Δευτέρα, 29 Φεβρουαρίου 2016

Στη χώρα του Ενβέρ Χότζα



Ξημέρωμα, 27 Οχτώβρη 1949. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι βρίσκομαι σε ξένη χώρα, εδώ και 24 περίπου ώρες. Κοντά μου όλοι άγνωστοι. Οι γνωστοί κάπου θα την έχουν αράξει πιο πέρα. Τώρα που έχει φύγει, κάπως, η κούραση και τι δεν έρχεται στο μυαλό. Περνάνε τόσο γρήγορα που δεν μπορώ να τα ταξινομήσω. Οι δικοί μου. Η μάνα, όπως την αποχαιρέτησα, εκεί στα "Λακώματα". Ο πατέρας, που δεν τον αποχαιρέτησα όταν έφυγα αντάρτης και δεν τον ξαναείδα. Ο αδερφός μου, που δεν ξέρω αν ζει. Οι δεκάδες φίλοι που έπεσαν σε έναν άνισο αγώνα. Κι όχι μόνο αυτά. 

Πάνω σ' αυτές τις σκέψεις και τις αναπολήσεις δυο φορτηγά αυτοκίνητα, σταματάνε δέκα μέτρα πιο πέρα απ' το ξωκκλήσι. Οι οδηγοί τους ξέρουν ελληνικά. Αφού συνεννοήθηκαν με την υπεύθυνη αλβανική φρουρά, μας λένε να ανεβούμε στις καρότσες. Οι πρώτοι που επιχείρησαν δεν τα κατάφεραν. Αδύναμοι απ' την εξάντληση. Μέσα στο ξωκκλήσι βρέθηκε ένα κασόνι και το έφεραν για να μας ευκολύνει. Ανεβήκαμε. Με το ξεκίνημα, όλων μας τα μάτια στράφηκαν προς τα ελληνικά βουνά. Να πω ότι παραμείναμε αδιάφοροι, δε θα με πιστέψει κανένας. Πότε θα τα ξαναδούμε; 

Πολύ άσχημος ο δρόμος. Το ταρακούνημα χωρίς προηγούμενο. Περίπου 40 οι επιβάτες. Απ' τον καθέναν και μια βρισιά. Πολλές πρωτάκουστες... Τελικά, μας κατέβασαν σε κάποιο σημείο, όπου κι άλλοι. Απ' το ίδιο μας το ασκέρι. Κανένας υπεύθυνος. Αλλά και όλοι υπεύθυνοι. Σε κακά χάλια. Αξύριστοι. Κουρελήδες. Ξυπόλυτοι. Πραγματικά σκιάχτρα. 

***

[1] Μικρό απόσπασμα από ανέκδοτο βιβλίο του Κώστα Τσοπανάκη για το ταξίδι και τη ζωή των Ελλήνων πολιτικών προσφύγων στην Πολωνία.
[2] Στη φωτογραφία, ο Κώστας και η Βασιλική Τσοπανάκη με την κόρη τους.

Τρίτη, 23 Φεβρουαρίου 2016

Μισιρλού εικονογραφημένη



Μισιρλού μου, η γλυκιά σου η ματιά...
...φλόγα μου `χει ανάψει μες στην καρδιά, 
αχ γιαχαμπίμπι, αχ γιαλελέλι, αχ...
...τα δυο σου χείλη στάζουνε μέλι, οϊμέ.


  Αχ, Μισιρλού, μαγική ξωτική ομορφιά, 
τρέλα θα μου `ρθει, δεν υποφέρω πια,
αχ, θα σε κλέψω μεσ' απ΄την Αραπιά...
                                                                                                  




Μαυρομάτα Μισιρλού μου τρελή...
...η ζωή μου αλλάζει μ’ ένα φιλί, 
αχ γιαχαμπίμπι, μ’ ένα φιλάκι, αχ...
...απ’ το δικό σου το στοματάκι, οϊμέ





***

Στις εικόνες, κολάζ του Nick Bantock.


Κυριακή, 21 Φεβρουαρίου 2016

Αποκριά


Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά
το γαϊδουράκι γύριζε μες στους έρημους δρόμους
όπου δεν ανέπνεε κανείς...

Καρνάβαλος, Ξάνθη 1937 (Αρχείο Οικ. Ανδρέου)

Τι κακό γινόταν κάτω στο δρόμο! Τι οχλοβοή, τι συρφετός! Τα τραμ είχανε σταματήσει. Μέσα σε σύννεφα από σκόνη περνούσαν τα λαντό αργά, τα 'να πίσω από τ' άλλο, γεμάτα ντόμινα μαύρα και τριανταφυλλιά και γαλάζια και κόκκινα και κίτρινα και πράσινα με νταντέλες μαύρες, μ' άσπρα γάντια και κάτι μακριές χρωματιστές κορδέλες κρεμαστές πίσωθε. Φωνές μασκαράδικες. Στραγάλια. Μπουκετάκια. Ρουκέτες από σερμπαντέν και βροχή το κομφετί. "Εδώ ο χαρτοπόλεμος! Χαρτί και πόλεμος![1]"



Ο Δημήτριος Λουκάτος στα Λαογραφικά του αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στις κοινωνικές ψυχαγωγίες και εκτονώσεις του ελληνικού λαού. Η έννοια του κοινωνικού -στις προβιομηχανικές τουλάχιστον εποχές- ταυτιζόταν με αυτήν του λαϊκού. Οι άνθρωποι ζούσαν "λαϊκά", λέει ο Λουκάτος, και στον κύκλο του χρόνου αναζητούσαν την ψυχαγωγία άλλοτε στη φύση, άλλοτε σε εμπνεύσεις πνευματικές ή διαφόρων ειδών ελευθεριότητες.

Καλόγερος απάρθενος, οχτώ χρονώ [...]
Στο δρόμο όπου πήγαινε, στο δρόμο που πηγαίνει,
χήρες τον αρωτήσανε, χήρες τον αρωτάνε.
Πόσο παππούμ' τ' αδράχτια σου, πόσο και τα σφοντύλια;
Στο τσίμπημα, στο φίλημα, σου δίνω πέντε-δέκα,
και στο καλό γονάτισμα πάρτα με τα σακκούλια.  
(Δημοτικό της αποκριάς)

Η ελευθεριότητα της Αποκριάς ήταν απαραίτητη πριν από την παραδοσιακή ασκητική της Σαρακοστής. Όλα επιτρέπονται. Στα Καρναβάλια μπορεί ν' ακούσει κανείς ό,τι πιο ελευθερόστομο και να δει ό,τι πιο μιμικό θα απέκρουε η κοινότητα σε άλλες ώρες. Τα υπονοούμενα και τα αισχρόλογα ακούγονται ελεύθερα και γίνονται αποδεκτά, ακόμη και σε νεότερες ηλικίες. Ο Λουκάτος υποστηρίζει πως επίτηδες η λαϊκή κοινωνία τα επινόησε αυτά, για να μυήσει τους νέους στο μυστικό της γονιμότητας. 
 
Ήτανε η μέρα του Καρνάβαλου.
Οι μασκαράδες ήτανε μόνο άντρες ντυμένοι γυναίκες. Μαζευόντουσαν απ΄το πρωί και το μεσημέρι το λιμάνι είχε γεμίσει. 
Μπροστά στεκόντουσαν οι οικοδόμοι ντυμένοι μαθήτριες. Μπλε ποδιά και άσπρο γιακαδάκι, φιόγκο στα μαλλιά, πιο κάτω τα πόδια τους γεμάτα τρίχες, και φορούσαν τα χοντρά παπούτσια που βάζανε στο χτίστικο. Βαστούσανε σάκες κόκκινες και τα νύχια τους ήτανε μαύρα απ΄τα τσιμέντα. 
Πιο πίσω ήταν οι πόρνες. Με τα στήθια, τις κάλτσες τις δικτυωτές, τις φούστες τις σκιστές μέχρι το γοφό, τις ψεύτικες βλεφαρίδες, τα κόκκινα στόματα, τις περούκες, τα τακούνια που σφηνώνανε στις πλάκες [2]

Εξάλλου, βασικό χαρακτηριστικό του καρναβαλιού είναι ο χορός, καλλιτεχνική και ερωτική εκδήλωση καθαρά εκτονωτική. "Μην ξεχνάμε πως και τις Νεράιδες, την ποθερωτική αυτή φαντασίωση των ανδρών, οι λαϊκές παραδόσεις τις δίνουν πάντα πανέμορφες και προκλητικές, ιδιαίτερα σε ώρες χορού"[3], σημειώνει ο Λουκάτος.


 
Και δώσ' του τα παλαμάκια από πέρα, όλο το δρόμο που 'ρχόταν, απάνω σ' ένα γάιδαρο τ' ανάποδα, με του γαιδάρου την ουρά ανασηκωτή στα χέρια αντίς στα γκέμια, κι έκοβε μ' ένα ψαλίδι τρίχες απ' την ουρά του και τις μοίραζε στον κόσμο! Απ' την πυρά κρεμόταν η επιγραφη ΕΘΝΙΚΟΝ ΤΑΜΥΟΝ. Πλάι στον γαϊδουροκαβαλάρη έτρεχ' ένας μουτζουρωμένος παλιάτσος και του 'δινες χαρτάκια από ένα πανέρι που 'γραφε απέξω ΜΠΗΛΙΕΤΑΚΙΑ. Ο γάιδαρος είχε στο κεφάλι μια σημαία γαλανόλευκη με κόκκινα γράμματα: ΔΟΛΙΑ ΠΑΤΡΙΣ[4].

Δεν είναι τυχαίο που στην "Κερένια κούκλα" του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου ο έρωτας ανάμεσα στο Νίκο και τη Λιόλια γεννιέται τη νύχτα της Αποκριάς. Όπως παρατηρεί η Αγγέλα Καστρινάκη, το καρναβάλι είναι ο τόπος και ο χρόνος που γιορτάζεται η κρυφή ενότητα των αντιθέτων. Τα όρια ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα, στο γήρας και τη νεότητα, στη ζωή και τον θάνατο παύουν να υφίστανται.

Η πλατεία ήταν γεμάτη τραπέζια με κρασιά, τα 'χανε βάλει οι γείτονες, ο Καρνάβαλος άρχισε να πίνει, πίνανε όλοι ασταμάτητα και οι γειτόνοι βγάζανε συνέχεια καινούργιες νταμιτζάνες κι όταν τις ήπιαν όλες, πιάσαν το χορό. [...]

Οι μαθήτριες κάτω απ' το παράθυρο με το ραδιόφωνο άρχισαν να χορεύουν ροκ. Τα τριχωτά τους πόδια πετούσαν στον αέρα, οι φιόγκοι στα μαλλιά τους στράβωσαν και κρεμόντουσαν μπροστά στη μύτη τους, μερικές κάνανε και φιγούρες και φαινόντουσαν τα σορτσάκια τους, το πλήθος χτυπούσε τα πόδια με ρυθμό... [5]




Η Αποκριά είναι γιορτή μαγική, διονυσιακή, μυστηριακή. Μοναδική γιορτή του χρόνου που επιτρέπεται η παραβίαση των κανόνων που τον διέπουν. Τα κορίτσια δεν κοιτούν χαμηλά, οι γέροι δεν είναι κουρνιασμένοι στις καρέκλες τους, οι άντρες δε συγχρωτίζονται μόνο μεταξύ τους στα καφενεία, κανείς δεν προσέχει τα λόγια του.

πεθαμένα παιδιά ανέβαιναν ολοένα στον ουρανό

κατέβαιναν μια στιγμή να πάρουν τους αετούς τους
που τους είχαν ξεχάσει
έπεφτε χιόνι

γυάλινος χαρτοπόλεμος

μάτωνε τις καρδιές

Στον παραλογισμό του σκηνικού της αποκριάς ο Σαχτούρης ενέταξε το δικό του εξωλογικό βίωμα του πολέμου. Και εδώ οι άνθρωποι αλλάζουν ρόλους και υπόσταση, προς χάριν μιας διαφορετικής εκτόνωσης, αδελφοκτόνας. Και στου Σαχτούρη την αποκριά, κάθε λογική αίρεται. Παιδιά πεθαίνουν και ανεβαίνουν στον ουρανό, γυάλινος χαρτοπόλεμος ματώνει τις καρδιές των ανθρώπων, το φεγγάρι μαχαιρωμένο πετιέται στη θάλασσα.
  
μια γυναίκα γονατισμένη
ανάστρεφε τα μάτια της σα νεκρή
μόνο περνούσαν φάλαγγες στρατιώτες εν δυο
εν δυο παγωμένα δόντια

Το βράδυ βγήκε το φεγγάρι
αποκριάτικο
γεμάτο μίσος
το δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα
μαχαιρωμένο
Μακριά σ’ έν’ άλλο κόσμο γίνηκε αυτή
η αποκριά[6].


 ***

[1],[4] Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Η κερένια κούκλα, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2013.
[3] Δημήτριος Λουκάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1992.
[2], [5] Μαργαρίτα Καραπάνου, Ο υπνοβάτης, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1997.
[6] Στην αρχή και στο τέλος, αποσπάσματα από το ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη, Αποκριά. 


Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων

Iban Barrenetxea' s illustration for Arthur Conan Doyle 's, "The League of Red-Haired Men"

Μια σύντομη ξενάγηση στο ιστολόγιο "Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων": Τι είναι, με ποιο σκεπτικό ξεκίνησε, ποια είναι τα περιεχόμενά του, τι στήλες ονειρεύεται να αποκτήσει και γιατί δεν το παρατάμε να ησυχάσουμε.


Πρώτες σκέψεις

Το ιστολόγιο "Περί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων" ξεκίνησε το φθινόπωρο του 2013 με μια ανάρτηση για το "Φθινόπωρο" του Κωσταντίνου Χατζόπουλου. Οι πρώτες σκέψεις ήταν προσανατολισμένες στην προσπάθεια να ενδιαφερθούν μαθητές για τη λογοτεχνία· να την αντιμετωπίσουν ως τέχνη του λόγου και όχι ως εξεταζόμενο μάθημα. Mια από τις πρώτες στήλες ήταν  οι "Σημειώσεις", όπου ανθολογούνται αποσπάσματα από θεωρητικά βιβλία και φιλολογικές μελέτες. Αφορούν λογοτέχνες που παρουσιάζονται και στις σχολικές ανθολογίες, όπως ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Γεώργιος Βιζυηνός, ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Κωσταντίνος Χατζόπουλος, ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, ο Γιάννης Σκαρίμπας. Σε κάποια κείμενα θίγονται ακροθιγώς άλλα φιλολογικά θέματα, όπως αυτό της λογοτεχνικής γενιάς, της κατάταξης λογοτεχνών σε ρεύματα και σχολές κλπ. 

Andrej Mashkovtsev

Κατά τα άλλα, στις στήλες "Ελληνική Λογοτεχνία" και "Ξένη Λογοτεχνία" μπορεί κανείς να ρίξει μια ματιά σε προσωπικές αναγνώσεις παλιών ή νεότερων λογοτεχνικών βιβλίων που εκτιμήθηκαν για την όμορφη παρέα τους σε καιρούς παράδοξα χαλεπούς. Δεν είναι τίποτε άλλο από ένα προσωπικό ημερολόγιο λογοτεχνικών εντυπώσεων που βοηθά να αντιμετωπιστεί ο φόβος της λήθης. Ο φόβος μεγαλώνει διαρκώς, καθώς με το διάβασμα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο από ό,τι συμβαίνει στη ζωή: το παρελθόν συρρικνώνεται, ενώ το μέλλον φαντάζει ατελείωτο. Κοινώς, όσο πιο πολλά διαβάζεις, τόσα περισσότερα επιθυμείς και σχεδιάζεις να διαβάσεις. Σε σχέση μ' αυτό, η λερναία ύδρα δεν ήταν τίποτα

Naoko Shimoda's, "Embroidery Book" (Japanese Craft Book)

Διαθέσεις, κέφια, ενδιαφέροντα

Στο "Ποια είμαι" αναφέρονται στοιχεία ταυτότητας, όνομα, ιδιότητα, χαρακτηριστικά και ενδιαφέροντα: διάβασμα, ταξίδια, μουσική, θέατρο, κινηματογράφος, πλέξιμο, ράψιμο, κάθε είδους χειροτεχνία, μανία αρχειοθέτησης, αντιγραφής, κατάταξης εγγράφων, κειμένων και εικόνων. Το ιστολόγιο, σε αντίθεση με το μυαλό, είναι πάντοτε τακτοποιημένο. Μόνο στη στήλη "Ατάκτως ερριμμένα" ατάκτως τακτοποιήθηκαν οι ανένταχτοι και οι αναρχικοί (συλλογισμοί). Εκεί συνυπάρχουν σκόρπιες σκέψεις, αλλά και εκφράζονται η αγάπη για την τρίτη ηλικία, τα ζώα (προς το παρόν σκύλους, γάτες, φάλαινες και ελέφαντες), την αστειότητα, τη σοβαρότητα, τη μαγειρική, τη νύχτα.
Σε υπόλοιπες στήλες τα ενδιαφέροντα είναι τοποθετημένα έκαστο στο χώρο του. Ολίγα κείμενα για μουσικές, ταινίες, θεατρικά έργα ή ερμηνείες που ξεχώρισα. 



Κλασικά εικονογραφημένα - Κλασικά φωτογραφημένα

Στη διαδικασία δημοσίευσης μιας ανάρτησης μέγιστη ευχαρίστηση προκαλεί η εικονογράφησή της. Πέρα από τις εικόνες που συνοδεύουν το κάθε κείμενο, πολλές φορές γίνονται μικρά αφιερώματα σε παλιούς ή νέους εικονογράφους. Στη στήλη "Κλασικά εικονογραφημένα" συναντιούνται ο Errol le Cain ή οι γραβούρες του Doré με πολύ νεότερους εικονογράφους, όπως η Catarina Sobral, Judith Clay, η Jackie Morris και άλλοι. 
Στα "Κλασικά φωτογραφημένα" ανθολογούνται σύντομα αποσπάσματα λογοτεχνικών βιβλίων, χωρίς να παρεμβάλλονται γνώμες και σχόλια. Εδώ το κείμενο συνοδεύει τη φωτογραφία και όχι το αντίστροφο. Δεν εικονογραφούνται τα κείμενα, αλλά κειμενογραφούνται οι εικόνες. Οι φωτογραφίες κάποιες φορές προέρχονται από προσωπική συλλογή. Μια φωτογραφία πολύ συχνά ανασύρει μια λογοτεχνική ανάμνηση. Δεκάδες λογοτέχνες και άλλα τόσα κείμενα έχουν συνδεθεί με τους τόπους όπου διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν. Άλλοτε είναι φωτογραφίες γνωστών φωτογράφων, όπως ο Robert Denachy, ο Vladimir Clavijo, η Mila Preslova. 

Ryszard Kaja, "Strawbery Poland"  (2015)

Χωρίς λόγια

Στήλες που ξεκουράζουν τον επισκέπτη από το πολύ μπλα μπλα είναι τα "Εξώφυλλα" και οι "Αφίσες". Στην πρώτη, συγκεντρώνονται εξώφυλλα παλιών εκδόσεων, κλασικών κυρίως βιβλίων. Ολίγη Λολίτα, ολίγη Τζέην Ώστεν, οι περιπέτειες του Ιουλίου Βερν... Περιμένουν στην αίθουσα αναμονής εκατοντάδες άλλοι. Όρεξη να 'χουμε. Τελευταίως, η συλλογή εμπλουτίζεται με σπάνια εξώφυλλα συλλεκτικών εκδόσεων του 18ου και 19ου αιώνα. Αυτά αντλήθηκαν από αρχεία βιβλιοθηκών που έχουν ψηφιοποιηθεί και είναι πια προσβάσιμα στον αναγνώστη.
Οι "Αφίσες" είναι πολύ νέα επιχείρηση. Δεν υπάρχει προς το παρόν σχέδιο. Ίδωμεν.

Judith Clay, "It' s a secret"
Πορτρέτα

Τέλος, σε μια στιγμή έπαρσης και διαδικτυακής εξωστρέφειας, ξεκίνησε ο σχεδιασμός των "πορτρέτων". Από την αρχή του χρόνου, και εύχομαι με ικανοποιητική συχνότητα, το ιστολόγιο θα τρυπώνει στα εργαστήρια των καλλιτεχνών, κυρίως εικονογράφων, και θα φιλοτεχνεί το δικό τους πορτρέτο. Είναι ένας "φόρος τιμής" στους ανθρώπους που ζουν από την τέχνη, που εργάζονται και σκέφτονται ελεύθερα, που γέμισαν τα παιδικά μας βιβλία με χρώματα, διαμορφώνοντας παιδικές φαντασίες και ενήλικες φαντασιώσεις. 

Jon Carling, "Winter bird"

Ες αύριον τα σπουδαία 
 
Σχέδια υπάρχουν πάρα πολλά, αλλά αυτό το δωμάτιο δεν τακτοποιείται εύκολα. Μένουν ακόμη να αρχειοθετηθούν ιστορικά βιβλία και δοκίμια, κείμενα για εκδοτικούς οίκους που δεν υπάρχουν πια, παλιά γραμματόσημα, χαρτιά αλληλογραφίας, γράμματα μεταξύ ιστορικών προσώπων, λογοτεχνών και εραστών και πολλά άλλα. 

Τελικά...
  
Εδώ που τα λέμε, τα ιστολόγια έχουν όλο και λιγότερους θαμώνες. Η συζήτηση σχετικά με τις αναρτήσεις τους γίνεται πια έξω από αυτά -σε τοίχους, προφίλ και άλλα τινά των μέσων κοινωνικής δικτύωσης- και όχι μέσα σ' αυτά, όπου παρευρίσκονται μόνο ο οικοδεσπότης, καλεσμένοι και επισκέπτες και, όσο να πεις, η οχλοβοή είναι κάπως λιγότερη. Η αύξηση των φίλων  όσο περνάει ο καιρός είναι μεγάλο ευτύχημα για αυτό το ιστολόγιο. 
Δεν φιλοδοξούμε να κρίνουμε κανέναν. Η κριτική είναι κριτική και καλώς υπάρχει. Στόχος εδώ ήταν να φιλοτεχνηθεί με ευαισθησία και καλαισθησία ένα προσωπικό λογοτεχνικό σύμπαν. Σιγά σιγά δημιουργήθηκε ένα ωραίο δίκτυο επισκεπτών που οδηγεί στο ευτυχές συμπέρασμα πως το σύμπαν αυτό αφορά και άλλους. 

***