής ελευθερίας Μαξίμ Γκόρκι έγινε δεξί χέρι του Ζντάνοφ και πρόεδρος της Σοβιετικής Ένωσης Συγγραφέων, διατυπώθηκαν σαφώς οι αρχές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και ο Χαρμς εξορίστηκε στο Κουρσκ.

Ό,τι έγραψα ως τώρα το έγραψε ένας άνθρωπος. Αν ο Θεός δώσει να ζήσω κάτι άλλο, θα ξαναγράψω. Κι ό,τι γράψω θα το γράψει ένας άλλος άνθρωπος. 

Τα επόμενα χρόνια ο Χαρμς υποφέρει από την πείνα και τις κακουχίες και επιβιώνει πουλώντας τα πράγματά του. Στις επιστολές του σε φίλους και συντρόφους του ποιητές παρακαλεί να του στείλει ο Θεός τον θάνατο: "Απορώ με τη δύναμη των ανθρώπων. Ορίστε, είναι κιόλας 12 Ιανουαρίου 1938. Η κατάστασή μας έχει χειροτερέψει πάρα πολύ, κι όμως συνεχίζουμε. Θεέ μου, στείλε μας γρήγορα το θάνατο". 

Έτσι αρχίζει η πείνα:
Το πρωί ξυπνάς καλοδιάθετος, 
Μετά νιώθεις αδύναμος,
Μετά αρχίζει η πλήξη, 
Μετά αρχίζεις να χάνεις
τη δύναμη της γρήγορης σκέψης -
Μετά έρχεται η γαλήνη
Και μετά αρχίζει η φρίκη. 

Παρόλο που δεν είχε διαπράξει καμία ενέργεια κατά της σοβιετικής εξουσίας, ο Δανιήλ Χαρμς πέθανε το 1942 στην ψυχιατρική πτέρυγα των φυλακών Κρεστί, κατά πάσα πιθανότητα από ασιτία. Είχαν προηγηθεί περίπου δέκα χρόνια πείνας, φυλάκισης και εξορίας. 

Στα γραπτά αυτού του τόσο μεγάλου και τόσο διαφορετικού συγγραφέα μπορεί να βρει κανείς ιστορίες, μικρά και μεγαλύτερα διηγήματα, ποιήματα, επιστολές, αφορισμούς και αποσπάσματα ημερολογίων που μιλούν για τα πάντα: τα παιδιά, τη γυναίκα, τη λογοτεχνία, τον θάνατο, τον χρόνο, τον τόπο, το εδώ, το εκεί, το παρελθόν, το παρόν, το υπαρκτό και το μη υπαρκτό, την τέχνη και τη ζωή, την εξυπνάδα και τη βλακεία. 

- Ένας κόσμος που αποτελείται από κάτι ενιαίο, ομοιογενές και συνεχές δεν μπορεί να ονομαστεί υπαρκτός, διότι σε έναν τέτοιο κόσμο δεν υπάρχουν μέρη και, αφού δεν υπάρχουν μέρη, δεν υπάρχει και όλον. 
- Ο χρόνος είναι κατ'ουσίαν ενιαίος, ομοιογενής και συνεχής, και συνεπώς δεν υπάρχει. 
- Ο χώρος είναι κατ'ουσίαν ενιαίος, ομοιογενής και συνεχής, και συνεπώς δεν υπάρχει. 
- Μόλις ωστόσο ο χώρος και ο χρόνος έρθουν σε κάποιου είδους σχέση μεταξύ τους, καθίστανται εμπόδιο ο ένας για τον άλλο και αρχίζουν να υπάρχουν. 

Δεκάδες σελίδες ακροβατικών κι όμως απόλυτα λογικών συλλογισμών οδηγούν τον αναγνώστη στο να ανακαλύψει λίγο λίγο τι είναι ζωή και να καταλήξει στο συμπέρασμα πως το παρόν είναι η μόνη διάσταση που υπάρχει αποκλειστικά ως εμπόδιο που δεν επιτρέπει στο παρελθόν να μετατραπεί σε μέλλον. 

Πολλά διηγήματα αφιερώνονται στην ξετσιπωσιά της γυναίκας, της οποίας ο αφηγητής φαίνεται πως είναι γνώστης, λάτρης και κατήγορος:

"Όμως", είπε ο Ζολοτογκρόμοφ, "η πληθωρικότητα και μια κάποια έλλειψη καθαριότητας είναι ό,τι αξίζει σε μια γυναίκα!"

Έχω μελετήσει επί μακρόν τις γυναίκες και μπορώ πλέον να πω ότι τις ξέρω σαν κάλπικη δεκάρα. Πάνω απ' όλα, στη γυναίκα αρέσει να μην την προσέχουν. Δεν πα να στέκεται μπροστά σου ή να βαριαναστενάζει; Εσύ κάνε ότι τίποτα δεν ακούς και τίποτα δεν βλέπεις, και φέρσου σαν να είσαι μόνος σου στο δωμάτιο. Αυτό ερεθίζει τρομερά τη γυναικεία περιέργεια. Και μια περίεργη γυναίκα είναι ικανή για όλα. 

Γεμάτες πίκρα και σαρκασμό είναι οι αναφορές του ποιητή στα παιδιά. Ένας άνθρωπος που έζησε εκδίδοντας βιβλία παιδικής λογοτεχνίας φαίνεται πως μίσησε τα παιδιά όσο λίγοι. Δεν καταλαβαίνω, γράφει ο Χαρμς, γιατί εκτιμούμε όσους αγαπούν τα παιδιά. Δεν λέμε ποτέ για κάποιον ότι είναι καλός άνθρωπος επειδή του αρέσουν τα έμβρυα, ή επειδή του αρέσει η αφόδευση. Τον λέμε όμως καλό άνθρωπο επειδή του αρέσουν τα παιδιά.  "Είναι πολύ βάναυσο να εξοντώνει κανείς παιδιά. Έλα όμως που κι αυτά κάτι πρέπει να τα κάνεις!"

Μ' ενδιαφέρουν μόνο οι "ανοησίες": μόνο ό,τι δεν έχει καμία πρακτική σημασία. Μ' ενδιαφέρει η ζωή μόνο στις παράλογες εκφάνσεις της. Ηρωισμός, πάθος, γενναιότητα, ηθική, υγιεινή, καθωσπρεπισμός, τρυφερότητα και μανία με τα τυχερά παιχνίδια μού είναι λέξεις και συναισθήματα απεχθή. Κατανοώ όμως και σέβομαι απόλυτα: τον ενθουσιασμό και την έκσταση, την έμπνευση και την απόγνωση, τον πόθο και την εμμονή, την ακολασία και την αγνότητα, τη θλίψη και τον πόνο, τη χαρά και το γέλιο. 

Ο Δανιήλ Χαρμς υπήρξε μια σπάνια μορφή της ρωσικής λογοτεχνίας. Στο "Γαλάζιο τετράδιο" συναντά κανείς λαχταριστούς λογοτεχνικούς πειραματισμούς, σελίδες άλλοτε γραμμένες με πρωτοφανή ευαισθησία και άλλοτε με εντυπωσιακό κυνισμό. Όλες τους όμως αποτελούν δημιουργήματα ενός πρωτοπόρου καλλιτέχνη, καχύποπτου απέναντι σε κάθε είδους βολική και τακτοποιημένη ζωή. Ενός ανθρώπου που δεν βρήκε αληθινό νόημα σε τίποτε άλλο πέρα από την τέχνη. Η τέχνη ήταν στη ζωή του ένας "ελιγμός ευτυχίας, ώστε να υπάρχει κάπως αναπαυτικά δυστυχισμένος"[1]

Χρειάζεται άραγε ο άνθρωπος τίποτε άλλο εκτός απ' τη ζωή και την τέχνη; Πιστεύω πως όχι: δεν χρειάζεται τίποτε άλλο, απ' αυτά τα δύο προκύπτει καθετί αληθινό. 

***


[1] Στίχος από ποίημα του Νίκου Καρούζου. 
[2] Δανιήλ Χαρμς, Το γαλάζιο τετράδιο (μτφρ. Ροδούλα Παππά), Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα 2010.