Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2014

Κλασικά εικονογραφημένα - "Τα κόκκινα παπούτσια"






Μια νύχτα έφτασε στο έρημο νεκροταφείο της εκκλησίας, όπου οι νεκροί δεν χόρευαν -αναπαύονταν. Ούτ΄εκεί μπόρεσε να σταματήσει. Χορεύοντας μπήκε από την ανοιχτή πόρτα στην εκκλησία. Κι εκεί είδε τον Άγγελο, με κατάλευκο ένδυμα και με φτερούγες τεράστιες, από τους ώμους του έως το πάτωμα. Η φυσιογνωμία του ήταν αυστηρή και σοβαρή και στο χέρι του κρατούσε αστραφτερή ρομφαία.

"Θα χορεύεις συνέχειa" της είπε. "Θα χορεύεις με τα κόκκινα παπούτσια σου μέχρι να γίνεις κάτωχρη και το δέρμα σου να ζαρώσει και να μοιάζεις με σκελετό! Θα χορεύεις από πόρτα σε πόρτα, και όπου μένουνε κακά κι ατίθασα παιδιά, θα χτυπάς για να σ' ακούνε και να φοβούνται. Θα χορεύεις συνέχεια..." 

*** 

Χόρευε ακατάπαυστα, δεν μπορούσε να σταματήσει. Νύχτωσε και τα παπούτσια την οδηγούσανε συνέχεια μέσα σε βάτα και αγκαθότοπους, τα πόδια της σχιζόντουσαν κι αιμορραγούσαν.
























Κάτι έλαμψε ανάμεσα στα δέντρα. Η μικρή στην αρχή σκέφτηκε πως ήτανε το φεγγάρι, που ξεπρόβαλε κατακόκκινο μέσ' από τη νυχτερινή αχλύ. Αλλά ήταν ο γερο-στρατιώτης με την κοκκινωπή γενειάδα, που καθότανε σε μια πέτρα και επαναλάμβανε: "Κοίτα τι ωραία παπούτσια χορού!"

 *** 

Έφτασε κάποτε σ' ένα ξέφωτο, χέρσο, μ' ένα μοναδικό σπιτάκι. Ήξερε πως εκεί έμενε ο δήμιος, γι' αυτό του χτύπησε με τα δάχτυλά της τα παραθυρόφυλλα, φωνάζοντας: "Βγες έξω! Βγες έξω! Εγώ δεν μπορώ να μπω μέσα γιατί χορεύω!"

***

 "Μη μου κόψεις το κεφάλι! Κόψε μου μόνο τα πόδια με τα κόκκινα παπούτσια! " [...] Και ο δήμιος της έκοψε τα πόδια που φορούσανε τα κόκκινα παπούτσια. Μα και τότε ακόμα τα παπούτσια χόρευαν και παρασύρανε τα κομψά πόδια στα χωράφια κι ύστερα σε πυκνά δάση...

***
Αποσπάσματα από το παραμύθι του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Τα κόκκινα παπούτσια.

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιστορίες και παραμύθια, Ωκεανίδα, Αθήνα 2000



Στην εικονογράφηση έργα των: Kay Nielsen (1931;), Charles Robinson (1920;), Helen Stratton (1899), Honor Appleton (1932),  Helen Stratton (1899).

Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

"Τα κόκκινα παπούτσια"



O Ερρίκος Μπελιές επισημαίνει εύστοχα πως τα παραμύθια του Χανς Κρίστιαν Άντερσεν είναι από εκείνα τα λογοτεχνήματα που η κριτική παρεξήγησε και κακώς τοποθέτησε στα «παιδικά». Το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων του Κάρολ, τη Χριστουγεννιάτικη ιστορία του Ντίκενς και πολλά άλλα.

Στην πραγματικότητα οι ιστορίες και τα παραμύθια του Άντερσεν αποτελούν αφηγήματα από τα οποία μπορεί κανείς να κατανοήσει το κοινωνικό, πολιτικό και κυρίως θρησκευτικό πλαίσιο της Ευρώπης του 19ου αιώνα, μιας εποχής παρακμής των ευγενών, κυριαρχίας της αστικής τάξης, αλλά και έντονης θρησκοληψίας. Όπως ο Αίσωπος αναδεικνύει την τιμωρία των ηρώων του, όπως ο Περώ εισάγει τη Νέμεση με τη μορφή τεράτων, έτσι ακριβώς και ο Άντερσεν καταδεικνύει το αμείλικτο της προτεσταντικής ενοχής[1].

Σε κανένα παραμύθι δε γίνεται αυτό τόσο εμφανές όσο στα «Κόκκινα παπούτσια». Το μικρό κορίτσι που τολμά να πάει στην εκκλησία με κόκκινα παπούτσια, και μάλιστα χορού, καταλήγει με πληγωμένα δάχτυλα, και χτυπά η ίδια την πόρτα του δήμιου, παρακαλώντας τον να της  κόψει τα πόδια.

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένα κοριτσάκι πολύ όμορφο και ντελικάτο, αλλά τόσο φτωχό που το καλοκαίρι κυκλοφορούσε ξυπόλυτο, ενώ το χειμώνα φορούσε ξυλοπάπουτσα και τα ποδαράκια του κοκκίνιζαν και πρηζόντουσαν.

Το κορίτσι το υιοθετεί μια γριά κυρία και, όταν έρχεται η ώρα για το μυστήριο  του χρίσματος, πηγαίνουν να της διαλέξει παπούτσια. Η Κάρεν, διαλέγει ένα ζευγάρι κόκκινα λουστρίνια, ίδια με παπούτσια χορού, αλλά δεν το αποκαλύπτει στη γριά κυρία, που δεν βλέπει καλά και ποτέ δε θα της επέτρεπε να μπει στην εκκλησία φορώντας κόκκινα παπούτσια. Είναι το πρώτο της ψέμα.

Την επόμενη Κυριακή η Κάρεν θα πήγαινε στην εκκλησία να κοινωνήσει. Κοίταξε πρώτα τα κόκκινα παπούτσια της, μετά τα μαύρα, μετά πάλι τα κόκκινα –που τ’ άρπαξε και τα φόρεσε.

Λέει ψέματα για δεύτερη φορά. Μπαίνει στην εκκλησία όλων τα μάτια έπεσαν στα κόκκινα παπούτσια της Κάρεν. Ως και τ’ αγάλματα την κοίταζαν. Και όταν η Κάρεν γονάτισε για να κοινωνήσει, μπροστά της έβλεπε μόνο τα παπούτσια της. Τόσο πολύ τα κοιτά, που ξεχνά να κάνει την προσευχή της.  

Καθώς βγαίνει από την εκκλησία, ένας γέρος στρατιώτης παινεύει τα παπούτσια της και η Κάρεν δοκιμάζει να κάνει μερικά χορευτικά βήματα. Και δεν μπορεί να σταματήσει να χορεύει. Φτάνει στο σπίτι της και μόνο όταν της βγάζουν τα παπούτσια τα πόδια της σταματούν.

Η γριά κυρία είναι ετοιμοθάνατη και η Κάρεν μαθαίνει για μια μεγάλη χοροεσπερίδα που θα γίνει στην πόλη. Την παρατά στο νεκροκρέβατο και φορά τα κόκκινα παπούτσια για τρίτη φορά.

Κι όταν προσπάθησε να πάει στο βάθος της αίθουσας, τα παπούτσια την πήγανε προς την έξοδο, την κατέβασαν τα σκαλιά, την πέρασαν από τους κεντρικούς δρόμους και την έβγαλαν από την πύλη της πόλης. Χόρευε, χόρευε η Κάρεν, τα πόδια της δεν σταματούσανε. Χόρευε μέχρι που μπήκε στο σκοτεινό δάσος.

Και ο γέρος στρατιώτης την βρίσκει παντού και επαναλαμβάνει «Τι ωραία παπούτσια χορού!» Η Κάρεν προσπαθεί να βγάλει τα παπούτσια, αλλά είναι αδύνατον, σκίζει τις κάλτσες της, αλλά έχουν γίνει ένα με τα πόδια της. Πηγαίνει στην εκκλησία, ο άγγελος την καταριέται, να χορεύει μέχρι να γίνει κάτωχρη, να ζαρώσει, να μοιάζει με σκελετό, να λιώσουν τα πόδια της. Τα πόδια την οδηγούν σε βάτα, σε αγκαθότοπους, την εξορίζουν από το γένος των ανθρώπων, βρίσκεται σε πυκνά τρομακτικά δάση και απόμερα χωράφια που την τρομάζουν, ώσπου ζητά έλεος στο σπίτι του δήμιου, που αντί να της κόψει το κεφάλι, της κόβει τα πόδια.

Έτσι, ένα μικρό κορίτσι τιμωρείται για τη φιλαρέσκειά του, για την ανυπακοή της στη γυναίκα που τη μεγάλωσε, για την ασέβεια στο γονιό και το Θεό, για την προσευχή που δεν έκανε, για το ψέμα που είπε. Η αμαρτία της επαναλαμβάνεται τρεις φορές και εξαλείφεται με τη μετάνοια και την αναζήτηση της λύτρωσης στην τιμωρία.

Αυτός είναι ο κόσμος του Άντερσεν,  που η εποχή της απομυθοποίησης του ονείρου ονόμασε «παιδικό». Και είναι αρκετά μακριά από τον κόσμο του λαϊκού παραμυθιού, που με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, είναι επίσης σκληρός κι αποτρόπαιος.


Στην ευτυχή για τον αγγλικό κινηματογράφο δεκαετία του ’40, ο σκηνοθέτης Μάικλ Πάουελ, σε συνεργασία με τον σεναριογράφο Έμερικ Πρεσμπέργκερ, θα εμπνευστούν τα δικά τους «Κόκκινα παπούτσια». Παρά το θρησκευτικό απολυταρχισμό της Βρετανίας (που κρατούσε κλειστά τα σινεμά τις Κυριακές, καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου) ο Άγγλος σκηνοθέτης παρακάμπτει το μοτίβο αμαρτία-δοκιμασία-μετάνοια-λύτρωση και δημιουργεί ένα υπέροχο δράμα για τους εραστές του χορού. Οι κινηματογραφημένες σκηνές μπαλέτου είναι μοναδικά ποιητικές, τα τοπία της φύσης εναλλάσσονται όσο η μπαλαρίνα με τα κόκκινα παπούτσια χορεύει, ο χορός της μοιάζει ένα ταξίδι σε όσα τοπία μπορεί να πλάσει η φαντασία. 

Στην πραγματικότητα, όμως,  η ταινία «αφηγείται τον συναισθηματικό διχασμό μιας μπαλαρίνας ανάμεσα στο χορό (που εκπροσωπεί το υπερβατικό πνεύμα) και τον έρωτα»[2]. Στο συναισθηματικό της δίλημμα η μπαλαρίνα αδυνατεί να απαντήσει γιατί πολύ απλά αδυνατεί να σταματήσει να χορεύει.  Ο κοκκινομάλλης «μάγος» που τις πουλά τις κόκκινες πουέντ θυμίζει έντονα το παραμύθι του Άντερσεν και παραπέμπει σ’ εκείνον τον γέρο στρατιώτη που διαρκώς επαναλαμβάνει «Τι όμορφα παπούτσια χορού!».

Η χορεύτρια χορεύει, χορεύει και τα παπούτσια της μοιάζουν όλο και πιο κόκκινα. Ομορφαίνουν σε κάθε της βήμα ή στάζουν αίμα τα πόδια της;



[1] Χανς Κρίστιαν Άντερσεν, Ιστορίες και παραμύθια,  Ωκεανίδα, Αθήνα 2000
[2] Στάθης Βαλούκος, Ιστορία του κινηματογράφου, Εκδόσεις Αιγόκερως, Αθήνα 2003

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Σιγανή βροχή




Πονεμένα κόκαλα, οι πιο σίγουροι οιωνοί της βροχής.
Πλάτη στη λάμπα, τα έντομα απαντούν στα 
βογκητά.
Στρώματα η σκόνη, πεσμένα φύλλα. Σπίτι χωρίς 
γυναίκα. 
Σκόρπια βιβλία, καμένο λιβάνι, μοναχική κλίνη.
Ανώφελες σκέψεις ορθώνονται βουβά, μα δεν
πειράζει.
Τα έλκη πώς ν' αντέξεις και τα σωθικά που 
πονούν.
Άκου μονάχα πάλι τα λόγια του σοφού απ' το
νότο.
Δες στο πηγάδι το τίποτα που είσαι. Tο πιο καλό
γιατρικό. 
 





 Κάτω από τον σιγανό και ανεπαίσθητο ήχο της βροχής ο συγγραφέας θυμάται ένα παρελθόν από το οποίο δεν έχει τίποτα επιβιώσει. Θυμάται το παλιό Έντο, τους κακόφημους δρόμους, τα σπίτια με  τα κόκκινα φανάρια, τον ήχο του σαμισέν,  την εποχή της νιότης του. "Αν απόλαυση της νιότης είναι η γυναίκα και της μέσης ηλικίας η τέχνη, του γήρατος είναι το σπίτι, ο κήπος". 


Γράφει σε μια εποχή που δεν έχει τίποτα πια να περιμένει. Η γυναίκα του τον έχει εγκαταλείψει,  ο ίδιος έχει παρατήσει την ερωμένη του, λόγω της ανυπόφορης ζήλιας της. Τώρα ζει μόνος, παρέα με ορχιδέες, βιβλία και πουλιά. Συχνάζει στους κακόφημους δρόμους τη  νύχτας. Μα ακόμη κι εκεί, όταν γνωρίζει μια γκέισα, αισθάνεται μεγαλύτερη την ανάγκη να της διδάξει κάτι, παρά να ζήσει μαζί της τον έρωτα. 

Βαρέθηκε τους ανθρώπους, δεν έχει καμία όρεξη να τους ακούσει, καμία διάθεση να τους καταλάβει. Μίσησε τη γυναίκα, κουράστηκε να ζει. Η μυρωδιά του μαγειρεμένου φαγητού φτάνει από το διπλανό σπίτι κι εκείνος κλείνει θυμωμένος το παράθυρο. Δεν αντέχει να θυμάται τις απολαύσεις των οικογενειακών συναθροίσεων που κάποτε είχε γευτεί. 

 Μεσάνυχτα μπροστά στη λάμπα. Όλη η δεκαετία
Αντηχώντας τη βροχή ποτίζει ξάφνου την ψυχή μου. 

Η ποιητική φλόγα έσβησε πια και η μοναξιά δεν μπορεί τίποτα να μετατρέψει σε έμπνευση. Τον οδηγεί σε μάταιους θρήνους και παράπονα που κανείς δεν έχει όρεξη να ακούσει.

 [...] η ηχώ της [βροχής] συγκινεί την ανθρώπινη καρδιά πολύ περισσότερο απ' το βογκητό του ανέμου μέσα απ' τα μεγάλα δέντρα, απ' τον πνιχτό ήχo του νερού μες στα φαράγγια. Η φωνή του ανέμου είναι μια φωνή θυμού και αυτή του νερού ενός θρήνου. Η φωνή της βροχής δε φτάνει να γίνει οργή, ούτε παράπονο. Κάνει επίκληση μόνο και αφηγείται.



Δεν είναι πια παρά ένας μισάνθρωπος που έχει συνειδητοποιήσει ότι τίποτα δεν πρόκεται να αλλάξει στη ζωή του.


Ναι, αυτό είναι. Έσβησαν τα πάθη, στέγνωσε η καρδιά. Οι κραυγές κινδύνου όλου του σκεπτόμενου κόσμου, για το γεμάτο ανησυχητικά, προειδοποιητικά σημάδια μεταπολεμικό χάος στην Ευρώπη, φτάνουν στ' αυτιά μου σαν το φλάουτο ενός γέροντα που πουλάει γλυκίσματα στο δρόμο. Τα δύο-τρία αυτά τελευταία χρόνια, οι μεγαλύτερές μου χαρές είναι να τρώω και να κοιμάμαι, και να είναι οι χειμώνες όχι τόσο παγεροί και τα καλοκαίρα ήπια. Η ευτυχία του να μπορεί κανείς ν' απολαμβάνει μια καλή χώνεψη κι έναν ευχάριστο ύπνο χωρίς όνειρα είναι, τολμώ να πω, μεγαλύτερη απ' το να ΄χει για προσκεφάλι τα γόνατα μιας όμορφης γυναίκας.

Η Σιγανή Βροχή ξεκινά με την εαρινή ισημερία και τελειώνει με τη φθινοπωρινή. Έργο μελαγχολικό, που η νοσταλγία του κινείται στα όρια μεταξύ του λογοτεχνικού και του στοχαστικού δοκιμιακού λόγου. Περιδιάβαση στο παρελθόν. Περιδιάβαση μέσα από σκέψεις, εσωτερικούς μονολόγους, επιστολές και ποιήματα. Η βροχή δεν παύει να ακούγεται.
 
Ο Ναγάι Καφού είναι ένας συγγραφέας που ζει την παλινόρθωση του αυτοκράτορα στην Ιαπωνία. Ζει το τέλος της φεουδαρχίας, των κόκκινων σπιτιών, των σογκούν, των πολεμιστών σαμουράι. "Η Ιαπωνία, ύστερα από χρόνια αποχής και απομόνωσης, προκειμένου να μη γίνει βορά των επεκτακτικών σχεδίων του υπόλοιπου αναπτυσσόμενου κόσμου, βγαίνει από το καβούκι της, και υιοθετεί μια σειρά από αλλαγές που θα την βοηθήσουν να επιβιώσει στην παλαίστρα του ανταγωνισμού. Οι παλιές φεουδαρχικές δομές αντικαθίστανται από έναν καλπάζοντα βιομηχανικό καπιταλισμό". Τίποτα δε θα θυμίζει πια το παλιό Έντο. Ένα νέο Τόκυο γεννιέται. Η πλημμύρα του 1910 θα καταστρέψει τη παλιά πόλη. Λίγο πριν από τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ιαπωνία θα είναι πια μια άλλη χώρα. 

Στην καρδιά του ποιητή παλεύουν ο σταυρός με το ξίφος: η χριστιανική ταπεινοφροσύνη με το πολεμικό πνεύμα των σαμουράι. Στο τέλος της ζωής του, αφοπλισμένος από το πολεμοχαρές πνεύμα της νεαρής ηλικίας, χωρίς καμιά διάθεση για συγχώρεση, περιμένει το τέλος.


Ναγάι Καφού, Σιγανή βροχή (μτφρ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης), Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1991





Κυριακή, 7 Δεκεμβρίου 2014

Μηνολόγιο "λογοκλοπής"


Η ανάρτηση είναι αφιερωμένη σε όλους τους ματαιόδοξους.
Σε όλους όσους σιχαίνονται την αντιγραφή.
Στους μαθητές που οχυρώνουν με κασετίνες το θρανίο τους για να μην αντιγράψει ο διπλανός τους.
Στους φοιτητές που έσκυβαν πάνω από τα γραπτά τους για να τα κρύψουν.
Σε εκείνους που αρνούνταν να κυκλοφορήσουν οι σημειώσεις τους, μην τυχόν και σταθούν υπεύθυνες για την επιτυχία κάποιου άλλου πέραν του εαυτού τους. 
Σε όσους έχουν μανία με την ιδιοκτησία.
Σε εκείνους που υπογράφουν όλα τα χαρτιά τους.
Σε όσους αρνούνται να δανείσουν βιβλία.
Σε όλους τους ιδιοκτησιομανείς.
Σε όλους τους αντι-αντιγραφείς.

Και είναι γραμμένη με τη μέθοδο της αντιγραφής.


 

 

Η λογοτεχνία, όπως και η ιδιοκτησία, είναι κλοπή.

 

Υποκατάστατο της γραφής το διάβασμα. Μπορεί να σε γεμίσει όταν ο τακτικός μόχθος σε έχει αδειάσει. Κάθε καλός συγγραφέας θα αναγνωρίσει -αν βέβαια είναι έντιμος και ειλικρινής - ότι διαβάζει ιδιοτελώς: αν δεν διαβάζει για να κλέψει, διαβάζει πάντως για να διευρύνει το απόθεμά του σε ιδέες και θέματα. Το πασίγνωστο "οι ανώριμοι ποιητές μιμούνται, οι ώριμοι κλέβουν" του Τ.Σ. Έλιοτ, στις μέρες μας συναντιέται με την αποστροφή του γνωστού Νεοϋορκέζου Τζέιμς Άτλας: "Η λογοτεχνία, όπως και η ιδιοκτησία, είναι κλοπή". (σελ. 55)


Αν ανατρέξουμε σε παλιότερες εποχές, πριν ακόμη από τον ρομαντισμό, τέτοιο αδίκημα δεν αναγνωριζόταν. Άλλες αμαρτίες βάραιναν τους συγγραφείς -στόμφος, γελοιότητα, απεραντολογία- όχι όμως ο δανεισμός. Όλοι τσιμπολογούσαν και οικειοποιούνταν λέξεις, φράσεις, παραγράφους, θέματα, ιδέες απ' όλους. Ολόκληρη η αγγλική λογοτεχνία είναι ένα συμπίλημα αναφορών, υπαινιγμών, λεκτικών παιγνίων. (σελ. 55)

Η Αναγέννηση δεν γνώριζε τον όρο "πνευματική ιδιοκτησία". Οτιδήποτε τυπωμένο ή γραμμένο ανήκε σε όλους και ο καθένας μπορούσε να χρησιμοποιήσει το όνομα ή το έργο του άλλου όπως επιθυμούσε. (σελ.210)

 

Γιατί γράφει κανείς; 

 

Γράφει για να συμπιλήσει έναν σωρό αντιγράφων σε έναν νέο εαυτό. Δεν προσπαθεί να πει κάτι για τον εαυτό του, αλλά μάλλον να κατασκευάσει έναν εαυτό με όσα έχουν ήδη ειπωθεί από άλλους. (σελ. 98)

Γιατί μπορεί να αρχίσει κανείς να διαβάζει τούτο το βιβλίο από μια τυχαία σελίδα, από ένα οποιοδήποτε θραύσμα. Κατά την ανάγνωση αυτή σίγουρα κάποια πρόσωπα, ή κάποια γεγονότα θα προσελκύσουν την προσοχή του. Διαλέγει τότε για ποιον ή για ποιο γεγονός θα ήθελε να μάθει περισσότερα. (σελ. 91) 

Ο αντιγραφέας συγγραφέας

 

Ο Σταύρος Κρητιώτης φαίνεται πως δεν είναι παρά ένας λογοκλόπος, ένας αντιγραφέας, χωρίς ίχνος πρωτοτυπίας, στον οποίο δεν αξίζει να αποδίδει κανείς ούτε καν τον τίτλο του σκεπτόμενου ανθρώπου. (σελ. 16)

Το μεταμοντέρνο παιχνίδι των διακειμενικών δανείων ή αναφορών, εκτεταμένη χρήση του οποίου κάνει ο κ. Κρητιώτης,  δεν αποτελεί πραγματική λογοκλοπή. Ο Ζωρζ Περέκ στο Υστερόγραφο του έργου Ζωή, οδηγίες χρήσεως ομολογεί ότι το βιβλίο του βρίθει αυτούσιων παραθεμάτων από έργα άλλων. (σελ. 13)

Οποιοσδήποτε μπορεί να σκεφτεί μια ωραία ιδέα. Το ποιος το έκανε πρώτος δεν μετράει και πολύ. Στο κάτω κάτω της γραφής, οι περισσότερές μας ιδέες δεν οδηγούν σε σεισμούς γνώσης. Είναι λιθάρια που όλοι μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να χτίσουν. Τι διαφορά κάνει το ποιος έβαλε το λιθάρι στο μπάνιο και ποιος το τούβλο στο καθιστικό; [...] Πολλές φορές μάλιστα σκέφτομαι πως δεν θα έπρεπε να φέρουν ονόματα οι ανακοινώσεις μας, αλλά κωδικούς, ώστε να μην τίθενται ζητήματα ματαιοδοξίας. (σελ. 175)

Σημασία λοιπόν έχει η πρόοδος των ιδεών, κι όχι η αναγνώριση των δημιουργών τους. Αν ήμασταν όλοι ανώνυμοι, τέτοιο ζήτημα δε θα υπήρχε. (σελ. 181)

Ο μόνος ασφαλής τρόπος για να μη συναντήσεις ποτέ κάποιον είναι να τον παρακολουθείς. Αντίστοιχα, ίσως ο μόνος ασφαλής τρόπος για να μην αντιγράψεις ποτές το πνεύμα κάποιου είναι να αντιγράψεις κάποιες λέξεις του. (σελ. 206)

"Όλα έχουν ειπωθεί, κι εμείς δεν κάνουμε τίποτ' άλλο απ' το να τα επαναλαμβάνουμε, με παραλλαγές"[1]. (σελ. 206)

"Αυτό που είναι τώρα οικείο φτιάχτηκε για να ονομάσει αυτό που κάποτε ήταν ξένο, ώστε το ξένο να ξεχαστεί".

Συμπέρασμα 


Δεν μπορεί κανείς να παραγνωρίσει ότι το μυθιστόρημα του Κρητιώτη εντυπωσιάζει με τις ασυνήθιστες, αν και όχι πρωτότυπες, τεχνικές του. (σελ. 253)

Θεωρούσε δηλαδή ο Σταύρος Κρητιώτης πως η δημιουργία είναι όπως η άμμος στη χούφτα μας. Γεμίζουμε τη χούφτα μας με άμμο από την παραλία όπου οι άλλοι απλώνουν τις ιδέες τους, και προσπαθούμε σφίγγοντας την παλάμη μας να διατηρήσουμε όση περισσότερη μπορούμε. Αυτή γλιστράει από παντού, αλλά τελικώς αυτό το κάτι που μένει στη χούφτα μας είναι το παν. Αυτό το λίγο είναι η απόδειξη της μέγιστης προσπάθειας που κάναμε για να αφομοιώσουμε τη φευγαλέα έμπνευση[2]. (σελ. 304)

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: 
Σταύρος Κρητιώτης, Το Μηνολόγιο ενός απόντος, ΠΟΛΙΣ 2005

[1] Ο "αφορισμός" ανήκει στον Χ.Λ.Μπόρχες.
[2] Χοσέ Καρέρας, συνέντευξη προς τον Θανάση Λάλα, Το Βήμα, 2. Ιουλίου 2005. σ. Γ.5

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Δίδυμη αυτοκτονία


Δύο δίδυμες αδερφές από το Μπουένος Άιρες έθεσαν τέρμα στη ζωή τους πηδώντας ταυτόχρονα από τον έκτο όροφο ενός κτιρίου στο Μπουένος Άιρες. Περαστικός ανακάλυψε τα πτώματα των δύο 69χρονων αδερφών, σε μια υπόθεση που σύμφωνα με την αστυνομία της Αργεντινής μοιάζει με διπλή αυτοκτονία. Σύμφωνα με εκπρόσωπο της αστυνομίας, η Έλζα Έσθερ Ζούκα και η αδερφή της Μάρτα Σουζάνα είχαν αφήσει στο διαμέρισμα ένα σημείωμα προς την οικογένειά τους.

13 Αυγούστου 2002, εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ 

  Βρέθηκε στο Μηνολόγιο ενός απόντος του Σταύρου Κρητιώτη, ΠΟΛΙΣ 2005