Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης - Α' Μέρος (Σημειώσεις)



 Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδερφοί, 
όπου και να θολώνει ο νους σας,
μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό
και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα,
θα αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.
                                                                                                            Οδυσσέας Ελύτης

 Βιογραφικά στοιχεία
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε το 1851 στη Σκιάθο. Γονείς του ήταν η Αγγελική Μωραΐτη και ο ιερέας Αδαμάντιος Εμμανουήλ. Απέκτησαν οκτώ παιδιά, από τα οποία όμως επέζησαν τα έξι. Τα παιδιά επηρεάστηκαν από την αυστηρότητα, την καλοσύνη, την ταπεινότητα και τη θρησκευτική ευλάβεια του πατέρα τους. 
Ο πατήρ Αδαμάντιος ήταν άνθρωπος που αγαπούσε  τα γράμματα και ενδιαφέρθηκε για τη μόρφωση των τέκνων του.  Έτσι, ο Αλέξανδρος γράφτηκε στο αλληλοδιδακτικό σχολείο της Σκιάθου και κατόπιν στο σχολαρχείο, το οποίο τελείωσε στη Σκόπελο και από το οποίο αποφοίτησε με το όνομα Παπαδιαμάντης. Παρ’ όλο που ένας απόφοιτος του σχολαρχείου θεωρούνταν μορφωμένος άνθρωπος για τα δεδομένα της εποχής, ο Αλέξανδρος αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του και γράφτηκε στο Γυμνάσιο Χαλκίδος το 1867. Εκεί παρακολούθησε τις δύο πρώτες τάξεις. Την τρίτη τάξη την παρακολούθησε στο Γυμνάσιο Πειραιά, αλλά δε συνέχισε εκεί τις σπουδές του λόγω οικονομικών δυσκολιών. Διακόπτει λοιπόν τη φοίτησή του και επιστρέφει για λίγα χρόνια στη Σκιάθο. Εκείνο το χρονικό διάστημα επισκέπτεται με ένα φίλο του το Άγιον Όρος. Πρόκειται για μια επίσκεψη που του προσέφερε πολλά –διάβασε εκκλησιαστικά βιβλία, ήρθε σε επαφή με τη βυζαντινή μουσική και την ψαλτική τέχνη- και σημάδεψε τη ζωή του. Τελικά, δεν ακολούθησε την καλογερική αλλά μετά από την επίσκεψη αυτή αποκαλούσε τον εαυτό του «κοσμοκαλόγερο».
Κατόπιν, ακολουθώντας παραινέσεις φίλων του, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και τελείωσε το Γυμνάσιο στο Βαρβάκειο. Στη συνέχεια, γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών, από την οποία δεν αποφοίτησε ποτέ. Βιοποριζόταν ασχολούμενος με τις μεταφράσεις ξένων λογοτεχνικών έργων, γαλλικών, αγγλικών και ρωσικών. 
Εν τω μεταξύ ο Παπαδιαμάντης αρχίζει να ασχολείται με τη συγγραφή αλλά οι συνθήκες διαβίωσης στην Αθήνα είναι απελπιστικές. Ζει στα όρια της ανέχειας και μετά από το θάνατο του αδελφού του πρέπει να ζήσει τις αδελφές του στη Σκιάθο. Στους φιλολογικούς κύκλους της πρωτεύουσας δεν τα κατάφερε και δεν τον ενδιέφερε να μπει ποτέ. Όπως πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες γνώρισε την καταξίωση μετά το θάνατό του. Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του αποσύρθηκε στη Σκιάθο. Πέθανε εκεί πάμφτωχος το 1911. 


 Έργο
Ο Παπαδιαμάντης εμφανίστηκε στα γράμματα ως μυθιστοριογράφος. Τα τρία πρώτα του έργα, η Μετανάστις, οι Εμπόροι των Εθνών και η Γυφτοπούλα είναι ιστορικά μυθιστορήματα επηρεασμένα από το κίνημα του ρομαντισμού. Οι υποθέσεις του τοποθετούνται στο παρελθόν –την περίοδο της Ενετοκρατίας, την περίοδο της Επανάστασης, τα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινούπολης-  και η δράση έξω από τον ελληνικό χώρο.
Ο ρομαντισμός όμως ήταν ένα κίνημα που στην Ελλάδα τουλάχιστον απέτυχε οικτρά. Άλλωστε, τα χρόνια της διακυβέρνησης του Χαριλάου Τρικούπη η Ελλάδα είναι πια ένα ανεξάρτητο κράτος που έχει αυξήσει τα σύνορά του αρκετά και αναζητά την ταυτότητά του. Για τη γενιά του 1880, το αίτημα για τη δημιουργία μιας εθνικής πεζογραφίας, απαλλαγμένης από τα ξένα πρότυπα είναι καίριο. Το έναυσμα το έδωσε ο λαογράφος Νικόλαος Πολίτης που, σε συνεργασία με το περιοδικό Εστία, προκήρυξε διαγωνισμό για τη συγγραφή διηγήματος με ελληνική υπόθεση. Ο Παπαδιαμάντης πήρε μέρος στο διαγωνισμό με τη νουβέλα Χρήστος Μηλιώνης. Φυσικά, δεν κέρδισε το διαγωνισμό, καθώς το βραβείο δόθηκε στο Γεώργιο Βιζυηνό. Με τη νουβέλα αυτή όμως έκανε μια στροφή από το μυθιστόρημα στο διήγημα και από το ρομαντισμό  στην ηθογραφία. Στη συνέχεια, έγραψε περίπου 180 διηγήματα.  



Ρεαλισμός – νατουραλισμός – λυρισμός – ρομαντισμός

Αν και ηθογράφος, ο Παπαδιαμάντης δεν παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη μορφή της ζωής της υπαίθρου, όπως έκαναν άλλοι ομότεχνοί του. Αντίθετα, ακολουθώντας τις επιταγές του κινήματος του ρεαλισμού, επιλέγει στα διηγήματά του να παρουσιάσει κοινά θέματα, κοινές εμπειρίες, να απεικονίσει πιστά την πραγματικότητα διατηρώντας, παράλληλα, μια κριτική στάση απέναντί της. Διαγράφει τη ζωή της μικρής κοινωνίας του τόπου του υπογραμμίζοντας τη φτώχεια των ανθρώπων, την αδικία, την αθλιότητα της μίζερης ζωής τους, τις σκληρές συνθήκες εργασίας.

 Άλλες φορές πάλι, ξεπερνά τα όρια του ρεαλισμού και κινείται στο χώρο του νατουραλισμού -που δεν αποτελεί παρά μια ακραία μορφή του ρεαλισμού-, επιλέγοντας προκλητικότερα γι’ αυτόν θέματα και αποτυπώνοντας φωτογραφικά και με κάθε λεπτομέρεια την πραγματικότητα. Τα διδάγματα λοιπόν του νατουραλισμού ο Παπαδιαμάντης τα εφαρμόζει στις περιγραφές του, όπου φαίνεται τόσο η παρατηρητικότητά του όσο και η εμμονή του στη λεπτομέρεια. Νατουραλιστικό αφήγημα της νεοελληνικής πεζογραφίας έχει χαρακτηριστεί Η Φόνισσα.

Ο λυρισμός και ο ρομαντισμός είναι κινήματα που αντιτίθενται στις αρχές του ρεαλισμού ή του νατουραλισμού. Παρ’ όλα αυτά, δείγματά τους υπάρχουν στο παπαδιαμαντικό έργο. Αυτό φαίνεται στις λυρικότατες περιγραφές της φύσης, στην ποιητικότητά του, στο θρησκευτικό συναίσθημα, στη νοσταλγική διάθεση των ηρώων, το ρεμβασμό τους, στη θλίψη που προκαλεί στο συγγραφέα η σκέψη της χαμένης αθωότητας.
 




Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί;

Πολλοί άνθρωποι όταν φτάνουν ή ξεπερνούν την ηλικία των τριάντα αντιπετωπίζουν ένα δίλημμα: να αποτολμήσουν ή όχι το απονενοημένο διάβημα; Να παντρευτούν ή να μην παντρευτούν; Υπάρχει και το κακόγουστο αστείο, σύμφωνα με το οποίο ο ελεύθερος ζει σαν άνθρωπος και πεθαίνει σαν σκυλί. Ο παντρεμένος ζει σαν σκυλί και πεθαίνει σαν άνθρωπος. Να ζει κανείς ή να μη ζει; Τέλος πάντων, σημασία έχει να είναι ο άνθρωπος ευτυχής και ο καθένας νιώθει ευτυχής διαφορετικά. Έτσι κι αλλιώς όλα αυτά ακούγονται πια κάπως ξεπερασμένα.

Άραγε η λογοτεχνία τι έχει να πει εδώ; Στο αρχαίο θέατρο, ο θεατής νιώθει έλεο και φόβο για τους ήρωες και όσα τους συμβαίνουν. Βιώνει και ο ίδιος τα διλήμματα που εκείνοι αντιμετωπίζουν. Και όταν έρχεται αντιμέτωπος με ένα δίλημμα στην πραγματική του ζωή είναι πιο έτοιμος. Η Τέχνη τελικά δίνει απαντήσεις; Μας βοηθάει σε τίποτα; Μας κάνει καλύτερους; Μας αφήνει τους ίδους;

Στο Έγκλημα και Τιμωρία, ο Λιούζιν, αυτός ο αντιπαθητικός τύπος, ο αρραβωνιαστικός της Ντούνιας, αδερφής του Ρασκόλνικοφ, κάνει μια συζήτηση με τον Αντρέι Σεμιόνοβιτς για το γάμο. Ο νόμιμος γάμος μού χρειάζεται γιατί δε θέλω να φορέσω κέρατα και ν' αναστήσω ξένα παιδιά λέει ο Λιούζιν. 
Ο Σεμιόνοβιτς όμως τον αποστομώνει για τα καλά: Μα τι είναι λοιπόν τα κέρατα; Ω, τι παρερμηνεία! Τι κέρατα είναι αυτά; Γιατί τα είπαν κέρατα; Τι ανοησίες! Απεναντίας, στον πολιτικό ίσα ίσα γάμο, δε θα υπάρχουν καθόλου! Τα κέρατα δεν είναι παρά η φυσική συνέπεια κάθε νόμιμου γάμου, μια διόρθωσή του, να πούμε, μια διαμαρτυρία, έτσι που απ' αυτή την άποψη δεν είναι καθόλου ταπεινωτικά... Κι αν καμιά φορά εγώ -  ας υποθέσουμε για μια στιγμή αυτή την ανοησία - παντρευτώ νόμιμα, πολύ θα ευχαριστηθώ αν αποκτήσω τα τρισκαταραμένα σας κέρατα. Θα πω τότε στη γυναίκα μου: "Φίλη μου, ως τα τώρα σ' αγαπούσα μονάχα, τώρα όμως σε εχτιμώ κιόλας, γιατί μπόρεσες και διαμαρτυρήθηκες!" Γελάτε; Είναι γιατί δεν έχετε τη δύναμη να αποτινάξετε τις προλήψεις σας! Καταλαβαίνω πολύ καλά, που να πάρει ο διάολος, πόσο δυσάρεστο είναι να σ' απατάει η νόμιμη γυναίκα σου. Αυτό όμως δεν είναι παρά η πρόστυχη συνέπεια μιας πρόστυχης πράξης, όπου έχουν ταπεινωθεί κι ένας κι άλλος. Όταν όμως τα κέρατα φοριούνται φανερά, όπως γίνεται στον πολιτικό γάμο, τότε πια είναι σαν να μην υπάρχουν καθόλου, είναι αδύνατο να υπάρξουν και χάνουν μάλιστα την ονομασία κέρατα. Απεναντίας, το μόνο που θα κάνει η γυναίκα σας είναι που θα σας αποδείξει πόσο πολύ σας εχτιμάει, θεωρώντας σας ανίκανο να σταθείτε εμπόδιο στην ευτυχία της και τόσο ανεπτυγμένον ώστε να μην την εκδικηθείτε, γιατί απόχτησε καινούργιο άντρα. Που να πάρει ο διάολος, είναι μερικές φορές που ονειρεύομαι πως αν με παντρεύανε, φτού! Αν παντρευόμουνα - πολιτικά ή νόμιμα, το ίδιο κάνει - νομίζω πως θα 'φερνα ο ίδιος έναν εραστή στη γυναίκα μου, αν έβλεπα πως αργεί ν' αποχτήσει μόνη της. "Φίλη μου" θα της έλεγα, "σ' αγαπώ πολύ, θέλω όμως επιπλέον να μ' εχτιμάς, ορίστε!"

Ακους εκεί! Αυτά λέει ο Ντοστογιέφσκι δια στόματος Σεμιόνοβιτς 150 χρόνια πριν. Τώρα απ' ό,τι φαίνεται, τον 19ο αιώνα στον πολιτικό γάμο -που δεν ήταν νόμιμος- επιτρεπόταν το κέρατο, ενώ στο θρησκευτικό όχι. 

Ένας συγγραφέας που αντιμετώπιζε μεγάλη φοβία με το γάμο ήταν ο Φραντς Κάφκα. Δυο φορές είχε κοντέψει να παντρευτεί και καμία δεν το τόλμησε. Στο Γράμμα στον πατέρα, που αποτελεί ένα ψυχογράφημα του ίδιου του συγγραφέα αναφέρει χαρακτηριστικά: 

Ἀλλά το σπουδαιότερο ἐμπόδιο γιά τόν γάμο μου εἶναι ἡ πεποίθηση, ἀξερίζωτη πιά, ὅτι ἡ κάλυψη τῶν ἀναγκῶν μιᾶς οἰκογένειας, καί πόσο μᾶλλον ἡ διακυβέρνησή της, ἀπαιτοῦν ὅλες τίς ἰδιότητες πού ἀνακάλυψα σε ἐσένα, ἰδιότητες καλές ἤ κακές, θεωρημένες ἀξεχώριστα ὅπως εἶναι συνδεδεμένες ὀργανικά καί συγκεντρωμένες ὅλες στο πρόσωπό σου: δύναμη καί περιφρόνηση γιά τόν ἄλλο, ὑγεία καί μιά κάποια ἔλλειψη τοῦ μέτρου, εὐγλωττία καί σκληρός χαρακτήρας, αὐτοπεποίθση και δυσαρέσκεια για ὅ, τι δεν προέρχεται ἀπό ἐσένα, αἴσθημα ἀνωτερότητας ἀπέναντι στόν κόσμο και τυραννική συμπεριφορά, γνώση τῶν ἀνθρώπων καί ἐπίδειξη δυσπιστίας γιά τούς περισσότερους ἀπό αὐτούς, καί στά παραπάνω νά προστίθενται ἰδιότητες ἀπόλυτα θετικές, ὅπως ἡ ἐργατικότητα, ἡ ἀντοχή, ἡ ἐτοιμότητα πνεύματος, ἡ ἄγνοια τοῦ φόβου. Ἐγώ δεν εῑχα σχεδόν τίποτε ἤ ἐλάχιστα ἀπ’ ὅλα αὐτά. 

Η γυναίκα πάντως μέχρι πολύ πρόσφατα έπρεπε να παντρευτεί. Αλλιώς έμενε γεροντοκόρη, μεγαλοκοπέλα, στο ράφι και άλλα τέτοια. Σε μια σκηνή από τη Φόνισσα του Παπαδιαμάντη, η Χαδούλα αναπολεί πλάι στην εστία τα πάθη του βίου της, του ανωφελούς και μάταιου και βαρύ:
Όταν ήτο παιδίσκη, υπηρέτει τους γονείς της. Όταν υπανδρεύθη, έγινε σκλάβα του συζύγου της - και όμως, ως εκ του χαρακτήρος της και της αδυναμίας εκείνου, ήτο συγχρόνως και κηδεμών αυτού. Όταν απέκτησε τέκνα, έγινε δούλα των τέκνων της. Όταν τα τέκνα της απέκτησαν τέκνα, έγινε πάλιν δουλεύτρια των εγγονών της. 
Αυτό σήμαινε γάμος. Και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αυτός ο άνθρωπος ο τόσο θεοσεβής και συνάμα τόσο ανθρώπινος, τόσο γεμάτος πάθη και τόσο κοντά στην αγιοσύνη, είχε καταλάβει πολύ καλά τη γυναίκα της εποχής του. Τη μάνα, τη γιαγιά, την παιδίσκη, την εγγόνα.

Τρεις αλλιώτικες απόψεις για το γάμο. Τρεις απόψεις που εκφράστηκαν εκατό και πλέον χρόνια πριν. Πολύ διαφορετικές μεταξύ τους αλλά και πολύ προχωρημένες. Και το ερώτημα του τίτλου παραμένει φυσικά αναπάντητο. 

***

Τα  αποσπάσματα ήταν από τα βιβλία:
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκη, Έγκλημα και Τιμωρία (μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου), Εκδόσεις Γκοβόστη 1990
Φραντς Καφκα, Γράμμα στον πατέρα (Φαίδων Καλαμαράς), Νεφέλη 1987
Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, Νεφέλη 1998


Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Γεώργιος Βιζυηνός - Β' Μέρος (Σημειώσεις)

Το ψυχογραφικό στοιχείο στη διηγηματογραφία του Βιζυηνού


Η αφηγηματική πεζογραφία του Βιζυηνού έχει εντελώς προσωπικό χαρακτήρα. Ψυχολογική κατά βάθος και ψυχογραφική, παρ’ όλα τα ηθογραφικά της στοιχεία, εμφανίζεται αρμονικά υποταγμένη στις απαιτήσεις της πλοκής και του μύθου, με σκοπό ν’ αποκαλύψει βαθμιαία το υπόστρωμα της ιστορίας. Ο μύθος και η πλοκή γίνονται ο κεντρικός μοχλός, που προκαλεί και οξύνει τις ψυχικές καταστάσεις και, συχνά, οδηγεί τα πρόσωπα σε μια οξύτατη κρίση συνειδήσεων. Η συντριβή, η χριστιανική αφοσίωση, η αγάπη και η συγγνώμη αποτελούν τις μόνες διεξόδους απ’ αυτήν την κρίση, κι έρχονται για να φέρουν την κάθαρση στο τέλος. Σε κάθε διήγημά του, σύμφωνα με την παρατήρηση του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου, «ὑπάρχει καί μιά κρίση συνείδησης, ἕνα πρόβλημα ψυχικό, πού βρίσκει τή λύση του μαλακά –μαλακά, μέ τή συγγνώμη, μέ τόν ἕλεον, μέ τήν ἀνθρωπιά» όταν, βέβαια, και σε όσο βαθμό τη βρίσκει, αφού όχι σπάνια η λύση ταυτίζεται με την κάθαρση της αρχαίας τραγωδίας ή και με την ισόβια συντριβή. Χαρακτηριστική είναι η κατάληξη στο Αμάρτημα της μητρός μου, ύστερα απ’ την εξομολόγηση της μητέρας στον Πατριάρχη·  μια λύση,  σε τελευταία ανάλυση, χωρίς λύση. [...]


Από τα κυριαρχικά γνωρίσματα της πεζογραφίας του είναι αυτός ο τόνος της ανθρωπιάς και της επώδυνης τρυφερότητας. Υπάρχει, αναντίρρητα, εδώ κι εκεί και κάποιο χιούμορ, μια ελαφριά ειρωνεία.  Μα τόσο διακριτικά, τόσο άκακα, που άλλο δεν κάνουν παρά να τονίζουν με την αντίθεση τα δραματικά στοιχεία. Το πλαίσιο μένει συνήθως ηθογραφικό δίνοντας στο συγγραφέα την ευκαιρία να παρουσιάζει παράλληλα με την κυρίως διήγηση, και μιαν εικόνα της ζωής των χωριών της Θράκης, με τις δοξασίες,  τις προλήψεις και τα ήθη τους. [...]
Έτσι, το κέντρο στα διηγήματα και τις νουβέλες αποτελεί ο άνθρωπος. Γι’ αυτό, αν και οι ιστορίες του εκτυλίσσονται συχνότατα στο φυσικό και στο αγροτικό περιβάλλον, η φύση, μολονότι δεν παραλείπει εδώ κι εκεί να την περιγράφει, εμφανίζεται κάπως αφηρημένη, κι έχεις παράδοξα την αίσθηση πως επικρατεί ο κλειστός χώρος. Τη φύση ο Βιζυηνός την κοιτάζει πιο πολύ με το μάτι του ρομαντικού. Στο αφηγηματικό του έργο, εξ άλλου, όπως και στο ποιητικό καταφέρνει σ’ ένα θαυμαστό κράμα να συνδυάζει τη λογιότητα με τα λαϊκά και τα δημοτικά στοιχεία. Σε τελική ανάλυση όμως, ό,τι τον ενδιαφέρει είναι ο άνθρωπος, η ψυχολογία του και η μοίρα του – και μάλιστα, καθώς το βλέπουμε καθαρότερα στο Μοσκώβ Σελήμ και στο Ποίος ήτο ο φονεύς του αδερφού μου, όχι ο στενά περιορισμένος στα όρια της εθνότητας. Γι’ αυτό, παρά τις πετυχημένες κάποτε περιγραφές, η φύση απομένει συνηθέστερα διακοσμητική. Υπάρχει γύρω, μα σπάνια γίνεται πραγματική και ζωντανεύει. Ενώ οι ανθρώπινοι χαρακτήρες του αναλύονται και ψυχογραφούνται, με μια διεισδυτικότητα που σε λιγοστές περιπτώσεις ξαναγνώρισε η πεζογραφία μας.
Στεργιόπουλος Κ., 1997, "Γεώργιος Βιζυηνός", Η παλιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, Αθήνα: Σοκόλης, Τόμος ΣΤ', σελ. 48 - 51

***
Το έργο του Γεώργιου Βιζυηνού είναι αποκλειστικά σχεδόν βιωματικό. Και αφορά μνημονικές καταγραφές της παιδικής κυρίως ηλικίας του, πυκνές και έκδηλες εμπειρίες και επιρροές – όλες μεγάλες και πολλές λόγω της μεγεθυντικής ευαισθησίας του -  τόσο που δε χρειάστηκε να επιστρατευτεί πολλή από τη φαντασία του για να τις καταγράψει [...] Τα μεγάλα, τα αριστουργηματικά του αφηγήματα προέρχονται από τον οικογενειακό ή από τον συναφή μ’ αυτόνε χώρο, όπου τα πρόσωπα των «μύθων» αντιστοιχούν απόλυτα στα πρόσωπα της πραγματικής του οικογενείας, διατηρώντας μάλιστα και το πραγματικό τους όνομα.
Τώρα, ως προς τις καταγραφές που γίνονται για πρότυπα γονεϊκά, αχνά και πού δηλώνεται ο πατέρας πραματευτής – ταξιδευτής, ανεύθυνος και χαροκόπος στο «Αμάρτημα», που όμως αφήνει ορφανό το Γιωργή γύρω στα πέντε του χρόνια. Έτσι δεσπόζει μια αγράμματη μα και πρακτική, μα και δεισιδαιμονική μητέρα, γεμάτη εμμονές σε όλο το «Αμάρτημα» [...] Τις οίδε ποια αμφίσημα συναισθήματα αυτή η μητέρα αποτύπωσε στο ασυνείδητο του μικρού Γιωργή που αντανακλώνται όλα στις ευγνωμοσύνες και στις ενοχές, που διατρέχουν όλο το «Αμάρτημα», μα και στις υποσχέσεις του για παροχή ισόβιας προστασίας απ’ αυτή.
Στο πεζογραφικό έργο του Βιζυηνού φαίνεται πως υπάρχει μία πρωτογενής, αυτόματη διάθεση για ιχνηλασία της ανθρώπινης ψυχής και είναι, ίσως, μία όψη του ταλέντου του που οδηγεί στην αυταπάρνηση και στην ετεροπαρατήρηση, μια ικανότητα άσχετη από τη μεθοδευμένη γνώση που απόκτησε σπουδάζοντας ψυχολογία. Διότι, για το είδος του πεζογραφικού λόγου που ο Βιζυηνός επέλεξε, ήτοι το ψυχολογικό αφήγημα, οι ψυχολογικές σπουδές δε θα 'ταν ικανές να υπαγορεύσουν άλλο τι από μια ξερή γραφή που εδώ την προλαβαίνει το ταλέντο, όπου εκμεταλλεύεται όχι πλέον τη γνώση, αλλά την παρατήρηση πάνω στο βίωμα ημών αυτών και των άλλων.
Η σκιαγράφηση του χαρακτήρα της μάνας Δεσποινιώς στο «Αμάρτημα» είναι μοναδική. Για τα παιδιά της, που είναι ομφαλός του κόσμου, είναι μια μάνα παθιασμένη, ακόρεστη, πληθωρική, μαχητική και εν τέλει φορτική. Σε όλο το «Αμάρτημα» ζητά να επιβάλει την προέκταση της μητρογραμμικά καθορισμένης ύπαρξής της στο θηλυκό παιδί, που βάζει πάνω απ’ όλα τα υπόλοιπα κι αρσενικά παιδιά της. Το ίδιο απόλυτη και πρωτεϊκή είναι και στις ενοχές της. Η εξομολόγησή της, έτσι όπως δίνεται μέσ’ από μιαν ανυπέρβλητη θρησκευτική ενοχικότητα κι από την τέλεια σύζευξη της ψυχολογίας και του λόγου, που ο συγγραφέας πραγματοποιεί, παίρνει το απύθμενό της βάθος. Δεν θα μπορούσε να είναι πιο αληθινή από την άποψη του λόγου, ούτε πιο πλήρης απ’ την ψυχολογική πλευρά.
Ο Βιζυηνός μάς κάνει φανερό ότι οι έννοιες του φόνου εξ αμελείας ή του ακούσιου εγκλήματος είναι πολύπλοκες για την πρωτεϊκή αυτή γυναίκα, που τις κατανοεί χωρίς τα επίθετα και τα επιρρήματά τους στην ενιαία τους σημασία, φόνος – έγκλημα. Κάτι που ο άνθρωπος εξομολογείται κανονικά μόνο στο θεό και τώρα εδώ αυτή, καταταπεινωμένη, το εξομολογείται στο παιδί της. Τι σημασία μπορεί να ‘χει ύστερα από αυτά η εξομολόγηση στον Πατριάρχη που είναι «καλόγερος... Δεν μπορεί να γνωρίσει τι πράγμα είναι να σκοτώσει κανείς το ίδιο το παιδί του». Άρα, ούτε η θρησκευτική παραμυθία τής αρκεί.
Κι έτσι, ο ψυχολόγος Βιζυηνός που υποδηλώνει πως σε κανέναν δεν αρκεί, διδάσκει ότι ο άνθρωπος ουδέποτε γλιτώνει από το τραύμα των λαθών του, εκούσιων και μη. Αλλά ο καλλιτέχνης Βιζυηνός συνάμα δείχνει πόσο είναι μάταιο, εάν όχι βέβηλο, πάνω σε μία τέτοια, απεγνωσμένη μεγαλειώδη απογύμνωση να δοκιμάζει η λογική – η επιστήμη – να υπερβεί τα όρια του ανθρώπου, όχι με τους κοινούς, τους τρόπους που παρηγορούν, αλλά με τις ανύπαρκτες καμιά φορά και ανυποψίαστες του βάθους των ενστίκτων αιτιολογήσεις των ανθρώπινων πράξεων, ενώ οι πράξεις – καλές ή κακές – μπορούν να παραμένουν τόσο απλές και να πονούν τόσο βαθιά, όσο τους πρέπει για να είναι σεβαστές από την άλλη, την ανθρώπινη πλευρά που εδώ ο Βιζυηνός μάς δίνει.

Παντελής Κρανιδιώτης, «Βιζυηνός, αυτοκαταγραφόμενος και ψυχολογών, ετεροαναλυόμενος και μη», περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 278, (8.1.1992)


Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

Γεώργιος Βιζυηνός - Α' Μέρος (Σημειώσεις)

Ὁ καλλιτέχνης συγγραφεύς, ὁ δημοσιεύσας ἐντεχνοτάτης πλοκῆς καί ἀνατολικοτάτου χρωματισμοῦ διηγήματα, ὁ πρῶτος ἴσως ὑποσημάνας τήν αναγέννησιν τῆς ἑλληνικῆς διηγηματογραφίας, προεκάλει, πλην ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων, ἀνοήτους κρίσεις και σχολαστικάς παρατηρήσεις. [...] Καί ὄμως ὁ Βιζυηνός πολύ τελειότερον τοῦ ποιητοῦ τῶν ἐπικολυρικῶν και τῶν ἐρωτοσατυρικῶν στίχων εἶναι διηγηματογράφος ποιητής 
(Κωστή Παλαμα, Άπαντα, τόμ. Β', Γκοβόστης - Μπίρης, Αθήνα 1962)

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη, μια μικρή κωμόπολη της Ανατολικής Θράκης. Οι γονείς του ήταν άνθρωποι απλοί, φτωχοί και θεοσεβούμενοι. Η μητέρα του, η Δεσποινιώ ορφάνεψε σε μικρή ηλικία και την υιοθέτησε ένα ευκατάστατος πραγματευτής από τη Βιζύη, που δεν είχε δικά του παιδιά. Ο πατέρας του, ο Μιχαήλος δούλευε στη Βιζύη ως μπακάλης. Πέθανε από τύφο σε νεαρή ηλικία κι έτσι η Δεσποινιώ χήρεψε νέα, μένοντας μόνη με τα πέντε παιδιά της. Τα παιδιά της ήταν ο Χρηστάκης, που ήταν αγροτικός ταχυδρόμος και δολοφονήθηκε (Ποιος ήτο ο φονεύς του αδερφού μου), η Αννιώ, που κατά λάθος τη σκότωσε η μητέρα της πλακώνοντάς την με το σώμα της στον ύπνο της (Το αμάρτημα της μητρός μου), ο Γεώργιος (ο συγγραφέας), η Αννιώ, που πέθανε σε μικρή ηλικία και ο Μιχαήλος, που δεν πρόλαβε να γνωρίσει τον πατέρα του, γιατί εκείνος πέθανε προτού γεννηθεί το παιδί.

Ο Βιζυηνός, αφού τελείωσε το δημοτικό στη Βιζύη, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου δούλεψε σε ραφτάδικο μαζί με το μεγάλο του αδερφό. Εκεί φάνηκε η πρώτη του έφεση για τα γράμματα και ιδιαίτερα τα εκκλησιαστικά. Προστατευόμενος του Γιάγκου Γεωργιάδη συνέχισε τις σπουδές του στην ενοριακή σχολή της Πόλης. Βλέποντας την κλήση του στα γράμματα, ο Γεωργιάδης τον βοήθησε να συνεχίσει τις σπουδές του στη Λευκωσία της Κύπρου, όπου τελείωσε το Σχολαρχείο και ήταν ασκούμενος καλόγερος και ψάλτης. Ο Βιζυηνός ήθελε να γίνει κληρικός αλλά οι έντονες αισθηματικές του εμπειρίες τον έκαναν να συνειδητοποιήσει ότι οι θυσίες θα ήταν πολλές…

Φοίτησε ωστόσο στη Θεολογική σχολή της Χάλκης με την οικονομική βοήθεια του ευεργέτη του, Γ. Ζαρίφη, και άρχισε παράλληλα να ασχολείται με την ποίηση. Την πρώτη του ποιητική συλλογή, Ποιητικά Πρωτόλεια, την εξέδωσε με την προτροπή του Τανταλίδη και ακολούθησε ο Κόρδος, με τον οποίο ο ποιητής βραβεύτηκε στο Βουτσιναίο ποιητικό διαγωνισμό. Ακολουθούν οι ποιητικές συλλογές Βοσπορίδες Αύραι, Μύθοι λαού και παραδόσεις, Λυρικά, Ατθίδες Αύραι, με τις οποίες ο ποιητής θα αρχίσει να απομακρύνεται από τους φαναριώτες και το ρομαντισμό για να ασκηθεί στη χρήση της δημοτικής γλώσσας και την καταγραφή παραδόσεων του λαού. Ας σημειωθεί ότι το βραβείο του Βουτσιναίου διαγωνισμού ποίησης το κέρδισε για δεύτερη φορά με την ποιητική συλλογή ’Αραις, Μάραις, Κουκουνάραις.

Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο ο Βιζυηνός φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου ανακηρύχτηκε διδάκτωρ με την έκδοση της διδακτορικής διατριβής Το παιχνίδι από ψυχολογική και παιδαγωγική άποψη. 

Μετά τις σπουδές στη Γερμανία ο Βιζυηνός έζησε στο Λονδίνο και το Παρίσι, όπου το 1883 εξέδωσε το διήγημα Το αμάρτημα της μητρός μου αρχικά στα γαλλικά και έπειτα και στα ελληνικά. Επέστρεψε όμως στην Αθήνα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής στο γυμνάσιο και αργότερα ανακηρύχθηκε υφηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Ο θάνατος του ευεργέτη του, Γ. Ζαρίφη,  σήμανε και το τέλος της οικονομικής ασφάλειας για το Βιζυηνό. Κάτω από την οικονομική πίεση αυτή αποφάσισε να προωθήσει μια μεταλλευτική επιχείρηση σε περιοχή με πλούσια μεταλλεύματα, όπου είχε κληρονομήσει κτήματα από την οικογένεια της μητέρας του. Η επιχείρηση απέτυχε παταγωδώς. Η αποτυχία αυτή σε συνδυασμό με ερωτικές και άλλες απογοητεύσεις οδήγησαν το Βιζυηνό στην τρέλα. Πέθανε έγκλειστος στο Δρομοκαϊτειο Ψυχιατρείο το 1896.

 ***
Το αυτοβιογραφικό στοιχείο στη διηγηματογραφία του Βιζυηνού
"Τον Βιζυηνό τον θεωρούσαν κυρίως ποιητή στην εποχή του.  Ποιητής ξεκίνησε και δεν έπαψε να θεωρείται ποιητής ως το θάνατό του. Αν εξακολουθούσε να λογαριάζεται και να κρίνεται ως ποιητής και πιο ύστερα, φοβάμαι πως σπανιότερα θα τον θυμόμαστε και θα τον αναφέραμε σήμερα. Ευτυχώς, και για κείνον και για μας, από το 1882, όπως είδαμε, γύρω δηλαδή στα τριαντατρία χρόνια του, είχε αρχίσει να γράφει και διηγήματα, που όχι μόνο του εξασφάλισαν την υστεροφημία, αλλά και, ουσιαστικά, εγκαινίαζαν τότε μια νέα περίοδο του νεοελληνικού διηγήματος με μεγαλύτερες αξιώσεις. [...]
Είναι, λοιπόν, ο Βιζυηνός ο πρώτος που έγραψε νεοελληνικό διήγημα με τέτοιες αξιώσεις και τόσο υψηλούς στόχους. Χωρίς κανένα ανάλογο προηγούμενο, χωρίς παράδοση διηγηματογραφική πίσω του, έβαλε τις βάσεις κι έδειξε το σωστό δρόμο για τη δημιουργία νεοελληνικής διηγηματογραφίας, εισάγοντας, εκτός απ' τ' άλλα, την αλήθεια και τη γνησιότητα του βιωματικού στοιχείου, αν σκεφτούμε, ότι πρώτη ύλη για τα διηγήματα και τις νουβέλες του στάθηκε η γεμάτη απρόοπτες εξελίξεις και μεταστροφές της τύχης ατομική του ζωή και η οκογενειακή του τραγωδία, με ήρωες τον εαυτό του και τα πρόσωπα του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος και με κεντρική ηρωίδα σε δύο απ' τα καλύτερά του κομμάτια τη μητέρα του. [...]
Έτσι, αν προκειμένου για άλλους συγγραφείς η εξέταση της ζωής τους είναι στοιχείο βοηθητικό για τη μελέτη του έργου τους, η εξέταση της ζωής του Βιζυηνού (για τούτο, άλλωστε, επιμείναμε σε τόσες λεπτομέρειες) αποτελεί μια πρώτη γεύση της αφηγηματικής του πεζογραφίας και μια εισαγωγή στο χώρο και στον τόπο που κινείται, αλλά ταυτόχρονα κι ένα είδος επιλόγου, απ' όπου μαθαίνουμε για την τύχη των υπόλοιπων προσώπων, όσων άφησε στις διηγήσεις του δίχως τελειωτική κατάληξη, και, τέλος, για την τύχη και του ίδου του συγγραφέα, μια κι αντιπροσωπεύει κι εκείνος ένα απ' αυτά τα πρόσωπα, ώστε καλά το παρατήρησε ο Παν. Μουλλάς πως "ἡ ἀνάγνωση τοῦ Βιζυηνοῦ προχωρεῖ συνήθως ἀπό τη βιογραφία πρός το ἔργο". Θα το λέγαμε μάλιστα κατηγορηματικότερα: δεν μπορεί παρά ν΄αρχίζει από τη βιογραφία και να προχωρεί προς το έργο.
Πέρα όμως απ'αυτήν την πρώτη ύλη του βιώματος, υπάρχει η τέχνη της αφήγησης και της πλοκής. Γιατί ο Βιζυηνός δεν περιορίζεται στο αυτοβιογραφικό στοιχείο. Χρησιμοποιεί συνήθως το πρώτο πρόσωπο, επειδή, όπως πιστεύει ο Απόστολος Σαχίνης, του χρειάζεται "ἕνας τρόπος ἐκφραστικῆς ἀμεσότητας, ἕνας τρόπος προσωπικῆς συναισθηματικῆς συμμετοχῆς". Μα σκοπός του δεν είναι ν' αυτοβιογραφηθεί και ν'αφηγηθεί τα προσωπικά του παθήματα και τα παθήματα της οικογένειάς του, αλλά να συνθέσει έργα ικανά να δώσουν μια εικόνα του ανθρώπινου δράματος, όπου ο μύθος, η πλοκή και τα πρόσωπα να κινούνται και να συμπλέκονται με τη δύναμη του μοιραίου. Ιδιαίτερα πρέπει να εξαρθεί η δραματική πυκνότητα και οι επεμβάσεις της μοίρας, που φέρνουν τους χαρακτήρες αντιμέτωπους, καθώς από το ένα, το αρχικό μοιραίο γεγονός, προκύπτουν στη συνέχεια άλλες δραματικές συνέπεις με αντίχτυπο πάνω σε όλους."
Στεργιόπουλος Κ., 1997, "Γεώργιος Βιζυηνός", Η παλαιότερη πεζογραφία μας. Από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, Αθήνα: Σοκόλης,, Τόμος ΣΤ', σελ. 44-47


Σάββατο, 5 Οκτωβρίου 2013

Τότε που ζούσανε...



Είναι μερικά βιβλία που τα διαβάζεις, τα επιστρέφεις ή τα βάζεις ξανά στο ράφι και μένουν για πάντα εκεί. Είναι άλλα που τα διαβάζεις, τα ξαναδιαβάζεις, συνεχώς σου αποκαλύπτουν κάτι καινούργιο και δεν τα χορταίνεις ποτέ. Είναι και άλλα που λειτουργούν σαν βάλσαμο. Σαν κρασάκι ή μια κουταλιά μέλι που σου γλυκαίνει το λαιμό. Και όποτε για κάποιο λόγο θέλεις λίγο να ζεσταθείς, να γελάσεις,  να θυμηθείς κανένα ωραίο ευτράπελο που υπάρχει μέσα, τα ανοίγεις. Ή τουλάχιστον ρίχνεις μια ματιά στα "υπογραμμισμένα", στις σελίδες που έχεις τσακίσει. Ανάλογα... Ο καθένας έχει τις δικές του αναγνωστικές συνήθειες. Ε, ένα τέτοιο βιβλίο για μένα είναι το Τότε που ζούσαμε του Ασημάκη Πανσέληνου. Μέχρι πρόσφατα ήταν εξαντλημένο στον Κέδρο, αλλά απ' ό,τι είδα έχει επανεκδοθεί και με καινούργιο εξώφυλλο παρακαλώ, σένιο. Δεν το λέω με βεβαιότητα, πληροφορίες από το ιντερνέτ είναι αυτές. Δεν έχει σημασία. 

Το Τότε που ζούσαμε το αγάπησα όσο λίγα βιβλία. Πολλές φορές θυμάμαι ιστορίες από κει μέσα, πολλές φορές γελάω με τ΄ αστεία του. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι η λογοτεχνική αξία που σε συγκινεί. Υπάρχει κι αυτή αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Είναι ο τρόπος που διατυπώνονται οι αναμνήσεις, το χιούμορ, η ατμόσφαιρά μιας άλλης εποχής που, όσο κι αν ήταν δύσκολη, διαβάζοντας εύχεσαι να την είχες ζήσει. Είναι και η ηλικία του συγγραφέα και οι ιδέες του που μας θυμίζουν λίγο τους παππούδες μας. Είναι και όλα αυτά που δεν προλάβαμε να ρωτήσουμε γιατί τους χάσαμε μικροί και νιώθουμε πως απαντιούνται μέσα στο βιβλίο. Είναι κι η Μυτιλήνη τόπος αγαπημένος, είναι όλα αυτά μαζί. 


Τα χρόνια εκείνα, που γίνονται τούτα που γράφω, οι άνθρωποι με όλες τους τις μιζέριες, ζούσαν ξένοιαστοι μ’ έναν τρόπο. Ο ήλιος, ο αγέρας, η βροχή, η παγωνιά και το κάμα, είταν τα κύρια γεγονότα της ζωής τους. Πιστεύαν στον παράδεισο και στην κόλαση, κι η ελπίδα ημέρευε την ψυχή τους και τους εξοικείωνε με το θάνατο. Τώρα που εμείς ανακαλύψαμε την αλήθεια, γέμισε όλη η ζωή κρυάδα και πρέπει να βρούμε ένα τρόπο να καταργήσουμε πάλι το θάνατο. 
Κι αλήθεια πώς κατάφεραν να καταργήσουν το θάνατο άνθρωποι που έζησαν τη Μυτιλήνη να ξεβράζει πτώματα και  να γεμίζει πρόσφυγες το '22, τη δικτατορία του Μεταξά,  την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη μετεμφυλιακή Ελλάδα και τη χούντα των συνταγματαρχών;
Το Τότε που ζούσαμε εκτός από ένα μαγευτικό βιβλίο αναμνήσεων, εκτός από ένα βιβλίο με συγκλονιστικές μαρτυρίες, με γοητευτική ατμόσφαιρα και με ιδέες τολμηρές και ανατρεπτικές, μας βοηθά σήμερα να θυμόμαστε πως τίποτα στη ζωή δεν μας χαρίζεται – ούτε στους ανθρώπους ούτε στους λαούς – αν δεν πολεμήσουμε και αν δεν αντισταθούμε" αναφέρεται πολύ σωστά στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. 
Ένας τρόπος να νικάς το θάνατο είναι να αγωνίζεσαι. Ένας άλλος είναι οι παρέα, οι φίλοι:
Κι αλήθεια. Τι όμορφο πράμα θα είταν, η ομαδικότητα στη ζωή των ανθρώπων να εκφραζόταν με μικρούς κύκλους μονάχα, συγκροτημένους αυτόματα, με την ελεύθερη προσέγγιση των μελών τους, χωρίς καμιά εξωτερική πειθαρχία και καθοδήγηση; Η παρέα! Αυτή είναι η μόνη ελεύθερη ομάδα, ως τα σήμερα, στη ζωή των ανθρώπων.

Είμαστε νέοι όσο φτιάνουμε φίλους γράφει ο Ασημάκης Πανσέληνος. Λιγοστεύουν οι φίλοι μας και πεθαίνουμε. 


[...] Είναι ο πιο γνήσιος κι ο πιο φυσικός δεσμός η φιλία. Τον φτιάνει η καρδιά μας αδέσμευτη από κάθε επιβολή και υποχρέωση. Στη φιλία πιστεύω και σήμερα όπως πίστευα τότε [...]. Κι αν πικράθηκα κάποτε, είναι φυσικό να πικραίνεσαι από αυτό που πιστεύεις. Στη χαρά και στην ποίηση της φιλίας ξεχνιέται η μοίρα του ανθρώπου, που είναι η μοναξιά και ο θάνατος. 
 
Πολλά ωραία έχει αυτό το βιβλίο. Ιστορίες, σχόλια και κρίσεις για πρόσωπα γνωστά από την Ιστορία, τη λογοτεχνία την πολιτική. Ο Καζαντζάκης, ο Μυριβήλης, ο Βενιζέλος, όλοι περνούν απ' τις σελίδες του. Ειδικά το όσα σχετίζονται με το δικτάτορα Μεταξά είναι πολύ απολαυστικά. Μια κλαις, μια γελάς, μια ανησυχείς  για όσα έχουν συμβεί σ' αυτή τη ρημάδα την Ιστορία. 

Θα είταν ανέντιμο πράμα για έναν άνθρωπο και πολύ περισσότερο για ένα συγγραφέα να αρνηθεί πως γενήκαν εγκλήματα. Όμως, για τα εγκλήματα της ιστορίας φταιν πάντα οι ηγέτες, και τα πληρώνουν πάντα οι λαοί. Και τα μεγάλα της έργα τα φτιάνουν πάντα οι λαοί και τα καρπώνονται οι ηγέτες. Κι η ιστορία του ανθρώπου έχει για κινητήρια δύναμη, ίσαμε σήμερα, το αίμα. Και καθείς θεωρεί έγκλημα μονάχα το αίμα που χύνει ο αντίπαλός του.

Οι σελίδες κυλούν γρήγορα, το βιβλίο το διαβάζεις μονορούφι και σου περνούν διαρκώς απ΄ το μυαλό εικόνες μιας Ελλάδας που χάθηκε. Και μεταξύ μας, καλύτερα ποτέ να μην ξανάρθει. 
 
Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, Κέδρος 1974 


Στην εικονογράφηση έργα του John Lovett